Η Εναλλακτική Παρέμβαση στις εκλογές του ΔΣΑ

Νοέμβριος 2025

Ημερομηνία:

Μοιραστείτε:

Τροποποίηση ΚΠολΔ για “επιτάχυνση”: νέος περιορισμός δικαιωμάτων και δυσκολότερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη

Μια ακόμη τροποποίηση του ΚΠολΔ που περιορίζει δικαιώματα πολιτών, δυσκολεύει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη δουλειά των δικηγόρων

Η απαξίωση των δικηγόρων, του ΔΣΑ και της Ολομέλειας από το Φλωρίδη συνεχίζεται ακάθεκτη!

Με το σχέδιο νόμου «Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών – Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με σκοπό την επιτάχυνση της εκδίκασης – Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης» που έχει θέσει σε διαβούλευση ο Υπουργός Δικαιοσύνης Γ. Φλωρίδης επιχειρούνται για άλλη μια φορά δραστικές αλλαγές σε ένα θεσμικό νομοθέτημα, τον οδικό χάρτη των πολιτικών δικών, με την ίδια λογική που διαπνέει όλη τη νομοθετική πρακτική της κυβέρνησης: fast-track διαδικασίες, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, προχειρότητα και επικοινωνιακή τακτική, πλήρης απαξίωση του νομικού κόσμου και των δικηγορικών συλλόγων, δηλαδή όσων θα κληθούν να εφαρμόσουν τις διατάξεις που η κυβέρνηση παρουσιάζει.

Είναι τόσο προφανής η άρνηση της κυβέρνησης να ακούσει στοιχειωδώς τις παρατηρήσεις και σκέψεις του επιστημονικού κόσμου, που σκοπεύει να εφαρμόσει το νέο νομοθέτημα ήδη αμέσως μετά τις δικαστικές διακοπές, δηλαδή στις 16/9/2025, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη πρακτική να εφαρμόζονται σημαντικές τροποποιήσεις σε θεσμικά νομοθετήματα από 1/1 της νέας χρονιάς. Τα αποτελέσματα αυτών των τακτικών τα έχουμε ήδη αντιμετωπίσει οι δικηγόροι με το απόλυτο επιτελικό μπάχαλο που δημιούργησε ο νέος δικαστικός χάρτης πρόσφατα, που χαρακτηρίστηκε και αυτός από εσπευσμένη εφαρμογή.

Οι δικηγόροι καλούμαστε ουσιαστικά να μάθουμε μια εντελώς καινούρια δικονομία, ιδίως σε όλες τις διαδικασίες που αλλάζουν άρδην (τακτική, ειδικές διαδικασίες, μικροδιαφορές, αναγκαστική εκτέλεση), επιβαρυνόμενοι εμείς και οι εντολείς μας, με την «πρεμούρα» της κυβέρνησης να παρουσιάσει όπως-όπως «έργο» και καλούμενοι να εργαστούμε σε ασφυκτικά πλαίσια, και όταν μάλιστα το σχέδιο νόμου βρίθει ασαφειών ή άτεχνων διατάξεων που προκαλούν ανασφάλεια δικαίου.

Εξάλλου, οι νέες προτεινόμενες αλλαγές έρχονται χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για τη δικαστηριακή πραγματικότητα και χωρίς να έχει υπάρξει κανένας απολογισμός των προηγούμενων «μεταρρυθμίσεων» στην πολιτική δίκη, ώστε να μάθουμε τί «επιτάχυνση» επιτεύχθηκε με την «υποχρεωτική διαμεσολάβηση» (ΥΑΣ) ή και τη «νέα τακτική» που υποτίθεται θα «αντιμετώπιζαν τις καθυστερήσεις».

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση είναι εκτεθειμένη και δέχεται τεράστια πολιτική πίεση από την πλήρη απόσυρση κάθε εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη και την λειτουργία της. Αυτό είναι το αποτέλεσμα των δικών της πολιτικών και των συστηματικών, ανερυθρίαστων, παρεμβάσεων στη δικαιοσύνη, ιδίως σε σημαντικές υποθέσεις που αφορούν σε ευθύνες πολιτικών στελεχών της όπως είναι τα Τέμπη, οι υποκλοπές και άλλες. Παράλληλα, μέσα στη δίνη του τεράστιου σκανδάλου της καταλήστευσης των κονδυλίων του ΟΠΕΚΕΠΕ με την εμπλοκή της κορυφής του Μαξίμου, η αποκάλυψη ενός σκανδάλου λόγω της έρευνας της ευρωπαϊκής εισαγγελίας εκθέτει ακόμη περισσότερο την κυβέρνηση, αλλά και την κατάσταση της ελληνικής δικαιοσύνης.

Για να αλλάξει το κλίμα και να παρουσιάσει δήθεν έργο βελτιώσεων στο χώρο της δικαιοσύνης, η κυβέρνηση υπόσχεται για άλλη μια φορά «επιτάχυνση», «εξορθολογισμό» και «απλοποίηση». Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Η κυβέρνηση για μια ακόμη φορά, νομοθετεί επί τη βάσει σταθμίσεων αμιγώς επικοινωνιακού χαρακτήρα, περιορίζει δικαιώματα των πολιτών, δημιουργεί χειρότερες ακόμη συνθήκες δουλειάς για τους δικηγόρους, ενώ δείχνει ντροπιαστική άγνοια της δικαστηριακής πραγματικότητας. Ενδεικτικά μόνο σημειώνουμε τα εξής για τις σχεδιαζόμενες αλλαγές:

• Η επιτάχυνση της δικαιοσύνης και της έκδοσης αποφάσεων, όπως έχει περίτρανα αποδειχθεί με πολλές παρόμοιες με τις τωρινές τροποποιήσεις του ΚΠολΔ, δεν μπορεί να επιλυθεί με την διαρκή θέσπιση «προθεσμιών» έκδοσης αποφάσεων, ούτε με τη διαρκή επίκληση των πειθαρχικών μέτρων. Χρειάζονται προσλήψεις δικαστών και προσωπικού των δικαστηρίων για να μπορέσουν να υποστηρίξουν τις υποθέσεις, ιδίως σε Αθήνα και Πειραιά. Η κυβέρνηση κωφεύει για το κρίσιμο αυτό ζήτημα και επιμένει στην ίδια πολιτική της υποστελέχωσης των δικαστικών υπηρεσιών που έχει οδηγήσει, όχι απλώς στην καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων, αλλά και στην πολύμηνη ταλαιπωρία για μια απλή πράξη ή διάταξη, όπως την έκδοση πιστοποιητικών. Με την διαρκή επίκληση του «μαστίγιου» των πειθαρχικών το μόνο που θα καταφέρει το Υπουργείο Δικαιοσύνης είναι η υπονόμευση της ποιότητας του δικαιοδοτικού έργου και των δικαστικών αποφάσεων.

• Παρά τις αντιδράσεις, η κυβέρνηση διατήρησε αυτούσια την προτεινόμενη διαδικασία επαναπροσδιορισμού των ανακοπών μέσα από την πλατφόρμα που ρίχνει όλο το βάρος της «επιτάχυνσης» όχι στην ίδια, αλλά στους δικηγόρους, ενώ δεν διστάζει να προβλέπει το ανήκουστο, να θεωρείται μια (κανονικά ασκηθείσα) ανακοπή ως μηδέποτε ασκηθείσα σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης αίτησης επαναπροσδιορισμού. Η εμπειρία του όμοιου μηχανισμού, πάντως, που είχε προβλεφθεί για τις αιτήσεις του ν. 3869/2010 δείχνει ότι δεν επιλύθηκε το πρόβλημα του φόρτου υποθέσεων και των καθυστερήσεων, ενώ χάθηκαν δικαιώματα πολιτών. Προφανώς κάτι αντίστοιχο επιχειρεί και εδώ η κυβέρνηση, προς όφελος των funds και των διάφορων φίλων και γνωστών…

• Για να επιτύχει την «επιτάχυνση» της δικαιοσύνης το σχέδιο νόμου προβλέπει την χορήγηση αναβολής στο δεύτερο βαθμό μόνο μια φορά για λόγους «ανωτέρας βίας», αποκλίνοντας ανεξήγητα από την αντίστοιχη διάταξη για τον πρώτο βαθμό «για σπουδαίο λόγο», καταλήγοντας στην αδυναμία να υποβληθεί αίτημα αναβολής ακόμη και για λόγους που εξυπηρετούν τόσο την ορθοκρισία όσο και την οικονομία της δίκης, όπως η συνεκδίκαση υποθέσεων!

• Εισάγεται Διάταξη του δικαστή, χωρίς αιτιολογία, τόσο στην τακτική διαδικασία (στο άρθρο 237), όσο και στις λοιπές διαδικασίες (με το νέο άρθρο 227), ως προδικαστικό στάδιο, για τη συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων, αλλά και η συμπλήρωση της ποσοτικής αοριστίας των εισαγωγικών δικογράφων, καθώς και η απόρριψη της αγωγής σε περίπτωση μη θεραπεύσιμης αοριστίας (αφαιρέθηκε η απίστευτη αρχική πρόβλεψη να απορρίπτεται η αγωγή με απλή διάταξη ως νομικά αβάσιμη!). Προβλέπεται ότι αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης (!), εισάγοντας έτσι μια ιδιότυπη περίπτωση «θεραπείας» της ποσοτικής αοριστίας χωρίς συμπλήρωση της αγωγής και μάλιστα, πιθανώς, χωρίς δικαίωμα ελέγχου στο δεύτερο βαθμό.

• Μάλιστα, αν ο διάδικος που δεν συμφωνεί με την απορριπτική διάταξη, επιμένει να δικάσει, μπορεί να το κάνει με τον κίνδυνο να καταδικαστεί να καταβάλει διπλάσια δικαστικά έξοδα σε σχέση με αυτά που κανονικά θα πλήρωνε σε περίπτωση ήττας, πρόβλεψη που θέτει ζητήματα συνταγματικότητας και σεβασμού της αρχής της ισότητας.

• Το ίδιο οριακής συνταγματικότητας είναι και η πρόβλεψη για καταβολή των 5πλάσιων εξόδων σε περίπτωση αίτησης αναίρεσης που κριθεί από τον Εισηγητή και το δικαστικό συμβούλιο μη παραδεκτή ως προς το σύνολο των λόγων και ματαιώσουν την υπόθεση, και ο αναιρεσείων επιμένει στη συζήτηση της υπόθεσης.

• Η ανακοπή του άρθρου 933 όταν εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, δεν θα μπορεί να περιέχει λόγους που μπορούσαν να προβληθούν με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, περιορίζοντας τα μέσα άμυνας του οφειλέτη.

• Εισάγονται στον ΚΠολΔ οι αδικαιολόγητοι και υπέρμετροι περιορισμοί στο δικηγορικό έργο που ξεκίνησαν ως «κατευθύνσεις» με οριζόντιο περιορισμό των σελίδων των δικογράφων στον ΑΠ σε 30 ή και λιγότερες ανάλογα το δικόγραφο. Μάλιστα, σε περίπτωση μη προσαρμογής του οικείου δικογράφου στο προβλεπόμενο, ως ανωτέρω, όριο σελίδων, δεν λαμβάνονται υπόψη λόγοι ή ισχυρισμοί, που περιλαμβάνονται στις πλεονάζουσες σελίδες αυτού, λες και αυτές οι υπερβάλλουσες σελίδες είναι αυτό που ευθύνεται για την καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων από τον ΑΠ!

Αυτές είναι λίγες μόνο από τις πλείστες πολύ σοβαρές τροποποιήσεις. Το σχέδιο νόμου δεν πρόκειται πραγματικά να επιλύσει τα μεγάλα προβλήματα της δικαιοσύνης και τις δυσλειτουργίες της, αλλά αντίθετα θα δημιουργήσει νέες περιπλοκές στη δικηγορική καθημερινότητα, αλλά και ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία των πολιτών να έχουν ανεμπόδιστη πρόσβαση στη δικαστική προστασία. Όταν ήδη τα υπέρογκα δικαστικά έξοδα καθιστούν για τον απλό πολίτη δυσβάσταχτη την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, με βάρη και «τιμωρητικές» ποινές, το Υπουργείο διογκώνει αυτό το πρόβλημα που έχει σημαντικές επιπτώσεις και για τη δικηγορική ύλη και εργασία.

Και αυτή η «μεταρρύθμιση» του νέου Ιουστινιανού Γ. Φλωρίδη είναι, εκτός όλων των άλλων, ανορθολογική, αποσπασματική, παλιομοδίτικη και φυσικά έχει ως κριτήριο και στόχο την απομάκρυνση της απονομής της δικαιοσύνης από την επίλυση των προβλημάτων και των διαφορών της πραγματικής ζωής και την ενίσχυση ενός παράλληλου, δικονομικά δαιδαλώδους, καθεστώτος, όπου όχι απλώς οι πολίτες-διάδικοι, αλλά ούτε οι επαγγελματίες δεν θα νιώθουν ασφάλεια να κινηθούν. Αντί η τάση, τον 21ο αιώνα, να είναι η απλοποίηση και ευρεία κωδικοποίηση της ουσιαστικής νομοθεσίας, η ενοποίηση, απλοποίηση και εκσυγχρονισμός των δικονομιών, συμβαίνει με κάθε «μεταρρύθμιση» το ακριβώς αντίθετο: ακόμη πιο περίπλοκα νομοθετήματα, εξαιρέσεις στις εξαιρέσεις, ειδικές ρυθμίσεις, παραπομπές σε άλλους νόμους, κακή νομοθέτηση, προτεραιότητα των τύπων έναντι της ουσίας (αυτό ακριβώς για το οποίο καταδικάζεται τόσο συχνά η χώρα στο ΕΔΔΑ).

Οι φιλοκυβερνητικές παρατάξεις και η διοίκηση του ΔΣΑ και της Ολομέλειας επιχειρούν να παρουσιάσουν το σχέδιο νόμου ως «μια βάση» που «χρήζει βελτιώσεων», ενώ παρουσιάζουν ως νίκη το ότι περνά το σύνολο της ύλης της έκδοσης διαταγών πληρωμής και διαταγών απόδοσης μισθίου στους δικηγόρους (όπως αντίστοιχα των διαθηκών στους συμβολαιογράφους). Οι συνομιλητές του Φλωρίδη και της εκάστοτε ηγεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης όμως αδυνατούν να αποκρύψουν την πραγματικότητα που η κυβέρνηση έχει φέρει τη δικηγορική δουλειά: φορολογική και ασφαλιστική καταλήστευση, διόγκωση των εξόδων, πριμοδότηση των μεγάλων εταιρειών, στέρηση της δυνατότητας να ζούμε με αξιοπρέπεια οι δικηγόροι από τη δουλειά μας. Η πολυδιαφημισμένη «νέα ύλη» από την ανάθεση δικαιοδοτικών λειτουργιών σε δικηγόρους, που αφήνει διαλυμένες τις δικαστηριακές υπηρεσίες και δεν αλλάζει ούτε κατά διάνοια το αρνητικό οικονομικό ισοζύγιο, δεν μπορεί να πείσει για το αντίθετο.

Το μόνο που έχει επιτύχει μέχρι σήμερα αυτή η τακτική της δήθεν «διαπραγμάτευσης» με έναν Υπουργό που επιμένει να αγνοεί επιδεικτικά τις θέσεις μας, να στοχοποιεί και να απαξιώνει τους δικηγόρους, είναι να περνάνε διαρκώς καίριες μεταρρυθμίσεις εν αγνοία μας, αλλά και σε βάρος της δουλειάς μας. Ως εδώ!

Χρειάζεται ένας ΔΣΑ που θα στέκεται απέναντι στον κάθε Φλωρίδη, την κυβέρνηση που έχει διαλύσει τη δικαιοσύνη και κάθε αξιοπιστία στο χώρο αυτό, που έχει διαλύσει κυρίως τους δικηγόρους και τη δουλειά μας. Ένας ΔΣΑ που θα σηκώσει ανάστημα και θα αποτελεί θεσμικό και κοινωνικό αντίβαρο στον αυταρχισμό, την απαξίωση, την παραβίαση της δημοκρατίας, την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των πολιτών.

Η Εναλλακτική Παρέμβαση ζητά τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης του ΔΣΑ για να τοποθετηθεί το σώμα για τις νέες αλλαγές στον ΚΠολΔ και να αποφασιστούν οι απαραίτητες αγωνιστικές κινητοποιήσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημοφιλή