Η Εναλλακτική Παρέμβαση στις εκλογές του ΔΣΑ

Νοέμβριος 2025

Ημερομηνία:

Μοιραστείτε:

Εκλογές ΔΣΑ 2025: Μια ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη

Εκλογές ΔΣΑ 2025: Μια ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη

Γράφει ο Γιώργος Βλάχος

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια από την κυβέρνηση Μητσοτάκη η υλοποίηση μιας στρατηγικής που διαμορφώθηκε προ δεκαπενταετίας στο πλαίσιο της μνημονιακής πολιτικής. Αυτή αφορά στο σύνολο των λεγόμενων «μικρομεσαίων» εισοδηματικά στρωμάτων, ανεξάρτητα από το αν απασχολούνται σε διανοητική, εμπορική ή χειρωνακτική εργασία. Η μνημονιακή πολιτική, ως κατεύθυνση για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, έδωσε την ευκαιρία και τη δυνατότητα για την συγκέντρωση μεσοπρόθεσμα του μεριδίου των μικρομεσαίων στρωμάτων στην οικονομία, στα ανώτερα στρώματα.

Εξ αρχής σε αυτή τη στρατηγική είχαν κεντρική θέση οι δικηγόροι. Ιδίως μετά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του ’60, το επάγγελμά μας έλαβε μαζικά χαρακτηριστικά. Συγκροτήθηκε σε αυτό ένα μεγάλο τμήμα της μικρομεσαίας και μεσαίας τάξης (εννοείται και της αστικής) και, ιδίως μετά την πτώση της δικτατορίας και μέχρι σήμερα, απέκτησε μία όψη της μαζικής-λαϊκής-προσιτής οικονομικά- φιλελεύθερης υπερασπιστικής συνηγορίας.

Η μεταμνημονιακή στρατηγική όμως στο χώρο του δικηγορικού επαγγέλματος έχει ένα πολύ ορατό στόχο. Την επαναφορά, την επιτάχυνση και παγίωση του διαχωρισμού των δικηγόρων μεταξύ της ελίτ και των εξαρτημένων επαγγελματικά από αυτή. Με πιο οικονομικά λόγια θα λέγαμε την επιτάχυνση της υπαγωγής της δικηγορικής υπηρεσίας στον κατεξοχήν κεφαλαιοκρατικό τρόπο λειτουργίας. Στο ευρύτερο πλαίσιο, η τάση είναι να προσαρμοστεί η οργάνωση του επαγγελματικού μας κλάδου στην κατεύθυνση της μεγαλύτερης συγκέντρωσης ύλης και όγκου εργασίας στην «ελίτ», στην αναδιάρθρωση σύμφωνα με νεοφιλελεύθερες ορίζουσες των μοντέλων και μεθόδων δικηγορικής εργασίας και σταδιοδρομίας, στην απομάκρυνση, κοινωνικά και επαγγελματικά, των ανώτερων στρωμάτων του κλάδου από τα κατώτερα, στην ολοκλήρωση μιας ηθικοπολιτικής μεταστροφής από την φιγουύρα του δικηγόρου-υπερασπιστή στο δικηγόρο-golden boy σε αντίστιξη με τον δικηγόρο paralegal.

Η στρατηγική αυτή έχει ορισμένες σημαντικές πλευρές.

Η κύρια από αυτές είναι από τη μια η ανακοπή της δυνατότητας του δικηγόρου να μπορεί να ζήσει από το ελεύθερο επάγγελμα, ανεξάρτητος, μόνος του ή σε μικρό συνεταιριστικό σχήμα, από την άλλη η ενίσχυση-ενθάρρυνση της συγκέντρωσης μισθωτών δικηγόρων ως εργαζόμενων αποκλειστικά για εταιρικά σχήματα. Η επιτάχυνση αυτή υπηρετείται κυρίως από την μέγιστη επιβάρυνση του ελεύθερου επαγγελματία δικηγόρου με άδικη, ασφυκτική φορολογία, με άδικο ασφυκτικό ασφαλιστικό σύστημα και την αύξηση των φορολογικών/λογιστικών και παρεμφερών υποχρεώσεων. Φυσικά και με τη γενική αύξηση του κόστους πρόσβασης τη δικαιοσύνη για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Και σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες διαρροές, την υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης. Στην ουσία, το να ανοίξεις ή να διατηρήσεις γραφείο, μόνος ή με ισότιμους συνεργάτες, σήμερα είναι ολοένα και πιο δύσκολο, αν όχι απρόσιτο ακόμη και μετά από δεκαετία στο επάγγελμα.

