Μισθωτή δικηγορία με δικαιώματα; Κι όμως γίνεται!
Γράφουν η Ασημίνα Ηλιοπούλου και η Αννέτα Σούλου
Κατώτατοι και υποκατώτατοι (!) μισθοί, ανύπαρκτα ωράρια, μηδενικές άδειες. Με άλλα λόγια, η εργασιακή καθημερινότητα όπως τη γνωρίζουμε χιλιάδες συνάδελφοι και συναδέλφισσες μισθωτοί δικηγόροι.
Υπάρχει μια ψευδαίσθηση που χρόνια τώρα αναπαράγεται μέσα στα δικηγορικά γραφεία: ότι η μισθωτή δικηγορία είναι ένα «πέρασμα», ένα αναγκαίο στάδιο πριν το “δικό σου γραφείο και τη δική σου πελατεία”, πριν την ανεξαρτησία. Ότι αποτελεί απλώς μια προσωρινή περίοδο στη διαδρομή κάθε νέου ή νέας δικηγόρου και όχι καθεστώς. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική: η μισθωτή δικηγορία είναι η σημερινή μορφή της εργασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία του σώματος – χωρίς αυτό να αποτελεί πάντα επιλογή. Ο/η μισθωτός/ή δικηγόρος δεν είναι λοιπόν εξαίρεση, αλλά η πλειοψηφία. Είναι αυτός/η που σηκώνει στις πλάτες του/της τη μαζική παραγωγή δικογράφων, την μαζική παροχή νομικών υπηρεσιών κ.ο.κ. Το να συνεχίζουμε να τον/την αντιμετωπίζουμε σαν «προσωρινό συνεργάτη» είναι υποκριτικό. Είναι η ίδια η δομή του επαγγέλματος που έχει οικοδομηθεί πάνω στην αόρατη εργασία των νέων δικηγόρων – αυτών που δουλεύουν με μπλοκάκι, χωρίς δικαιώματα, χωρίς σταθερότητα, χωρίς προοπτική.
Η όλο και αυξανόμενη συγκέντρωση της δικηγορικής ύλης σε λίγες, μεγάλες δικηγορικές εταιρείες, και βεβαίως η συνεχής και διαρκώς σκληρότερη επίθεση της κυβέρνησης στους αυτοαπασχολούμενους δικηγόρους, έχουν οδηγήσει στη μαζική έξοδο από το ελεύθερο επάγγελμα και την έντονη τάση μισθωτοποίησης της δικηγορίας. Η τάση αυτή έρχεται να συναντήσει ένα ταξικά διαστρωματωμένο δικηγορικό σώμα, το οποίο σαφώς και δεν βιώνει τις συνέπειες των παραπάνω με τον ίδιο τρόπο. Η σκληρή αλήθεια όμως είναι μια και είναι η εξής: η δικηγορική γαλέρα έχει δύο πλευρές, μια πλευρά που την υπομένει χωρίς να μπορεί ατομικά να ξεφύγει από αυτήν, και μια που την τρέφει για να κερδίζει η ίδια.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών έχει δυστυχώς διαλέξει πλευρά, αρνούμενος σταθερά να αναγνωρίσει την ύπαρξη της μισθωτής δικηγορίας ως πεδίο αναγκαίας ρύθμισης και εφαρμογής των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου, διαιωνίζοντας την εργασιακή ζούγκλα των μισθωτών δικηγόρων. Διατηρεί σε ισχύ ένα πλήρως αρρύθμιστο νομοθετικό καθεστώς, όπως αυτό που υπαγορεύει ο απαρχαιωμένος Κώδικας Δικηγόρων, προσφέροντας τελικά στους δικηγόρους-εργοδότες ένα τόσο απροστάτευτο εργασιακό δυναμικό, που ούτε η Κυβέρνηση κατάφερε ακόμα να δημιουργήσει, παρά τα συνεχή πλήγματα στο εργατικό δίκαιο, Ως αναγκαίο συμπλήρωμα όλων αυτών, ο ΔΣΑ καταφέρεται με μεγάλη επιθετικότητα απέναντι σε κάθε θέση που μιλά σήμερα για μισθωτή δικηγορία, χαρακτηρίζοντάς την απειλή για την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος.
Η πλειοψηφία των μισθωτών δικηγόρων σήμερα, απασχολούμαστε χωρίς καμία εργασιακή ή κοινωνικοασφαλιστική προστασία. Οι επιλογές για τους μισθωτούς δικηγόρους σήμερα είναι συγκεκριμένες και είναι οι εξής:
- «Εδώ είμαστε συνεργάτες»: Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνει σταθερά το καθεστώς συνεργασίας, το λεγόμενο «μπλοκάκι». Έτσι απασχολούνται οι δικηγόροι που, παρότι παρέχουν σταθερά τις υπηρεσίες τους για λογαριασμό άλλων, οι εργοδότες αρνούνται να τους αναγνωρίσουν ως εργαζομένους, αναγκάζοντάς τους να κόβουν κάθε μήνα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, σαν να απευθύνονται σε πελάτες. Εδώ η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων εργάζεται δίχως ωράριο και κατώτατο μισθό, με τους νέους δικηγόρους να απασχολούνται 9 και 10 ώρες για 900€ μεικτά. Φυσικά σε αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχουν δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, ενώ και η ίδια η άδεια αναψυχής είναι αποτέλεσμα της ατομικής διαπραγμάτευσης με το γραφείο και οι λέξεις απόλυση και αποζημίωση δεν συνοδεύουν ποτέ η μία την άλλη. Αποτέλεσμα ατομικής διαπραγμάτευσης είναι βεβαίως και η κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, αφού ήδη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο συνεργάτης δικηγόρος, χρειάζεται να διευκρινίσει ο ίδιος κατά πόσο ο εργοδότης προτίθεται να καταβάλει τα 2/3 των ασφαλιστικών του εισφορών (της κατώτατης πάντα κατηγορίας!). Από εδώ δεν λείπουν φυσικά και οι περιπτώσεις της «μαύρης» εργασίας, την πιο ακραία μορφή εκμετάλλευσης με την οποία πολλοί συνάδελφοι έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά.
- «Έμμισθος δικηγόρος, αλλά με μέτρο»: οι συναδέλφισσες και συνάδελφοι που απασχολούνται με το καθεστώς της έμμισθης εντολής αποτελούν δυστυχώς την οικτρή μειοψηφία των μισθωτών δικηγόρων. Εδώ οι μισθωτοί δικηγόροι, παρότι απολαμβάνουν βεβαίως της προστασίας πολλών διατάξεων του εργατικού δικαίου, γνωρίζουν καλά τα όρια αυτού του καθεστώτος. Η εργασία παρέχεται και εδώ χωρίς ωράριο, όπως άλλωστε ρητά επιτρέπει ο Κώδικας Δικηγόρων, ενώ δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για κατώτατο και κλιμακούμενο μισθό.
Για το γεγονός βεβαίως ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών δικηγόρων απασχολούνται υπό το επαίσχυντο καθεστώς της συνεργασίας έναντι αυτού της έμμισθης εντολής, με όλους τους περιορισμούς της, ευθύνεται το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει την εργασία μας. Το καθεστώς συνεργασίας δεν είναι απλώς ανεκτό από τον Κώδικα Δικηγόρων αλλά τυποποιείται από αυτόν με το άρθρο 48, επιτρέποντας σε δικηγόρους-εργοδότες που απασχολούν σταθερά άλλους δικηγόρους να τους υπαγάγουν εκεί. Το μπλοκάκι και η έμμισθη εντολή είναι δύο τυπικά ισότιμες επιλογές για τον δικηγόρο που θέλει να προσλάβει προσωπικό. Το αν θα επιλέξει τη μία ή την άλλη, δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε νόμιμη προϋπόθεση αλλά μόνο από τη μονομερή βούληση του εργοδότη. Ο παραλογισμός αυτός συνοψίζεται τελικά στο εξής: ο ΔΣΑ, ο οποίος υπερασπίζεται μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια το καθεστώς συνεργασίας του Κώδικα, κυριολεκτικά πριμοδοτεί ένα πλαίσιο όπου απευθύνεται ελεύθερα στον δικηγόρο που θέλει να απασχολήσει σταθερά και πάγια άλλον δικηγόρο, λέγοντάς του ευθέως «υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνεις, ο ένας περιλαμβάνει μερικώς την προστασία του εργατικού δικαίου, ενώ ο άλλος όχι. Εσύ ποιον προτιμάς;…..»
Αποκορύφωμα της εργασιακής ζούγκλας την οποία βιώνουμε καθημερινά, είναι το γεγονός πως ακόμη και υπό αυτό το πλήρως αρρύθμιστο εργασιακό πλαίσιο, ο ΔΣΑ αρνείται σήμερα να λειτουργήσει από τη μία προστατευτικά για τα μέλη του που εργάζονται για λογαριασμό τρίτων υπό οποιοδήποτε καθεστώς, και από την άλλη πειθαρχικά για τους εργοδότες του. Ατράνταχτη απόδειξη αυτού αποτελεί χαρακτηριστικά ο αριθμός των δηλωμένων στο μητρώο του Συλλόγου συμβάσεων του άρθρου 48, ως ρητώς προβλέπεται στον Κώδικα, οι οποίες φτάνουν μόλις τις 400!! Καμία δε από τις προηγούμενες διοικήσεις του Συλλόγου δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει σε τι ακριβώς καθεστώς εργάζονται όλοι οι υπόλοιποι συνεργαζόμενοι δικηγόροι που δεν εμφανίζονται ούτε στο μητρώο συνεργατών ούτε στο μητρώο της έμμισθης εντολής… Για όσες δε συμβάσεις δηλώνονται, ο ΔΣΑ επιλέγει συνειδητά να λειτουργεί ως απλός αποδέκτης αυτών, χωρίς να προχωρά σε έλεγχο τους για καταχρηστικούς όρους. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι περιπτώσεις που ο Σύλλογος έχει αποδεχθεί στο μητρώο του συμβάσεις έμμισθης εντολής ορισμένου χρόνου, περιπτώσεις για τις οποίες, αν είχε λειτουργήσει ως όφειλε, θα έπρεπε να είχε διερευνήσει πειθαρχικά τους εν λόγω εργοδότες.
Απέναντι στην παραπάνω κανονικοποιημένη πραγματικότητα της δικηγορικής γαλέρας εμείς επιλέγουμε να πάρουμε αδιαπραγμάτευτα τη μόνη δίκαιη θέση: υπερασπιζόμαστε την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος, χωρίς να επιτρέπουμε αυτή να χρησιμοποιείται ως πρόφαση για την εργασιακή εκμετάλλευση των μισθωτών δικηγόρων. Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθηνών είναι η μόνη παράταξη που μιλά ανοιχτά, χωρίς ευφημισμούς, για αυτή την κατάσταση και δεν τη θεωρεί «αναπόφευκτη» αλλά πεδίο σύγκρουσης. Για αυτό τον λόγο, οι προτάσεις της Εναλλακτικής για τη μισθωτή δικηγορία δεν αποτελούν απλώς τεχνικές ρυθμίσεις αλλά είναι πολιτικά αιτήματα. Το δίλημμα που τίθεται είναι σαφές: ή θα μιλήσουμε για τα δικαιώματα των μισθωτών δικηγόρων ή θα αποδεχθούμε τη γενικευμένη εργασιακή επισφάλεια.
Οι προτάσεις της ΕΠΔΑ για τη μισθωτή δικηγορία:
1.Κατάργηση του άρθρου 48 του ΚΔικ περί «συνεργασίας»
Το άρθρο 48 του Κώδικα Δικηγόρων έχει γίνει ο μηχανισμός μέσω του οποίου νομιμοποιείται η εκμετάλλευση. Ο «δικηγόρος-συνεργάτης» είναι, στην πράξη, ένας μισθωτός χωρίς δικαιώματα, χωρίς ωράριο, χωρίς επιδόματα — αλλά με όλες τις υποχρεώσεις ενός ελεύθερου επαγγελματία. Αυτό το καθεστώς, που βαφτίζει την εξαρτημένη εργασία «συνεργασία», πρέπει να τελειώσει. Είναι το θεσμικό φύλλο συκής πίσω από το οποίο κρύβεται η απλήρωτη υπερωρία, η ανασφάλιστη εργασία, η απουσία αδειών, η αβεβαιότητα. Για αυτό και η κατάργησή του αποτελεί τη μόνη λύση. Όχι για λόγους τυπικούς, αλλά γιατί αυτό το άρθρο νομιμοποιεί την υποκρισία: το ότι ένας/μια νέος ή νέα δικηγόρος με «μπλοκάκι» μπορεί να δουλεύει δώδεκα ώρες την ημέρα, χωρίς άδειες, χωρίς επιδόματα κ.ο.κ. Επομένως, η κατάργηση του άρθρου αυτού είναι ένα πρώτο βήμα να πάψει να θεωρείτε «φυσιολογική» η εκμετάλλευση.
2.Αναγνώριση της έμμισθης εντολής – αποκατάσταση της αλήθειας
Όταν ο/η δικηγόρος εργάζεται σταθερά για έναν εργοδότη (δικηγόρο/εταιρεία), με πάγια αμοιβή, με κατώτατο ωράριο και καθήκοντα, αυτό είναι εξαρτημένη εργασία — όχι «παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών» και η σχέση αυτή πρέπει να αναγνωρίζεται ως έμμισθη εντολή. Η αναγνώριση μαχητού τεκμηρίου έμμισθης σχέσης (άρθρο 42) δεν είναι γραφειοκρατική λεπτομέρεια, αλλά η αποκατάσταση της νομικής αλήθειας. Η «γκρίζα ζώνη» όπου κινείται σήμερα το επάγγελμα —ούτε μισθωτός, ούτε ελεύθερος επαγγελματίας— είναι το πεδίο όπου τα δικαιώματα εξαϋλώνονται. Και όσο αυτή η κατάσταση συνεχίζεται, τόσο παγιώνεται η εκμετάλλευση.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι μισθωτοί δικηγόροι έχουν πλήρη εργασιακά δικαιώματα: άδειες, δώρα, αποζημίωση απόλυσης, εισφορές εργοδότη.
Αυτή η ανισορροπία πρέπει να σπάσει, όχι με ευχολόγια και προεκλογικές υποσχέσεις, αλλά με συγκεκριμένες ρυθμίσεις: επέκταση και ενίσχυση του πλαισίου της έμμισθης εντολής, θεσμοθέτηση ανώτατου ωραρίου, υποχρέωση δήλωσης συμβάσεων στον ΔΣΑ και ουσιαστικό έλεγχο.
3. Ανώτατο ωράριο και υπερωριακή αμοιβή
Σε έναν κλάδο όπου το ωράριο είναι απλώς «ενδεικτικό», η θεσμοθέτηση ανώτατου χρόνου εργασίας και υπερωριακής αποζημίωσης είναι επιτακτική. Αν υπάρχει ένα σημείο όπου η υποκρισία του επαγγέλματος ξεχειλίζει, είναι το ωράριο. Το «ωράριο» του μισθωτού δικηγόρου είναι το πιο ελαστικό πράγμα στον κόσμο – δηλαδή, δεν υπάρχει. Νέοι/ες δικηγόροι, που εργάζονται σε μεγάλες εταιρείες ή «φιλοδοξούν» να κάνουν καριέρα, φεύγουν από το γραφείο στις δέκα, έντεκα, μερικές φορές και τα μεσάνυχτα. Το «αν θέλεις να προχωρήσεις, θα μείνεις ως τα μεσάνυχτα” έχει γίνει κανόνας. Κι όμως, αυτό δεν είναι φιλοδοξία — είναι εσωτερικευμένη εξάντληση. Κι όλα αυτά χωρίς καμία επιπλέον αμοιβή, χωρίς καν το δικαίωμα να πουν «όχι». Η θέσπιση ανώτατου ωραρίου και υποχρέωσης υπερωριακής αμοιβής είναι στοιχειώδης προστασία, ειδικά σε μια περίοδο που επιδιώκεται να καθιερωθεί η 13ωρη εργασία. Είναι ζήτημα επαγγελματικής αξιοπρέπειας και ψυχικής υγείας. Η εργασία του δικηγόρου πρέπει και μπορεί να έχει όρια. Και αυτά τα όρια πρέπει να κατοχυρώνονται νομικά, όχι να εξαρτώνται από την «καλή διάθεση» του εργοδότη.
4.Κατώτατη και κλιμακούμενη αντιμισθία
Δεν μπορεί να μιλάμε για «λειτούργημα» όταν χιλιάδες δικηγόροι και ασκούμενοι/ες συνάδελφοι πληρώνονται κάτω από τον κατώτατο μισθό. Η νομοθετική κατοχυρωση της κατώτατης αντιμισθίας, με κλιμάκωση ανάλογα με την εμπειρία και τα έτη προϋπηρεσίας είναι αναγκαία. Η γνώση, η εργασία, η εξειδίκευση πρέπει να αμείβονται — όχι να θεωρούνται «επένδυση για το μέλλον». Είναι προϋπόθεση για να πάψει η δικηγορία να είναι επάγγελμα αποκλειστικά για όσους αντέχουν οικονομικά να «περιμένουν». Η δικηγορία πρέπει να είναι προσβάσιμη, αξιοπρεπής και βιώσιμη για όλους.
5. Υποχρέωση αναγγελίας και έλεγχος συμβάσεων
Οι εργοδότες/εντολείς πρέπει να υποχρεωθούν να δηλώνουν κάθε σύμβαση έμμισθης εντολής στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, με αυστηρές πειθαρχικές ποινές για παράλειψη. Ο ΔΣΑ πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο ελέγχου των συμβάσεων, διασφαλίζοντας ότι δεν περιέχουν παράνομες ή καταχρηστικές διατάξεις. Η εργασία του δικηγόρου δεν μπορεί να είναι «ιδιωτική υπόθεση», αλλά κοινωνική σχέση που υπόκειται σε κανόνες (βλ. Κώδικα Δικηγόρων) και λογοδοσία .
6. Πλήρης καταβολή αποδοχών σε άδειες, ασθένεια, μητρότητα
Η πρόβλεψη για πλήρη καταβολή αποδοχών κατά τη διάρκεια αδειών ασθένειας, λοχείας ή κύησης είναι θεμελιώδης. Δεν μπορεί η μητρότητα, η ασθένεια ή ένα ατύχημα να σημαίνουν απώλεια εισοδήματος. Η πρόβλεψη για πλήρη καταβολή αποδοχών στις άδειες, για ουσιαστική προστασία των μητέρων και των γονέων δεν είναι πράξη «ευαισθησίας» αλλά στοιχειώδης υποχρέωση που πρέπει να διασφαλίσει ο ΔΣΑ. Μέχρι την πλήρη ένταξη των εμμίσθων δικηγόρων στο καθεστώς αποζημίωσης του e-ΕΦΚΑ, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλλει το σύνολο των αποδοχών. Η δικηγορία δεν μπορεί να είναι επάγγελμα που τιμωρεί τη μητρότητα ή την ασθένεια.
7.Κυρώσεις και έλεγχος εργοδοτών
Οφείλει να προβλεφθεί σαφές πειθαρχικό πλαίσιο για τους δικηγόρους-εργοδότες που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους — μη δήλωση σύμβασης, απλήρωτες υπερωρίες, καθυστερήσεις αποδοχών, παράνομες απολύσεις. Παράλληλα, απαιτείται μόνιμος μηχανισμός ελέγχου εντός του ΔΣΑ, με συμμετοχή του Σωματείου Μισθωτών Δικηγόρων, που θα εξετάζει καταγγελίες και θα επιβάλλει κυρώσεις. Η λογοδοσία είναι προϋπόθεση για την αξιοπρέπεια και όχι εμπόδιο στην άσκηση του επαγγέλματος.
8. Καμία ανοχή στην παραδικηγορική εκμετάλλευση
Η συζήτηση περί «paralegals» είναι το νέο πεδίο πίεσης για περαιτέρω αποδιάρθρωση του επαγγέλματος. Η ΕΠΔΑ αντιτίθεται ρητά σε κάθε τροποποίηση που θα επιτρέπει την αναστολή της δικηγορικής ιδιότητας για εργασία με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ή τη θεσμοποίηση paralegal απασχόλησης. Τέτοιες ρυθμίσεις οδηγούν σε επάγγελμα πολλαπλών ταχυτήτων και καταργούν κάθε έννοια επαγγελματικής αξιοπρέπειας. Κανένας δικηγόρος δεν είναι αναλώσιμος.
ΔΣΑ: από παρατηρητής σε μηχανισμός ελέγχου και θεσμός υπεράσπισης
Ο ΔΣΑ δεν μπορεί να σιωπά. Δεν μπορεί να είναι διακοσμητικός όταν η πλειοψηφία των νέων δικηγόρων εργάζεται υπό όρους που θυμίζουν «μαθητεία χωρίς τέλος». Απαιτείται ενεργός ρόλος — υποστήριξη του Σωματείου Μισθωτών Δικηγόρων (ΣΜΔ), συλλογικές διαπραγματεύσεις με εργοδοτικές ενώσεις, θεσμική πίεση για κατοχύρωση δικαιωμάτων. Ο ΔΣΑ οφείλει να πάψει να είναι παρατηρητής και να γίνει συνδικαλιστικός θεσμός υπεράσπισης της πλατιάς πλειοψηφίας του δικηγορικού σώματος.
Κόντρα σε ένα καθεστώς που προσπαθεί διαρκώς να μας εκμεταλλευθεί στο έπακρο πριν τελικά μας πετάξει εκτός επαγγέλματος, εμείς απαντάμε αταλάντευτα: δεν θα αλλάξουμε επάγγελμα, θα αλλάξουμε το επάγγελμα. Οι μέρες της αρρύθμιστης δικηγορικής γαλέρας και της ατομικής διαπραγμάτευσης στον κλάδο είναι μετρημένες!


