Πρώτες εντυπώσεις από την εφαρμογή του αδικήματος της μη νόμιμης διαμονής στην ελληνική έννομη τάξη: Αναστολή ή μετατροπή ποινών για το αδίκημα της μη νόμιμης διαμονής;
Γράφει ο Βασίλης Κερασιώτης
Ένα κρίσιμο νομικό ζήτημα έχει ανακύψει με την εφαρμογή του άρθρου 27 του πρόσφατου νόμου 5226/2025, το οποίο προβλέπει αυστηρές ποινικές κυρώσεις για τη μη νόμιμη είσοδο, έξοδο και παραμονή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα. Ενώ ο νόμος, στη θεωρία, φαίνεται να καταργεί τη δυνατότητα αναστολής ή μετατροπής των ποινών για τα συγκεκριμένα αδικήματα, στην πράξη, παρατηρείται μια διαφορετική προσέγγιση από τα ποινικά δικαστήρια,
τα οποία συχνά αναστέλλουν ή μετατρέπουν τις ποινές σε χρηματικές. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 27 του ν. 5226/2025, ορίζεται ρητά ότι «η ποινή για τα εγκλήματα των παρ. 1 και 3 δεν μετατρέπεται και δεν αναστέλλεται με κανένα τρόπο». Η μόνη εξαίρεση, που προβλέπεται στην παράγραφο 5, αφορά την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό τον όρο της άμεσης και εκούσιας αναχώρησης του καταδικασθέντος από τη χώρα.
Αυτή η διατύπωση σηματοδοτεί μια σαφή πρόθεση του νομοθέτη να καταστήσει τις ποινές για μη νόμιμη διαμονή μη μετατρέψιμες και άνευ αναστολής,επιδιώκοντας την άμεση έκτιση της ποινής φυλάκισης ως μέσο αποτροπής. Παρά τη φαινομενικά απόλυτη διατύπωση του νόμου, στη δικαστηριακή πρακτική, παρατηρείται ότι τα ποινικά δικαστήρια εξακολουθούν να χορηγούν αναστολές, κατόπιν αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων ή να προβαίνουν σε μετατροπή της ποινής φυλάκισης 24 μηνών σε χρηματική, χορηγώντας ταυτόχρονα και ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση. Αυτή η στάση των δικαστών εδράζεται σε θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου και στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας. Τα δικαστήρια ενδέχεται να κρίνουν ότι η αυτόματη και χωρίς εξαιρέσεις επιβολή ποινής φυλάκισης, χωρίς τη δυνατότητα αναστολής ή μετατροπής, προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή επιτάσσει η επιβαλλόμενη ποινή να είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του τελεσθέντος αδικήματος και την προσωπικότητα του δράστη.
Πέραν των νομικών ερμηνειών, πρακτικοί λόγοι, όπως η ήδη υπάρχουσα συμφόρηση των σωφρονιστικών καταστημάτων, μπορεί να επηρεάζουν, ανεπίσημα, την κρίση των δικαστών. Συμπερασματικά, ενώ ο ν. 5226/2025 εισάγει μια αυστηρότερη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της μη νόμιμης διαμονής, η τελική εφαρμογή του νόμου διαμορφώνεται από τα δικαστήρια. Η παρατηρούμενη πρακτική της χορήγησης αναστολών και μετατροπών αντανακλά μια βαθύτερη νομική συζήτηση για την ισορροπία μεταξύ της αυστηρότητας ενός ειδικού νόμου και των θεμελιωδών αρχών του ποινικού δικαίου και του Συντάγματος. Το ζήτημα αυτό αναμένεται να απασχολήσει εκτενώς τη νομική θεωρία και τη νομολογία στο προσεχές μέλλον, με πιθανή τελική επίλυση από τον Άρειο Πάγο.
Κατά τα λοιπά, αξίζει να σημειωθεί ότι η άσκηση ποινικής δίωξης και η ποινικοποίηση της μη νόμιμης διαμονής αντίκειται καταφανώς στην Οδηγία 2008/115 που καθιερώνει μια συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία για τον χειρισμό των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών. Αυτή η διαδικασία (που περιλαμβάνει απόφαση επιστροφής, προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση, και ως έσχατο μέτρο την αναγκαστική απομάκρυνση) έχει προτεραιότητα έναντι των εθνικών ποινικών κυρώσεων για την ίδια τη μη νόμιμη διαμονή. Το ΔΕΕ,μέσω της απόφασης Achughbabian, έκρινε ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλλει ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της μη νόμιμης διαμονής σε κάποιον που δεν έχει ακόμη υποβληθεί στη διαδικασία επιστροφής. Η φυλάκιση υπονομεύει τον σκοπό της Οδηγίας, που είναι η αποτελεσματική απομάκρυνση και όχι η τιμωρία. Η Οδηγία επιτρέπει τη διοικητική κράτηση ενός ατόμου. Ωστόσο, αυτή η κράτηση δεν είναι ποινή. Σκοπός της είναι είτε να διαπιστωθεί αν η παραμονή του δεν είναι πλέον νόμιμη, είτε να προετοιμαστεί και να πραγματοποιηθεί η απομάκρυνσή του. Πρέπει να είναι προσωρινή και να διαρκεί μόνο για όσο είναι απολύτως απαραίτητο. Στην πράξη εφαρμόζονται και ηπιότερα της κράτησης μέτρα για τις περιπτώσεις ανέφικτης απέλασης,που ελέγχονται από το φυσικό δικαστή (Πρόεδρος Διοικητικού πρωτοδικείου)είτε αυτεπαγγέλτως στο στάδιο της παράτασης της κράτησης είτε στα πλαίσια του ενδίκου βοηθήματος των Αντιρρήσεων.
Πότε επιτρέπεται η φυλάκιση; Η φυλάκιση καθίσταται δυνατή σε ένα μεταγενέστερο στάδιο.
Συγκεκριμένα, αν η διαδικασία επιστροφής έχει ολοκληρωθεί, έχει εκδοθεί απόφαση απομάκρυνσης, αλλά ο υπήκοος τρίτης χώρας συνεχίζει να παραμένειστην επικράτεια χωρίς να υπάρχει βάσιμος λόγος που να εμποδίζει την επιστροφή του, τότε ένα κράτος μέλος μπορεί να τον τιμωρήσει ποινικά για αυτή τη μη συμμόρφωση.
Η Οδηγία 2008/115 αντιτίθεται στο να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης για τη μη νόμιμη είσοδο σε υπήκοο τρίτης χώρας, πριν καν το κράτος μέλος εφαρμόσει τις προβλεπόμενες από την Οδηγία διοικητικές διαδικασίες για την επιστροφή του. Το κράτος μέλος οφείλει πρώτα να ακολουθήσει τη διαδικασία επιστροφής και μόνο αν ο ενδιαφερόμενος δεν συμμορφωθεί με αυτήν με δόλο,μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής ποινικών κυρώσεων