Μία εξίσου σημαντική πλευρά είναι οι κυβερνητικές προθέσεις, που αποτελούν πρόγραμμα για υποψηφίων στο ΔΣΑ εδώ και χρόνια, για την σκλήρυνση ή εισαγωγή πολλαπλών φίλτρων στο επάγγελμα. Αυτές είναι παραδείγματος χάρη: α) η σκλήρυνση των εξετάσεων των ασκούμενων ή και ο εμπλουτισμός των απαιτήσεων της άσκησης με επιπλέον υποχρεώσεις, β) η καθιέρωση εξετάσεων ή αριθμού υποχρεωτικών παραστάσεων για την παράσταση σε ανώτερα δικαστήρια, γ) η καθιέρωση ειδικής πιστοποίησης δεξιοτήτων για την ενασχόληση με συγκεκριμένα αντικείμενα ή κλάδους δικαίου, δ) η αναδιαμόρφωση των σπουδών της νομικής με εισαγωγή εξειδικεύσεων στο πτυχίο και η συρρίκνωση του επαγγελματικού δικαιώματος, παράλληλα με την καθιέρωση πιστοποίησης δεξιοτήτων, ε) ο διαχωρισμός των νομικών σπουδών ή και του επαγγέλματος σε κατεξοχήν νομικά – δικηγόρου με δικαίωμα παράστασης στο δικαστήριο (advocate) και υπαλλήλου γραφείου με νομικές γνώσεις/δεξιότητες (paralegal).

Σε μία πραγματικότητα όπου ο πτυχιούχος Νομικής έχει το νόμιμο δικαίωμα και (θεωρητικά) την πραγματική δυνατότητα να εργαστεί σε όλα τα αντικείμενα της δικηγορίας σύμφωνα με το μεράκι ή τη δεξιότητά του, όλες οι παραπάνω ρυθμίσεις διαμορφώνουν ένα ευρύ πλαίσιο αποκλεισμών, συρρικνωμένης προοπτικής, υπαγωγής στην ανάγκη του εργοδότη δικηγόρου/εταιρείας, και εν τέλει ενίσχυσης και παγίωσης του διαχωρισμού μεταξύ ελίτ και εξαρτημένων δικηγόρων. Αξιοσημείωτο σε όλα αυτά τα σχέδια είναι ότι αφορούν τις νέες γενιές ασκούμενων και νέων δικηγόρων και όχι τις παλιότερες -προνομιούχες- γενιές.

Μία τρίτη πλευρά αυτής της στρατηγικής σχετίζεται με το ίδιο το περιεχόμενο του δικηγορικού επαγγέλματος: τη νομοθεσία, τη δικονομία, τις διαδικασίες. Είναι αδύνατον σήμερα ο δικηγόρος να μπορεί να ασχοληθεί με κάθε τι, ακόμη κι αν έχει, θεωρητικά, το επαγγελματικό δικαίωμα να το κάνει. Η πολυνομοθεσία, η πολλαπλότητα των πηγών, η λογική του νομοθετικού λαϊκισμού, η πολυπλοκότητα των δικονομιών και ο κατακερματισμός τους, δημιουργούν ένα ουσιαστικό πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος εξαιρετικά δυσχερές, γεμάτο κινδύνους, αδιέξοδα και προσκόμματα. Ιδίως σε ορισμένους κλάδους/αντικείμενα, λ.χ. του δημόσιου-διοικητικού δικαίου και δικονομιών, το φαινόμενο αυτό είναι δραματικό. Ταυτόχρονα, στο αστικό δίκαιο η συνεχής τροποποίηση των βασικών δικονομικών νομοθετημάτων, πέραν της ανασφάλειας διαχρονικού δικαίου, είναι στην κατεύθυνση του ακόμα μεγαλύτερου κατακερματισμού των διαδικασιών, ακόμη περισσότερων γραφειοκρατικών-τυπικών απαιτήσεων, ακόμη μεγαλύτερων και συχνότερων δικονομικών κινδύνων. Στον δε κλάδο του ποινικού δικαίου, η τάση είναι αυτή του ποινικού λαϊκισμού, της αυστηροποίησης των ποινών, της αυθαιρεσίας, της περιστολής δικαιωμάτων και της υπερύψωσης της θέσης της διωκτικής αρχής έναντι του κατηγορούμενου με διάφορες μορφές.

