Η Εναλλακτική Παρέμβαση στις εκλογές του ΔΣΑ

Νοέμβριος 2025

Ημερομηνία:

Μοιραστείτε:

Μια προβληματική τροπολογία και μια διαρροή δεδομένων: μέρος της συνολικής θεσμικής επίθεσης στα θύματα έμφυλης βίας

Μια προβληματική τροπολογία – κομματάκι στο εκτρωματικό παζλ του νόμου Τσιάρα – Μια διαρροή δεδομένων, μέρος της συνολικής θεσμικής επίθεσης στα θύματα έμφυλης βίας

Τις τελευταίες ημέρες εκτυλίχθηκαν δύο γεγονότα, από τα οποία το ένα περιέργως δεν έλαβε δημοσιότητα – μια σκανδαλώδης διαρροή υλικού δικογραφίας τεραστίου όγκου: περίπου 70.000 αρχεία που περιείχαν εξαιρετικά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κακοποιημένων παιδιών – το δε έτερο – τροπολογία που τροποποίησε το άρ. 1536 ΑΚ – αναδείχθηκε δυσανάλογα και στρεβλά σε σχέση με τη σημασία του. Αμφότερα όμως εντάσσονται σε ένα κοινό πλαίσιο θεσμικής απαξίωσης της προστασίας θυμάτων έμφυλης βίας, ενηλίκων και ανηλίκων.

Το υλικό που διέρρευσε αφορούσε το περιεχόμενο των συνεδριών παιδιών και ενηλίκων με ελεγχόμενη ποινικά ψυχολόγο και, ως κατασχεθέν, τελούσε υπό τη θεσμική ευθύνη προστασίας της εισαγγελικής αρχής και παρέμεινε αναρτημένο στο Facebook επί περίπου ένα εικοσιτετράωρο, έως ότου κατατέθηκε μήνυση. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αντίδραση από την κυβέρνηση, ούτε από όσους εμφανίστηκαν εκ των υστέρων ως υπερασπιστές των δικαιωμάτων των παιδιών με αφορμή σχετική τροπολογία.

Αφετέρου, η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε σε ένα ακόμη δείγμα του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αντιλαμβάνεται την έννοια της «καλής νομοθέτησης»: την κατάθεση τροπολογίας σε άσχετο νομοσχέδιο (ΟΠΕΚΕΠΕ), με αντικείμενο την τροποποίηση του άρθρου 1536 του Αστικού Κώδικα περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα. Πρόκειται για μια καθυστερημένη και επικοινωνιακού χαρακτήρα «σύγκρουση» γύρω από μια ρύθμιση που δεν εισήγαγε καμία ουσιαστική καινοτομία, αλλά συνέβαλε περαιτέρω στη θεσμοποίηση της εξουθένωσης των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας μέσω αλλεπάλληλων και ατέρμονων δικαστικών διαδικασιών. Η συγκεκριμένη επιλογή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη πρόχειρης και βαθιά μισογυνικής νομοθέτησης σε εξαιρετικά ευαίσθητα πεδία του οικογενειακού δικαίου.

Ειδικότερα, με το άρθρο 109 ν. 5264/2025 (ΦΕΚ Α 234/19.12.2025) «Νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, μεταφορά Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και λοιπές διατάξεις.» προστέθηκε με τροπολογία (μεταγενέστερη της σχετικής διαβούλευσης) στο άρθρο 1536 Α.Κ. δεύτερη παράγραφος και αναδιατυπώθηκε ο τίτλος του άρθρου από «Μεταβολή των συνθηκών» σε «Ανάκληση ή μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα». Το άρθρο προέβλεπε «Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί».

Η νέα προστεθείσα ως άνω 2η παράγραφος προβλέπει: «2. Μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο ή του αρμόδιου εισαγγελέα, και κατά οριστικής αποφάσεως που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση. Η ισχύς της ως άνω απόφασης ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου.»

Έτσι το ήδη προβλεπόμενο σχετικό ένδικο βοήθημα επεκτάθηκε ρητά και στις εκκρεμείς ενώπιον του δεύτερου βαθμού υποθέσεις γονικής μέριμνας. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πρόσθετο ένδικο βοήθημα στους ηττηθέντες διαδίκους της σχετικής πρωτοβάθμιας απόφασης, το οποίο ανατρέπει το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων, αποσπώντας αρμοδιότητα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και προκαλώντας μια ακόμα μεγάλη σύγχυση και ανασφάλεια δικαίου, χωρίς καμία μεταβατική διάταξη, πράγμα πρωτοφανές για δικονομικής φύσης μεταρρύθμιση. Ομοίως και η τροποποίηση του άρθρου 593 Κ.Πολ.Δ που δίνει προτεραιότητα στον προσδιορισμό των ενδίκων αυτών βοηθημάτων, νομοθετεί προνομιακή μεταχείριση.

Η όψιμη και με προφανή υστεροβουλία καταγγελία ότι η κυβέρνηση νομοθετεί συστηματικά με “φωτογραφικές διατάξεις” είναι κάτι που δεν μας εκπλήσσει και το έχουμε καταγγείλει σε πλείστες περιπτώσεις. Ωστόσο, το βασικό επιχείρημα κατά της τροποποίησης αυτής δεν είναι η καταπάτηση κάθε έννοιας “καλής νομοθέτησης” και η δικονομικής φύσης στρέβλωση που επιφέρει και που είναι ολοφάνερη. Επαναλαμβάνουμε όπως είχαμε τονίσει στο στάδιο της διαβούλευσης για τον εκτρωματικό νόμο Τσιάρα (ν. 4800/2021) ότι το ζήτημα των σχέσεων του τέκνου με τους εν διαστάσει γονείς δεν είναι απλό, ώστε να μπορεί να ρυθμιστεί «οριζόντια», με εισαγωγή τεκμηρίων ή «υποχρεωτικά» και χωρίς εγγυήσεις για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Αντί της απαιτούμενης σοβαρότητας, η νομοθετική αλλαγή περί “υποχρεωτικής συνεπιμέλειας” – “υποχρεωτικότητα” που λόγω αντιδράσεων απαλείφθηκε από τις τελικές διατάξεις, αλλά παρέμεινε ως οριζόντιο τεκμήριο εξυπηρέτησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, ακόμα και του κακοποιημένου παιδιού που δεν έχει κριθεί η καταγγελία της κακοποίησής του – έλαβε τον χαρακτήρα ρεβανσισμού «πατέρων» έναντι δήθεν «προνομιούχων μέχρι σήμερα μητέρων» (βλ. δημόσιες παρεμβάσεις «λόμπι» των «ενεργών μπαμπάδων»), στο όνομα του συμφέροντος του παιδιού, που παραμένει ως άλλοθι στο επίκεντρο μιας στρεβλά παρουσιαζόμενης ως «διαμάχης μεταξύ των δύο φύλων».

Η νέα τροπολογία δεν θεραπεύει τις εκ του αποτελέσματος αρνητικές συνέπειες που είχε ο “νόμος Τσιάρα” στη ρύθμιση των γονεϊκών σχέσεων. Τουναντίον, προσθέτει ακόμα ένα όπλο στη φαρέτρα γονέων που επιθυμούν να εργαλειοποιήσουν το τέκνο τους, και φυσικά των κακοποιητών και δη των οικονομικά εύρωστων. Είναι ολοφάνερο ότι ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς διαδίκους, στους οποίους δίνει μια δεύτερη ευκαιρία, με την επίκληση της μεταβολής των συνθηκών (ή ακόμα και χωρίς μεταβολή αυτών!), να διεκδικήσουν ξανά τη χαμένη δίκη στον πρώτο βαθμό με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τη στιγμή που πολύ καλά οι δικηγόροι της πράξης γνωρίζουμε ότι η βασική στρατηγική του «πολέμου φθοράς», ως συνέχεια της ενδοοικογενειακής βίας, είναι η κατάχρηση της προσφυγής σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, (με αλλεπάλληλες αιτήσεις ανάκλησης/μεταρρύθμισης προσωρινών διαταγών και αποφάσεων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), κάτι που ανεξάρτητα από την δικαστική έκβαση αναγκάζει τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, κυρίως δηλαδή τις μητέρες, να συρθούν σε αέναες δικαστικές διαδικασίες. Αυτό ήδη έχει λειτουργήσει αποθαρρυντικά για τα θύματα, σε ένα σύστημα που η δωρεάν νομική βοήθεια ασθμαίνει, ενώ τα θύματα μακροχρόνιας ενδοοικογενειακής βίας έχουν αποστερηθεί κατά κανόνα την πρόσβαση σε πόρους που θα τους επέτρεπε να ανταποκριθούν σε χρονίζουσες δικαστικές διαμάχες.

Και πέραν των ιδιαίτερων δεδομένων της κάθε επίδικης υπόθεσης, που ο δικαστής θα πρέπει να αντιμετωπίζει εξατομικευμένα και χωρίς τεκμήριο “υποχρεωτικότητας”, η μειονεκτική θέση των γυναικών από άποψη εισοδήματος, αποκλεισμού τους από την αγορά εργασίας, αντιμετώπισης του καθημερινού σεξισμού και της κακοποιητικής βίας, είναι μια δομική πραγματικότητα, που οι διατάξεις του νομου, όπως πλέον απολογίζονται στα τέσσερα χρόνια ύπαρξης και εφαρμογής του, την επέτειναν προς το χειρότερο. Ο ρεβανσισμός του νόμου Τσιάρα, που αποτέλεσε πισωγύρισμα στα νομοθετικά βήματα που είχαν γίνει για την υποστήριξη των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, αποδείχθηκε μια ακόμα «πινελιά» ολοκλήρωσης της επίθεσης στα δικαιώματα μητέρων και παιδιών που βιώνουν κακοποίηση , σφραγίζοντας κάθε διέξοδο απόδρασης από την κακοποιητική τους συνθήκη.

Αυτή είναι η φύση της νέας διάταξης και ως τέτοια την καταγγέλλουμε και απαιτούμε να καταργηθεί. Επαναλαμβάνουμε ότι το παιδί του θύτη ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να γίνεται ακόμη ένα μέσο άσκησης ψυχολογικής βίας στον έτερο γονέα, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται έτσι όπως ήδη προβλέπει ο Ν. 3500/2006: ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας, ακόμα και εάν δεν την έχει υποστεί ευθέως.

Η στοιχειώδης αποτίμηση των αλλαγών που επέφερε ο ν. 4800/2021 στις ζωές των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας επιβεβαίωσε τη θέση που είχαμε εκφράσει εξαρχής.

Απαιτούμε παιδοκεντρική τροποποίηση του Αστικού Κώδικα, με ουσιαστική προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας – Κατάργηση των διατάξεων του νόμου Τσιάρα που εξυπηρετούν τους κακοποιητές και όχι τα θύματα – Στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών και οικογενειακά δικαστήρια – Άμεση, κατάλληλη και ταχεία διερεύνηση των καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας – Kοινωνική, οικονομική, νομική, ψυχολογική, στεγαστική στήριξη κακοποιημένων γυναικών και παιδιών.

Μια προβληματική τροπολογία – κομματάκι στο εκτρωματικό παζλ του νόμου Τσιάρα – Μια διαρροή δεδομένων, μέρος της συνολικής θεσμικής επίθεσης στα θύματα έμφυλης βίας

Τις τελευταίες ημέρες εκτυλίχθηκαν δύο γεγονότα, από τα οποία το ένα περιέργως δεν έλαβε δημοσιότητα – μια σκανδαλώδης διαρροή υλικού δικογραφίας τεραστίου όγκου: περίπου 70.000 αρχεία που περιείχαν εξαιρετικά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κακοποιημένων παιδιών – το δε έτερο – τροπολογία που τροποποίησε το άρ. 1536 ΑΚ – αναδείχθηκε δυσανάλογα και στρεβλά σε σχέση με τη σημασία του. Αμφότερα όμως εντάσσονται σε ένα κοινό πλαίσιο θεσμικής απαξίωσης της προστασίας θυμάτων έμφυλης βίας, ενηλίκων και ανηλίκων.

Το υλικό που διέρρευσε αφορούσε το περιεχόμενο των συνεδριών παιδιών και ενηλίκων με ελεγχόμενη ποινικά ψυχολόγο και, ως κατασχεθέν, τελούσε υπό τη θεσμική ευθύνη προστασίας της εισαγγελικής αρχής και παρέμεινε αναρτημένο στο Facebook επί περίπου ένα εικοσιτετράωρο, έως ότου κατατέθηκε μήνυση. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αντίδραση από την κυβέρνηση, ούτε από όσους εμφανίστηκαν εκ των υστέρων ως υπερασπιστές των δικαιωμάτων των παιδιών με αφορμή σχετική τροπολογία.

Αφετέρου, η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε σε ένα ακόμη δείγμα του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αντιλαμβάνεται την έννοια της «καλής νομοθέτησης»: την κατάθεση τροπολογίας σε άσχετο νομοσχέδιο (ΟΠΕΚΕΠΕ), με αντικείμενο την τροποποίηση του άρθρου 1536 του Αστικού Κώδικα περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα. Πρόκειται για μια καθυστερημένη και επικοινωνιακού χαρακτήρα «σύγκρουση» γύρω από μια ρύθμιση που δεν εισήγαγε καμία ουσιαστική καινοτομία, αλλά συνέβαλε περαιτέρω στη θεσμοποίηση της εξουθένωσης των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας μέσω αλλεπάλληλων και ατέρμονων δικαστικών διαδικασιών. Η συγκεκριμένη επιλογή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη πρόχειρης και βαθιά μισογυνικής νομοθέτησης σε εξαιρετικά ευαίσθητα πεδία του οικογενειακού δικαίου.

Ειδικότερα, με το άρθρο 109 ν. 5264/2025 (ΦΕΚ Α 234/19.12.2025) «Νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, μεταφορά Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και λοιπές διατάξεις.» προστέθηκε με τροπολογία (μεταγενέστερη της σχετικής διαβούλευσης) στο άρθρο 1536 Α.Κ. δεύτερη παράγραφος και αναδιατυπώθηκε ο τίτλος του άρθρου από «Μεταβολή των συνθηκών» σε «Ανάκληση ή μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα». Το άρθρο προέβλεπε «Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί».

Η νέα προστεθείσα ως άνω 2η παράγραφος προβλέπει: «2. Μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο ή του αρμόδιου εισαγγελέα, και κατά οριστικής αποφάσεως που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση. Η ισχύς της ως άνω απόφασης ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου.»

Έτσι το ήδη προβλεπόμενο σχετικό ένδικο βοήθημα επεκτάθηκε ρητά και στις εκκρεμείς ενώπιον του δεύτερου βαθμού υποθέσεις γονικής μέριμνας. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πρόσθετο ένδικο βοήθημα στους ηττηθέντες διαδίκους της σχετικής πρωτοβάθμιας απόφασης, το οποίο ανατρέπει το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων, αποσπώντας αρμοδιότητα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και προκαλώντας μια ακόμα μεγάλη σύγχυση και ανασφάλεια δικαίου, χωρίς καμία μεταβατική διάταξη, πράγμα πρωτοφανές για δικονομικής φύσης μεταρρύθμιση. Ομοίως και η τροποποίηση του άρθρου 593 Κ.Πολ.Δ που δίνει προτεραιότητα στον προσδιορισμό των ενδίκων αυτών βοηθημάτων, νομοθετεί προνομιακή μεταχείριση.

Η όψιμη και με προφανή υστεροβουλία καταγγελία ότι η κυβέρνηση νομοθετεί συστηματικά με “φωτογραφικές διατάξεις” είναι κάτι που δεν μας εκπλήσσει και το έχουμε καταγγείλει σε πλείστες περιπτώσεις. Ωστόσο, το βασικό επιχείρημα κατά της τροποποίησης αυτής δεν είναι η καταπάτηση κάθε έννοιας “καλής νομοθέτησης” και η δικονομικής φύσης στρέβλωση που επιφέρει και που είναι ολοφάνερη. Επαναλαμβάνουμε όπως είχαμε τονίσει στο στάδιο της διαβούλευσης για τον εκτρωματικό νόμο Τσιάρα (ν. 4800/2021) ότι το ζήτημα των σχέσεων του τέκνου με τους εν διαστάσει γονείς δεν είναι απλό, ώστε να μπορεί να ρυθμιστεί «οριζόντια», με εισαγωγή τεκμηρίων ή «υποχρεωτικά» και χωρίς εγγυήσεις για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Αντί της απαιτούμενης σοβαρότητας, η νομοθετική αλλαγή περί “υποχρεωτικής συνεπιμέλειας” – “υποχρεωτικότητα” που λόγω αντιδράσεων απαλείφθηκε από τις τελικές διατάξεις, αλλά παρέμεινε ως οριζόντιο τεκμήριο εξυπηρέτησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, ακόμα και του κακοποιημένου παιδιού που δεν έχει κριθεί η καταγγελία της κακοποίησής του – έλαβε τον χαρακτήρα ρεβανσισμού «πατέρων» έναντι δήθεν «προνομιούχων μέχρι σήμερα μητέρων» (βλ. δημόσιες παρεμβάσεις «λόμπι» των «ενεργών μπαμπάδων»), στο όνομα του συμφέροντος του παιδιού, που παραμένει ως άλλοθι στο επίκεντρο μιας στρεβλά παρουσιαζόμενης ως «διαμάχης μεταξύ των δύο φύλων».

Η νέα τροπολογία δεν θεραπεύει τις εκ του αποτελέσματος αρνητικές συνέπειες που είχε ο “νόμος Τσιάρα” στη ρύθμιση των γονεϊκών σχέσεων. Τουναντίον, προσθέτει ακόμα ένα όπλο στη φαρέτρα γονέων που επιθυμούν να εργαλειοποιήσουν το τέκνο τους, και φυσικά των κακοποιητών και δη των οικονομικά εύρωστων. Είναι ολοφάνερο ότι ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς διαδίκους, στους οποίους δίνει μια δεύτερη ευκαιρία, με την επίκληση της μεταβολής των συνθηκών (ή ακόμα και χωρίς μεταβολή αυτών!), να διεκδικήσουν ξανά τη χαμένη δίκη στον πρώτο βαθμό με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τη στιγμή που πολύ καλά οι δικηγόροι της πράξης γνωρίζουμε ότι η βασική στρατηγική του «πολέμου φθοράς», ως συνέχεια της ενδοοικογενειακής βίας, είναι η κατάχρηση της προσφυγής σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, (με αλλεπάλληλες αιτήσεις ανάκλησης/μεταρρύθμισης προσωρινών διαταγών και αποφάσεων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), κάτι που ανεξάρτητα από την δικαστική έκβαση αναγκάζει τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, κυρίως δηλαδή τις μητέρες, να συρθούν σε αέναες δικαστικές διαδικασίες. Αυτό ήδη έχει λειτουργήσει αποθαρρυντικά για τα θύματα, σε ένα σύστημα που η δωρεάν νομική βοήθεια ασθμαίνει, ενώ τα θύματα μακροχρόνιας ενδοοικογενειακής βίας έχουν αποστερηθεί κατά κανόνα την πρόσβαση σε πόρους που θα τους επέτρεπε να ανταποκριθούν σε χρονίζουσες δικαστικές διαμάχες.

Και πέραν των ιδιαίτερων δεδομένων της κάθε επίδικης υπόθεσης, που ο δικαστής θα πρέπει να αντιμετωπίζει εξατομικευμένα και χωρίς τεκμήριο “υποχρεωτικότητας”, η μειονεκτική θέση των γυναικών από άποψη εισοδήματος, αποκλεισμού τους από την αγορά εργασίας, αντιμετώπισης του καθημερινού σεξισμού και της κακοποιητικής βίας, είναι μια δομική πραγματικότητα, που οι διατάξεις του νομου, όπως πλέον απολογίζονται στα τέσσερα χρόνια ύπαρξης και εφαρμογής του, την επέτειναν προς το χειρότερο. Ο ρεβανσισμός του νόμου Τσιάρα, που αποτέλεσε πισωγύρισμα στα νομοθετικά βήματα που είχαν γίνει για την υποστήριξη των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, αποδείχθηκε μια ακόμα «πινελιά» ολοκλήρωσης της επίθεσης στα δικαιώματα μητέρων και παιδιών που βιώνουν κακοποίηση , σφραγίζοντας κάθε διέξοδο απόδρασης από την κακοποιητική τους συνθήκη.

Αυτή είναι η φύση της νέας διάταξης και ως τέτοια την καταγγέλλουμε και απαιτούμε να καταργηθεί. Επαναλαμβάνουμε ότι το παιδί του θύτη ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να γίνεται ακόμη ένα μέσο άσκησης ψυχολογικής βίας στον έτερο γονέα, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται έτσι όπως ήδη προβλέπει ο Ν. 3500/2006: ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας, ακόμα και εάν δεν την έχει υποστεί ευθέως.

Η στοιχειώδης αποτίμηση των αλλαγών που επέφερε ο ν. 4800/2021 στις ζωές των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας επιβεβαίωσε τη θέση που είχαμε εκφράσει εξαρχής.

Απαιτούμε παιδοκεντρική τροποποίηση του Αστικού Κώδικα, με ουσιαστική προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας – Κατάργηση των διατάξεων του νόμου Τσιάρα που εξυπηρετούν τους κακοποιητές και όχι τα θύματα – Στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών και οικογενειακά δικαστήρια – Άμεση, κατάλληλη και ταχεία διερεύνηση των καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας – Kοινωνική, οικονομική, νομική, ψυχολογική, στεγαστική στήριξη κακοποιημένων γυναικών και παιδιών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημοφιλή