Μπορεί να ανατραπεί το ναυάγιο που οδεύει η Δικαιοσύνη;
Γράφει η Αναστασία Σταυροπούλου
Δεν έχει υπάρξει άλλη περίοδος στη μεταπολιτευτική ιστορία, που να ήταν σε τέτοια διάσταση η λειτουργία της δικαιοσύνης με την έννοια της δικαιοσύνης, ως κοινωνικού αιτήματος και ως δικαιοηθικής επιταγής.
Η δικαιοσύνη, λόγω της ευθείας και συστηματικής παρέμβασης της κυβέρνησης στην λειτουργία της, αλλά και λόγω των πράξεων και επιλογών της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας, δίνει ολοένα και περισσότερο την εντύπωση ότι αποτελεί προσάρτημα της εκτελεστικής εξουσίας και νομιμοποιητικό παράγοντα των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί κρίση νομιμοποίησης της δικαστικής εξουσίας. Ολοένα και περισσότεροι πολίτες έχουν την πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη είναι χειραγωγούμενη, ότι δεν είναι ανεξάρτητη, ότι δεν μπορούν να βρουν στη δικαιοσύνη προστασία απέναντι την αδικία και την κρατική αυθαιρεσία. Ιδίως όταν οι απέναντι είναι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί.
Κεντρικό χαρακτήρα έχει η υπόθεση των Τεμπών που συγκεντρώνει τεράστιο κοινωνικό ενδιαφέρον λόγω ακριβώς της προφανούς προσπάθειας της κυβέρνησης να επηρεάσει την έρευνα με σκοπό να βγουν εκτός κάδρου, ή έστω με χαμηλής απαξίας πλημμελήματα, βασικά πολιτικά πρόσωπα. Η έκθεση της δικαστικής εξουσίας συνεχίστηκε με την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι. Η αντίδραση εν χωρώ κυβέρνησης και δικαστικής ηγεσίας, που εξαπέλυσαν μια άτεγκτη επιχειρηματολογία, περί δήθεν διαδικαστικού αδιεξόδου και αδυναμίας ικανοποίησης του αιτήματος αυτού, ή δήθεν καθυστέρησης της δίκης, κατέρρευσε από την τελική θετική έκβαση του αγώνα αυτού του ανθρώπου.
Σειρά άλλων υποθέσεων βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής κριτικής, όπως η υπόθεση των υποκλοπών με το εσπευσμένο κλείσιμο της έρευνας με πλημμεληματικές κατηγορίες αποκλειστικά για ιδιώτες και την περίφημη Γνωμοδότηση Ντογιάκου, μια από τις πιο ντροπιαστικές στιγμές στη σύγχρονη ιστορία της δικαιοσύνης.
Παράλληλα, το ΣτΕ με σειρά αποφάσεών του, όπως αυτές για το νόμο Πιερρακάκη για τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια», ή το νέο φορολογικό, από δικαστήριο- θεματοφύλακας του Συντάγματος και των ορίων και ελάχιστων εγγυήσεων της συνταγματικής τάξης, έχει καταστεί φορέας νομιμοποίησης της συνταγματικής διάβρωσης που υλοποιεί η κυβέρνηση.
Η εικόνα επιδεινώνεται με την συστηματική επίδειξη άνισης μεταχείρισης. Την ώρα που ισχυροί κυβερνητικοί παράγοντες αποφεύγουν ποινικές διώξεις για τεράστια σκάνδαλα τύπου υποκλοπές ή ΟΠΕΚΕΠΕ και σοβαρά αδικήματα, η δικαιοσύνη μοιάζει συχνά να εξαντλεί την αυστηρότητα και αυθαιρεσία της στους απλούς πολίτες, ιδίως όσες και όσους αντιδρούν, διεκδικούν, διαδηλώνουν και αντιμάχονται τις κυβερνητικές επιλογές, ή ανθρώπους από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Οι δικηγόροι αντιμετωπίζουμε από πρώτο χέρι αυτήν την κατάσταση, που δημιουργεί τεράστια στρέβλωση στη δουλειά μας ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι δικηγόροι βιώνουμε την έκπτωση των λειτουργιών και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης ως επαγγελματική και λειτουργική ματαίωση. Αυτό το γνωρίζουν οι φιλοκυβερνητικοί, γι’ αυτό και βλέπουμε την ομολογουμένως παραδοξότητα, αμιγώς φιλοκυβερνητικές παρατάξεις να σπεύδουν ενόψει των εκλογών των δικηγορικών συλλόγων να πραγματοποιήσουν εκδηλώσεις με θέμα την τρώση του κράτους δικαίου, τα προβλήματα στη λειτουργία της δικαιοσύνης. Κοινώς, «και με τον αστυφύλαξ και με το χωροφύλαξ»!