Το πλαίσιο αυτό γενικά διαμορφώνει την αναγκαιότητα για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος κυρίως μέσα από μεγάλα, οργανωμένα, πολυσχιδή σχήματα, με δυνατότητα απασχόλησης πολλών και εξειδικευμένων δικηγόρων, γραμματεία, λογιστήριο, βιβλιοθήκη, πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων νομολογίας κ.ο.κ. Δηλαδή σε δικηγορικές εταιρείες. Αντίθετα, διαμορφώνει τρομακτικά δύσκολες συνθήκες για την διατήρηση μικρών ανεξάρτητων γραφείων.

Τέταρτο σημείο είναι η διατήρηση της μη ρύθμισης του πλαισίου εργασίας των μισθωτών (με τις διάφορες μορφές) δικηγόρων και των ασκούμενων δικηγόρων. Χωρίς ρύθμιση του κατώτατου μισθού, χωρίς ρύθμιση πλαισίου ωρών εργασίας και της εργασιακής σχέσης, η πραγματικότητα είναι μία ζούγκλα, η οποία ως κύριο αποτέλεσμα έχει την μεγάλη υποτίμηση της αξίας της εργασίας του μισθωτού ή ασκούμενου δικηγόρου προς όφελος του εργοδότη δικηγόρου/εταιρείας.

Μία ακόμη πλευρά της παγίωσης μίας ειδικής «ιεραρχίας» και εσωτερικής κατανομής στο δικηγορικό επάγγελμα προκύπτει και από τη μεγάλη επέκταση των υπηρεσιών που παρέχονται στις διάφορες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και τις τράπεζες. Οι (δικηγορικές) εταιρείες αυτές λειτουργούν με κατεξοχήν κεφαλαιοκρατικούς όρους αξιοποίησης της μισθωτής δικηγορικής εργασίας για μεγάλους αριθμούς προσώπων. Επιβεβαιώνουν ακριβώς το υπόδειγμα ελίτ-επικεφαλής δικηγόροι έναντι μάζας εξαρτημένων. Και αυτό είναι κεντρικό στην κυβερνητική στρατηγική και την τάση της σημερινής ανώτερης βαθμίδας του επαγγέλματος. Ταυτόχρονα, αυτού του τύπου η οργάνωση της εργασίας θεμιτοποιεί και τον κατακερματισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων, δημιουργώντας πεδίο αφενός για εξειδικευμένα αντικείμενα, αφετέρου για θεσμική αναγνώριση νομικής αλλά όχι δικηγορικής (με δικαίωμα παράστασης) εργασίας (paralegal). Δεν είναι τυχαίο ότι επιχειρείται η αλλαγή των συγκεκριμένων άρθρων του Κώδικα Δικηγόρων ώστε να δοθεί (μέσω της αναστολής της δικηγορικής ιδιότητας) η δυνατότητα πρόσληψης δικηγόρων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου χωρίς αναγνώριση της ιδιότητας του δικηγόρου και των έννομων συνεπειών αυτής.

