Δικαιοσύνη και έμφυλη ανισότητα
Γράφει η Ιωάννα Στεντούμη
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε αύξηση, αλλά και ένταση, στη συζήτηση γύρω από τα ζητήματα της έμφυλης ισότητας, εντός και εκτός δικαιοσύνης και δικηγορικού κλάδου. Στο βαθμό που το νήμα που συνδέει τα έμφυλα στερεότυπα στο εσωτερικό του κοινωνικού σώματος, με το σεξισμό που παρατηρούμε εντός του χώρου της δικαιοσύνης, είναι το ίδιο, οι πατριαρχικές αντιλήψεις, δε μπορούμε παρά να το αντιμετωπίζουμε και να το αποδομούμε από κάθε σημείο που μπορούμε.
Σε αυτή τη μεγάλη συζήτηση που συνεχίζεται για την έμφυλη ανισότητα, όπως εκφράζεται είτε μέσα από το σεξισμό στον κλάδο, είτε μέσα από πράξεις ενδοοικογενειακής βίας στην κοινωνία, είτε μέσα από το θεσμικό και θεσμοποιημένο σεξισμό, θεωρούμε θετικό ότι όλα αυτά τα ζητήματα αφενός συζητούνται υπό την οπτική της καταδίκης της έμφυλης βίας και ανισότητας, αλλά ταυτόχρονα χωρίς να δεχόμαστε την εργαλειοποίηση αυτής της ανισότητας και βίας – που είναι και θεσμική – ώστε να απωλέσουμε τις αρχές της δίκαιης δίκης. Η διολίσθηση σε μία κατεύθυνση σκλήρυνσης της καταστολής, μέσω της αύξησης των ποινών, της κατάργησης/ απομείωσης του θεσμούς της αναστολής ή της υφ’ όρων απόλυσης – που ήδη έχουν οδηγήσει σε τριπλασιασμό των κρατουμένων – είναι η επιλογή του κράτους, που ως νομικοί, δεν πρέπει να αφήνουμε αναπάντητη. Από κάθε βήμα που μας δίνεται και σε κάθε ευκαιρία, οφείλουμε να αναδεικνύουμε την υποκρισία ενός κράτους που πλήρως υποβαθμίζει την οπτική του φύλου από το νομικό και κοινωνικό διάλογο, αρνείται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των έμφυλων εγκλημάτων, αδιαφορεί για την πρόληψη και την προστασία των θυμάτων, ενώ την ίδια στιγμή πλειοδοτεί σε ποινές, πλήττει τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις, στοχοποιεί τις μητέρες και τα παιδιά θύματα βίας μέσω του νέου Οικογενειακού Δικαίου και καλλιεργεί κάθε είδους ταξικά, έμφυλα και κοινωνικά στερεότυπα στη δικαιοσύνη.
Θεωρούμε βαθιά προβληματικά τα φαινόμενα συστηματικής παραβίασης των δικαιωμάτων των θυμάτων έμφυλης βίας από την αστυνομία, τους δικαστικούς-εισαγγελικούς λειτουργούς, ακόμα και τις κοινωνικές υπηρεσίες, που συχνά δεν έχουν λάβει καμία εκπαίδευση για τα ζητήματα αυτά, αλλά και από την πλειοψηφία των συνηγόρων υπεράσπισης στις υποθέσεις έμφυλης βίας, στις οποίες διαπιστώνονται οι περισσότερες προβληματικές.
Κεντρικό άξονα στην πατριαρχία αποτελεί ένα βαθιά κοινωνικά εμπεδωμένο σύστημα σεξιστικών λόγων και πρακτικών που αναπαράγεται και διαπερνά οριζόντια όλη την κοινωνία και δε θα μπορούσε, επομένως, να απουσιάζει από τους κρατικούς μηχανισμούς, το νόμο, την ερμηνεία του και το δικαστικό σύστημα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εν γένει εχθρική στάση του δικαιικού συστήματος, όπως εκφράζεται μέσω της διαρκούς αμφισβήτησης του λόγου του θύματος, της εξέτασής του συχνά μπροστά στο δράστη, τη χρήση στερεοτυπικών ερωτήσεων που δείχνουν πλήρη άγνοια της ψυχολογίας του θύματος και συνιστούν εγχειρίδιο ‘victim blaming’, συμβάλλει στο ανησυχητικά μικρό ποσοστό καταγγελιών των θυμάτων, αλλά και στο ακόμα μικρότερο ποσοστό καταδικαστικών αποφάσεων.