Ο τρόπος που η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας αντιμετωπίζει την κριτική που δέχεται, αντί να περιορίζει, επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους: «μαλώνει» και «τραβάει το αυτί», ή και απειλεί με ποινικές και πειθαρχικές ευθύνες όποιον της κάνει κριτική, κάνει υποδείξεις στους συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών, πολιτικολογεί διαρκώς σε φόρα και συμπόσια με Υπουργούς και μεγαλοεπιχειρηματίες, επιδίδεται στην επικοινωνιακή διαπάλη ξιφουλκώντας δημόσια για τα αιχμηρά θέματα.
Απέναντι στην ασυλία που επιχειρεί να οικοδομήσει για τον εαυτό της η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: οι δικηγόροι, οι νομικοί, αλλά και κάθε πολίτης, έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε κριτική στις αποφάσεις της, και το δικαίωμά μας αυτό θα το περιφρουρήσουμε πάση θυσία, εάν θέλουμε να διατηρήσουμε ένα δημοκρατικό νομικό πολιτισμό και μια δημοκρατική έννομη τάξη. Επουδενί δεν πρέπει να δεχθούμε αυτήν την όψιμη διαστρέβλωση της έννοιας της «ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης», που φαίνεται να μην σημαίνει πια ανεξαρτησία από τις επεμβάσεις και τα κελεύσματα της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά «απαγόρευση της κοινωνίας να κάνει κριτική στα πεπραγμένα της δικαστικής εξουσίας».
Παράλληλα, οι δικηγόροι, δικηγορικοί σύλλογοι και ο νομικός κόσμος έχουν παραγκωνιστεί εντελώς όσον αφορά στις αλλαγές θεσμικών νομοθετημάτων, αλλαγές στη λειτουργία της δικαιοσύνης και την άσκηση της δικηγορίας. Το δικηγορικό σώμα, από ένα συλλογικό σώμα – αντίβαρο στον κρατικό αυταρχισμό και την αλλοίωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, μετατρέπεται σε παρακολουθητή της διάλυσης του κράτους δικαίου.
Απαξίωση αντιμετωπίζουν οι δικηγόροι και στις δικαστικές αίθουσες, που γίνονται αποδέκτες αυταρχικών συμπεριφορών και παράλογων επιταγών, ενώ το φαινόμενο του δικαστικού αυταρχισμού αφορά ακόμη και τις ίδιες τις τάξεις των δικαστών, όπως χαρακτηριστικά στην υπόθεση της Ρόδου που κατώτεροι δικαστές απειλήθηκαν με πειθαρχική έρευνα επειδή δεν συμμορφώθηκαν η κρίση τους για την προφυλάκιση με τις επιθυμίες της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας! Πρακτικές πρωτοφανείς και με τεράστιο αντίκτυπο στην ανεξάρτητη κρίση των δικαστών καθολικά.
Τι μπορεί να κάνει ο δικηγορικός κόσμος, και ακόμη πιο συγκεκριμένα, ο δικηγορικός σύλλογος για να ανατρέψει αυτήν την κατάσταση;
Ο ΔΣΑ θα έπρεπε να λειτουργεί ως παράγοντας ελέγχου, δημόσιας αποκάλυψης και να σταθεί αποφασιστικά απέναντι στη διαδικασία αυτή εκτροπής στο χώρο της δικαιοσύνης. Αυτό είναι το κεντρικό διακύβευμα των φετινών εκλογών των δικηγορικών συλλόγων.
Ο ΔΣΑ πρέπει να είναι το καταφύγιο και ο νομικός παραστάτης της κοινωνίας στις μεγάλες υποθέσεις που αφορούν τα ευρύτερα κοινωνικά δίκαια και δικαιώματα. Τα Τέμπη, την Πύλο, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, την υπόθεση των υποκλοπών, τις υποθέσεις φασιστικής βίας και απειλής. Τέτοιες δυνατότητες άλλωστε του αναγνωρίζει το αρ. 90 του Κώδικα Δικηγόρων για τις δίκες με σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο. Οι συλλογικά οργανωμένοι κοινωνικοί φορείς θα έπρεπε να βρίσκουν στήριγμα στο ΔΣΑ απέναντι σε ένα σύστημα αδικίας, συγκάλυψης και ασυλίας για τους ισχυρούς, γεμάτο εμπόδια και γραφειοκρατία. Να βρίσκουν φωνή, νομική υποστήριξη, θεσμική προστασία.
Ο ΔΣΑ πρώτος θα έπρεπε να κατακεραυνώνει την συνταγματική εκτροπή με αποφάσεις όπως αυτή του ΣτΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή του ΑΕΔ που επέτρεψε να λειτουργεί η Βουλή για πρώτη φορά στην ιστορία με 297 βουλευτές, και όχι να συναινεί στην συνταγματική αλλοίωση δια της σιωπής και απραξίας του. Στην προσπάθειά του αυτή, μπορεί να συνεργάζεται με προοδευτικές δυνάμεις στο χώρο των δικαστών, χωρίς όμως να υποστέλλει την κριτική του. Χωρίς να σταματά να διεκδικεί τον περιορισμό της δικαστικής αυθαιρεσίας μέσα κι έξω από τις δικαστικές αίθουσες σε βάρος δικηγόρων, αλλά και πολιτών. Να είναι η ασπίδα των συναδέλφων απέναντι στο δικαστικό αυταρχισμό. Να κινεί διαδικασίες άμεσα για τον πειθαρχικό έλεγχο της δικαστικής εξουσίας σε περιπτώσεις αντιδεοντολογικής δράσης σε βάρος συνηγόρων.
Ο ΔΣΑ πρέπει ενεργητικά να διεκδικήσει πραγματικές αλλαγές για την ανεξαρτησία των δικαστών, την πραγματική ανεξαρτησία, που νοείται ως ανεξαρτησία από την εκτελεστική εξουσία και τους οικονομικά και πολιτικά ισχυρούς, όχι ως έλλειψη στοιχειώδους κοινωνικής ενσυναίσθησης, όπως έχει σήμερα καταντήσει να θεωρείται. Η τωρινή συνθήκη που ανώτατοι δικαστικοί που είναι κοντά στη συνταξιοδότηση διαγκωνίζονται για θέσεις σε Ανεξάρτητες Αρχές, πραγματικότητα που αντικειμενικά δημιουργεί κίνητρα για φίλα προσκείμενες στην εκτελεστική εξουσία κρίσεις, δεν βοηθά. Όπως και οι προαγωγές με βάση τις κυβερνητικές επιδιώξεις, που καταλήγουν να προάγουν σε Αντιεισαγγελέα του ΑΠ την Εισαγγελέα της ΕΥΠ που ενέκρινε όλες τις παρακολουθήσεις των Ανδρουλάκη, Κουκάκη κλπ.
Ο ΔΣΑ μπορεί να προτείνει πραγματική αλλαγή στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας του δικαστικού σώματος, που ναι μεν δεν μπορεί να διορίζεται, αλλά ούτε και να «αυτορρυθμίζεται» καταλήγοντας σε «κράτος των δικαστών», έναν αυταρχικό πυρήνα κοινωνικά ανεξέλεγκτης συγκέντρωσης υπερεξουσίας. Υπάρχουν τρόποι ώστε στη συγκρότηση του σώματος αυτού να συμμετέχουν κοινωνικοί φορείς, να εκπροσωπείται η κοινωνία και τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και οι κοινωνικές οργανώσεις. Δεν θέλουμε δικαστές φοβισμένους, που θα τρέμουν τα πειθαρχικά ή το βάλτωμα στο δικαστικό «Έβρο» αν δεν ακολουθήσουν τη γραμμή της ηγεσίας. Θέλουμε ορθοκρισία, ισονομία, κοινωνική δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη που δεν θα λουφάζει μπροστά στην κρατική αυθαιρεσία.
Ο ΔΣΑ θα έπρεπε να διεκδικεί πρώτος πρόσβαση των πολιτών στη δικαιοσύνη, να καταργηθούν όλα τα οικονομικά εμπόδια, πραγματικό πλαίσιο νομικής βοήθειας, όχι όπως το τωρινό που έχει καταλήγει δικηγορικό πάρεργο.
Όμως, για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται ένας ΔΣΑ που να θέλει και να μπορεί να σηκώσει ανάστημα, αντί να διαπραγματεύεται στα συντρίμμια της διάλυσης της δικαιοσύνης με έναν Υπουργό, τον κ. Φλωρίδη, και μια κυβέρνηση που έχουν κηρύξει τον πόλεμο στο δικηγορικό λειτούργημα και τις αρχές του κράτους δικαίου, και έχουν βαλθεί να καταστήσουν το δικαστικό σύστημα παράρτημα του Μαξίμου. Και αυτό είναι ένα από τα κρίσιμα ζητούμενα, σήμερα, εάν θέλουμε στο μέλλον οι δικηγόροι να εξακολουθήσουν να παρέχουν το υπερασπιστικό και ουσιαστικό τους έργο σε συνθήκες κράτους δικαίου.
Πρώτο στοίχημα, λοιπόν, των φετινών εκλογών, να μην καταστεί ο ΔΣΑ παράρτημα κι αυτός του Μαξίμου, μέσα από μια ηγεσία της επιλογής του κυβερνώντος κόμματος. Κάτι τέτοιο θα είναι ταφόπλακα στη δυνατότητα του δικηγορικού σώματος να σταθεί απέναντι στην συνολική ποδηγέτηση του χώρου της δικαιοσύνης από την κυβέρνηση. Θα σημάνει σιωπή και συναίνεση του ΔΣΑ με τις πολιτικές αυτές αυταρχικής εκτροπής αλλά και την επίθεση στο θεσμικό ρόλο του δικηγόρου και των δικηγορικών συλλόγων. Ένας κυβερνητικός ΔΣΑ είναι ο ταχύτερος τρόπος για να καταρριφθούν και τα τελευταία εμπόδια στο δρόμο της κυβέρνησης για κατάλυση της δικηγορίας και της δημοκρατικής έννομης τάξης, όπως την γνωρίζουμε.
Δεύτερο στοίχημα, είναι να αναδειχθεί η ηγεσία εκείνη του ΔΣΑ που θα μπορεί να συγκρουστεί με το σύμπλεγμα κυβέρνησης- ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας. Χρειάζεται ένας ΔΣΑ που θα κηρύξει το Φλωρίδη persona non grata, αντί για συνομιλητή ή και «συμπροεδρεύοντα» στις Ολομέλειες των Δικηγορικών Συλλόγων, όπως μέχρι σήμερα πράττει η ηγεσία του ΔΣΑ και της Ολομέλειας. Που θα τολμά, θα μιλά και θα αγωνίζεται. Η μέχρι σήμερα στάση της τωρινής ηγεσίας του Συλλόγου, αλλά και όσων ενόψει εκλογών υπόσχονται έναν «μάχιμο» ή «μαχητικό» ΔΣΑ, είναι το λιγότερο απογοητευτική, στάση σιωπής και αποδοχής, φτάνοντας μέχρι και τη συνενοχή. Γιατί είναι συγκεκριμένη επιλογή η σιωπή ή η πρακτική αδράνεια και απουσία αγωνιστικών αποφάσεων του συλλόγου μπροστά στις εγκληματικές τροποποιήσεις κωδίκων, την αλλοίωση δικαιωμάτων, τις πλείστες υποθέσεις αστυνομικής και δικαστικής αυθαιρεσίας σε βάρος πολιτών, ακόμη και δικηγόρων, τις διαρκείς προτάσεις των συμβούλων της Εναλλακτικής για ενεργητική και έμπρακτη κινητοποίηση του ΔΣΑ απέναντι στα συνταγματικά πραξικοπήματα.
Μια ματιά στα προγράμματα των υποψηφίων παρατάξεων και προέδρων στις δικηγορικές εκλογές αρκεί για να καταστήσει σαφές ότι, πέρα από την γενική χρήση όρων περί του «κύρους» του επαγγέλματος, οι περισσότερες δυνάμεις αποφεύγουν συνειδητά να μιλήσουν συγκεκριμένα για τη στάση που θα ακολουθήσουν στη μεγάλη μάχη που έχουμε να δώσουμε σήμερα, μπροστά στην κατάρρευση της κοινωνικής πίστης για την έννοια της «δικαιοσύνης»: τη μάχη απέναντι στην κυβερνητική ποδηγέτηση, τον κυνισμό και τον αυταρχισμό της δικαστικής ηγεσίας.
Η Εναλλακτική Παρέμβαση, με υποψήφιο πρόεδρο ΔΣΑ το Θανάση Καμπαγιάννη, μπορούν να εκπροσωπήσουν ακριβώς αυτό. Έναν ΔΣΑ θεσμικό αντίβαρο στην πορεία εκτροπής στο χώρο της δικαιοσύνης, υπερασπιστή των δικηγόρων, του ρόλου τους, υπερασπιστή των δικαιωμάτων των πολιτών και των δημοκρατικών και συνταγματικών εγγυήσεων. Μια δύναμη με χρόνια αγώνων, με συγκεκριμένο πρόγραμμα θέσεων, με αποφασιστικότητα και με πρόθεση, όχι απλά να διαχειριστεί το τωρινό ναυάγιο της δικαιοσύνης, αλλά να το ανατρέψει.


