16 О™ОїП…ОЅОЇОїП… 2021
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2011
2019
2020
2021
- Ιανουάριος
- Φεβρουάριος
- Μάρτιος











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις - Φεβρουάριος 2021

ПѓП„ОµОЇО»П„Оµ О±П…П„О® П„О· ПѓОµО»ОЇОґО± εκτύπωση





26 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Ποιόν συμφέρει ο θάνατος του Κουφοντίνα; (του Κώστα Παπαδάκη)


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και εσωτερικός χώρος

ΠΟΙΟΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ ; (του Κώστα Παπαδάκη)

Από ώρα σε ώρα κρίνεται πιά η εξέλιξη της απεργίας πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα, που σήμερα μπήκε στην 50η μέρα και παράλληλα στην 5η ημέρα απεργίας δίψας. Σύμφωνα με όσα χθες ο γιατρός Θοδωρής Σδούκος, που τον επισκέφθηκε στην ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας δήλωσε : «Η υπογλυκαιμία, συνοδευόμενη από επικίνδυνες ηλεκτρολυτικές διαταραχές, μπορεί να αποβεί ανά πάσα στιγμή μοιραία για το μυοκάρδιο και τον εγκέφαλο.».

Συνεπώς, τα επόμενα δύο εικοσιτετράωρα θεωρούνται κρίσιμα για το αν θα ζήσει. Παρά τα όσα είχαν διαφανεί τις προηγούμενες εβδομάδες, τόσο με τις διαδοχικές δηλώσεις στήριξης του απεργού πείνας από τα κόμματα της αριστεράς, όσο και από την ογκούμενη και διαρκώς εκδηλούμενη με χιλιάδες υπογραφές και κινητοποιήσεις συμπαράστασης στον Δημήτρη Κουφοντίνα, που έφτασε στο σημείο να προκαλέσει ακόμα και ρωγμές στο κυβερνητικό στρατόπεδο με δειλές έστω δηλώσεις στελεχών του που καλούσαν την κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις επιταγές του κράτους δικαίου, φαίνεται ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει.

Δεν την μεταπείθουν ούτε οι χιλιάδες και καθημερινά αυξανόμενες υπογραφές, ούτε οι καθημερινές επίσης κινητοποιήσεις (τις οποίες διαλύει εν τω γεννάσθαι με καταδίωξη, άγριο ξύλο, χημικά και δεκάδες προαγωγές και συλλήψεις κάθε φορά), ούτε οι εκκλήσεις από έγκυρους νομικούς φορείς όπως η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) , ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών (για τον Δ.Σ.Α. ας μην πω καλύτερα, η συνένοχη σιωπή του δεν θα λησμονηθεί από τους δικηγόρους), μέλη του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και άλλων Δικηγορικών Συλλόγων, ο Συνήγορος του Πολίτη που αποδοκίμασε την άρνησή της να δώσει αντίγραφα της διαδικασίας μεταγωγής, και από χιλιάδες πλέον νομικούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες, πολιτικούς κ.α.

Δεν την πτοεί αν ο τόπος μας αποκτήσει για πρώτη φορά στην ιστορία του νεκρό απεργό πείνας, τον πρώτο στην Ευρώπη μετά τον θάνατο του Ιρλανδού Μπόμπυ Σάντς το 1981 στην Αγγλία της Θάτσερ, πλάι στην Τουρκία του Ερντογάν με τον γνωστό δείκτη σεβασμού των δικαιωμάτων.

Το συμφέρον της άλλα της υπαγορεύει.

Το εσωτερικό της έγγραφο (non paper), που δημοσιοποιήθηκε χθες 25/2/2021, δίνει την γραμμή, της οποίας σύντομα οι βασικοί άξονες είναι οι εξής :

Α) Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τον Κουφοντίνα, η προσπάθεια δηλαδή μετατροπής της απεργίας πείνας σε ζήτημα πολωτικής δικομματικής αντιπαράθεσης για να στριμώξει στον ΣΥΡΙΖΑ και να διευρύνει τα ρήγματα στο εσωτερικό του.

Β) Οτι ο νόμος προβλέπει τον τρόπο κράτησης, ο οποίος τηρήθηκε απολύτως,

Γ) Οτι ο Κορυδαλλός αποτελεί κατάστημα τύπου Α και γι’ αυτό κρατούνται μόνο υπόδικοι, κατάδικοι για χρέη και κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης,

Δ) Ότι για λόγους υγειονομικούς δεν επιτρέπεται η μεταγωγή νέων καταδίκων στο κατάστημα Κορυδαλλού,

Ε) Οτι «ο αμετανόητος δολοφόνος 11 ανθρώπων» ζητά προνομιακή μεταχείριση,

Στ) Οτι η Πολιτεία δεν εκβιάζεται, διατηρεί κυριαρχικό δικαίωμα σε σχέση με τον τρόπο κράτησης καταδίκων και δεν υπάρχει συναλλαγή με καταδίκους για τον τρόπο κράτησης.

Όλα τα παραπάνω είναι ψέμματα. Πρώτα από όλα, και αλήθεια να ήταν οποιοδήποτε από αυτά, ουδείς εμπόδιζε την κυβέρνηση κατά την διατύπωση του άρθρου 3 Ν. 4760/2020, τον οποίο καθ ομολογία της νομοθέτησε για να μεταφέρει τον Κουφοντίνα από τις αγροτικές φυλακές σε κλειστές, να το διατυπώσει κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στα παραπάνω δεδομένα. Αντί, δηλαδή, να γράφει «..επαναμετάγεται στο κατάστημα κράτησης από το οποίο αρχικά μετήχθη» να περιλάβει την διατύπωση «μετάγεται σε άλλο κατάστημα κράτησης.» ή «μετάγεται σε κατάστημα κράτησης τύπου…..». Τότε δεν θα είχε τεθεί κανένα θέμα μεταγωγής του Κουφοντίνα στον Κορυδαλλό.

Φαίνεται όμως, αν και δεν είναι αυτό το θέμα μας, ότι η κυβέρνηση εκτός όλων των άλλων χαρακτηριστικών της εν προκειμένω δεν διαθέτει το προσόν να γνωρίζει ακόμα και να νομοθετεί διατυπώνοντας κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στις προθέσεις της το περιεχόμενο των κανόνων εξουσίας που θεσπίζει. Εκτός εάν την περίοδο εκείνη οι προθέσεις της ήταν όντως αυτές και τις μετέβαλε στην συνέχεια.

Είναι ακόμα γνωστό ότι ο Κορυδαλλός, παρά το γεγονός ότι προβλέπεται τυπικά ως κατάστημα κράτησης τύπου Α για υποδίκους κλπ, περιλαμβάνει όλα αυτά τα χρόνια χιλιάδες καταδίκους, ακόμα και ειδικές πτέρυγες για καταδίκους, ακόμα και σήμερα. Το γνωρίζουν οι πάντες αυτό.

Ενώ το επιχείρημα ότι για λόγους υγειονομικούς δεν επιτρέπεται η μεταγωγή νέων καταδίκων στο κατάστημα Κορυδαλλού είναι κυριολεκτικά ακατανόητος. Τι εννοούν οι επικοινωνιολόγοι της ΝΔ ; Ότι στον Κορυδαλλό ο κορωνοϊός κολλάει, ενώ στον Δομοκό και σε άλλα καταστήματα κράτησης δεν κολλάει ;

Τέλος, η «πολιτεία» στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν εκβιάζεται, αλλά εκβιάζει. Γιατί αυτή είναι που παραβιάζει το νόμο που ψήφισε και όχι ο Κουφοντίνας. Αυτή και μόνο έχει δημιουργήσει όλο το πρόβλημα και φταίει για όλα.

Και επειδή δεν έχει άλλα επιχειρήματα καταφεύγει είτε στα ψέμματα, είτε στην γνωστή προβοκάτσια της τρομο-υστερίας, αναπαράγοντας την συζήτηση για τα αδικήματα της 17Ν, αλλά και αποκαλύπτοντας τον πραγματικό λόγο για τον οποίο στέκεται τόσο σκληρά απέναντι στον Κουφοντίνα. Όλα αυτά κρίθηκαν αμετάκλητα στη δίκη και η αναπαραγωγή τους φαίνεται να μην το σέβεται. Και η νόμιμη μεταχείριση του κρατούμενου δεν εξαρτάται από αυτά. Η κυβέρνηση συνεπώς τον αντιμετωπίζει με τον τρόπο αυτό όχι για όσα έκανε (δεν είναι αρμόδια άλλωστε κατά το σύστημα διάκρισης των εξουσιών που παριστάνει ότι σέβεται), αλλά για όσα πιστεύει.

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι αφού η κυβέρνηση εξακολουθεί την αδιάλλακτη στάση της, απομένουν δύο ενδεχόμενα στις ώρες που ακολουθούν :

A) Το ενδεχόμενο της αναγκαστικής σίτισης, το οποίο όμως αντίκειται εξόφθαλμα στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, που απαγορεύει οποιαδήποτε ιατρική πράξη χωρίς την συναίνεση του ασθενούς (άρθρο 12 Ν. 3418/2005), στον Κώδικα Δεοντολογίας του Νοσηλευόμενου Ασθενούς (άρθρο 47 Ν. 2071/1992) και στις διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, της Παγκόσμιας Ένωσης Γιατρών και ιδίως στην διακήρυξη της Μάλτας σχετικά με τους απεργούς πείνας. Σχετικές ανακοινώσεις έχουν εκδόσει η ΟΕΝΓΕ και η ΟΕΝΓΘ.

Σύμφωνα με την τελευταία, όταν ο απεργός πείνας έχει εκδηλώσει σταθερά και αδιατάρακτα την άρνηση συναίνεσης του σε οποιαδήποτε λήψη ορού ή άλλων μέτρων αναγκαστικής σίτισης, οι γιατροί είναι υποχρεωμένοι και όταν αυτός στην συνέχεια βρεθεί σε κόμμα ή χάσει τις αισθήσεις του και την δυνατότητα να εκφράζει την συναίνεση του, να ακολουθήσουν την δηλωμένη έως τότε συναίνεση. Και ήδη φαίνεται, τόσο από την ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, όσο και από τα γενικόλογα διατυπωμένα κείμενα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λαμίας, που με αλλεπάλληλες διατάξεις της καλεί τους γιατρούς να λάβουν κάθε μέτρο αναγκαίο για την προστασία της ζωής του, η λέξη αναγκαστική σίτιση παραλείπεται, αποφεύγεται και ερμηνεύεται ρητά ότι δεν αποτελεί περιεχόμενο της Εισαγγελικής Εντολής, αλλά την εναποθέτει στην κρίση των γιατρών, που, όπως προαναφέρθηκε, δεσμεύονται από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και δεν μπορούν να την εφαρμόσουν.

Β) Το - μόνο ρεαλιστικό πλέον και μακάρι να διαψευσθώ - ενδεχόμενο του θανάτου του Δημήτρη Κουφοντίνα. Ο ίδιος τον έχει επιλέξει και αποδεχθεί αντί της αναγκαστικής σίτισης, δείχνοντας ότι παραμένει αγωνιστής μέχρι το τέλος.

Το ερώτημα είναι τώρα γιατί η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει τον θάνατο του Δημήτρη Κουφοντίνα ή έστω αποδέχεται το ενδεχόμενο του, που αποκτά όλο και μεγαλύτερη βεβαιότητα, επιμένοντας στην σκληρή και εν τέλει παράνομη συμπεριφορά της ;

Είναι κοινός τόπος, ότι η σημερινή κυβέρνηση είναι η πλέον ακροδεξιά και αυταρχική τουλάχιστον από το 1974 και καθώς δεν έχει μπροστά της κάποιο ανερχόμενο κίνημα πολιτικής προοπτικής που θα μπορούσε να την ανατρέψει με θέσεις προς τα αριστερά, αλλά αντίθετα έχει πίσω της ένα εξευτελισμένο και ηττημένο κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, που αποτέλεσε δυστυχώς την πολιτική επιλογή έκφρασης μίας μακράς κινηματικής ριζοσπαστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας επία δύο δεκαετίες πριν, βρίσκει την ευκαιρία να εκδικηθεί την ελληνική κοινωνία για όλη της αυτή την ριζοσπαστικοποίηση και να ανατρέψει στην πράξη όλες τις κατακτήσεις δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών της μεταπολιτευτικής περιόδου. Είναι μία κυβέρνηση που μας γυρνάει στις δεκαετίες του 1950 και 1960, όταν η δράση της Αριστεράς και οι συναθροίσεις βρίσκονταν στην παρανομία. Ο τρόπος με τον οποίο, άλλωστε, έχει αντιμετωπίσει τις περισσότερες συναθροίσεις το δείχνει από μόνος του. Και ειδικότερα στην περίπτωση εκδηλώσεων συμπαράστασης Κουφοντίνα δεν υπήρξε ούτε μία που να μην την διαλύσει εν τω γεννάσθαι, μόλις άνοιξε ένα πανό και χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε εκδήλωση βίας από τους συμμετέχοντες.

Τροφοδοτεί ακόμα την ένταση με διαρκείς και όπως αποδεικνύεται από το non paper, εκπορευόμενες από ένα ενιαίο επικοινωνιακό κέντρο, πολωτικές επιθέσεις και φυσικά χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ στην αναπαραγωγή της τρομο-υστερίας, στην αναφορά περί αρχιεκτελεστή, περί διεκδίκησης προνομιακής μεταχείρισης κλπ. Συσπειρώνει το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας και ενδιαφέρεται για τη συνοχή των ακροδεξιών της στοιχείων, που φαίνεται να κυριαρχούν πλέον στον πολιτικό της προσανατολισμό συνδυαζόμενα με την θέση κορυφαίων παραγόντων εξουσίας ως πολιτικώς εναγόντων κατά του απεργού πείνας. Είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο θάνατος του Κουφοντίνα θα προκαλέσει σκληρές αντιδράσεις. Μιλάνε ήδη αρκετοί για μέρες του 2008 μετά την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, αλλά φοβάμαι ότι είναι μετριοπαθείς.

Είμαι βέβαιος, όμως, ότι αυτό ακριβώς θέλει η Νέα Δημοκρατία, γιατί αντισταθμίζει υπέρ των συμφερόντων της την πόλωση που θα δημιουργηθεί, η οποία θα ισχυροποιήσει ακόμα περισσότερο την αντικοινωνική πολιτική της, θα νομιμοποιήσει την λήψη ακόμα περισσότερων αυταρχικών μέτρων και την σκλήρυνση της αστυνομικής και κρατικής καταστολής. Και αυτό της είναι απαραίτητο, σε μία περίοδο που παρά την καταχρηστική εκμετάλλευση της πανδημίας και τους αλλεπάλληλους περιορισμούς και κατασταλτικά μέτρα, ξεσπούν κοινωνικοί αγώνες και είναι βέβαιο ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια ογκούμενη θα εκφραστεί με πολύ μαζικό και δυναμικό τρόπο και θα ανατρέψει την όποια συναίνεση στην πολιτική της, όταν τα προσχήματα της πανδημίας θα έχουν εκλείψει.

Αυτό ακριβώς θέλει να προλάβει. Θέλει να δημιουργήσει μία κατάσταση «κλέφτες και αστυνόμοι», η οποία θα εξωθεί διαρκώς την Αριστερά και το κίνημα της κοινωνικής ανατροπής αλλά και τους ίδιους τους θεσμούς να συνθλίβονται ανάμεσα τους («ή με το κράτος η με τους τρομοκράτες») ενώ ταυτόχρονα θα ισχυροποιεί τα αντανακλαστικά του συντηρητικού μέρους της κοινωνίας, που είναι από ότι φαίνεται κυρίως την ενδιαφέρει και θέλει να διατηρήσει για να μην διαρρεύσει προς άλλα μορφώματα. Έτσι και αλλιώς το σύνολο της πολιτικής, ρατσιστικής, κατασταλτικής, αντιπροσφυγικής και αντικοινωνικής, αυτή την συμμαχία της επιβάλει ως προτεραιότητα.

Η Νέα Δημοκρατία, λοιπόν, είναι προφανές ότι έχει συμφέρον από τον θάνατο του Δημήτρη Κουφοντίνα, αφού δεν μπορεί να προκαλέσει την ήττα του με τη διακοπή της απεργίας πείνας. Η κοινωνία, όμως, δεν έχει κανένα συμφέρον να εμπλακεί σε μία τέτοιου είδους εξέλιξη και να εγκλωβιστεί και στα αντίστοιχα διλήμματα για τα επόμενα χρόνια. Ούτε το αντικαπιταλιστικό κίνημα, ούτε η αριστερά. Ούτε καν οι θεσμοί και οι κοινωνικοί και πολιτικοί φορείς αστικών φιλελεύθερων αντιλήψεων.

Γι’ αυτό και όσο είναι καιρός τις λίγες ώρες που μένουν ακόμα, η κατακραυγή της κυβέρνησης και η απαίτηση να ικανοποιηθεί το αίτημα του Δημήτρη Κουφοντίνα πρέπει να μεγαλώσει όσο περισσότερο γίνεται.

Αθήνα, 26/2/2021

Κώστας Παπαδάκης

 
   
   
   
   
18 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Δικαστήρια στις νέες φυλακές Ασπροπύργου: Η ώρα των φορέων του νομικού κόσμου (του Κ. Παπαδάκη)


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και εσωτερικός χώρος

Δικαστήρια στις νέες φυλακές Ασπροπύργου: Η ώρα των φορέων του νομικού κόσμου

Η πανδημία, η «Μήδεια» και άλλα πολλά που έχουν διαδραματιστεί τις τελευταίες εβδομάδες έφεραν σε δεύτερη μοίρα το ζήτημα των κυβερνητικών σχεδίων για την δημιουργία επτά νέων δικαστικών αιθουσών στις υπό κατασκευή φυλακές του Ασπροπύργου, όπου πρόκειται να μεταφερθούν οι κρατούμενοι και οι υπηρεσίες των φυλακών Κορυδαλλού και να μετακομίσει ουσιαστικά το μισό Εφετείο.

Μετά την ανάδειξη του ζητήματος αυτού τον Νοέμβριο 2020 από πολλά κείμενα αποδοκιμασίας της εξαγγελίας, το θέμα έφτασε και στην Βουλή, όπου τον προηγούμενο μήνα ο Υπουργός Δικαιοσύνης κλήθηκε να απαντήσει σε επίκαιρη ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το θέμα.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης καίτοι αναρμόδιος πλέον για τον Σωφρονιστικό Σύστημα, αρμόδιος όμως σε κάθε περίπτωση για την επιλογή του τόπου δημιουργίας και λειτουργίας δικαστηρίων, παραδέχθηκε την κυβερνητική εξαγγελία και απάντησε λέγοντας μεταξύ άλλων ότι «Η ανάγκη διεξαγωγής ορισμένων δικών σε ειδικά διαμορφωμένες αίθουσες εντός των φυλακών είναι πάγια θέση του νομικού κόσμου επί δύο σχεδόν δεκαετίες…..».

Πρόκειται για ένα απροκάλυπτο ψέμα, το οποίο αν είχε την παραμικρή δόση αληθείας δεν θα έφτανε στο σημείο της θεμελίωσης των νέων φυλακών η κυβέρνηση για να αποκαλύψει τα σχέδια της. Θα είχε προκαλέσει διαβουλεύσεις δημοσιοποιημένες όλους τους προηγούμενους μήνες και θα είχε να παραθέσει συγκεκριμένα παραδείγματα ανακοινώσεων έκφρασης της βούλησης των φορέων του νομικού κόσμου σχετικά με την δημιουργία των φυλακών αυτών. Φυσικά, κανένας φορέας του νομικού κόσμου επί δύο δεκαετίες δεν ζήτησε δίκες μέσα σε χώρους φυλακών, όσο και αν συνέτρεχαν λόγοι ασφαλείας για την διεξαγωγή τους. Ιδιαίτερα για την πρόσφατη δίκη σχετικά με την ανθρωποκτονία Ζαφειρόπουλου, που αναφέρεται ως παράδειγμα στην υπουργική απάντηση, ουδέποτε οποιοσδήποτε παράγοντάς της ζήτησε την διεξαγωγή της στον Κορυδαλλό.

Προκαλώ τον κ. Υπουργό να δημοσιοποιήσει ένα έστω κείμενο νομικού φορέα που δικαιώνει όσα υποστηρίζει !

Αντίθετα, ο ο προοδευτικός νομικός κόσμος πάντοτε θεωρούσε και διακήρυσσε ότι η διεξαγωγή δικών μέσα σε φυλακές αποτελεί δείγμα χαμηλού δείκτη νομικού πολιτισμού και δημοκρατικής ευαισθησίας, καθώς αντιγράφει μοντέλα χωρών τύπου Η.Π.Α., Τουρκίας κ.λ.π. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού και μόνο επιχειρήθηκε κατ επανάληψη η διαμόρφωση συνθηκών επιδεικτικής προβολής της καταστολής και εξ ίσου επιδεικτικής προσβολής της αξιοπρέπειας και του τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων στα Αμερικανικά πρότυπα, όπως η κατασκευή κλωβών και περιβλημάτων για την απομόνωση των κατηγορουμένων από τους λοιπούς παράγοντες (δίκες Χαμπντάν και 17Ν), τις οποίες ευτυχώς η αποφασιστική αντίδραση των παρισταμένων συνηγόρων και η γενναία στάση των δικαστών της έδρας απέτρεψε.

Είναι ακόμα χαρακτηριστικό, ότι από τον χρόνο εξαγγελίας της δημιουργίας των νέων φυλακών Ασπροπύργου και της αποκάλυψης ότι σε αυτές πρόκειται να κατασκευαστούν και να λειτουργούν επτά δικαστικές αίθουσες, δεν ακούστηκε ούτε μία φωνή, έστω και μεμονωμένη, από φορέα του νομικού κόσμου, που να να υπερασπίζεται την επιλογή αυτή και να τάσσεται υπέρ της δημιουργίας τους. Εκτός φυσικά από την Γενική Γραμματέα του Υπουργείου ΠΡΟΠΟ και υπεύθυνη για την αντιεγκληματική πολιτική, η οποία προφανώς ελλείψει άλλων διαθέσιμων κονδυλοφόρων αναγκάζεται συχνά να επιφορτίζεται αυτοπροσώπως και με τον ρόλο του εκπροσώπου τύπου των απόψεων της και να αρθρογραφεί σχετικά με αυτές, καθώς και δημοσιεύματα προβολής των κυβερνητικών θέσεων.

Αντίθετα, εκτός της κοινοβουλευτικής πρωτοβουλίας, για την οποία έγινε λόγος, αλλά και των λοιπών κομμάτων της αντιπολίτευσης που έχουν λάβει θέση εναντίον του τερατουργήματος αυτού, φορείς του νομικού κόσμου συλλογικά και ατομικά αρθρογράφησαν και εξέφρασαν την έντονη αντίθεση τους με πληθώρα σεβαστών νομικών επιχειρημάτων σχετικά. Όλως ενδεικτικά σημειώνουμε την αντίθεση της Ένωσης Ποινικολόγων και Νέων Δικηγόρων και την αρθρογραφία του Εισαγγελέα Εφετών κ. Π. Παναγιωτόπουλου και της αντιπροέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Αντιεισαγγελέως Εφετών, Αικατερίνης κ. Μάτση, άρθρο του γράφοντος από 23.11.2020 στις στήλες του dikastiko.gr.

Είναι όμως προφανές ότι αυτά δεν αρκούν. Ο νομικός κόσμος οφείλει δια των επισήμων φορέων του να δώσει την απάντηση στην πλαστογραφημένη διατύπωση της βούλησης του από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την επιχειρούμενη υποταγή της λειτουργίας των δικαστηρίων στις κατασταλτικές προτεραιότητες. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Ένωση Εισαγγελέων, η Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος, ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας και όλοι οι λοιποί αρμόδιοι φορείς που εκφράζουν τον νομικό κόσμο, οφείλουν να πάρουν θέση και να διαψεύσουν την δήθεν συναίνεσή τους και να ματαιώσουν εν τω γεννάσθαι την επικίνδυνη αυτή κυβερνητική εξαγγελία.

Ολοι αυτοί έχουν χρέος να αποκαλύψουν ότι δεν κλήθηκαν σε καμμία σχετική διαβούλευση. Εκτός αν την κράτησαν μυστική από τα μέλη τους.

Εχουν χρέος να πάρουν θέση επί της ουσίας διότι είναι αδιανόητο να παραβλέπουν ότι η διεξαγωγή των δικών μέσα σε χώρο φυλακών :

Προσβάλλει την αξιοπρέπεια και το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων.

Δημιουργεί προκατάληψη και περιορίζει την αίσθηση της δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.

Επιβεβαιώνει με κάθε τρόπο την έναντι πάντων κυριαρχία των μηχανισμών καταστολής στην απονομή δικαιοσύνης και την δυσκολεύει.

Πλήττει την αρχή της δημοσιότητας διότι δημιουργεί εύλογη ψυχολογική αποστροφή και δυσμένεια και αίσθηση περιορισμού σε οποιονδήποτε θέλει να παρακολουθήσει δίκη, πολύ περισσότερο δε όταν γνωρίζει ότι στην είσοδο είναι υποχρεωμένος να δώσει τα στοιχεία του και να καταγραφούν ή και να αφήσει την ταυτότητα του μέχρι να αποχωρήσει.

Ενώ και η ίδια η διεξαγωγή των δικών σε χώρους απομακρυσμένους από το κέντρο πλήττει επίσης την αρχή της δημοσιότητας (άμεσης με τη φυσική παρουσία του κοινού και έμμεσης με την παρουσία δημοσιογράφων και ΜΜΕ) με δεδομένο ότι δυσχεραίνει την πρόσβαση, την καθιστά χρονοβόρα και δαπανηρή.

Για δε την μαχόμενη δικηγορία του ποινικού δικαίου η πραγματοποίηση της εξαγγελίας αυτής θα είναι ένα ακόμα καρφί στην πολλαπλή και καθημερινή σταύρωσή της τα τελευταία χρόνια, καθώς θα την αναγκάσει να εξορίζεται καθημερινά, να περνάει ατελείωτες ώρες αναμένοντας ή δικάζοντας ξεκομμένη από τις υπόλοιπες επαγγελματικές της δραστηριότητες μακριά από το κέντρο της Αθήνας.

Και είναι ανακόλουθο να σιωπήσει ο Δ.Σ.Α. όταν πριν λίγα χρόνια επέλεξε ορθά και με τα επιτυχία να δώσει τη μάχη για την αποτροπή των περιφερειακών πρωτοδικείων και εισαγγελιών.

Αλλά και για τους λοιπούς λειτουργούς της δικαιοσύνης η καθημερινή μετακίνηση στον Ασπρόπυργο η σε οποιαδήποτε άλλη εξορία θα προκαλέσει υποβάθμιση, ταλαιπωρία και εξόντωση. Οι φορείς τους δεν πρέπει να το παραβλέψουν.

Όχι άλλη σιωπή λοιπόν για όσους δεν θέλουν να δουν όλα τα παραπάνω να γίνονται πράξη!

Αθήνα, 17/2/2021

Κώστας Παπαδάκης

 
   
   
   
   
14 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Αστυνομία και επιτήρηση: Το όραμα των Υπουργών των ΜΑΤ για το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα (του Γ. Βλάχου)


Αστυνομία και επιτήρηση: Το όραμα των Υπουργών των ΜΑΤ για το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα.

Του Γιώργου Βλάχου, δικηγόρου, μέλους της παράταξης δικηγόρων «Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπη». Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ThePressProject, 13/2/2021, όπου περιλαμβάνονται πλήρως και οι σημειώσεις.

Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για την που ψηφίστηκε στις 11/2 από τη Βουλή, είναι ένα οργουελικό έκτρωμα επιτήρησης και αστυνομοκρατία. Οι θεσμοί που εισάγονται με αυτό και το πνεύμα που αποτυπώνει διαπνέονται από αυταρχικό παροξυσμό και θεμελιώδη φόβο απέναντι σε έναν από τους σημαντικότερους αληθινά δημοκρατικούς και δημιουργικούς κοινωνικούς χώρους στην ελληνική κοινωνία, το πανεπιστήμιο.

Οι θεσμοί που εισάγονται με αυτό και το πνεύμα που αποτυπώνει διαπνέονται  από αυταρχικό παροξυσμό και θεμελιώδη φόβο απέναντι σε έναν από τους σημαντικότερους αληθινά δημοκρατικούς και δημιουργικούς κοινωνικούς χώρους στην ελληνική κοινωνία, το πανεπιστήμιο.

1.