Έχει τέλος αξία να εξετάσουμε και την ίδρυση των ιδιωτικών νομικών σχολών, που θα έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη εκροή αποφοίτων στην αγορά εργασίας, εκτός αυτών των τριών δημόσιων νομικών σχολών και των αναγνωρισμένων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Μέχρι σήμερα το μόνιμο επιχείρημα για την αναδιάρθρωση του επαγγέλματος, την εισαγωγή φίλτρων κ.ο.κ., ήταν ο (δήθεν) υπερπληθωρισμός των δικηγόρων και η ανάγκη αποψίλωσής μας, ο εξοβελισμός μας από το επάγγελμα, η αποτροπή από τη συμμετοχή στην άσκηση, στις εξετάσεις, η δυσκολία των εξετάσεων κ.λπ. Το επιχείρημα αυτό ήταν και είναι ψευδεπίγραφο, όσο ακριβώς ήταν και πριν από 100 χρόνια όταν πρωτοδιατυπώθηκε ώστε να μην γίνει το δικηγορικό επάγγελμα προσιτό από κοινωνικά στρώματα έξω από την αστική τάξη. Σήμερα χρησιμοποιείται το ίδιο επιχείρημα για να «απελευθερωθούμε από τη δουλειά μας» όσες και όσοι δεν ανήκουμε στην ελίτ του χώρου. Όμως, όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη όφειλε στους πιστωτές της να «ανοίξει» το πεδίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ιδιωτική αγορά, τότε το επιχείρημα του υπερπληθωρισμού των δικηγόρων λησμονήθηκε. Πλέον, οι εκροές αποφοίτων νομικών σχολών (δημόσιων και ιδιωτικών) θα είναι τέτοιες ώστε πιθανότατα θα δημιουργηθεί δυσανάλογα μεγάλη προσφορά εργασίας (άσκηση, μισθωτή απασχόληση στα πρώτα έτη δικηγορίας) συγκριτικά προς τη ζήτηση. Έτσι το πιθανότερο αποτέλεσμα (και στόχος), σε συνδυασμό με τη μη ρύθμιση δικαιωμάτων ασκούμενων και μισθωτών δικηγόρων, θα είναι η μαζικοποίηση της μισθωτής δικηγορίας με εντονότερη συμπίεση της αξίας της εργασίας της.

Οι εξελίξεις αυτές παρουσιάζονται ως αναπόδραστες. Δεν είναι. Το μέλλον εξαρτάται άμεσα από τη στρατηγική που θα επιλέξουμε στους Δικηγορικούς Συλλόγους, τις κατευθύνσεις που μπορούμε να κινηθούμε, τις αποφάσεις και τις επιλογές που θα στηρίξουν μία διαφορετική στρατηγική. Στην Εναλλακτική Παρέμβαση υπερασπιζόμαστε τη δικηγορία στην ουσία της: τη δικαστική παράσταση, την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, τη διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, τη μάχη με τη γραφειοκρατία, τη διευκόλυνση των συναλλαγών των συμπολιτών μας. Υποστηρίζουμε τα ανεξάρτητα δικηγορικά γραφεία, τις και τους μαχόμενους συναδέλφους, τους ασκούμενους και μισθωτούς δικηγόρους που αμείβονται αξιοπρεπώς, τους υπερασπιστές των δικαιωμάτων. Στόχος μας είναι όλες και όλοι να μπορούμε να ζούμε από το επάγγελμά μας με αξιοπρέπεια, χωρίς να χρειάζεται να αναζητούμε δεύτερη δουλειά, έχοντας πραγματική ελευθερία να επιλέγουμε το αντικείμενο και τον τρόπο εργασίας μας.

Η στρατηγική αυτή είναι ορατή, απτή και υλοποιήσιμη. Συνιστά τον κορμό του προγράμματός μας στις εκλογές του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας. Επιδιώκουμε αυτό το πρόγραμμα του ίδιου του Συλλόγου μας, ώστε αυτός να διοικείται με σαφείς κοινωνικούς και επαγγελματικούς στόχους. Με Πρόεδρο τον Θανάση Καμπαγιάννη και την Εναλλακτική Παρέμβαση δυναμικά στο διοικητικό συμβούλιο, το πρόγραμμα της «Εναλλακτικής» μπορεί να οδηγήσει το Σύλλογό μας σε άλλη κατεύθυνση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημοφιλή