Τροπολογία άρθρου 100 παρ. 3 ΚΠΔ: Όχι στην καφκική απαγόρευση πρόσβασης σε υλικό της δικογραφίας
Με μια ακόμη τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς φυσικά καμία διαβούλευση με τους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς και δικηγορικούς συλλόγους κατά την προσφιλή του τακτική, το Υπουργείο Δικαιοσύνης συνεχίζει στον ολισθηρό δρόμο της κατάργησης δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και περιορισμού του κράτους δικαίου.
Με το νέο προτεινόμενο σχέδιο διάταξης νόμου τροποποίησης του άρθρο. 100 παρ. 3 ΚΠΔ, εισάγεται πλέον εξαίρεση από το προβλεπόμενο στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορούμενου στη δικογραφία και παρέχεται η δυνατότητα απαγόρευσης πρόσβασης σε τμήμα του υλικού της δικογραφίας για τον κατηγορούμενο. Πρόκειται για παραβίαση του πυρήνα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που προστατεύεται από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ και του δικαιώματος του κατηγορούμενου σε αποτελεσματική υπεράσπιση.
Το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη να γνωρίζει τα στοιχεία με βάση τα οποία του αποδίδονται κατηγορίες που μπορεί να επισύρουν ποινική του καταδίκη, δεν μπορεί να τίθεται υπό αίρεση. Η νόθευση και ο περιορισμός του, το μόνο που μπορεί να επιφέρει είναι να ανοίξει διάπλατα ένα ανεξέλεγκτο πεδίο αυθαιρεσιών και μια καφκική ποινική διαδικασία αιφνιδιασμού ή ακόμη και παγίδευσης πολιτών, χωρίς να μπορούν να αποδείξουν αποτελεσματικά την αθωότητά τους.
Μάλιστα, η εν λόγω παρέκκλιση παρέχεται σε πλείστες περιπτώσεις και με την επίκληση πληθώρας αόριστων νομικών εννοιών που διευρύνουν το πεδίο αυθαιρεσίας, όπως σε περιπτώσεις κινδύνου για «θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου» ή όταν η άρνηση πρόσβασης είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία του «δημοσίου συμφέροντος» ή όταν «θα μπορούσε» να θέσει σε «κίνδυνο τη διεξαγωγή έρευνας». Με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, δεν θα προξενούσε εντύπωση, αυτή η διάταξη νόμου να έρχεται και φωτογραφικά για συγκεκριμένες ποινικές δίκες που απασχολούν ή θα απασχολήσουν τη δημοσιότητα
Ο Υπουργός Φλωρίδης φέρνει ως επιχείρημα το γεγονός ότι ανάλογη διάταξη είχε ισχύσει από το 2014 μέχρι το 2019 και καταργήθηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα, ενώ επικαλείται και το ενωσιακό δίκαιο και νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η επίκληση του ενωσιακού δικαίου από τον Φλωρίδη είναι απολύτως προσχηματική. Αφενός γιατί είναι εκλεκτική, καθώς η κυβέρνηση παραβιάζει διαρκώς τις διεθνείς υποχρεώσεις της με αποτέλεσμα καταδίκες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, χωρίς να αλλάζει την πολιτική της (βλ. για παράδειγμα την τρίμηνη αναστολή υποβολής ασύλου). Αφετέρου γιατί το ενωσιακό δίκαιο δεν αποτελεί κάποιο ιερό δισκοπότηρο νομιμότητας, τη στιγμή που πλήθος αυθαιρεσιών και παραβιάσεων των εγγυήσεων της ποινικής δίκης, ιδίως στο επίπεδο της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, έχουν ως πηγή την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις οδηγίες της. Αλήθεια, δεν θυμούνται τα στελέχη της κυβέρνησης τις κραυγές τους για τους «προστατευόμενους μάρτυρες» της Novartis; Ο ποινικός αυταρχισμός και η κατάργηση των εγγυήσεων της ποινικής δίκης ανοίγουν μια δίνη που μπορεί να ρουφήξει ακόμα και τους εμπνευστές τους.
Η Εναλλακτική Παρέμβαση έχει διαχρονικά αγωνιστεί δυναμικά ενάντια στη διαρκή διολίσθηση της κυβέρνησης και μετ’ επιτάσεως του Υπουργού Φλωρίδη στον περιορισμό του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζονται για τον κατηγορούμενο ή τον ύποπτο. Τα εκτρωματικά μέτρα διαρκών τροποποιήσεων των θεσμικών νομοθετημάτων μέχρι σήμερα έχουν ήδη οδηγήσει σε διάλυση κάθε συνοχής και συστήματος και κατάργηση βασικών δικαιωμάτων μόνο και μόνο για να τροφοδοτείται επικοινωνιακά ο ποινικός λαϊκισμός της κυβέρνησης. Ως εδώ!
Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν μπορούν να παρακολουθούν άλλο άβουλοι και μοιραίοι το ξήλωμα του κράτους δικαίου. Πρέπει να πρωτοστατήσουν για να ανατραπεί το καθεστώς εκτροπής και να αποκατασταθούν τα δικαιώματα των πολιτών στο πλαίσιο της δικαιοσύνης.