Αυτά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη λογική σκλήρυνσης που εκφράζει μία πολιτεία που νομοθετεί χωρίς να έχει διεξάγει καμία μελέτη για την αποτελεσματικότητα των μέτρων και χωρίς να συζητήσει με τους εξειδικευμένους φορείς, επιστήμονες και οργανώσεις σχετικά με το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας και της προστασίας θυμάτων, γυναικών και παιδιών. Η ποινική αυστηροποίηση δεν έχει αποδώσει πουθενά όπου έχει εφαρμοστεί, ούτε είναι το ζητούμενο στην αντιμετώπιση ευρέως διαδεδομένων και διαβρωτικών κοινωνικών φαινομένων, όπως τα έμφυλα αδικήματα, η ένταση και η έκταση των οποίων αυξάνεται τα τελευταία έτη. Η αυστηροποίηση του θεσμικού πλαισίου, όπως η κατάργηση της αναστολής για ποινές άνω των 2 ετών, χρησιμοποιήθηκε, υπό το φως συγκεκριμένων εγκλημάτων που απέκτησαν ορατότητα κι επέδρασαν στην κοινή γνώμη, την επαύριο όμως θα αξιοποιηθεί αυτή η αντιμετώπιση και σε άλλα πλημμελήματα, καταργώντας την αρχή της αναλογικότητας αλλά και τους σκοπούς της ειδικής πρόληψης.
Στη χώρα μας δεν τηρείται το προστατευτικό πλαίσιο για τις διαδικασίες καταγγελιών για θύματα έμφυλης βίας, όπως προβλέπονται από την Οδηγία 2012/29/ΕΕ για τα θύματα εγκληματικών πράξεων, την Οδηγία 2024/1385/ΕΕ για την ενδοοικογενειακή βία και από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, με αποτέλεσμα να καταγγέλλεται μόνο η κορυφή του παγόβουνου από το σύνολο των εγκλημάτων, ή όταν είναι πολύ αργά και το θύμα πλέον έχει υποστεί πολύ μεγάλη βλάβη. Το ερώτημα νομικά και κοινωνικά, είναι εάν παρέχεται η δυνατότητα στα θύματα να καταγγείλουν και δη, σε χρονικό σημείο που δεν έχουν πληγεί βάναυσα τα δικαιώματά τους. Παρατηρείται συχνά ότι το αστυνομικό και δικαστικό σώμα δεν έχει επιμορφωθεί επαρκώς για το πώς να αντιμετωπίζει αυτές τις υποθέσεις. Το κράτος έχει αδιαφορήσει να εκπαιδεύσει τους δικαστικούς λειτουργούς στη ψυχική βλάβη που προκαλείται στα θύματα, στις συνήθεις αντιδράσεις το θύματος στην επίθεση όπως το πάγωμα, στην ανάκληση της καταγγελίας, ότι μπορεί να έρθουν μνήμες σε μετέπειτα χρονικό διάστημα, για τους λόγους που δεν καταγγέλλουν εξαρχής τον δράστη κ.ά. −γεγονότα που συνήθως μάλιστα χρησιμοποιούνται ως κατηγορία εναντίον των θυμάτων από αστυνομικούς και δικαστικούς λειτουργούς. Η ίδια κυβέρνηση το 2021 ψήφισε ένα νόμο γυναικοκτονικό περί ‘υποχρεωτικής συνεπιμέλειας’, καλλιεργώντας μια άκρως σεξιστική επιχειρηματολογία, ότι οι μητέρες προβαίνουν σε ψευδείς καταγγελίες για κακοποίηση, προσπαθούν να αποξενώσουν τα παιδιά κτλ. Σε αυτή τη λογική πραγματοποιήθηκαν και οι αντίστοιχες εκπαιδεύσεις στους δικαστικούς λειτουργούς, με αναλυτικές αναφορές στο ψευδοσύνδρομο της γονεϊκής αποξένωσης, παρότι έχει διεθνώς καταρριφθεί, ενίοτε και με συνδρομή του ΔΣΑ, σε εκδηλώσεις του οποίου ξεδιπλώθηκε όλη αυτή η μισογύνικη επιχειρηματολογία, χωρίς λέξη να ακουστεί για τα θύματα.
Μια κυβέρνηση που επιθυμεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο, οφείλει να εστιάσει στην πρόληψη, στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού πλαισίου ασφάλειας και στήριξης των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, σε μια ασφαλή και λειτουργική διαδικασία καταγγελίας, όπως και στην κοινωνική υποστήριξη και αποκατάσταση των θυμάτων μετά. Η φυλακή δεν είναι αυτό που θα λύσει κοινωνικά φαινόμενα τέτοιου βεληνεκούς και διείσδυσης στο κοινωνικό σώμα. Οφείλει να δημιουργήσει παραπάνω ξενώνες, να παράσχει επιδόματα, να εξασφαλίσει ικανό αριθμό από ιατροδικαστές για την εξέταση των θυμάτων, όπως και κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους στα σχολεία ώστε να προλαμβάνουν και να εντοπίζουν άτομα σε κίνδυνο, αλλά και στους δήμους για πιο εύκολη πρόσβαση όλων των πολιτών. Αντίστοιχα να υπάρξουν προγράμματα παρέμβασης και επιμόρφωσης για την έμφυλη ισότητα από μικρές ηλικίες, ώστε σταδιακά να αλλάξει η κουλτούρα του βιασμού και των έμφυλων στερεοτύπων.
Ταυτόχρονα, δε μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι ο ίδιος σεξισμός που διαπνέει τους κρατικούς φορείς όσον αφορά τα θύματα της βίας, επιδρά και σε εμάς τις ίδιες και το πώς ασκούμε το επάγγελμα. Όταν πριν από τρία χρόνια, ενδεικτικά συντάξαμε ένα ερωτηματολόγιο σε σχέση με σεξιστικές συμπεριφορές που βίωσαν κάποιες και κάποιοι από εμάς στους χώρους εργασίας μας, μέσα στα δικηγορικά γραφεία, το αποτέλεσμα ήταν να έρθει σε γνώση μας ένας αριθμός 500 περιστατικών, αριθμός αρκετά μεγάλος, ιδίως με δεδομένο ότι γνωρίζουμε πως σχεδόν κανένα από αυτά, δεν κατέληξε σε καταγγελία. Δυστυχώς, ο ΔΣΑ δεν έλαβε καμία πρωτοβουλία για την επίσημη καταγραφή αντίστοιχων περιστατικών, ενώ ακόμα δεν υπάρχει μια θεσμοθετημένη διαδικασία για τη διερεύνηση και την αντιμετώπιση τέτοιων συμπεριφορών. Παράλληλα, δεχόμαστε σταθερά σεξιστικές συμπεριφορές από «συναδέλφους» μας, συχνά με φωνές και λεκτικές προσωπικές επιθέσεις κι απειλές, ιδίως όταν υποστηρίζουμε θύματα έμφυλης κακοποίησης.
Περαιτέρω, το δικηγορικό επάγγελμα ασκείται σε συνθήκες που είναι εχθρικές για τις δικηγόρους και ακόμα περισσότερο, τις μητέρες δικηγόρους. Οι ανελαστικές προθεσμίες, τα εξαντλητικά ωράρια, το καθεστώς της «συνεργάτιδας» και η εχθρική αντιμετώπιση από συναδέλφους και δικαστές σε περίπτωση που τολμήσουμε να αρθρώσουμε ένα κώλυμα σχετικό με την οικογενειακή συνθήκη, καθιστούν εξοντωτική την ήδη δύσκολη καθημερινότητα της (νέας) μητέρας. Σε αυτά προστίθενται η εγκατάλειψη από το κράτος και η διάλυση κάθε ίχνους κοινωνικής υποδομής για την στήριξη των νέων οικογενειών, ώστε να τίθεται στην πράξη ένα οιονεί «ασυμβίβαστο» μεταξύ μητρότητας – και γονεικότητας εν γένει – και άσκησης της δικηγορίας.
