Η Εναλλακτική Παρέμβαση στις εκλογές του ΔΣΑ

Νοέμβριος 2021

Ημερομηνία:

Μοιραστείτε:

Εκδήλωση της Επιτροπής Αλληλεγγύης στη 12χρονη: η εισήγηση της Αγγελικής Σεραφείμ

Δημοσιεύουμε το εισηγητικό κείμενο της Αγγελικής Σεραφείμ, δικηγόρου και διατελέσασας συμβούλου στο Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με την Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή, στην εκδήλωση που έλαβε χώρα στη Νομική Σχολή Αθηνών την Τρίτη 26 Μαρτίου 2024 με θέμα: Η ΥΠΟΘΕΣΗ TRAFFICKING ΤΗΣ 12ΧΡΟΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ – Προκαταλήψεις, Συσκοτίσεις, Συγκάλυψη” (διοργάνωση: Επιτροπή Αλληλεγγύης στη 12χρονη, για λεπτομέρειες της εκδήλωσης εδώ).

Λίγες δεκάδες μέτρα από εδώ γίνεται μια εκδήλωση που μεταξύ άλλων αναλύει την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), η οποία δέχθηκε ότι το ελληνικό κράτος παραβίασε τα άρθρα 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) και 8 (δικαίωμα σε σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε μια περίπτωση πολίτη Βρετανίας, η οποία κατήγγειλε τον βιασμό της. Όπως συνηθίζει το ΕΔΔΑ, δεν καταλόγισε στις ελληνικές αρχές το γεγονός ότι η καταγγελία τέθηκε στο αρχείο, γιατί δεν κρίνεται η παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) από αυτό, αλλά ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις για τις επιζώσες έμφυλης βίας και δεν απετράπη η δευτερογενής θυματοποίηση της της καταγγέλλουσας. Όπως αναφέρει και το Ίδρυμα Μαραγκοπούλου στο σχετικό δελτίο τύπου, «Χωρίς να εκφράζει κάποια θέση ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι ανακριτικές και δικαστικές αρχές δεν είχαν διερευνήσει επαρκώς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας περί βιασμού.»

Στην ελληνική έννομη τάξη, παρότι και προγενέστερα υπήρχαν διατάξεις σχετικές, ένα συνολικό πλαίσιο για τα δικαιώματα των θυμάτων εγκληματικών πράξεων δημιουργήθηκε με την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012 , για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, η οποία ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 4478/2017.

Με την απόφαση 7320/2019 του Υπουργού τότε Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ρυθμίστηκε επίσης η λειτουργία των Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων «Σπίτι του Παιδιού», η οποία περιλαμβάνει ένα Δομημένο πρωτόκολλο εξέτασης ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος.

Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του “Σπιτιού του Παιδιού” είναι “(…)ε. Ο σχεδιασμός ολοκληρωμένου προγράμματος παροχής υπηρεσιών υποστήριξης στο ανήλικο θύμα. στ. Η διασύνδεση με άλλους φορείς υπηρεσιών, ειδικότερα δε επιστημονικούς φορείς, κοινωνικές υπηρεσίες, εκπαιδευτική κοινότητα, ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού, ΟΑΕΔ, ΜΚΟ που λειτουργούν για την προστασία του παιδιού, προγράμματα νομικής αρωγής και υποστήριξης δικηγορικών συλλόγων κ.ά.”. Γίνεται σαφές λοιπόν ότι πρακτικά υπάρχει πλέον δυνατότητα ολιστικής υποστήριξης του ανήλικου θύματος και της οικογένειάς του, κάτι που η συνήθης διαδικασία κατάθεσης στις αστυνομικές αρχές δεν μπορεί να διασφαλίσει.

Σύμφωνα με το άρ. 8 παρ. 2 της παραπάνω Υπουργικής Απόφασης, “2. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των αδικημάτων της παρ. 3 του ά. 69 του νόμου, η δικανική εξέταση διέπεται από ειδικό επιστημονικό πρωτόκολλο που προσαρτάται στο παρόν και το οποίο επικαιροποιείται με βάση τις επιστημονικές εξελίξεις. Η εφαρμογή του πρωτοκόλλου, που απαιτεί εξειδικευμένη εκπαίδευση των επαγγελματιών, είναι βαρύνουσας σημασίας για την αξιοπιστία των καταθέσεων των ανήλικων θυμάτων, τη συγκέντρωση των πληροφοριών, την ανάκληση των λεπτομερειών και την εν γένει συλλογή του αποδεικτικού υλικού. (…)

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης με τίτλο “Εκτίμηση της αντιληπτικής ικανότητας και ψυχικής κατάστασης ανηλίκων θυμάτων κατά τη διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 69 του νόμου”, “1. Η εκτίμηση της αντιληπτικής ικανότητας και ψυχικής κατάστασης ανηλίκων θυμάτων των αδικημάτων της παρ. 3 του άρθρου 69 του νόμου, αποτελεί μέρος της προετοιμασίας του ανηλίκου θύματος για την δικανική εξέταση και διέπεται από το ειδικό επιστημονικό πρωτόκολλο που προσαρτάται ως παράρτημα. Ο παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος ή ψυχολόγος ή ψυχίατρος, εξετάζει ιδίως το αναπτυξιακό στάδιο του ανηλίκου θύματος, αξιολογεί την αντιληπτική, γλωσσική και μνημονική του ικανότητα, καθώς και την ικανότητα του να διακρίνει το ψέμα από την αλήθεια.

2. Στο πλαίσιο της εξέτασης του ανηλίκου θύματος για την εκτίμηση της αντιληπτικής του ικανότητας και της ψυχικής του κατάστασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ά. 69 του νόμου, καλούνται σε συνέντευξη και τα μέλη της οικογένειας του ανήλικου θύματος, ιδίως δε τα αδέλφια του, για την εν γένει διερεύνηση του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Οι γονείς εξετάζονται πριν από το ανήλικο θύμα, λαμβάνεται δε υπόψη το ιστορικό της οικογένειας και ιδίως, τυχόν ιστορικό κακοποίησης ή παραμέλησης οποιουδήποτε άλλου μέλους, καθώς και σοβαρά ζητήματα ψυχικής υγείας αυτών.”

Τέλος, σύμφωνα με το άρ. 12 παρ. 2, κάθε εξέταση γίνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων.

Αυτή η πρόβλεψη προστέθηκε και στο άρ. 227 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με την πρόσφατη τροποποίησή του με τον ν. 5090/2024: “Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για τον σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων.»

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πόσο σημαντική για την ποινική διαδικασία και την προστασία των ανήλικων θυμάτων είναι η εφαρμογή της πρόβλεψης να επιλαμβάνονται τα “Σπίτια του Παιδιού” της λήψης της κατάθεσης των παιδιών θυμάτων σεξουαλικής βίας και εμπορίας ανθρώπων.

Είναι σκόπιμο επίσης να αναφερθούμε στον τρόπο με τον οποίο τυποποιεί ο Ποινικός Κώδικας τα αδικήματα σεξουαλικής βίας και ιδιαίτερα αυτά που στρέφονται κατά ανηλίκων:

Το αδίκημα του βιασμού τυποποιείται στο άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα:

1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών. 2. Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις.3. (…) 4. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1, τελεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη.

Το αδίκημα επίσης της εμπορίας ανθρώπων ορίζεται στο άρθρο 323Α του Ποινικού Κώδικα ως εξής:

1. Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής βίας ή άλλων εξαναγκαστικών μέσων ή με επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, στρατολογεί, απάγει, μεταφέρει, κατακρατεί παράνομα, υποθάλπει, παραδίδει ή παραλαμβάνει άλλον με σκοπό την εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή. (…)

4. Με τις ποινές της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται η πράξη των παρ. 1 και 2 όταν στρέφεται κατά ανηλίκου, ακόμα κι όταν τελείται χωρίς τη χρήση των μέσων που αναφέρονται σε αυτές.

Η μαστροπεία ανηλίκου τιμωρείται με βάση το άρθρο 349 του Ποινικού Κώδικα:

1. Όποιος, για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων, προάγει ή εξωθεί στην πορνεία ανήλικο ή υποθάλπει ή εξαναγκάζει ή διευκολύνει ή συμμετέχει στην πορνεία ανηλίκων, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή και κάθειρξη εάν το θύμα είναι μικρότερο των 15 ετών.

Η δε κατάχρηση ανηλίκων έχει σύμφωνα με το άρθρο 342 Ποινικού Κώδικα και τη διακεκριμένη περίπτωση όταν δράστης είναι ο εργοδότης ή γενικά άτομο στο οποίο έχουν εμπιστευτεί το παιδί για να το φυλάσσει έστω και προσωρινά:

“1. Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα (14) έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή,β) (…).Συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση της πράξης της παρ. 1: α) από οικείο, β) (…), δ) από πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του ανηλίκου, ε) (…).

Και εδώ να αναφέρω μια σημαντική νομική λεπτομέρεια. Υπάρχει στο ποινικό αυτό που λέμε φαινομενική συρροή. Δηλαδή κάποια σύνθετα εγκλήματα, απορροφούν άλλα, με τρόπο που να τιμωρείσαι μόνο για το ένα από αυτά. Παράδειγμα, βιασμός υπό απειλή. Θα δικαστείς μόνο για βιασμό, όχι και για την κατηγορία της απειλής.

Στην περίπτωση όμως ανηλίκων θυμάτων έχουμε μια σημαντική διαφορά. Επειδή τα αδικήματα όπως είναι η κατάχρηση ανηλίκων (342 ΠΚ) προσβάλλουν το έννομο αγαθό της ανηλικότητας (αγνότητα παιδικής ηλικίας, όπως αναφέρει και η νομολογία του Αρείου Πάγου), ενώ ο βιασμός (336 ΠΚ) για παράδειγμα πλήττει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, εδώ αυτές για παράδειγμα οι κατηγορίες θα στέκονταν πλάι πλάι (αληθής κατ’ ιδέα συρροή). Δηλαδή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει αυτό που λένε φαινομενική συρροή, δηλαδή ότι το αδίκημα του βιασμού «απορροφά» το αδίκημα της κατάχρησης ανηλίκου. Το λέω γιατί έχει πυροδοτηθεί μια συζήτηση για τα δύο αυτά αδικήματα, και ότι επειδή επισύρουν ποινές αντίστοιχης βαρύτητας δεν έχει πρακτική σημασία η συζήτηση περί στοιχειοθέτησης ή όχι του βιασμού, αλλά στην πραγματικότητα έχει ιδιαίτερη σημασία η καταδίκη ή όχι για την πράξη του βιασμού, καθώς αυτά τα αδικήματα συρρέουν πραγματικά στην περίπτωση παιδιού θύματος, μπορεί να επιβληθεί δηλαδή τιμωρία και για τα δύο.

Επίσης έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερη συζήτηση για το θέμα της συναίνεσης παιδιού σε γενετήσιες πράξεις και την παραδοχή της έλλειψης συναίνεσης του παιδιού θύματος βιασμού.

Επ’ αυτού πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας τη νομολογία του Αρείου Πάγου, που αφορά όμως το αδίκημα του άρθρου 351Α Π.Κ. (Γενετήσια πράξη με ανήλικο έναντι αμοιβής), η οποία αναφέρει παγίως ότι η συναίνεση του ανηλίκου ή η, παρ` αυτού, αμφιβολία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία (ΑΠ 765/2019, ΑΠ 422/2014).

Ήδη προαναφέρθηκε ότι στην περίπτωση της εμπορίας ανθρώπων (άρ. 323Α Π.Κ.) ρητά η συναίνεση του ανηλίκου θύματος δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν.

Γενικότερα όμως, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και την Ενδοοικογενειακή Βία (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων, παρέχουν σημαντικά εργαλεία για την ερμηνεία της έννοιας της συναίνεσης.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 36 παρ. 2 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης “Η συναίνεση πρέπει να παρέχεται εκουσίως, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του ατόμου η οποία αξιολογείται στο πλαίσιο των συνοδών περιστάσεων (surrounding circumstances)”.

