Το πρόβλημα του δικηγορικού κλάδου δεν είναι η μορφή των εξετάσεων για την άδεια (της Σοφίας Χανή)
Πριν δύο εβδομάδες περίπου ολοκληρώθηκε ο Πανελλήνιος Διαγωνισμός Υποψήφιων Δικηγόρων Α’ Περιόδου 2025, κοινώς οι εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονται οι ασκούμενοι/ες δικηγόροι αφότου συμπληρώσουν τους προβλεπόμενους 18 μήνες της άσκησης, η οποία περίοδος είναι απαραίτητη μαζί με την επιτυχία στις εξετάσεις για την είσοδο στο επάγγελμα, βλέπε στον πολύπαθο δικηγορικό κλάδο.
Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν αποτελεί παρά μία επανάληψη των εξετάσεων στη Νομική, με εξέταση στα ίδια βασικά μαθήματα (ουσιαστικά μια επανάληψη των λεγόμενων “συνθέσεων” που είχαμε στη σχολή) και στα οποία οι ασκούμενοι/ες έχουν ήδη εξεταστεί επιτυχώς όπως αποδεικνύεται από το ίδιο τους το πτυχίο, η οποία εξέταση μάλιστα τα τελευταία 2 χρόνια είναι κλιμακούμενης δυσκολίας, με συνεχώς πιο δύσκολα και απαιτητικά θέματα, σε ένα άκρως κουραστικό τριήμερο εξετάσεων των πέντε συνολικά μαθημάτων, γεμάτο άγχος και αγωνία ανάμεσα στην ούτως ή άλλως απόλυτα αγχωτική και εξουθενωτική καθημερινότητα της δουλειάς.
Βλέπετε αυτή η αυξανόμενη δυσκολία των εξετάσεων για την άδεια (σε μαθήματα στα οποία επαναλαμβάνω ότι έχουν ήδη εξεταστεί επιτυχώς οι ασκούμενοι/ες όπως μαρτυρά άλλωστε το πτυχίο Νομικής που κατέχουν) είναι μια συνειδητή κατεύθυνση που έχουν θέσει οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν λέει τον “υπερπληθωρισμό” και κορεσμό του κλάδου, φτάνοντας στο σημείο να πουν ότι αυτός ευθύνεται τάχα για τους απαράδεκτους μισθούς και για το “μειωμένο κύρος του επαγγέλματος”. Φυσικά τα παραπάνω κατά τη γνώμη τους πρέπει να τα πληρώσουν οι ασκούμενοι/ες/α, που μετά από ένα εξοντωτικό συνήθως 18μηνο άσκησης κατά την οποία αποτελούν τα “παιδιά για όλες τις δουλειές” που γίνονται αντικείμενο ακραίας εκμετάλλευσης από τους εργοδότες του κλάδου, χωρίς κανένα εργασιακό δικαιώματα και με αστείους μισθούς, καθώς το ήδη αρκετά απαιτητικό πτυχίο τους δεν τους εξασφαλίζει επαγγελματική επάρκεια, θα πρέπει να υποβληθούν για ακόμα μια φορά στη βάσανο συνεχώς πιο απαιτητικών και δύσκολων εξετάσεων, εξετάσεων που απαιτούν πλέον αρκετό διάβασμα αλλά και παρακολούθηση σεμιναρίων και μαθημάτων προετοιμασίας μέσα στην ήδη αρκετά πολυάσχολη και κουραστική καθημερινότητα της άσκησης, με τη λαιμητόμο της πιθανής αποτυχίας στις εξετάσεις και άρα ενός επιπλέουν εξαμήνου άσκησης μπροστά τους μέχρι να μπορέσουν να ξαναδώσουν, να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους.
Και τώρα ως επιστέγασμα των παραπάνω, έρχεται όπως ακούγεται τελευταία ο υπουργός δικαιοσύνης (ποιάς;), ο γνωστός και μη εξαιρετέος κύριος Φλωρίδης, ο οποίος όταν δεν χυδαιολογεί στη Βουλή για το κρατικό έγκλημα των Τεμπών επιτιθέμενος με σκαιότητα στους συγγενείς των θυμάτων, έχει πλείστες φαεινές ιδέες για την κατεδάφιση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, με κορωνίδα φυσικά τον περιβόητο “δικαστικό χάρτη”, να προτείνει όχι μόνο την μεταφορά της ευθύνης για τη διεξαγωγή των εξετάσεων από τους δικηγορικούς συλλόγους στο κράτος, αλλά και να αλλάξει τη μορφή αυτών, αφού πλέον σύμφωνα με πληροφορίες οι εξεταζόμενοι/ες/α θα πρέπει να γράψουν ολόκληρα δικόγραφα, και συγκεκριμένα μία αγωγή και μία μήνυση (!), προκειμένου να αποκτήσουν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.
Ειδικά αυτήν την τελευταία πρόταση, δεν ξέρεις από πού να την πιάσεις και από πού να την αφήσεις. Από το γεγονός ότι μιλάμε για δύο βασικά εισαγωγικά δικόγραφα, της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αντίστοιχα, που ακριβώς λόγω του ότι αποτελούν την εισαγωγή στην υπόθεση και απαιτούν την επαρκή παράθεση των πραγματικών γεγονότων, της νομικής βάσης και των ισχυρισμών έχουν αυξημένη δυσκολία; Από το ότι μέχρι και “κανονικοί/ες” δικηγόροι με την άδεια τους και τα όλα τους πολλές φορές δυσκολεύονται να φέρουν εις πέρας τη σύνταξη τους μιας και αυτή απαιτεί συχνά και την ανάλογη απαραίτητη εμπειρία; Από το ότι ανάθεμα αν οι ασκούμενοι/ες δικηγόροι κατά τη διάρκεια της άσκησης είχαν την ευκαιρία να μάθουν να συντάσσουν έστω και πιο απλά δικόγραφα καθώς χρησιμοποιούνται κατά βάση από τα αφεντικά ως τα παιδιά για όλες τις δουλειές όπως είπαμε και προηγουμένως; Ή μήπως από το ότι μιλάμε για μια διαδικασία σύνταξης ενός απαιτητικού και συχνά πολύπλοκου νομικού κειμένου, το οποίο δεν αποτελεί απλά ένα πρακτικό για να βγει μέσα σε δύο ώρες, και το οποίο απαιτεί προσεκτική μελέτη όλου του φακέλου δικογραφίας, όπως και ενδελεχή συνήθως έρευνα σε νομοθεσία και νομολογία;
Το σίγουρο είναι ότι από όπου και να το πιάσεις μιλάμε για μια πολύ κακή επικείμενη εξέλιξη σε μια ήδη εν πολλοίς μάταιη και εξουθενωτική διαδικασία, η οποία βέβαια διόλου τυχαία θα είναι επωφελής για τα κάθε λογής νομικά φροντιστήρια, τα οποία μάλιστα ήδη διαφημίζουν πανάκριβα τμήματα προετοιμασίας για τις εξετάσεις των υποψήφιων δικηγόρων με την παρούσα μορφή της. Φανταζόμαστε τι έχει να γίνει σε περίπτωση που πλέον η σχετική εξέταση έγκειται σε σύνταξη δικογράφων.
Τόσο όμως αυτή η εξέλιξη όσο και η αυξανόμενη δυσκολία των εξετάσεων όπως αυτές διεξάγονται μέχρι στιγμής, δεν είναι αποτέλεσμα παρά της ίδια της ηγεσίας και πλειοψηφίας των δικηγορικών συλλόγων και της ολομέλειας δικηγορικών συλλόγων της χώρας, και βέβαια του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από κοντά και των διαφόρων ενώσεων ασκουμένων και νέων δικηγόρων που συμπλέουν σχεδόν απόλυτα με τις ως άνω ηγεσίες (για τις οποίες άλλωστε, και για τις θέσεις στα διοικητικά συμβούλια αυτών, προαλείφονται στο μέλλον), που εντοπίζουν το πρόβλημα ως προς τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας των δικηγόρων στον κορεσμό του κλάδου, χωρίς φυσικά να θίγουν την ουσία του καθεστώτος ντροπής στο οποίο εργάζονται οι ασκούμενοι/ες δικηγόροι, πολλώ δε μάλλον οι μισθωτοί/ες δικηγόροι.
Είναι αυτοί συνήθως που βέβαια προσφέρουν τις πανάκριβες υπηρεσίες τους έχοντας περάσει τις όπως τις χαρακτηρίζουν εύκολες και “άνευ κύρους” εξετάσεις, που πολλές φορές είχαν την δυνατότητα να τελειώσουν κάποιο αστραφτερό μεταπτυχιακό του εξωτερικού ή/και που είχαν γραφείο έτοιμο να τους περιμένει, που ως εργοδότες δίνουν πενιχρούς μισθούς έχοντας αντίστοιχα δυσθεώρητες απαιτήσεις, που βέβαια δεν έχουν κανένα πρόβλημα αντίστοιχα ως προς την επιστημονική ακαδημαϊκή νομική κατάρτιση με την υποβάθμιση των δημοσίων πανεπιστημίων και άρα και των δημοσίων νομικών σχολών, που δεν βρίσκουν λέξη να πουν για τα εξαιρετικά αμφίβολης ποιότητας ιδιωτικά κολλέγια που διατείνονται ότι παρέχουν πτυχία Νομικής, που βέβαια αδιαφορούν ως επί το πλείστον για τις τραγικές εργασιακές συνθήκες που αντιμετωπίζουμε πλήθος νέων και όχι μόνο μισθωτών δικηγόρων.
Είναι βέβαια οι ίδιοι που έχουν τόσο χαμηλά τον πήχη ως προς την εργασιακή αξιοπρέπεια των δικηγόρων, έτσι ώστε πανηγύριζαν πριν μερικά χρόνια με την απόφαση για κατώτατο μισθό στα 600 ευρώ για τους ασκούμενους/ες δικηγόρους, που φυσικά δεν αρκεί ούτε για πλάκα για αξιοπρεπή διαβίωση. Ένας μισθός – φιλοδώρημα ουσιαστικά, που βέβαια κανείς δεν υποχρεώνει τα αφεντικά του κλάδου να τον αποδίδουν πράγματι, μαζί με τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές των ασκουμένων (που συχνά τις βάζουν από την τσέπη τους), που και πάλι φτάσαμε ως κλάδο να θεωρούμε σχετικά αξιοπρεπή σε σύγκριση με τους μισθούς της τάξης των 300 και των 400 ευρώ που θεωρούνταν φυσιολογικοί λίγα χρόνια πριν, φυσικά για πλήρες ωράριο.
Έτσι είναι βέβαια όταν η περίοδος της πρακτικής άσκησης εξακολουθεί να θεωρείται “μαθητεία” ενώ πρόκειται για κανονικότατη και άκρως κοπιαστική τις περισσότερες φορές μισθωτή εργασία, κατά την οποία οι ασκούμενοι/ες τάχα “μαθητευόμενοι μάγοι” δουλεύουν ως “Σταχτοπούτες της δικηγορίας” φέροντας εις πέρας συνήθως πλείστες μη δικηγορικές δουλειές (από καφέδες, εκτυπώσεις μέχρι και εργασίες καθαριότητας στα γραφεία, για να μη νομίζετε ότι υπερβάλλω στη σύγκριση με το κλασικό παραμύθι), όπου βέβαια ανάθεμα αν τελικά όντως μαθαίνουν κάτι ουσιαστικό σχετικά με το επάγγελμα και τη δικηγορική πρακτική από τους εργοδότες δικηγόρους οι οποίοι τους χρησιμοποιούν ως φθηνό και αναλώσιμο εργατικό δυναμικό, αδιαφορώντας να τους διδάξουν το οτιδήποτε.
Και τι ακολουθεί βέβαια η ολοκλήρωση της άσκησης και η απόκτηση της άδειας; Σίγουρα όχι εργασιακά δικαιώματα και αξιοπρεπείς συνθήκες και μισθούς, αφού όπως συχνά ξεχνάνε οι παραπάνω εκπρόσωποι συλλόγων και ενώσεων που τόσο κατά τα άλλα “ενδιαφέρονται” για τους ασκούμενους/ες, ουσιαστικά μετά ακολουθεί μια συνέχιση της άσκησης απλά με πολύ πιο ακριβές εισφορές πλέον, οι οποίες μάλιστα κάθε χρόνο ανεβαίνουν, σε συνδυασμό φυσικά με ΦΠΑ και την παρακράτηση φόρου σε καθεστώς τιμολογίου (το λεγόμενο “μπλοκάκι”) στα πλαίσια της γενικότερης φορολογικής και ασφαλιστικής αφαίμαξης γενικότερα του κλάδου. Άδεια και “επαγγελματική ανεξαρτησία” λοιπόν μετά την ορκωμοσία των νέων δικηγόρων, τους οποίους ο νόμος αντιμετωπίζει ως ελεύθερους επαγγελματίες, η πραγματικότητα όμως τους βλέπει ως μισθωτούς και υπαλλήλους που δεν έχουν σχεδόν κανένα εργασιακό δικαίωμα, δεν δικαιούνται άδειες και δώρα, δουλεύουν εξουθενωτικά ωράρια, λαμβάνουν καθαρούς μισθούς πείνας, προσπαθούν να προλάβουν υπό το άγρυπνο βλέμμα των αφεντικών και μέσα στο εξοντωτικό τους πρόγραμμα να χωρέσουν και καμιά δική τους υποθεσούλα, πιέζονται ακόμα περισσότερο από την αιματηρή κυβερνητική φορολογική πολιτική, και εν τέλει εξωθούνται μαζικώς εκτός κλάδου.
Τι ποιότητα δικαιοσύνης λοιπόν μπορούμε να περιμένουμε όταν οι ίδιοι οι συλλειτουργοί της σε μεγάλο μέρος τους δεν έχουν ουσιαστικά δικαιώματα; Πώς γίνεται να αφήνουμε κυβερνήσεις, ηγεσία δικαιοσύνης και συλλόγων να ρίχνουν στους πλέον αδύναμους/ες/α την ευθύνη για αυτήν την οικτρή κατάσταση τιμωρώντας τους ακόμη περισσότερο;
Ενόψει των εκλογών των δικηγορικών συλλόγων, και φυσικά του ΔΣΑ, τον προσεχή Νοέμβρη, δεν γίνεται να μη βάλουμε τα παραπάνω στο επίκεντρο των ζητημάτων που απασχολούν τον κλάδο. Και δεν γίνεται η ίδια η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων βέβαια, μια παράταξη με μακρά παράδοση άνω των 30 χρόνων στην δικηγορία που υπερασπίζεται ελευθερίες και δικαιώματα, να μη σηκώσει πρώτη πρώτη το παραπάνω θέμα. Με σαφή και δυναμικά αιτήματα για άμεση κατάργηση τόσο της άσκησης όσο και των εξετάσεων για την απόκτηση της άδειας όποια μορφή κι αν έχουν, με το πτυχίο να αποτελεί μόνη προϋπόθεση για δουλειά, με διεκδίκηση εδώ και τώρα εργασιακών δικαιωμάτων για τους μισθωτούς/ες δικηγόρους και πάλη για άμεση κατοχύρωση τους, για αντίστοιχη αλλαγή του κώδικα δικηγόρων έτσι ώστε μεταξύ άλλων να επιτρέπει τη δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης, για υπογραφή εν τέλει συλλογικής σύμβασης εργασίας, παράλληλα φυσικά με συνεννόηση και συνεργασία με τα σωματεία μισθωτών δικηγόρων στην Αττική και όλη την Ελλάδα.
Αν θέλουμε πράγματι να αναδείξουμε τα προβλήματα των συναδέλφων, ας ξεκινήσουμε από τον πιο αδύναμο κρίκο τους.