Οι μητέρες δικηγόροι συχνά αδυνατούν να «συνταιριάξουν» τις υποχρεώσεις της μητρότητας με τη δικηγορία. Οι αυτοαπασχολούμενες δεν έχουν καμία απολύτως υποστήριξη για την επιστροφή στην εργασία και καλούνται να γυρίσουν πολύ νωρίς μετά τον τοκετό, για να κρατήσουν το γραφείο και τις υποθέσεις τους, προτού ακόμη συμπληρωθεί ένα ικανό διάστημα αποθεραπείας από τον τοκετό, ξεκούρασης της μητέρας, αλλά και συμπλήρωσης ενός ελάχιστου διαστήματος παραμονής στο σπίτι για τη φροντίδα του βρέφους. Αντίστοιχα για τις μισθωτές δικηγόρους, ιδιαίτερα όσες εργάζονται με «μπλοκάκι», δεν υπάρχει καμία απολύτως προστατευτική πρόβλεψη που να εξασφαλίζει στοιχειώδη άδεια από την εργασία για ένα ελάχιστο διάστημα μετά τον τοκετό. Ως αποτέλεσμα, είτε αντιμετωπίζουν σύντομη επιστροφή στην εργασία, είτε απολύσεις. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει καμία κατανόηση και καμία πρόβλεψη στο χώρο των δικαστηρίων για μια ελάχιστη διευκόλυνση των νέων μητέρων: δεν υπάρχει προβλεπόμενος χώρος για θηλασμό, ενώ μια θηλάζουσα λεχώνα αδυνατεί να αφήσει το βρεφος για πάνω από δύο ώρες, δεν υπάρχει θεσμική πρόβλεψη για προτεραιότητα στην κατάθεση και στην εκδίκαση σε εγκύους και λεχώνες, δεν υπάρχει παράταση στις προθεσμίες, δεν υπάρχει πρόβλεψη για έκτακτο κώλυμα σε περίπτωση ασθένειας παιδιού. Ακόμα και τα αιτήματα αναβολών ένεκα της λοχείας, τίθενται στο μικροσκόπιο και συχνά απορρίπτονται από την έδρα.
Την ίδια δε στιγμή που η κυβέρνηση συστηματικά είναι εχθρική στη γονεικότητα, την ίδια στιγμή αδιαφορεί για παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς. Σε ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει δικαίωμα αποσύνδεσης από την εργασία μέσα στην ημέρα ή σαββατοκύριακο, η ανυπαρξία δομών για τη φροντίδα παιδιών κοντά στα δικαστήρια και τα δικηγορικά γραφεία, είναι ένα από τα πιο σοβαρά εμπόδια για την άσκηση δικηγορίας από νέους γονείς.
Για όλα τα παραπάνω, θεωρούμε αναγκαίο να υπάρχει πολύπλευρη προστασία για τα θύματα έμφυλης βίας, αλλά και να ληφθούν μέτρα για την εξάλειψη της σεξιστικής συμπεριφοράς και κουλτούρας εντός και εντός δικαιοσύνης:
-Να υπάρξει πρόβλεψη για ειδική εκπαίδευση πάνω στην έμφυλη βία όλων των εμπλεκόμενων μερών της δίκης (στις νομικές σχολές, σχολές αστυνομίας, στην Εθνική Σχολή Δικαστών).
-Ο ΔΣΑ να λάβει άμεσα απόφαση για την διενέργεια ειδικών σεμιναρίων και την έκδοση πρωτοκόλλων καλών πρακτικών για την αντιμετώπιση υποθέσεων έμφυλης βίας και σεξουαλικών εγκλημάτων, που να περιλαμβάνουν και τη συμπεριφορά των μελών του.
-Να εφαρμόζοναι οι ειδικές νομοθετικές προβλέψεις για την αντιμετώπισης της δευτερογενούς θυματοποίησης των θυμάτων έμφυλων εγκλημάτων, όπως η πρόβλεψη εξοπλισμού που θα επιτρέπει την εξέταση του θύματος με οπτικοακουστικά ή άλλα μέσα, ώστε να μην βρίσκεται δίπλα στον κακοποιητή/βιαστή, με τρόπο που να εξασφαλίζονται τα δικαιώματα όλων των μερών, όπως άλλωστε έχει ήδη νομολογηθεί από το ΕΔΔΑ.
-Να προβλεφθεί η τοποθέτηση εξειδικευμένων αστυνόμων σε κάθε Τ.Α., να αναλαμβάνει από την αρχή την υπόθεση ένας υπάλληλος, του φύλου προτίμησης του θύματος και κατάλληλων εκπαιδευμένων διερμηνέων και ψυχολόγων, με αύξηση των ιατροδικαστικών υπηρεσιών.
– Να καλύπτονται οι αυξημένες ανάγκες της εγκυμοσύνης, της λοχείας, της ανατροφής μικρών παιδιών, σε επίπεδο δικαστηριακής πρακτικής, στο πεδίο των αδειών και απαγόρευσης απολύσεων για τις μισθωτές δικηγόρους σε περιόδους εγκυμοσύνης, λοχείας και μητρότητας, αλλά και μέσω της εξασφάλισης των αναγκαίων δημόσιων δομών παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών.