Σημαντική είναι επίσης η απόφαση του ΕΔΔΑ M.C. κατά Βουλγαρίας (2003), όπου το Δικαστήριο σημείωσε ότι “οποιαδήποτε άκαμπτη προσέγγιση για τη δίωξη των σεξουαλικών αδικημάτων, όπως η απαίτηση απόδειξης σωματικής αντίστασης σε όλες τις περιστάσεις, κινδυνεύει να αφήσει ορισμένους τύπους βιασμού ατιμώρητους και έτσι θέτει σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας του ατόμου. Σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα και τάσεις σε αυτό το πεδίο, οι θετικές υποχρεώσεις των κρατών μελών υπό τα άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης πρέπει να ερμηνεύονται ως θεσπίζουσες την απαίτηση της ποινικοποίησης και της αποτελεσματικής δίωξης οποιασδήποτε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης, συμπεριλαμβανομένης της ανυπαρξίας σωματικής αντίστασης εκ μέρους του θύματος ” (παρ. 166).

Η Σύμβαση επίσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών ενάντια στη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και τη Σεξουαλική Κακοποίηση (γνωστή και ως σύμβαση Lanzarote, κυρωθείσα με τον Ν. 3727/2008) θεσπίζει την υποχρέωση για τα κράτη να ποινικοποιούν τη “συμμετοχή σε σεξουαλικές δραστηριότητες με παιδί” όπου “γίνεται κατάχρηση μιας ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασης του παιδιού, κυρίως λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης” (άρ. 18).

Σύμφωνα με την οικεία επεξηγηματική έκθεση της Σύμβασης, η κατάσταση εξάρτησης αναφέρεται όχι μόνο σε παιδιά με πρόβληματα εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ, αλλά επίσης σε καταστάσεις όπου το παιδί δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποβληθεί στην κακοποίηση. Οι λόγοι μπορεί να σχετίζονται με τη σωματική και την συναισθηματική κατάσταση, την οικογένεια, να είναι κοινωνικοί ή οικονομικοί, όπως για παράδειγμα η επισφαλής ή παράνομη διοικητική κατάσταση, μια κατάσταση οικονομικής εξάρτησης ή μια εύθραυστη κατάσταση υγείας. Σε μια τέτοια περίπτωση το παιδί μπορεί να συναινέσει σε σεξουαλικές σχέσεις, αλλά η κατάσταση ευαλωτότητάς του αναιρεί την εγκυρότητα της συναίνεσης. Κάνει επίσης η επεξηγηματική έκθεση αναφορά και στην πλύση εγκεφάλου.

Ειδικότερα επίσης για το αδίκημα του βιασμού, ο Άρειος Πάγος έχει νομολογήσει τα εξής: “Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Η απειλή (ψυχική βία) είναι εκείνη που ενέχει απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος, ο δε κίνδυνος πρέπει να είναι “άμεσος” και “σοβαρός”, δηλαδή το επαπειλούμενο κακό να μπορεί να επέλθει σε σύντομο χρονικό διάστημα και να ενέχει σοβαρότητα και βαρύτητα ικανή να οδηγήσει τον εξαναγκαζόμενο να υποστεί συνουσία ή να ανεχθεί ή επιχειρήσει άλλη γενετήσια πράξη, προς δε, μπορεί να αφορά την ζωή ή την υγεία ή την περιουσία του παθόντος ή των οικείων του. Απειλή βίας συνιστά και αυτή που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικειμένου κινδύνου κατ’ αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται σαν αστήρικτη ή ακόμη και μη δυναμένη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Περαιτέρω, για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η συνουσία ή γενετήσια πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σ’ αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης.”

Γίνεται σαφές ότι η προστασία των θυμάτων και η αποτελεσματική διερεύνηση των αδικημάτων του 19ου κεφαλαίου του ΠΚ ιδιαιτέρως, απαιτεί την διεπιστημονική προσέγγιση. Είναι αναγκαία τα εργαλεία και άλλων επιστημών, όπως τα πορίσματα της ψυχολογίας, της ανθρωπολογίας, της κοινωνιολογίας, των σπουδών φύλου, της εγκληματολογίας για να γίνουν κατανοητές οι ανθρώπινες συμπεριφορές και κυρίως να ερμηνευτούν οι αφηρημένες νομικές έννοιες με τρόπο που να μην αναπαράγονται έμφυλα (και άλλα) στερεότυπα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημοφιλή