Για τις χαμένες γενιές της δικηγορίας
Γράφουν η Ασημίνα Ηλιοπούλου και η Αναστασία Ματσούκα, υποψήφιες σύμβουλοι στο ΔΣ του ΔΣΑ με την Εναλλακτική Παρέμβαση.
Στην κεντρική προεκλογική εκδήλωση της Εναλλακτικής Παρέμβασης που πραγματοποιήθηκε στο Τριανόν στις αρχές Νοέμβρη, ο Θανάσης Καμπαγιάννης είχε χρησιμοποιήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρομοίωση περιγράφοντας την είσοδό του επάγγελμα – παρομοίασε τον χρόνο που εκείνος έμπαινε στη δικηγορια, στην αρχή της οικονομικής κρίσης με ένα πάρτυ, στο οποίο είχε φτάσει καθυστερημένα και διαλυόταν μόλις μπήκε μέσα. Οι γράφουσες, που μπήκαμε στη δικηγορία σε συνθήκες προχωρημένης κρίσης και μνημονίων και εντός πανδημίας αντίστοιχα, το συγκεκριμένο πάρτυ δεν το προλάβαμε καν, έστω στη διάλυσή του. Αποτελεί για εμάς μια αφήγηση που ακούμε από τρίτους και η οποία αντιφάσκει σε τέτοιο βαθμό με την καθημερινότητα άσκησης του επαγγέλματος που βιώνουμε, ώστε να το θεωρούμε πλέον κάτι σαν αστικό μύθο.
Όπως και οι υπόλοιποι συνάδελφοι και συναδέλφισσές μας που ανήκουν στην millennial και gen z γενιά της δικηγορίας, έχουμε ζήσει τα ίδια αδιέξοδα και προβλήματα που αντιμετωπίζουν και οι υπόλοιποι άνθρωποι του ηλικιακού αυτού εύρους, απλά σε έναν κλάδο που, αν και δημιουργεί για τους νεοεισερχόμενους/ες περισσότερες προσδοκίες για την εύρεση διεξόδου, καταλήγει και σε μεγαλύτερες απογοητεύσεις. Οι συγκεκριμένες γενιές είναι αυτές, χάρη στις οποίες κινείται καθημερινά το πιο σημαντικό και “βαρύ” κομμάτι της καθημερινότητας του κλάδου, και οι οποίες βιώνουν τη μεγαλύτερη ανασφάλεια και πίεση. Πρόκειται για εκείνους και εκείνες που συγκροτούν μια σημαντική κατηγορία εντός του δικηγορικού σώματος, αποτελώντας τον σκληρό πυρήνα αυτού που προσδιορίζουμε μισθωτή δικηγορία. Η εν λόγω κατηγορία, ακριβώς επειδή δεν διοχετεύεται προς αυτή με μέρος της δικηγορικής ύλης, για να εργαστεί στον κλάδο αναγκάζεται να μισθωτοποιηθεί. Την χαρακτηρίζει πολύ μεγάλη εσωτερική κινητικότητα ανάλογα με την εκάστοτε προσφορά και τις τάσεις που επικρατούν, αλλά και επίσης μεγάλη κινητικότητα προς τα έξω, εφόσον σε αυτό το στάδιο πολλές συναδέλφισσες και συνάδελφοι εγκαταλείπουν τη δικηγορία σε αναζήτηση άλλων διεξόδων (ΕΣΔΔΑ, ΝΣΚ, δικαστικό σώμα), όχι στην πλειοψηφία τους γιατί δεν τους άρεσε ο κλάδος, αλλά γιατί δεν αντέχουν το εργασιακό χάος που με ευθύνη και των ηγεσιών των δικηγορικών συλλόγων επικρατεί εντός του.
Η αυτοαπασχόληση, ενώ στο παρελθόν (κατά τη διάρκεια του πάρτυ) θεωρούνταν μια δυνατότητα και μια φυσική εξέλιξη για έναν νέο ή μια νέα δικηγόρο που μπορούσε να του/της εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση, πλέον δεν θεωρείται καν επιλογή ή αποτελεί έναν δύσκολο και επίπονο δρόμο. Ακόμη και αν ο/η αυτοαπασχολούμενος/η δικηγόρος, καταφέρει να διοχετευθεί απευθείας προς αυτόν/η μέρος της δικηγορικής ύλης, συνήθως δεν καταφέρνει να επιβιώνει μόνο από τις δικές του/της υποθέσεις και ενδέχεται να εργάζεται παράλληλα και σε κάποια μισθωτή σχέση, στην καλύτερη περίπτωση με καθεστώς έμμισθης εντολής και στη χειρότερη και πιο συνήθη με μπλοκάκι. Πολλά είναι τα παραδείγματα, νέων δικηγόρων που διατηρούν διαφορετικά παράλληλα εργασιακά καθεστώτα και κάνουν στην πραγματικότητα διαφορετικές δουλειές, που όλες υποαμείβονται, για να καταφέρουν να επιβιώσουν.
Οι συνάδελφοι και οι συναδέλφισσες των γενιών αυτών που ζουν μέσα στις γκρίζες ζώνες της δικηγορίας, αλλάζοντας συνεχώς καθεστώτα απασχόλησης και εργοδότες και προσπαθούν να παραμείνουν στη δικηγορία παρά και ενάντια στο αρρύθμιστο πλαίσιο, στην έλλειψη ελέγχου από την πλευρά των συλλόγων, στην ασυδοσία του “συνεργάτη δικηγόρου” που έχει μόνο υποχρεώσεις και καθόλου δικαιώματα, θεωρούμε ότι είναι κρίσιμη όχι μόνο στην εκλογική μάχη των δύο επόμενων ημερών, αλλά και στη μάχη που αναμένεται να ανοίξει την επομένη των εκλογών για τη βαθύτερη αναδιάρθρωση του κλάδου στην κατεύθυνση της περαιτέρω μισθωτοποίησης με ταυτόχρονη ενισχύση των μεγάλων δικηγορικών εταιρειών που περιμένουν να ενισχυθούν με ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι από τη συνολική πίτα της δικηγορικής ύλης.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ, όπως και η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων συζητούσαν για πάνω από ένα χρόνο την ευρεία αναθεώρηση του Κώδικα Δικηγόρων και ειδικά την αναθεώρηση κομβικών τμημάτων όπως η έμμισθη δικηγορία – τι θα γίνει με το απαράδεκτο άρθρο 48 για τα μπλοκάκια, τι θα γίνει με την έμμισθη εντολή και κατά πόσο θα θεσμοθετηθεί τεκμήριο υπέρ αυτής για όσους και όσες δικηγόρους εργάζονται για λογαριασμό άλλων. Η συζήτηση αυτή σταμάτησε απότομα κάπου την άνοιξη του τρέχοντος έτους με έναν και μοναδικό στόχο: να συνεχιστεί μετά τις εκλογές από καλύτερες θέσεις για την πλευρά της κυβέρνησης και του υπουργείου δικαιοσύνης και των φιλικών σε αυτό δυνάμεων εντός των συλλόγων και της Ολομέλειας.
Αυτό που δεν υπολογίστηκε ή δεν υπολογίστηκε επαρκώς από την πλευρά της κυβέρνησης είναι ότι το αποτέλεσμα των εκλογών δεν είναι προδιαγεγραμμένο και ότι και άλλοι παίκτες αυτής της διελκυστινδας θα προσπαθήσουν και ενδέχεται να βρεθούν σε καλύτερες θέσεις την επόμενη μέρα. Άλλωστε, το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκλογών θα έπρεπε να έχει προϊδεάσει σε αυτή την κατεύθυνση. Στις προηγούμενες εκλογές των δικηγορικών συλλόγων, ήταν αυτή η “νέα γενιά” της δικηγορίας που εισέβαλε βίαια στο προσκήνιο, δίνοντας στην Εναλλακτική Παρέμβαση 10% στην κάλπη των συνδυασμών και στον Θανάση Καμπαγιάννη ποσοστό 15% και την τρίτη θέση. Το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκλογών και ο θόρυβος που αυτό προκάλεσε, ήταν η αιτία που κατά τη γνώμη μας η απερχόμενη ηγεσία του ΔΣΑ αναγκάστηκε να μπει σε μια άβολη γι΄ αυτή κουβέντα που έθετε τα ζητήματα ακραίας εκμετάλλευσης στον κλάδο και ειδικά το ζήτημα της ραγδαίας μισθωτοποίησης και της ανάγκης δημιουργίας ενός προστατευτικού πλαισίου ειδικά για τους νέους συναδέλφους και συναδέλφισσες.
Τέσσερα χρόνια πριν, την επομένη των εκλογών του 2021, μέσα στη χαρά του εκλογικού αποτελέσματος, λέγαμε πως τίποτα τελικά δεν είναι δεδομένο και κανένας στόχος δεν θα πρέπει να θεωρείται ακατόρθωτος. Αρκεί να υπάρχει επίγνωση του ιστορικού χρόνου μέσα στον οποίο βρισκόμαστε και των δυνατοτήτων που αυτός μας χαρίζει για να δοκιμάζουμε τα όρια μας, να τα μετακινούμε και έτσι να αλλάζουμε την πραγματικότητα μέσα στην οποία βρισκόμαστε. Η Εναλλακτική Παρέμβαση και ο υποψήφιος Πρόεδρός της, τέσσερα χρόνια μετά βρίσκονται στο σημείο που έχουν την ιστορική δυνατότητα να μετακινήσουν τα όρια τους και μαζί να συμβάλλουν να μετακινηθούν και τα όρια της μεγάλης πλειοψηφίας της δικηγορίας ακόμη πιο μακριά. Σε αυτή την εκλογική προσπάθεια αλλά και στις μάχες που σίγουρα θα ακολουθήσουν, θεωρούμε ότι επίκεντρο θα είναι και πάλι οι γενιές αυτές τις δικηγορίας, οι “χαμένες” και ταυτόχρονα “χειρότερες”, που δεν έχουν τίποτα να χάσουν και σίγουρα δεν μπορούν να αρκεστούν στον μύθο μιας άλλης εποχής της δικηγορίας.