Το πρόβλημα ξεδιπλώνεται από την αρχή: Ο τίτλος του νομοσχεδίου (νόμου πλέον), «προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας», είναι απολύτως παραπλανητικός, αν όχι ψευδής. Οι διατάξεις και τα άρθρα για την πανεπιστημιακή αστυνομία και τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με οποιαδήποτε ακαδημαϊκή ελευθερία, την οποία το Υπουργείο ερμηνεύει αόριστα και κατά το δοκούν.

Όμως, στο άρθρο  3 του  ν.4485/2017 υπάρχει ο νομοθετικός ορισμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας:  «1. Στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία, η οποία αποτελεί θεσμική εγγύηση της αδέσμευτης και απαραβίαστης επιστημονικής σκέψης, έρευνας και διδασκαλίας.  2. Η ακαδημαϊκή ελευθερία, καθώς και η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών, προστατεύονται σε όλους τους χώρους των Α.Ε.Ι., έναντι οποιουδήποτε προσπαθεί να τις καταλύσει ή περιορίσει».

Εξάλλου ήδη στο αρ.16 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι «H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Kράτους…».

Η ερμηνεία του άρθρου αυτού είναι, σύμφωνα με τη θεωρία,  ευρεία και όχι περιοριστική. Ειδικότερα: «…Με το άρθρο 16§1 εδαφ.α κατοχυρώνεται η επιστημονική ελευθερία και όχι, όπως συχνά αναφέρεται, η ακαδημαϊκή. Η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν είναι παρά τμήμα της επιστημονικής ελευθερίας, είναι η επιστημονική ελευθερία, όπως εξασκείται εντός των ΑΕΙ. Δεν αμφισβητείται ότι το Σύνταγμα καθιερώνει την ελευθερία της επιστήμης ως ελευθερία της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης, του ελέγχου και του αντιλόγου, της διαφωνίας και της αναζήτησης.

Δεχόμενοι  λοιπόν ότι, η ακαδημαϊκή ελευθερία (τμήμα μόνο της ευρύτερης συνταγματικά κατοχυρωμένης επιστημονικής) είναι η ελεύθερη, αλογόκριτη, διδασκαλία, η έρευνα και η επιστημονική άποψη, τότε το περιεχόμενο του νόμου αυτού, με μια απλή ανάγνωση, προκύπτει ότι δεν το απασχολεί οτιδήποτε σχετικό. Αντίθετα, ο όρος «ακαδημαϊκή ελευθερία» χρησιμοποιείται μόνο προσχηματικά, εκτός από τον τίτλο και στο πλέον επικριτέο άρθρο του νομοσχεδίου, το 18.

Στο άρθρο 18 συστήνονται οι Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος, στελεχωμένες από αστυνομικούς και ειδικούς φρουρούς. Αναφέρει το άρθρο: «Αποστολή των Ο.Π.Π.Ι. είναι η προστασία και ασφάλεια των Α.Ε.Ι. και η ενίσχυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας».

Και εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς: Πώς οι αστυνομικοί θα ενισχύσουν την ελεύθερη, αλογόκριτη, διδασκαλία, την έρευνα και τη διατύπωση επιστημονικών απόψεων; Έχουν οι αστυνομικοί, ως κρατικά όργανα, οποιαδήποτε σχέση με τη βασική λειτουργία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, την επιστημονική έρευνα και διδασκαλία; Μήπως η ελεύθερη έρευνα και διδασκαλία διασφαλίζεται από την αστυνόμευσή της; Μήπως οποιοσδήποτε ερευνητής, διδάσκων ή φοιτητής εμποδίστηκε  από οποιονδήποτε στην ελευθερία του να διατυπώνει απόψεις στην επιστήμη του; Ή μήπως ή ύπαρξη αστυνομίας μέσα στα πανεπιστήμια θα αποτρέψει τις δεκάδες λογοκλοπές ή την -όχι συχνή πια- διασπάθιση δημόσιου χρήματος που ιδίως παλαιότερα δημιούργησε σημαντικά σκάνδαλα στα ελληνικά πανεπιστήμια;

Η «προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας» που το Υπουργείο θέτει ως τίτλο ενός νόμου αστυνομοκρατίας, είναι μία πρόφαση, ένα επίχρυσο κάλυμμα ενός μαύρου θεσμού: της παρακολούθησης των φοιτητών, της επικράτησης ενός κλίματος αστυνομοκρατίας μέσα σε έναν δημοκρατικό, δημιουργικό, ελεύθερο χώρο.

2.

Έπειτα, θεσμοθετείται η  Μονάδα Ασφάλειας και Προστασίας (Μ.Α.Π.) του Α.Ε.Ι. (αρ.14), αποστολή  της οποίας είναι η «…εξασφάλιση της ομαλής και αδιάλειπτης άσκησης των εκπαιδευτικών, ερευνητικών, διοικητικών και λοιπών δραστηριοτήτων του Α.Ε.Ι….». Υπονοεί ο νόμος ότι μέχρι σήμερα τα πανεπιστήμια ούτε ομαλά ούτε εύρυθμα λειτουργούν και ότι χρειάζεται μία «μονάδα ασφαλείας» προκειμένου να λειτουργήσουν έτσι. Μία απεργία διοικητικών υπαλλήλων, μια αποχή καθηγητών, η έλλειψη βιβλίων είναι λόγου χάρη προβλήματα «ασφάλειας».

Και η αιτιολογική έκθεση του νόμου μας λέει: «…Το πλέγμα των προτεινόμενων διατάξεων συμβάλλει στην προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, τόσο υπό την έννοια της ελευθερίας κάθε μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας να συμμετέχει στην έρευνα και τη διδασκαλία, στους χώρους στους οποίους παρέχεται η ανώτατη εκπαίδευση με τρόπο απρόσκοπτο, όσο και υπό την έννοια της λειτουργίας αυτής ως θεσμικής εγγύησης, ιδίως για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών…». Και ως «μακροπρόθεσμοι στόχοι» θεωρούνται οι ακόλουθοι: «…Μακροπρόθεσμος στόχος είναι η διασφάλιση του ρόλου των Α.Ε.Ι., με τη δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων που θα δημιουργούν αίσθημα εμπιστοσύνης στους φοιτητές, τα μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) και τα λοιπά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, μακριά από παραβατικές συμπεριφορές. · Πρωτεύων στόχος είναι η διασφάλιση της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης που παρέχεται απρόσκοπτα χωρίς φαινόμενα παραβατικής συμπεριφοράς, με τους κατάλληλους ελεγκτικούς μηχανισμούς στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης πολιτείας….Μακροπρόθεσμοι στόχοι είναι: · η ομαλή και αδιατάρακτη λειτουργία, όχι μόνο των Α.Ε.Ι., αλλά και εν γένει των δημόσιων υπηρεσιών, · η βελτίωση των σπουδών στα Α.Ε.Ι., · η ενίσχυση του κύρους των ιδρυμάτων, · η ύπαρξη αποφοίτων οι οποίοι θα αποτελέσουν ένα εν δυνάμει παραγωγικό εργατικό δυναμικό, αυξημένων προσόντων που θα συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας…».

Ωστόσο, η πιο πρόσφατη, 95η, Σύνοδος Πρυτάνεων επισημαίνει ότι το πρόβλημα της λειτουργίας των πανεπιστημίων είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που η κυβέρνηση φαντάζεται ως πρόβλημα ασφάλειας:

«….Η συνεχώς μειούμενη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων την τελευταία δεκαετία, έχει οδηγήσει τα ιδρύματα σε δυσκολία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε αδυναμία κάλυψης ακόμη και των ανελαστικών δαπανών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι οι προϋπολογισμοί των πανεπιστημίων να υπολείπονται των απαιτήσεων που προκύπτουν από τις πραγματικές ανάγκες τους. Η οικονομική ενίσχυση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας, η οποία υποχρεούται να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία τους με την κατ’ ελάχιστον κάλυψη των ανελαστικών λειτουργικών δαπανών των πανεπιστημίων. Η Σύνοδος Αντιπρυτάνεων θεωρεί ότι αν δεν είναι διασφαλισμένο το (ήδη μειωμένο) ύψος της τρέχουσας χρηματοδότησης, κανένα ίδρυμα δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις ανελαστικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη λειτουργία του».

Τα ίδια επισημαίνει και η ανακοίνωση εκατοντάδων πανεπιστημιακών, οι οποίοι είχαν αναλάβει πρωτοβουλία για την  αποτροπή ψήφισης του σχεδίου νόμου:

«…Θεωρούμε ταυτόχρονα προκλητική την απόφαση για τη χρηματοδότηση του σώματος αυτού από τον προϋπολογισμό των ελληνικών πανεπιστημίων εις βάρος των ήδη ελλιπών πόρων για την εκπαίδευση, την έρευνα και την υλικοτεχνική τους υποδομή. Η πρόσληψη 1.000 αστυνομικών για τα πανεπιστήμια μετά από μία ολόκληρη δεκαετία υποστελέχωσής τους σε διδακτικό, ερευνητικό και διοικητικό προσωπικό κάνουν κραυγαλέα την πρόκληση αυτή. Σε καιρούς πανδημίας, με τα πανεπιστήμια να υπολειτουργούν ως φυσικοί χώροι εκπαίδευσης και έρευνας, θεωρούμε αδιανόητο ότι τίθεται -και μάλιστα κατά προτεραιότητα- θέμα πανεπιστημιακής αστυνομίας»

3.

Φυσικά, το άρθρο του νόμου που αποτυπώνει το πνεύμα της κυβέρνησης περισσότερο από όλα, είναι το 18, με το οποίο θεσμοθετείται η πανεπιστημιακή αστυνομία (Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος (Ο.Π.Π.Ι.)). Αυτές οι ομάδες θα στελεχώνονται από αστυνομικό προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ. και ειδικούς φρουρούς (δηλαδή θα μπορούσαν και ΜΑΤ, ΟΠΚΕ, ΔΕΛΤΑ, ΔΙΑΣ κ.ο.κ.).

Το πλαίσιο των καθηκόντων των αστυνομικών μονάδων δεν έχει φυσικά οποιαδήποτε σχέση με οτιδήποτε ακαδημαϊκό, παρά μόνο με καταστολή και επιτήρηση: Στο ίδιο άρθρο, προσδιορίζονται τα καθήκοντα: α) την αποτροπή τέλεσης αδικημάτων εντός των χώρων των Α.Ε.Ι., β) τη στελέχωση και λειτουργία των Κέντρων Λήψης Σημάτων μαζί με το προσωπικό των Α.Ε.Ι., γ) την πραγματοποίηση περιπολιών, δ) την αντιμετώπιση της παραβατικότητας. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες και ασκεί όλες τις κατά νόμο αρμοδιότητες σύμφωνα και με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4485/2017.

Έπειτα, είναι σαφές ότι μέσα στον, υποτίθεται, συνταγματικά αυτοδιοικούμενο χώρο των ΑΕΙ (λέγοντας χώρο εννοούμε όχι απλώς τα κτίρια και τα πάρκα, αλλά ολόκληρη την καθημερινή ζωή και λειτουργία των πανεπιστημίων), θα έχει πλέον θέση μια δεύτερη κρατική Αρχή, η Ελληνική Αστυνομία, και μάλιστα (παρ.5) «…Οι διοικήσεις των Α.Ε.Ι. υποχρεούνται να διευκολύνουν με κάθε τρόπο το προσωπικό των Ο.Π.Π.Ι. στο Α.Ε.Ι. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους».

Κι αν μεν στην παρ.4 του άρθρου 18 ορίζεται ότι η ΟΠΠΙ δεν φέρει πυροβόλα όπλα, είναι απολύτως ανοικτό (και άρα βέβαιο) ότι θα μπορεί να φέρει άλλα όπλα, όπως  δακρυγόνα, κρότου λάμψης, τέιζερ, σπρέι, γκλομπς κ.ο.κ.. Άλλωστε, στο μέλλον, με μια απλή τροπολογία στα ψιλά γράμματα ενός άσχετου σχεδίου νόμου, τα πυροβόλα όπλα μπορεί και να προστεθούν. Δηλαδή, ανά πάσα στιγμή, με κατά το δοκούν εκτίμηση, η εκάστοτε κυβέρνηση θα μπορεί να εξοπλίσει την ΟΠΠΙ με πυροβόλα όπλα. Η εποχή ενός νέου Κορκονέα δεν είναι μακριά.

Ταυτόχρονα, όπως επισημαίνει πολύ εύστοχα ο δημοσιογράφος Τάσος Κωστόπουλος:

«…εύγλωττος είναι ο εφοδιασμός της πανεπιστημιακής αστυνομίας με αυξημένες εξουσίες, που στερούνται οι ομόλογοί της εκτός ΑΕΙ. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, οι «ειδικοί φρουροί» (σώμα χαμηλών προσόντων που ιδρύθηκε το 1999 επί Σημίτη με αποκλειστικό καθήκον τη «φύλαξη ευπαθών στόχων αστυνομικού ενδιαφέροντος», προκειμένου ν’ απαλλαγούν οι εκπαιδευμένοι -κανονικοί- αστυνομικοί από τέτοιες χρονοβόρες αγγαρείες) απαγορεύεται ρητά να ασκούν προανακριτικά καθήκοντα (άρθρο 9§9 του Ν.2734). Με το νομοσχέδιο Χρυσοχοΐδη-Κεραμέως (άρθρο 19) αυτή η απαγόρευση αίρεται ειδικά και μόνο για τα ΑΕΙ: «Στους ειδικούς φρουρούς που στελεχώνουν τις Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (Ο.Π.Π.Ι.), επιτρέπεται η άσκηση προανακριτικών καθηκόντων για το διάστημα που υπηρετούν σε αυτές και για υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Μ’ άλλα λόγια ένας ειδικός φρουρός θα εξακολουθεί να μη μπορεί να κάνει προανάκριση για έναν πορτοφολά στην Ομόνοια, θα έχει όμως το δικαίωμα να το κάνει εντός των ΑΕΙ, στέλνοντας στον εισαγγελέα κάθε φοιτητή, υποψήφιο διδάκτορα ή πανεπιστημιακό καθηγητή, αν θεωρήσει λ.χ. πως αυτός υποστήριξε δημόσια την αντίσταση σε κάποιο νόμο ή διαταγή των αρχών (βλ. παρακάτω για το αδίκημα της «διέγερσης»).»

4.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στις διατάξεις του νόμου σχετικά με την επιτήρηση με κάμερες των πανεπιστημιακών σχολών. Ο νόμος σε αυτό το θέμα αποτυπώνει απολύτως την κουλτούρα της εκτεταμένης επιτήρησης, που τόσο έχει καταγγελθεί δημοσίως εδώ και χρόνια στην Ευρώπη αλλά είναι ο βασικός πυλώνας των νομοθετικών πρωτοβουλιών του Υπουργείου ΠΡΟΠΟ στην Ελλάδα σε ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα (βλ. τις αποκαλύψεις σχετικά με τα συστήματα αναγνώρισης προσώπου που αγόρασε κρυφά  η ΕΛΑΣ κ.ο.κ.).

Στο άρθρο 12 παρ.2, ορίζεται ότι μπορούν οι εξωτερικοί και εσωτερικοί  χώροι των ΑΕΙ να επιτηρούνται από κάμερες. Όμως, αφήνεται αρρύθμιστο αν μπορούν να υπάρχουν κάμερες μέσα λ.χ. στα αμφιθέατρα. Απλώς «δεν μπορούν να καταγράφουν τις πανεπιστημιακές παραδόσεις ή τους χώρους εργασίας του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού». Μπορούν όμως οι κάμερες να καταγράφουν την καθημερινότητα των φοιτητών, τις γενικές συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων, τις συνεδριάσεις των πανεπιστημιακών οργάνων, τις βιβλιοθήκες, τα κυλικεία, τυχόν εκδηλώσεις κ.ο.κ..

Η ΑΠΔΠΧ σε έγγραφό της, με το οποίο ασκεί κριτική προς το Υπουργείο αναφέρει ότι:

«…Κατ’ αρχάς ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων εγείρονται ιδίως στις διατάξεις του σχεδίου νόμου πού άπτονται της πολιτικής ασφάλειας και προστασίας των ΑΕΙ, στις οποίες προβλέπεται μεταξύ άλλων η δυνατότητα λειτουργίας ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας συμπεριλαμβανομένων μέσων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή εικόνας και ήχου σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους (αρ. 8 του σχ.ν.). Ως προς τούτο αρχικώς πρέπει να σημειωθεί ότι καίτοι στο αρ. 8 παρ.2 του σχ.ν. αναφέρεται ότι κάθε ΑΕΙ, με κριτήριο το μέγεθός του, τις ιδιαίτερες ανάγκες, τη συχνότητα εμφάνισης παραβατικών συμπεριφορών και τη διαβάθμιση του επιπέδου ασφαλείας και προστασίας του, μπορεί να τοποθετεί ηλεκτρονικά και λοιπά συστήματα ασφαλείας που καλύπτουν μέρος ή το σύνολο των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων του», οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι το κάθε ΑΕΙ νοείται ως υπεύθυνος επεξεργασίας, εντούτοις αυτό δεν καθίσταται απόλυτα σαφές από το σύνολο των άρθρων του σχεδίου νόμου, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη και το αρ. 13 στο οποίο προβλέπεται σύσταση ΟΠΠΙ, οι οποίες θα απαρτίζονται από κατώτερους αξιωματικούς της Ελληνική Αστυνομίας. Επισημαίνεται ότι, όπως παγίως κρίνει  Αρχή, όταν μια επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προβλέπεται σε διάταξη τυπικού νόμου, τότε η διάταξη θα πρέπει μεταξύ άλλων, να αναφέρει τα βασικά χαρακτηριστικά της επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένων, πέραν του σκοπού αυτής, και των δεδομένων τα οποία θα τύχουν επεξεργασίας , και τον υπεύθυνο  επεξεργασίας.»

Η ΑΠΔΠΧ υπέβαλε αυτές τις παρατηρήσεις πριν την ψήφιση του νόμου, επομένως ορισμένες από αυτές ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο. Όμως, εν τέλει, ως Υπεύθυνος Επεξεργασίας ορίστηκε (παρ.6 περ.α. αρ.12) από κοινού το ΑΕΙ με την Ελληνική Αστυνομία. Με διάταξη απλού νόμου δηλαδή αίρεται στο πεδίο της επιτήρησης το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ. Κι όχι απλά αίρεται αλλά μάλιστα εισάγεται επίσημα ως «μεγάλος αδελφός» η ΕΛ.ΑΣ. Και  με την παρ. 3 του αρ.12,  δίνεται και φανταχτερός τίτλος: «Σε κάθε Α.Ε.Ι. εγκαθίσταται «Κέντρο Ελέγχου και Λήψης Σημάτων και Εικόνων», το οποίο συνδέεται με όλα τα τεχνολογικά συστήματα ασφαλείας και επικοινωνιών που εγκαθίστανται και λειτουργούν εντός του Α.Ε.Ι..». Το Κέντρο αυτό θα στελεχώνεται και από αστυνομικό προσωπικό φυσικά.

Βέβαια, (περ.ε της ίδιας διάταξης) «τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία, ο χρόνος τήρησης και οι αποδέκτες αυτών καθορίζονται με διάταγμα του Υπουργού Παιδείας…». Και πάλι κατά δοκούν δηλαδή.

Έπειτα, σύμφωνα με το αρ.14  του νόμου 3917/2011  (Χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους), ο οποίος είναι ο εξουσιοδοτικός του ΠΔ 75/2020 νόμος, ορίζεται ότι:

«1. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους, εφόσον συνεπάγεται την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επιτρέπεται μόνο για: α) τη διαφύλαξη της εθνικής άμυνας, β) την προστασία του πολιτεύματος και την αποτροπή εγκλημάτων προδοσίας της χώρας, γ) την αποτροπή και καταστολή εγκλημάτων που συνιστούν επιβουλή της δημόσιας τάξης, δ) την αποτροπή και καταστολή εγκλημάτων βίας, εμπορίας ναρκωτικών, κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, εγκλημάτων κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας, όταν με βάση πραγματικά στοιχεία συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν τέτοιες πράξεις και ε) τη διαχείριση της κυκλοφορίας. 2. Η εγκατάσταση και λειτουργία των συστημάτων επιτήρησης σε δημόσιους χώρους γίνεται μόνο από κρατικές αρχές με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. 3. Δημόσιοι χώροι για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων νοούνται: α) οι κατά την κείμενη νομοθεσία και τα σχέδια πόλεων προοριζόμενοι για κοινή χρήση, β) οι ελευθέρως προσβάσιμοι σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων ανοικτοί χώροι  (περιφραγμένοι ή μη) που τίθενται σε κοινή χρήση με νόμιμο τρόπο και γ) οι σταθμοί διακίνησης επιβατών με μέσα μαζικής μεταφοράς. 4. Με προεδρικό διάταγμα που….».

Η ΑΠΔΠΧ στο έγγραφό της επισήμανε ότι «…στο σχέδιο νόμου γίνεται παραπομπή στο ΠΔ 75/2020 για τη χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους….Ωστόσο από τις διατάξεις του ΠΔ 75/2020 προκύπτει ότι στις ως άνω αναφερόμενες κρατικές αρχές δεν υπάγονται τα ΑΕΙ». Και αυτό είναι ορθό, αφού ρητά το αρ.4  του ΠΔ 75/2020 ορίζει ότι : «…Οι δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση ή δίωξη των εγκλημάτων ή την εκτέλεση των ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους, εν προκειμένω η Ελληνική Αστυνομία, το Πυροσβεστικό Σώμα και το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, είναι υπεύθυνοι επεξεργασίας…».

Η προσθήκη λοιπόν από το αρχικό σχέδιο νόμου στο τελικό της ΕΛΑΣ ως Υπεύθυνου επεξεργασίας «από κοινού» με το ΑΕΙ δεν είναι τυχαία.

Πέραν όμως αυτού, όπως φαίνεται, από την παρ. 1 του αρ. 14 του ν.3917/2011, εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους επιτρέπεται μόνο όταν με βάση πραγματικά στοιχεία συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν τέτοιες πράξεις, όπως  εγκλήματα βίας, εμπορία ναρκωτικών, κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, εγκλήματα κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας. Στην ουσία δηλαδή το Υπουργείο υπολαμβάνει ότι άνευ ετέρου τα πανεπιστήμια είναι εξαρχής  ύποπτοι χώροι για την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων, και μάλιστα ότι συντρέχουν και επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν.

Το ότι τα Ιδρύματα επιθυμούν να προστατεύουν εξοπλισμό και υλικό μέσα σε εργαστήρια και γραφεία όμως, δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την γενικευμένη, εκτεταμένη βιντεοεπιτήρηση του άρθρου 8 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου. Με άλλα λόγια, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, που τόσο συνταγματικά όσο και νομοθετικά  κατοχυρώνεται, από τον ΓΚΠΔ αλλά και από τα ειδικότερα νομοθετήματα (ν.3917/2011, ΠΔ 75/2020 κ.ά.).

Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει και η ΑΠΔΠΧ: «…Περαιτέρω, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει χώρα πρέπει, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ να εξοπλίζεται με επαρκείς και αναγκαίες εγγυήσεις που αντικατοπτρίζουν τις αρχές επεξεργασίας και δρουν αποτρεπτικά στην καταχρηστική και δυσανάλογη επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το αρ. 8 ΕΣΔΑ… Εξάλλου οι περιορισμοί ατομικού δικαιώματος πρέπει να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημόσιου συμφέροντος, να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια με το σκοπό αυτό, να είναι πρόσφοροι, κατάλληλοι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος και να μην απονέμουν στη διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια».

Ο νόμος που ψηφίστηκε διατυπώνει ολόκληρο θεωρητικό σχήμα για να τεκμηριώσει την επιβολή μέτρων επιτήρησης (βλ. αρ.12 παρ. 2), όπου ως σκοπός της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων από την Ελληνική Αστυνομία (από κοινού με το ΑΕΙ) είναι η πρόληψη και αντιμετώπιση των μισών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα εν γένει, ενώ φυσικά για «λεπτομέρειες» παραπάμπει και  πάλι στην έκδοση κατά το δοκούν προεδρικών διαταγμάτων (παρ.10).

5.

Το ζήτημα της αναλογικότητας εφαρμογής ενός μέτρου, εν προκειμένω της εκτεταμένης βιντεοεπιτήρησης των πανεπιστημιακών χώρων, είναι εξαιρετικά σημαντικό από την άποψη της προστασίας των προσωπικών δεδομένων όσων φυσικών προσώπων καταγράφονται. Η σημασία αυτή προκύπτει και από τον ΓΚΠΔ, του οποίου την υπερνομοθετική ισχύ η κυβέρνηση φαίνεται να παρακάμπτει, αλλά και από την πιο εξειδικευμένη ανάλυση των κανόνων και πλαισίων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ο ΓΚΠΔ στο άρθρο 9 ορίζει ρητά ότι: «1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό».

Έπειτα, στις «Κατευθυντήριες γραμμές 3/2019 σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω βιντεοσυσκευών» του  Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων που εκδόθηκαν στις 29 Ιανουαρίου 2020, περιγράφονται οι βασικές αρχές σχετικά με τα συστήματα αυτά:

«…Συστηματική και σε μεγάλη κλίμακα επεξεργασία για την παρακολούθηση, την παρατήρηση ή τον έλεγχο των φυσικών προσώπων με χρήση δεδομένων που συλλέγονται μέσω συστημάτων βιντεοεπιτήρησης ή μέσω δικτύων ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο σε δημόσιο χώρο, δημοσίως προσβάσιμο χώρο ή ιδιωτικό χώρο προσιτό σε απεριόριστο αριθμό προσώπων. Περιλαμβάνει την παρακολούθηση των κινήσεων ή της τοποθεσίας/γεωγραφικής θέσης σε πραγματικό ή μη χρόνο ταυτοποιημένων ή ταυτοποιήσιμων φυσικών προσώπων…

Τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης συλλέγουν συνήθως τεράστιο όγκο προσωπικών δεδομένων τα οποία ενδέχεται να αποκαλύψουν δεδομένα πολύ προσωπικής φύσης, ακόμη και ειδικών κατηγοριών δεδομένα. Ενδέχεται δηλαδή μη σημαντικά δεδομένα, που συλλέγονται αρχικά μέσω βίντεο, να χρησιμοποιηθούν για την εξαγωγή άλλων πληροφοριών για την επίτευξη διαφορετικού σκοπού (π.χ. για την χαρτογράφηση των συνηθειών ενός ατόμου)…

…Από εικόνες που δείχνουν ταυτοποιήσιμα υποκείμενα των δεδομένων να συμμετέχουν σε εκδήλωση, απεργία κ.λπ., θα μπορούσαν να εξαχθούν συμπεράσματα για τα πολιτικά φρονήματα αυτών των ατόμων…

…Σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, όταν ένα είδος επεξεργασίας ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να διενεργεί εκτίμηση των επιπτώσεων για την προστασία δεδομένων…

…Το άρθρο 35 παράγραφος 3 στοιχείο γ) του ΓΚΠΔ ορίζει ότι οι υπεύθυνοι επεξεργασίας υποχρεούνται να διενεργούν εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων εάν η επεξεργασία αποτελεί συστηματική παρακολούθηση δημοσίως προσβάσιμου χώρου σε μεγάλη κλίμακα…

…Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 3 στοιχείο β) του ΓΚΠΔ η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων είναι αναγκαία όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας σκοπεύει να επεξεργαστεί ειδικές κατηγορίες δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα…

…Η διενέργεια ΕΑΠΔ απαιτείται όταν ένα είδος επεξεργασίας, ιδίως με τη χρήση νέων τεχνολογιών και συνεκτιμώντας τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων (άρθρο 35 παρ. 1 του ΓΚΠΔ). Ενδεικτικές περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται διενέργεια ΕΑΠΔ παρατίθενται στο άρθρο 35 παρ. 3 του ΓΚΠΔ…

β) μεγάλης κλίμακας επεξεργασίας των ειδικών κατηγοριών δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 10 ή γ) συστηματικής παρακολούθησης δημοσίως προσβάσιμου χώρου σε μεγάλη κλίμακα…» (βλ. ανωτέρω αρ. 9 ΓΚΠΔ).

Κατ’ αρχήν, είναι σαφές από τα παραπάνω ότι ολόκληρος ο θεσμός της βιντεοεπιτήρησης στα πανεπιστήμια, με τόσο εκτεταμένη μορφή, όπως περιγράφεται το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας, βρίσκεται εκτός του πλαισίου που ορίζει η διεθνής και εθνική νομοθεσία για την προστασία των δικαιωμάτων και προσωπικών δεδομένων των πολιτών. Πρόκειται για μία ειδική νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου, που στοχεύει απευθείας ακριβώς στο πλήγμα αυτών των ελευθεριών και δικαιωμάτων μέσα στα πανεπιστήμια. Εννοείται ότι το Υπουργείο συντάσσοντας το σχέδιο νόμου παράκαμψε εντελώς αυτή τη νομοθεσία.

Η παράκαμψη αυτή, δε, ήταν τόσο προφανής που στο ίδιο παραπάνω έγγραφό της η ΑΠΔΠΧ επισημαίνει τα ακόλουθα:

«…Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται αναγκαίο στη νομοθετική διάταξη να υπάρχουν σαφείς και ακριβείς κανόνες που επιβάλουν έναν  ελάχιστο αριθμό απαιτήσεων, ούτως ώστε τα πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα υφίστανται επεξεργασία, να έχουν επαρκείς εγγυήσεις ότι προστατεύονται αποτελεσματικά τα προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα τους. Καθώς στο ΠΔ 75/2020 προσδιορίζονται αναλυτικά η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης, κριτήρια για την τήρηση της αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού, καθώς και λοιπά χαρακτηριστικά τα οποία διασφαλίζουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων και δεδομένου ότι όπως αναφέρεται ανωτέρω, το ΠΔ αυτό δεν μπορεί να έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση της εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων επιτήρησης που προβλέπεται στο σχέδιο νόμου, πρέπει να αναφερθεί ότι για την αποτελεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων εφαρμόζονται αναλογιώς οι εγγυήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω ΠΔ».

Στο δε άρθρο 5 του ΠΔ 75/2020 ορίζονται αυτά τα κριτήρια:

«1. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης σε δημόσιους χώρους επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που είναι απαραίτητο και όταν οι επιδιωκόμενοι κατά το άρθρο 3 του παρόντος διατάγματος σκοποί, της πρόληψης ή καταστολής της εγκληματικότητας και της διαχείρισης της κυκλοφορίας δεν μπορούν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με άλλα ηπιότερα μέτρα. Με την απόφαση που εκδίδεται κατά την παρ. 1 του άρθρου 12 του παρόντος για την εγκατάσταση των συστημάτων επιτήρησης αιτιολογείται ειδικώς η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων που δικαιολογούν την επιτήρηση συγκεκριμένου χώρου. Ειδικώς για την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης για την πρόληψη ή καταστολή των εγκλημάτων απαιτείται να συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελούνται ή πρόκειται να τελεσθούν στον συγκεκριμένο χώρο ποινικά αδικήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος. Η συνδρομή επαρκών ενδείξεων αιτιολογείται με την αναφορά πραγματικών στοιχείων όπως, ιδίως, στατιστικών ή εμπειρικών δεδομένων, μελετών, εκθέσεων, μαρτυριών, πληροφοριών για τη συχνότητα, το είδος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων που τελούνται σε συγκεκριμένο χώρο, καθώς και για την, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, πιθανολογούμενη εξάπλωση ή μεταφορά της εγκληματικότητας σε άλλο δημόσιο χώρο. Η επιτήρηση κρίνεται απαραίτητη όταν, κατ’ εκτίμηση των ανωτέρω πραγματικών στοιχείων, σχηματίζεται η εύλογη πεποίθηση ότι στους συγκεκριμένους δημόσιους χώρους απειλούνται σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια…».

Οι προϋποθέσεις αυτές της νομοθεσίας που συνιστά το νόμιμο πλαίσιο επιτήρησης απέχουν πάρα πολύ από όσα ορίζει ο νέος νόμος της Νίκης Κεραμέως. Για την ακρίβεια, δεν πληρείται απολύτως καμία. Στο νόμο δεν γίνεται απολύτως καμία αναφορά «πραγματικών στοιχείων όπως, ιδίως, στατιστικών ή εμπειρικών δεδομένων, μελετών, εκθέσεων, μαρτυριών, πληροφοριών για τη συχνότητα, το είδος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων που τελούνται σε συγκεκριμένο χώρο, καθώς και για την, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, πιθανολογούμενη εξάπλωση ή μεταφορά της εγκληματικότητας σε άλλο δημόσιο χώρο».

Έπειτα, σύμφωνα με τις σαφείς οδηγίες της ΑΠΔΠΧ και του ΓΚΠΔ: «Όταν η επεξεργασία ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα των ατόμων, ιδίως επειδή είναι συστηματική, μεγάλης κλίμακας, αφορά ειδικές κατηγορίες δεδομένων και βασίζεται στη χρήση νέων τεχνολογιών, ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να διενεργήσει εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία των δεδομένων (Data protection impact assessment). Όταν βάσει της διενεργηθείσας εκτίμησης αντικτύπου και παρά την πρόβλεψη μέτρων προστασίας παραμένει υψηλή επικινδυνότητα της επεξεργασίας, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να προβεί σε προηγούμενη διαβούλευση με την εποπτική Αρχή».

Φυσικά από το Υπουργείο Παιδείας για το νομοσχέδιο/νόμο αυτό,  δεν έχει εκπονηθεί Εκτίμηση Αντικτύπου, η οποία είναι υποχρεωτική στην περίπτωση τόσο μαζικής επεξεργασίας δεδομένων, και μάλιστα ενδεχομένως και δεδομένων ειδικών κατηγοριών, όπως πολιτικές πεποιθήσεις, συνδικαλιστική δραστηριότητα κ.ά.. Και αυτή, παραπέμπεται στις καλένδες.

Στο ίδιο κλίμα, ο συνάδελφος και αρθρογράφος Βασίλης Σωτηρόπουλος, επισημαίνει ορθά ότι:

«…Ενώ λοιπόν με σαφήνεια ο GDPR λέει ότι ο καθορισμός της μεταξύ τους ευθύνης ΔΕΝ γίνεται “μέσω συμφωνία μεταξύ τους”, όταν οι αρμοδιότητες των υπεύθυνων επεξεργασίας καθορίζονται από την νομοθεσία, όπως εξ ορισμού συμβαίνει με τις αρμοδιότητες των Α.Ε.Ι. και της ΕΛ.ΑΣ., αίφνης, το Υπουργείο Παιδείας, μετά την επισήμανση της Αρχής, έρχεται και προβαίνει στην εξής τροποποίηση του νομοσχεδίου: “Οι λεπτομέρειες ως προς την κατανομή της ευθύνης τους για συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γ.Κ.Π.Δ., ιδίως όσον αφορά στα καθήκοντά τους για την ικανοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων, για την ενημέρωσή τους, ως προς τη λήψη των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων και κάθε άλλο συναφές ζήτημα καθορίζονται με Μνημόνιο Συνεργασίας, το οποίο υπογράφουν οι από κοινού Υπεύθυνοι Επεξεργασίας και τηρούν για σκοπούς λογοδοσίας”!!!…ενώ ο ΓΚΠΔ ξεκάθαρα ορίζει στο άρθρο 26 ότι οι ευθύνες καθορίζονται “με διαφανή τρόπο” και ΟΧΙ με μεταξύ τους συμφωνία όταν οι αρμοδιότητες ορίζονται νομοθετικά, το Υπουργείο Παιδείας φέρνει διάταξη εντελώς αντίθετη με τον GDPR ορίζοντας ότι ο καθορισμός ευθυνών καθορίζεται με “μνημόνιο συνεργασίας”, δηλαδή με συμφωνία τους, το οποίο δεν δημοσιεύουν καν (πάει ο “διαφανής τρόπος”), αλλά το τηρούν σε ένα συρτάρι».

6.

Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι καινοφανείς διατάξεις για την ελεγχόμενη πρόσβαση στα ΑΕΙ (αρ.16). Στην ουσία ο απώτερος σκοπός του είναι η καταγραφή προσωπικών δεδομένων κάθε εισερχόμενου στους χώρους όπου υπάρχει ελεγχόμενη πρόσβαση. Είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με δήθεν ασφάλεια, προστασία ζωής και σωματικής ακεραιότητας οποιουδήποτε αλλά με «φακέλωμα» (βλ. περ.ε παρ.4). Άλλωστε, ήδη σε όλα τα ΑΕΙ υπάρχει ελεγχόμενη και περιορισμένη πρόσβαση σε χώρους όπου απασχολείται διοικητικό προσωπικό, εργαστήρια, βιβλιοθήκες κ.ο.κ., μπορούν δηλαδή να εισέρχονται μόνον διδάσκοντες, φοιτητές, ερευνητές, προσωπικό. Αυτό που λείπει, και θέλει να εισάγει η Νίκη Κεραμέως, είναι οι μπάρες και τα μηχανήματα ελέγχου με ακτινοβολία, ιδίως στους κοινόχρηστους χώρους των κτιρίων. Το συμπέρασμα προκύπτει με απλή λογική. Σε τελική ανάλυση οι πλέον κραυγαλέες περιπτώσεις εισόδου σε πανεπιστημιακούς χώρους «άσχετων» τα τελευταία 40 χρόνια, οι οποίοι μάλιστα προκάλεσαν και ζημιές ή σωματικές βλάβες, είναι τα «βανάκια» των μπράβων της ΟΝΝΕΔ σε πλείστες εκλογικές διαδικασίες των φοιτητικών συλλόγων. Ή η επίθεση Κασιδιάρη σε φοιτητή το 2007, για την οποία καταδικάστηκε. Ή ακόμα παλιότερα, οι ενέργειες του νυν Υπουργού Εσωτερικών.

7.

Εν κατακλείδι, το  σχέδιο νόμου αυτό  συνιστά, λαμβανομένων υπόψη και των υπόλοιπων διατάξεών του που δεν καταπιάνεται το άρθρο αυτό, μία μείζων τομή στο τοπίο όχι απλά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της φοιτητικής και πανεπιστημιακής ζωής, αλλά εν γένει στο πεδίο της  δημοκρατίας των ελευθεριών, του κράτους δικαίου, των ατομικών και λαϊκών δικαιωμάτων.

Σε συνδυασμό με το ασφυκτικό πλέον νομοθετικό πλαίσιο για τις διαδηλώσεις και τις κοινωνικές διαμαρτυρίες, αλλά και με δεδομένη την εφαρμογή ενός σκληρότατου και αυταρχικού δόγματος από το ΥΠΡΟΠΟ και την Ελληνική Αστυνομία απέναντι σε κάθε μορφή κοινωνικής, πολιτική, συνδικαλιστικής, ακόμη και πολιτιστικής, διαμαρτυρίας, συμπληρώνει ένα δυστοπικό όραμα, μιας κοινωνίας σε μόνιμη  «πολιτική» καραντίνα.

«…Ειδικό αποτέλεσμα της θεσμικής εγγύησης της πλήρους αυτοδιοίκησης αποτελεί η κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου. Ο συμφυής πολιτικός χαρακτήρας της επιστημονικής ελευθερίας προϋποθέτει μια εγγύηση ακώλυτης λειτουργίας των ΑΕΙ από οποιαδήποτε δημόσια επέμβαση, αλλά και από την παρουσία της δημόσιας δύναμης στο εσωτερικό του ΑΕΙ, αφού ακόμα και αυτή η παρουσία μπορεί να επενεργήσει αρνητικά στην ελεύθερη άσκηση των πανεπιστημιακών καθηκόντων….Ο όρος άσυλο δεν παραπέμπει σε έναν χώρο όπου δεν ισχύουν οι ποινικοί νόμοι, αλλά σε έναν χώρο όπου δεν εφαρμόζονται αστυνομικές διατάξεις και διαταγές και όπου μόνο υπό συγκεκριμένους όρους μπορεί να εισέλθει η δημόσια αστυνομική δύναμη για να προβεί σε έρευνες, συλλήψεις και να καταστείλει πράξεις που κατά τη γνώμη της και κατ’ εντολή της φυσικής και πολιτικής της ηγεσίας συνιστούν ποινικά αδικήματα…».

Ο θεσμός του ασύλου αποτελεί την εγγύηση της ελεύθερης ανάπτυξης πολιτικής, συνδικαλιστικής και ιδεολογικής πρακτικής μέσα στα πανεπιστήμια, λειτουργώντας τόσο ως φραγμός για τυχόν επέμβαση της αστυνομίας, αλλά και ως πεδίο ελεύθερης ανάπτυξης (σχεδόν) όλων  μορφών που μπορεί να λάβει μια πολιτική δραστηριότητα. Σήμερα, η προσπάθεια ταύτισης του ασύλου με ποινικά κολάσιμες και εν γένει κοινωνικά «αποκλίνουσες»/«απαράδεκτες» δραστηριότητες, προκειμένου αυτό είτε να αίρεται ευκολότερα είτε να καταργηθεί τυπικά ή ουσιαστικά, παίρνει κεντρική διάσταση για το  φοιτητικό κίνημα. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πανεπιστημιακό άσυλο συνιστά μία φωτεινή ρωγμή στο ζοφερό πεδίο της επιτηρούμενης και αστυνομευμένης κοινωνίας. Ή αντίστροφα, ότι αποτελεί μία προεικόνιση της ελευθερίας. Και πράγματι, πρόκειται στην ουσία για μια αντιστροφή της κυριαρχίας: ενώ παντού η εφαρμογή του νόμου και της τάξης συνδέεται άρρηκτα με τους μηχανισμούς καταστολής, στο χώρο του ασύλου ο δεσμός αυτός αίρεται και ο μηχανισμός καταστολής, όπως και η εφαρμογή του νόμου, υπόκεινται στη βούληση της δύναμης του φοιτητικού κινήματος. Αυτήν ακριβώς τη ρωγμή επιδιώκει να καλύψει η κυβέρνηση δια της  παρουσίας της αστυνομίας με θεσμικό ρόλο μέσα στην πανεπιστημιακή ζωή.

Η αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων, ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου και της μη επέμβασης δημόσιας δύναμης εντός των πανεπιστημιακών χώρων και της πανεπιστημιακής ζωής και καθημερινότητας, συνιστούν  λοιπόν ένα ζήτημα κάθε δημοκρατικά σκεπτόμενου πολίτη, κάθε κοινωνικής ομάδας που διεκδικεί ή θα διεκδικήσει τα δίκαιά της. Και στο παρελθόν υπήρξαν νόμοι που ψηφίστηκαν και έπεσαν.

Δε θα είναι ο πρώτος ψηφισμένος νόμος που θα πέσει.

 
   
   
   
   
12 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για την πιλοτική δίκη στο ΣτΕ: Η μάχη ενάντια στα καταχρηστικά πρόστιμα είναι μάχη για την ισονομία και τη δημοκρατία (του Θ. Καμπαγιάννη)


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και δρόμος

Για την πιλοτική δίκη στο ΣτΕ: Η μάχη ενάντια στα καταχρηστικά πρόστιμα είναι μάχη για την ισονομία και τη δημοκρατία (του Θ. Καμπαγιάννη)

Η μεγαλύτερη πρόκληση στις ανεμελιές του Πρωθυπουργού στην Πάρνηθα και την Ικαρία δεν είναι η «λάθος εικόνα», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Είναι η έλλειψη κάθε έννοιας ισονομίας, καθώς την ώρα που η κουστωδία του Πρωθυπουργού έστηνε τσιμπούσι παραβιάζοντας τα μέτρα, χιλιάδες πολίτες δέχονταν πρόστιμα για ήσσονος σημασίας πράξεις ή παραλείψεις, όπως ότι βάδιζαν σε ένα βουνό ή κάθονταν σε ένα παγκάκι.

Εκεί που η υπόθεση των καταχρηστικών προστίμων γίνεται πραγματικός κίνδυνος για τη δημοκρατία είναι στις παράνομες απαγορεύσεις των συναθροίσεων με αστυνομικές διαταγές (είχαμε τρεις τέτοιες, στο τετραήμερο 15-18 Νοεμβρίου, στις 6 Δεκεμβρίου και στο εξαήμερο 26 Ιανουαρίου έως 1 Φεβρουαρίου). Τα εκατοντάδες πρόστιμα του Νοέμβρη και του Δεκέμβρη πρέπει να ακυρωθούν και αυτό είναι υπόθεση του μαζικού κινήματος και κάθε δημοκρατικού πολίτη ξεχωριστά: οι πολίτες στους οποίους υπεβλήθησαν τήρησαν απαρέγκλιτα τις υγειονομικές προφυλάξεις και εκπροσώπησαν όλες και όλους μας στην άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων μας.

Ως δικηγόροι αναλάβαμε και την δικαστική αμφισβήτηση αυτών των προστίμων. Μετά από δύο διαδικτυακές συναντήσεις συναδελφισσών και συναδέλφων, υπεβλήθησαν ήδη προσφυγές στα Διοικητικά Δικαστήρια και ετοιμάζονται και νέες σε διάφορες πόλεις ανά την Ελλάδα. Η απόφαση δεν θα ληφθεί από το κάθε Διοικητικό Πρωτοδικείο ξεχωριστά, αφού ούτως ή άλλως οι προσφεύγοντες δεν έχουν τη δυνατότητα (ούτε έχει νόημα) να υποβάλλουν αιτήσεις αναστολής και αιτήματα για προσωρινή διαταγή. Υποβλήθηκε έτσι αίτημα για πιλοτική δίκη στο Συμβούλιο της Επικρατείας με συγγραφείς τους καλούς νομομαθείς συναδέλφους Βασίλη Τσιγαρίδα και Χαράλαμπο Κουρουνδή, που έγινε δεκτό. Έτσι, το ΣτΕ καλείται να κρίνει, απ' αφορμή αυτά τα πρόστιμα, επί της συνταγματικότητας των αστυνομικών απαγορεύσεων του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου - εκκρεμεί ήδη και η αίτηση που έχουν υποβάλει (και που έχει ήδη δικαστεί) η ΕλΕΔΑ και το ΜέΡΑ25.

Τα ακυρωτικά δικαστήρια άλλων χωρών (βλ. Γερμανία, Αμερική, Ινδία, κοκ) έχουν ήδη προβεί σε δικαστικό έλεγχο και σε ακύρωση σημαντικών αποφάσεων της Διοίκησης εν μέσω COVID-19, για απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, κυκλοφορίας, θρησκευτικής λατρείας, συνθήκες ταφής, κλπ. Το ΣτΕ, με εξαίρεση τον Μεγάλο Περίπατο, έχει μείνει μάλλον άφωνο μπροστά στον κατακλυσμό απαγορεύσεων της τελευταίας χρονιάς.

Η δίκη αυτή θα είναι μια καλή ευκαιρία να τεθούν οι δικαστές προ των δικών τους ευθυνών. Και αυτό έχει από μόνο του μια ξεχωριστή σημασία.

(Η απόφαση για την πιλοτική δίκη εδώ).

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΠΡΑΞΗ 4/2021 της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ 1 του ν 3900/2010

Η Επιτροπή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, όπως ισχύει, αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Ειρήνη Σάρπ, την αρχαιότερη Αντιπρόεδρο και Πρόεδρο του καθ’ ύλην αρμόδιου Δ΄ Τμήματος Μαρία Καραμανώφ και τον επόμενο κατά σειρά αρχαιότητας Αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη,

Αφού έλαβε υπ' όψιν:

α) το άρθρο 1 του ν 3900/2010,

β) την από 22.1.2021 αίτηση (..........) 46 φυσικών προσώπων, με την οποία ζητείται, κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η εκκρεμής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υπόθεσή τους, κατόπιν ασκήσεως της από 8.1.2021 (....../8.1.2021) προσφυγής. Με την εν λόγω προσφυγή οι 46 αιτούντες ζητούν την ακύρωση ισάριθμων (46) πράξεων επιβολής προστίμου ύψους 300 ευρώ, που εκδόθηκαν την 17.11.2020 σε βάρος εκάστου εξ αυτών δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1029/8/18 από 13.11.2020 Απόφασης του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (Β΄ 5046/14.11.2020), με την οποία, όπως αναφέρεται στην απόφαση, για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας (κίνδυνος διασποράς κορωνοϊού COVID-19), αποφασίσθηκε η απαγόρευση όλων των δημόσιων συναθροίσεων στο σύνολο της Επικράτειας, στις οποίες συμμετέχουν τέσσερα ή περισσότερα άτομα από 15 Νοεμβρίου 2020 και ώρα 6.00 πμ έως και τις 18 Νοεμβρίου 2020 ώρα 9.00 μμ, καθώς και η επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω απαγόρευσης. Με την εν λόγω προσφυγή ζητείται επιπλέον η ακύρωση ισάριθμων απορρίψεων των ενδικοφανών προσφυγών που ασκήθηκαν εκ μέρους των ήδη αιτούντων κατά των ανωτέρω πράξεων επιβολής προστίμου. Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι με την παραπάνω προσφυγή τίθενται τα παρεμπιπτόντως εξεταστέα γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα α) της συμφωνίας με το Σύνταγμα (άρθρα 11 και 43 του Συντάγματος) της εξουσιοδοτικής διατάξεως (άρθρο εξηκοστό όγδοο παρ. 2 της από 20.3.2020 ΠΝΠ – Α΄ 68, κυρωθείσας με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 – Α΄ 83), δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, β) της συμφωνίας της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας με το Σύνταγμα (άρθρα 11, 25, 43 και 48 του Συντάγματος), με τον ν. 4703/2020 «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις» (Α΄ 131) και με το άρθρο 1 της από 6.11.2020 ΚΥΑ «Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020 έως και τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020» (Β΄ 4899), καθώς και γ) της τήρησης των ουσιωδών τύπων της διαδικασίας (διαδικασία γνωμοδοτήσεως, αιτιολογία) για την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. Ισχυρίζονται δε οι αιτούντες ότι τα ως άνω ζητήματα έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, διότι αφορούν στο επίπεδο προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων την εποχή της πανδημίας, ενώ ήδη εκκρεμούν παρόμοιες προσφυγές (καθ’ ύλην αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου) σε διάφορα Διοικητικά Πρωτοδικεία της χώρας (Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Ηράκλειο, Τρίκαλα) κατά πράξεων επιβολής προστίμων για αποδοθείσες παραβάσεις τόσο της ως άνω αποφάσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, όσο και της από 4.12.2020 αποφάσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (Β΄ 5344/4.12.2020) περί δημοσίων υπαίθριων συναθροίσεων (άρα με παρόμοια νομικά ζητήματα).

γ) το γεγονός ότι για την αίτηση αυτή έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. ........ διπλότυπο είσπραξης τύπου Α, σειράς ......... της ΔΟΥ Θεσσαλονίκης),

α π ο φ α σ ί ζ ε ι

την αποδοχή του ανωτέρω αιτήματος, διότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 3900/2010.

δ ι α τ ά σ σ ε ι

1. Να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας η με αριθμό κατάθεσης ......./8.1.2021 προσφυγή, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

2. Να αποδοθεί στους αιτούντες το κατατεθέν για την υποβολή της παρούσας αιτήσεως παράβολο και

3. Να δημοσιευθεί η πράξη αυτή στις ημερήσιες εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» και «ΕΣΤΙΑ» και να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Επικρατείας

Η παρούσα πράξη συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες ανακύπτει το ίδιο ζήτημα.

 
   
   
   
   
11 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Επιστημονική ελευθερία, πανεπιστημιακό άσυλο και παν(.)αστυνομία (του Δ. Σαραφιανού)


Image result for σαραφιανοσ δημητρης

Επιστημονική ελευθερία, πανεπιστημιακό άσυλο και παν(.)αστυνομία (του Δ. Σαραφιανού)

Ο Διδάκτωρ Νομικής & Δικηγόρος, Δημήτρης Σαραφιανός, γράφει για τα φλέγοντα ζητήματα της επιστημονικής ελευθερίας και του πανεπιστημιακού ασύλου, με αφορμή το - υπό διαδικασία ψήφισης - νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, που (μεταξύ άλλων) εισάγει αστυνομική δύναμη στα Πανεπιστήμια. (Δημοσιεύτηκε στο syntagmawatch.gr, 11/2/20201).

Τόσο κατά την επιστημονική, όσο και κατά την πολιτική συζήτηση για τις διατάξεις των άρθρων 18-20 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας «Εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» διατυπώνονται επιχειρήματα που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 16 του Συντάγματος.

Με το άρθρο 16§1 εδαφ.α κατοχυρώνεται η επιστημονική ελευθερία και όχι, όπως συχνά αναφέρεται, η ακαδημαϊκή[1]. Η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν είναι παρά τμήμα της επιστημονικής ελευθερίας, είναι η επιστημονική ελευθερία, όπως εξασκείται εντός των ΑΕΙ.

Δεν αμφισβητείται ότι το Σύνταγμα καθιερώνει την ελευθερία της επιστήμης ως ελευθερία της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης, του ελέγχου και του αντιλόγου, της διαφωνίας και της αναζήτησης[2].

Αποσιωπάται, όμως, στον σχετικό διάλογο ότι η επιστήμη δεν αποτελεί εργασία μεμονωμένων επιστημόνων, αλλά επικοινωνιακή σχέση[3]. Αυτό σημαίνει ότι η επιστημονική διδασκαλία δεν μπορεί να νοείται ως μονόλογος, αλλά ως κριτικός διάλογος. Η επικοινωνιακή σχέση διδασκαλία, που αποτελείται από δυο πόλους – τον διδάσκοντα και τον διδασκόμενο –  δεν μπορεί να διασπασθεί και να αποξενωθεί ο ένας της πόλος από τον άλλο. Πολλώ δε μάλλον σήμερα, όπου η επιστημονική έρευνα αποτελεί κατ’εξοχήν συλλογικό έργο. Κατά συνέπεια, η παρακολούθηση της επιστημονικής διδασκαλίας αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο συμμετοχής στην επιστημονική εργασία[4].

Το πεδίο προστασίας της επιστημονικής ελευθερίας δεν περιορίζεται στην προστασία των διατυπωμένων επιστημονικών απόψεων, αλλά είναι ιδιαίτερα ευρύ, καταλαμβάνοντας όλη τη διαδικασία διαμόρφωσης, διατήρησης, αλλαγής, έκφρασης, μετάδοσης και διάδοσης της επιστημονικής γνώμης[5]. Από πλευράς των διδασκομένων, ειδικό περιεχόμενο της επιστημονικής ελευθερίας αποτελεί το δικαίωμα άσκησης κριτικής επί των διδαχθέντων (αδιάφορο το πόσο έντονης), καθώς και η απρόσκοπτη θέση διευκρινιστικών και κριτικών ερωτήσεων[6]. Άρα φορείς της επιστημονικής ελευθερίας είναι και οι φοιτητές.

Το βασικό περιεχόμενο της επιστημονικής ελευθερίας συνίσταται στην προστασία του φορέα της από παρεμβάσεις της κρατικής εξουσίας. Τo άρθρο 16§1 εδαφ.α δημιουργεί έναν χώρο ελευθερίας για τον επιστήμονα έναντι της κρατικής παρέμβασης. Όμως οι φορείς της υποχρέωσης δεν εξαντλούνται στα κρατικά (νομοθετικά, εκτελεστικά, δικαστικά) ή στα πανεπιστημιακά όργανα, αλλά επεκτείνονται και σε τρίτους, οι οποίοι τελούν σε σχέση εξουσίασης προς τους φορείς του δικαιώματος.

Η θεσμική εγγύηση, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 16 §5, ανάγει την προαγωγή και προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της επιστήμης σε δημόσιο καθήκον και εγγυάται την οργάνωση των κατάλληλων θεσμών (εν προκειμένω των ΑΕΙ) που θα εξασφαλίζουν την ανάπτυξη αυτή. Πρέπει όμως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι προστατευτέα δεν είναι μια  αφηρημένη, κρατικά προσδιορίσιμη και άρα λειτουργοποιημένη επιστήμη, αλλά η επιστήμη ως χώρος ελευθερίας[7]. Συνεπώς, καθήκον της δημόσιας υπηρεσίας είναι να δημιουργεί τις συνθήκες για την ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης από τους ίδιους τους φορείς του δικαιώματος.

Η βασική συνταγματική παράμετρος της θεσμικής εγγύησης είναι η κατοχύρωση ενός οργανωτικού πυρήνα, που εγγυάται την αυτενέργεια των ασχολουμένων με την επιστημονική εκπαίδευση. O πυρήνας του οργανωτικού σχήματος των ΑΕΙ κωδικοποιείται στο ελληνικό Σύνταγμα ως «νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση».

Ειδικό αποτέλεσμα της θεσμικής εγγύησης της πλήρους αυτοδιοίκησης αποτελεί η κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου[8]. Ο συμφυής πολιτικός χαρακτήρας της επιστημονικής ελευθερίας προϋποθέτει μια εγγύηση ακώλυτης λειτουργίας των ΑΕΙ από οποιαδήποτε δημόσια επέμβαση, αλλά και από την παρουσία της δημόσιας δύναμης στο εσωτερικό του ΑΕΙ, αφού ακόμα και αυτή η παρουσία μπορεί να επενεργήσει αρνητικά στην ελεύθερη άσκηση των πανεπιστημιακών καθηκόντων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Γαλλία, το άσυλο και το δικαίωμα των πανεπιστημιακών αρχών να ασκούν αστυνομική εξουσία αποτελούν, μαζί με την αυτονομία των πανεπιστημιακών πειθαρχικών συμβουλίων (άλλο ζήτημα για το οποίο θα χρειαζόταν ξεχωριστό σημείωμα αποτίμησης του σχεδίου νόμου), τις δυο βασικές εγγυήσεις του Πανεπιστημιακού θεσμού[9]. Άρα, όσοι νόμοι και αν εξαγγέλλουν την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, δεν παύουν να είναι αντισυνταγματικοί.

Ο όρος άσυλο δεν παραπέμπει σε έναν χώρο όπου δεν ισχύουν οι ποινικοί νόμοι, αλλά σε έναν χώρο όπου δεν εφαρμόζονται αστυνομικές διατάξεις και διαταγές[10] και όπου μόνο υπό συγκεκριμένους όρους μπορεί να εισέλθει η δημόσια αστυνομική δύναμη για να προβεί σε έρευνες, συλλήψεις και να καταστείλει πράξεις που κατά τη γνώμη της και κατ’ εντολή της φυσικής και πολιτικής της ηγεσίας συνιστούν ποινικά αδικήματα. Ο όρος που παραπέμπει πράγματι στην εκκλησιαστική έννοια του ασύλου δεν είναι τυχαίος: τα Πανεπιστήμια διεκδικούν στη σύγχρονη κοινωνία το ρόλο του πραγματικού σύγχρονου Ναού, του Ναού της Γνώσης. Δεν είναι βέβαια ο μόνος θεσμός ασύλου που αναγνωρίζει το συνταγματικό μας δίκαιο. Χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις το άσυλο της κατοικίας (όπου και εκεί μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να εισέλθει η δημόσια αστυνομική δύναμη) ή η άσκηση της αστυνομικής εξουσίας από τον Πρόεδρο της Βουλής, σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

Μήπως πλέον θα έπρεπε να θεωρήσουμε (κατά τον αναπληρωτή κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της ΝΔ) ότι οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις έρχονται σε αντίθεση με τον σκληρό πυρήνα του κράτους ή την προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, που καθιερώνει το άρθρο 5§2 Σ.; Όσοι λοιπόν επιτίθενται στον θεσμό του ασύλου, ας μας απαντήσουν αν επιθυμούν την κατάργηση και αυτών των θεσμών και την ίδρυση σωμάτων ειδικών φρουρών προκειμένου να περιπολούν μέσα στα σπίτια μας, ή μέσα στη Βουλή κατ’ εντολή των Αστυνομικών Διοικητών και του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη (μήπως άραγε δεν τελούνται σοβαρότατα και πολυπληθέστερα ποινικά αδικήματα εντός των σπιτιών απ’ ότι στα Πανεπιστήμια;). Το Σύνταγμα μας – ευτυχώς – δεν αρκείται στην οργάνωση και ρύθμιση του σκληρού πυρήνα του κράτους (όπως ίσως κάποιοι θα ήθελαν), αλλά κατοχυρώνει σωρεία ελευθεριών και δικαιωμάτων των πολιτών και μόνο υπό το πρίσμα αυτών των ελευθεριών θεσμίζεται ο ίδιος ο σκληρός πυρήνας του κράτους (αλλιώς δεν θα ήταν Σύνταγμα – ας μην καταργήσουμε κι αυτό μαζί με το Πανεπιστήμιο).

Με αυτά τα δεδομένα ας ξεκαθαρίσουμε κάποιες όψεις της συζήτησης:

Το γεγονός ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει την πλήρη αυτοδιοίκηση και όχι την αυτονομία των ΑΕΙ έχει απολύτως κακοποιηθεί στον δημόσιο διάλογο, καθώς ουδεμία σχέση έχει με την ίδρυση αστυνομικού σώματος που θα περιπολεί εντός των ΑΕΙ και θα υπάγεται στις εντολές του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Καταρχάς ο κοινός νομοθέτης δύναται να εξουσιοδοτήσει τα ΑΕΙ να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις για τη λειτουργία τους και πράγματι τα τελευταία χρόνια το έχει πράξει πλειστάκις. Στα πλαίσια αυτά, το κάθε ΑΕΙ θα μπορούσε, κατόπιν σχετικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, να εφαρμόσει το δικό του σύστημα ασφάλειας και περιφρούρησης των χώρων του. Πράγματι, τυχόν ενδοπανεπιστημιακά αστυνομικά σώματα, υπαγόμενα στα αρμόδια όργανα των ΑΕΙ, δεν θα μπορούσαν να ασκήσουν προανακριτικές πράξεις για ποινικά αδικήματα. Πλην όμως, πλήρης αυτοδιοίκηση και άσυλο σημαίνει ότι οι πανεπιστημιακές αρχές θα ήταν οι μόνες αρμόδιες να δώσουν σχετική άδεια στη δημόσια αστυνομική δύναμη να εισέλθει στο χώρο των ΑΕΙ, προκειμένου να προβούν σε τέτοιες πράξεις (πλην των περιπτώσεων που κατ’ εξαίρεση θα μπορούσε να ρυθμίσει ο νόμος).

Περαιτέρω, το γεγονός ότι το άσυλο συνδέεται με τη θεσμική εγγύηση της επιστημονικής ελευθερίας δεν σημαίνει ότι καταργείται το ατομικό δικαίωμα του φορέα της ελευθερίας αυτής (που όπως είδαμε μπορεί να είναι φοιτητής) να αντιταχθεί σε παραβιάσεις της ακόμα και έναντι τέτοιων ενδοπανεπιστημιακών αστυνομικών σωμάτων, πολλώ δε μάλλον της δημόσιας αστυνομικής δύναμης. Η εξαναγκαστική επιβολή εκτεταμένων συστημάτων επιτήρησης θέτει εν προκειμένω  ζητήματα, για τα οποία θα χρειαζόταν αυτοτελές σημείωμα.

Στον σχετικό διάλογο παρατίθεται σειρά επιχειρημάτων για τα προβλήματα εισόδου της δημόσιας αστυνομικής δύναμης στα ΑΕΙ (αν και πότε μπορεί να εισέλθει χωρίς άδεια σε περίπτωση αυτόφωρων αδικημάτων, αν οι πανεπιστημιακές αρχές αμελούν ή φοβούνται να δώσουν τέτοια άδεια) για να αιτιολογηθεί κάτι εντελώς διαφορετικό: η μόνιμη και διαρκής παρουσία της δημόσιας αστυνομικής δύναμης εντός των ΑΕΙ, η οποία είναι εξόφθαλμα αντισυνταγματική. Η παρουσία αυτή, πέραν του ότι παραβιάζει το άρθρο 16§5 Σ. θα διαμορφώσει επιπλέον ένα διαρκές πεδίο τριβών με τους φορείς του άρθρου 16§1 Σ. κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους (αν μη τι άλλο συνεχής θα είναι η προστριβή για το αν τελείται το αδίκημα της απείθειας έναντι εντολών που προέρχονται από ένα σώμα στερούμενο της συνταγματικής νομιμότητας)

Ως προς το ζήτημα της κατ’ εξαίρεση και άνευ αδείας εισόδου της δημόσιας αστυνομικής δύναμης εντός του χώρου των ΑΕΙ, ο νόμος κάλλιστα θα μπορούσε – χωρίς να παραβιάσει τις συνταγματικές διατάξεις – να την προβλέψει, στην περίπτωση τέλεσης σοβαρών αυτόφωρων αδικημάτων που διώκονται αυτεπαγγέλτως. Ακόμα όμως κι αυτή η πρόβλεψη δεν μπορεί να εκτείνεται σε αδικήματα γνώμης για τα οποία κατεξοχήν ο χώρος του Πανεπιστημίου, ως χώρος ελευθερίας αποτελεί άσυλο. Και εδώ οι προθέσεις της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας καθίστανται πρόδηλες: ως γνωστόν, η πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ εκτείνεται και στα θέματα διαχείρισης της περιουσίας τους, καθώς και κονδυλίων της ΕΕ, πλείστες δε είναι οι περιπτώσεις που έχουν τεθεί ζητήματα τέλεσης σχετικών ποινικών αδικημάτων. Το σχέδιο νόμου δεν εξαιρεί τα σχετικά αδικήματα από την αρμοδιότητα των ΟΠΠΙ (ας φανταστούμε εδώ τι προστριβές θα δημιουργηθούν), τα εξαιρεί όμως από τη χρήση τεχνικών μέσων επιτήρησης. Τι δεν εξαιρεί; Τα κατ’ εξοχήν αδικήματα γνώμης και διαμαρτυρίας, όπως η διέγερση σε ανυπακοή, η προσβολή εθνικών και θρησκευτικών συμβόλων, η διασπορά ψευδών ειδήσεων, η διατάραξη της κοινής ειρήνης, η διατάραξη συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή της λειτουργίας της υπηρεσίας. Για το αδίκημα της διέγερσης ας περιοριστούμε απλώς να πούμε ότι οδήγησε στο εδώλιο του κατηγορουμένου τον τέως Πρύτανη του ΕΜΠ Κώστα Μουτζούρη, κατόπιν σχετικής μήνυσης της Χρυσής Αυγής, τον εκδότη του «Κόκκινου Βιβλίου» του Μάο Τσε Τούνγκ, καθώς και πολίτες που διαμαρτύρονταν για τις αυξήσεις των εισιτηρίων στα ΜΜΜ. Με το εν λόγω σχέδιο νόμου το Πανεπιστήμιο παύει θεσμικά να αποτελεί χώρο ελευθερίας και συνεπώς καταργείται.

Αυτό που παραμένει ως επιχείρημα είναι ότι αναπτύσσονται μέσα στα ΑΕΙ φαινόμενα που διακινδυνεύουν την επιστημονική ελευθερία των διδασκόντων (για τους διδασκόμενους δεν ενδιαφέρεται η σχετική επιχειρηματολογία). Θα αρκούσε να πει κανείς ότι η όποια κοινωνιολογική αιτιολόγηση προτεινόμενων ρυθμίσεων δεν μπορεί να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με τα κατοχυρωμένα συνταγματικά δικαιώματα. Πέραν όμως αυτών, η (αντισυνταγματική) νομοθετική κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου δεν είναι καινούργια. Τι εμπόδισε τις διωκτικές αρχές και τη Δικαιοσύνη να αντιμετωπίσει τις όποιες παραβατικές συμπεριφορές εδώ και τόσα χρόνια; Εδώ λοιπόν υπεισέρχονται άλλα κοινωνιολογικά φαινόμενα: πολλές φορές οι εμφανιζόμενες από τα ΜΜΕ παραβατικές συμπεριφορές δεν έχουν καμία βάση (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το «χτίσιμο του πρύτανη», το οποίο ουδέποτε συνέβη ως τέτοιο, αλλά ως συμβολική διαμαρτυρία και όχι μόνο οδήγησε σε αμετάκλητη αθώωση των κατηγορουμένων, αλλά και σε ανάδειξη  παρατυπιών κατά την οικονομική διαχείριση κονδυλίων σίτισης), ενώ άλλες φορές οι κατηγορούμενοι δεν έχουν καμία σχέση με το αδίκημα που τους προσάπτεται, καθώς παραπέμπονται σε δίκη με ελλιπή στοιχεία, συνηθέστατα δε κατόπιν συλλήψεων «στον σωρό». Και εδώ οφείλουμε να αναμετρηθούμε με το άλλο γνωστό κοινωνιολογικό φαινόμενο: ποια αστυνομία θέλουμε να βάλουμε μέσα στα ΑΕΙ για να προστατέψουμε την επιστημονική ελευθερία; Αυτή που δεν σέβεται τα δικαιώματα των πολιτών εκτός ΑΕΙ και που έχει καταγγείλει πολλαπλώς η Διεθνής Αμνηστία; Αυτήν, που τις παραβατικές συμπεριφορές και δυσλειτουργίες της έχουν αναδείξει ο Συνήγορος του Πολίτη ή τα Δικαστήρια; Τους ελλιπούς τρίμηνης εκπαίδευσης Ειδικούς Φρουρούς, μέλη των οποίων έχουν καταδικασθεί για σοβαρότατα κακουργήματα και που έχουν καταστεί με έκτακτες νομοθετικές παρεμβάσεις ένα πελατειακό σώμα διαρκώς αυξανόμενο (από τις αρχικά προβλεπόμενες 1000 θέσεις του ν. 2734/99 περί εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων και πρόσληψης ειδικών φρουρών Υπ. Δημ. Τάξης έχουν θεσμοθετηθεί σήμερα, κατόπιν 7 νομοθετικών τροποποιήσεων, πάνω από 8000 θέσεις); Θα αναθέσουμε μάλιστα στο σώμα αυτό προανακριτικά καθήκοντα για πρώτη φορά; Εντός του χώρου των ΑΕΙ πρέπει να πραγματοποιηθεί αυτός ο πειραματισμός;

Η γενικότερη συζήτηση για την αδράνεια ή/και το φόβο των πρυτανικών αρχών να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της ασφάλειας των ΑΕΙ παράγει και ένα ακόμη διαβρωτικό αποτέλεσμα στη θεσμική εγγύηση της επιστημονικής ελευθερίας. Ήδη στο δημόσιο διάλογο συζητείται αν σε συνδυασμό με την ίδρυση της ΟΠΠΙ πρέπει να επιστρέψουν οι διατάξεις του ν.4009/2011 για την ίδρυση Συμβουλίων Ιδρύματος, αποτελούμενων από μη μέλη των ΑΕΙ για να αναλάβουν τη διοίκησή τους (λες και αυτά τα μη μέλη έχουν ανοσία στο φόβο). Πλην όμως η δια νόμου επιβολή της συμμετοχής μη μελών του ΑΕΙ στη διοίκησή τους με αποφασιστικές αρμοδιότητες εκφεύγει των συνταγματικών ορίων[11] . Η νομολογία έκρινε μεν ότι δεν υφίσταται παραβίαση, εφόσον τα μη μέλη των ΑΕΙ επιλέγονται ως μέλη των οργάνων από τα ίδια τα μέλη των ΑΕΙ[12], πλην όμως το επιχείρημα αυτό οδηγεί σε οιονεί εθελούσια παραίτηση από την αυτοδιοίκηση (οιονεί γιατί ο νόμος επιβάλλει το σχετικό οργανωτικό μοντέλο). Ορθότερα, στο παρελθόν είχε κριθεί ότι ακόμα και στα υπό ίδρυση ΑΕΙ όπου είναι αναγκαία η συμμετοχή μη μελών του ΑΕΙ στη σύσταση εκλεκτορικών σωμάτων[13] και η κρατική διοίκηση αποκτά κατ’ ανάγκην ευρύτερες αρμοδιότητες, οι αρμοδιότητες αυτές δεν μπορούν να κατατείνουν στην έμμεση προσβολή της επιστημονικής ελευθερίας[14], από τη στιγμή δε που αρχίζουν να πληρούνται οι θέσεις ΔΕΠ, η αρμοδιότητα του νομοθέτη περιορίζεται στα εποπτικά της όρια[15]. Αυτά τα διαβρωτικά αποτελέσματα (πρώτα αστυνομία μέσα στα ΑΕΙ, μετά διοίκηση από μη μέλη) δείχνουν ότι το βλέμμα για το μέλλον των ΑΕΙ δεν στρέφεται προς Δυσμάς, αλλά προς Ανατολάς και συγκεκριμένα προς τη μεριά του Βοσπόρου.

Τίθεται όμως και ένα άλλο ερώτημα, το οποίο σχετίζεται βαθύτερα με τις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις: μήπως είναι παρωχημένη σήμερα, 45 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, η συνταγματική εμμονή με δικαιώματα και ελευθερίες αδιαμεσολάβητης πολιτικής παρουσίας, δράσης και διαμαρτυρίας  (όπως το πανεπιστημιακό άσυλο και η ελευθερία της συνάθροισης); Δεν θα ρωτήσουμε ξανά ποια ιστορική εποχή αναπολούν όσοι δεν νιώθουν την ανάγκη να υπερασπισθούν αυτές τις συνταγματικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης. Θα επαναλάβουμε απλώς ότι αυτά τα δικαιώματα, ως εν τέλει δικαιώματα αμφισβητήσεως των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών, παραμένουν πάντα κριτήριο του κατά πόσο ένα πολιτικό σύστημα ανταποκρίνεται στις επιταγές της ελευθερίας[16]

Θα περίμενε κανείς η στάση των συνταγματολόγων να συμπορεύεται με την ομόθυμη αντίδραση της πανεπιστημιακής κοινότητας για την επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου.

Όμως, στην εποχή του μεταδημοψηφισματικού μας κράτους, η στήριξη ή/και η σιωπή για την επιβολή αντισυνταγματικών μέτρων που περιστέλλουν τις συνταγματικές ελευθερίες, αποδεικνύει, για μια ακόμα φορά, ότι είναι διαχρονικό και επίκαιρο το ερώτημα: Μάνεσης ή Σγουρίτσας; Τσάτσος ή Γεωργόπουλος; Ότι 150 χρόνια μετά το θάνατο του Κάλβου θέλει και σήμερα αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Δημήτρης Σαραφιανός

Διδάκτωρ Νομικής, Δικηγόρος

Υποσημειώσεις:

[1] Ορθά Παπαδημητρίου Γ., Σύνταγμα και ελευθερία της επιστήμης, ΤοΣ 1992 σ.518

[2] Μάνεσης Α., Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας  σε: Για μια δημοκρατική παιδεία, χ.χ.ε. (1976) σ.17, του ίδιου, Η ελευθερία της διδασκαλίας στα πανεπιστήμια, σε: Μάνεσης Α., Δίκαιο-Σύνταγμα-Πολιτική, χ.χ.ε (1983) σ.129

[3] Τσάτσος Δ., Το Σύνταγμα και η ανώτατη παιδεία, ΔκΠ 1983 σ.7, του ίδιου, Η πανεπιστημιακή διδασκαλία σε: Τσάτσος Δ.,  Σύνταγμα και πολιτειακή πρακτική, χ.χ.ε., (1979) σ.13

[4] Μάνεσης 1983 ο.π. σ.. 31· Σκουρής, Δίκαιο της Παιδείας 1988  σ. 27·  πρβλ. ΣτΕ 1731/86 Ολ. Aρμ. 1987.332, όπου οι φοιτητές χαρακτηρίζονται «προσδιοριστικοί παράγοντες» της διδασκαλίας

[5] Παπαδημητρίου 1992 ο.π. σ. 519

[6] BVerfG 7-10-1980 ΔκΠ 1983 σ. 85-6

[7] Σκουρής 1988 ο.π. σ. 141

[8] αναλυτικά Αργυρός Α., Η Ακαδημαϊκή Ελευθερία και το «Πανεπιστημιακό Άσυλο», ΝοΒ 2011 σ. 1800· Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα 2006 σ. 346, Βασιλόγιαννης Φ., Η συνταγματική εγγύηση της πανεπιστημιακής αστυνομικής εξουσίας  https://www.constitutionalism.gr/2020-09-vassiloyannis-panepistimiaki-astynomia/

[9] Mourgeon J.-Theron J.P. Les libertes publiques 1979, σ.111, de Laubadere Α., La loi d’ orientation de l’ enseignement superieur AJDA 1968 σ.230 επ

[10] v.Lubtow U.-Harder M., Autonomie oder Heteronomie der Universitaeten? 1966 σ.31

[11] Δαγτόγλου Π., Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά Δικαιώματα 2012 σ. 657-8

[12] ΣτΕ 519-24/2015 Ολ. ΤοΣ 2015.σ 280 παρατ. Φουντεδάκη

[13] ΣτΕ 2231/78 αδημ.· 2431/78 αδημ.· 3304/78 αδημ.

[14] ΣτΕ 1493/79 Αρμ 1979 σ.945· 3304/78 αδημ.

[15] ΣτΕ 4334/86 ΝοΒ 1987 σ.819

[16] BVerfG 14-5-95 69,315,350 επ

 
   
   
   
   
5 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Τι συμβαίνει με τη Χρυσή Αυγή; (του Κ. Παπαδάκη)


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και εσωτερικός χώρος

Τι συμβαίνει με τη Χρυσή Αυγή; (του Κ. Παπαδάκη, 5/2/2021)

Τέσσερις μήνες μετά από την ολοκλήρωση της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για την Χρυσή Αυγή και ενώ βρισκόμαστε σε αναμονή καθαρογραφής των πρακτικών και της απόφασης για τον προσδιορισμό της κατ’ έφεση δίκης, σωρεία εξελίξεων δημιουργούν εύλογες ανησυχίες όσον αφορά την κυβερνητική βούληση να σεβαστεί την κρίση της καταδικαστικής απόφασης, ότι η Χρυσή Αυγή αποτελεί εγκληματική οργάνωση:

1. Εξακολουθεί να κυκλοφορεί ελεύθερος ακόμα ο καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης σε ποινή κάθειρξης 13 ετών και μάλιστα με εισαγγελική έφεση εναντίον της ποινής αυτής, που σημαίνει ότι στην κατ’ έφεση δίκη αντιμετωπίζει και το ενδεχόμενο επιβολής κάθειρξης 15 ετών, ο υπαρχηγός της Χρυσής Αυγής Χρήστος Παππάς, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του Υπουργείου Προ.Πο, ότι δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο πιθανότητες να διαφύγει.

2. Με απελπιστικά αργό ρυθμό και χωρίς καμία πίεση από την ελληνική κυβέρνηση ούτε από το ίδιο το Ευρωκοινοβούλιο και τις διαδικασίες του κινείται (?) η άρση της ευρωβουλευτικής ασυλίας του επίσης καταδικασμένου σε για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης σε ποινή κάθειρξης 13 ετών Γιάννη Λαγού. Οφείλονται εξηγήσεις και ενημέρωση και από τους δύο για τις 2.000 σελίδες από το υλικό της δίκης ποιος τις επέλεξε, τι αντιπροσωπεύουν από μία ακαθαρόγραφη ακόμα απόφαση, που όμως αρκεί το απόσπασμά της για να εκτελεστή, γιατί εστάλησαν αμετάφραστες και εν τέλει που οφείλεται η τεράστια και άσκοπη αυτή καθυστέρηση, για την οποία μέχρι τώρα κυβέρνηση και ευρωκοινοβούλιο ανταλλάσσουν κατηγορίες αλλά όπως φαίνεται ευθύνονται και οι δύο, που όπως γράφεται θα συνεχιστεί ίσως και μέχρι το καλοκαίρι.

3. Κανένα απολύτως βήμα δεν έχει γίνει για την προώθηση νομοθετικής ρύθμισης ή οποιασδήποτε διοικητικής πράξης για την χορήγηση αποζημίωσης χρηματικής ικανοποίησης και δικαστικών εξόδων στα θύματα της Χρυσής Αυγής και στις οικογένειές τους.

4. Τα γραφεία της Χρυσής Αυγής, όπου έχουν παραμείνει, εξακολουθούν να είναι ανοιχτά με τις πινακίδες της εγκληματικής οργάνωσης να φιγουράρουν επιδεικτικά στα μπαλκόνια τους. Σε λειτουργία παραμένει ανενόχλητη και η ιστοσελίδα της.

5. Το Μέτωπο Νεολαίας της Χρυσής Αυγής τόλμησε την περασμένη εβδομάδα να στείλει απειλητικά μηνύματα και να διακινήσει έγγραφα και πανώ με απειλητικό περιεχόμενο εναντίον πανεπιστημιακών, οι οποίοι υπέγραψαν κείμενο συμπαράστασης για την απεργία πείνας του κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα. Πέρα από όλα τα άλλα επιβεβαιώθηκε άλλη μία φορά η προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον ρόλο τους στην υπηρεσία της συστημικής πολιτικής και να αποτελέσουν την αγωνιστική πλειοδοσία της επικοινωνιακής και όχι μόνο τρομοκρατίας που επιχειρείται απέναντι στους συμπαραστάτες του.

6. Μόλις το Σάββατο 30/1/2021 ομάδα 60-70 χρυσαυγιτών πραγματοποίησε ανεμπόδιστα πολιτική συγκέντρωση για την επέτειο των Ιμίων στην πλατεία Ρηγίλλης με εκφώνηση λόγου από την Ουρανία Μιχαλολιάκου και ανάγνωση μηνυμάτων του φυλακισμένου αρχηγού της Νίκου Μιχαλολιάκου, ενώ την ίδια ώρα συγκέντρωση αντιφασιστών με αντιεθνικιστικό περιεχόμενο περιορίστηκε από την αστυνομία και ουσιαστικά τής απαγορεύθηκε η διεξαγωγή πορείας.

7. Ενθαρρημένοι προφανώς όχι μόνο από τις χαμηλές ποινές που τους επιβλήθηκαν, από όλα τα παραπάνω, καθώς και από το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής, που τόσο στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού – προσφυγικού, όσο και στον χειρισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών εφαρμόζει ακροδεξιές πρακτικές που μοιάζουν να δικαιώνουν πολλά από αυτά που πρεσβεύει η Χρυσή Αυγή, ένας - ένας οι έγκλειστοι κατάδικοι της πρόσφατης απόφασης για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, προτού ακόμα αυτή γραφτεί, υποβάλλουν αιτήσεις αναστολής - αποφυλάκισης.

Αρχικά ο Τσακανίκας, ήδη από τις 7/12/2020 με την αίτησή του να απορρίπτεται στις 5/1/2021 και στις 1/2/2021 οι καταδικασθέντες χωρίς ελαφρυντικό Βενετία Πόπορη (κάθειρξη έξι ετών) και Παναγιώτης Ηλιόπουλος (κάθειρξη επτά ετών), των οποίων μάλιστα οι αιτήσεις αναστολών απορρίφθηκαν με οριακή πλειοψηφία 3-2 και αφού προηγουμένως ο εισαγγελέας έδρας του Πενταμελούς Εφετείου Αναστολών Αθηνών της 1/2/2021 Περικλής Δράκος πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναστολής, με το επιχείρημα -που θυμίζει τις τελευταίες αγορεύσεις της συναδέλφου του Αδαμαντίας Οικονόμου στη μεγάλη δίκη, με το οποίο δικαιολογούσε την άποψή της για χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος στους καταδικασθέντες- ότι η Χρυσή Αυγή έχει διαλυθεί. Φυσικά, η παραπάνω εκτίμηση, εκτός του ότι πλήττει το κύρος της καταδικαστικής απόφασης και επιχειρεί απροκάλυπτα να ενισχύσει την αξιοπιστία εκείνης της εισαγγελικής πρότασης, αποδεικνύεται από όσα προαναφέρθηκαν προκλητικά αναντίστοιχη προς την πραγματικότητα.

Τα παραπάνω δεν επιτρέπουν καμία επανάπαυση και αίσθηση ότι «τελειώσαμε» με τη Χ.Α. Το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση. Να απαιτήσει την εφαρμογή της καταδικαστικής απόφασης, τη συμμόρφωση των φορέων της διοίκησης στο περιεχόμενο και την κρίση της, την αντιμετώπιση όλων των δραστηριοτήτων της Χ.Α. ως εγκληματικής οργάνωσης σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, τη σύλληψη όλων των φυγόποινων και τη συντομότερη δυνατή καθαρογραφή και θεώρηση των πρωτόδικων πρακτικών και απόφασης, προκειμένου η δίκη στον δεύτερο βαθμό να προγραμματισθεί το ταχύτερο δυνατό, δίκη στο Εφετείο και όχι στον Κορυδαλλό ή αλλού, να προληφθεί η παραγραφή των πλημμελημάτων έως τον Σεπτέμβριο 2021 και να προχωρήσει η πολιτεία άμεσα στη λήψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για την αποζημίωση των θυμάτων της Χρυσής Αυγής και των οικογενειών τους.

Αντιφασιστικές πρωτοβουλίες και οργανώσεις, κοινωνικοί, συνδικαλιστικοί, νομικοί και πολιτικοί φορείς να υποστηρίξουν τα αιτήματα αυτά μέχρι το τέλος. Μαζί φυσικά με τους συνηγόρους πολιτικής αγωγής, τα θύματα της Χ.Α. και τις οικογένειές τους.