ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΑΘΗΝΑΣ - www.edpa.gr
print

Τοποθέτηση της Εναλλακτικής Παρέμβασης για την παρέμβαση Βερβεσού στην υπόθεση Τοπαλούδη - Υποβολή υπογραφών

Δημοσιοποιούμε κείμενο που υποβλήθηκε στις 25/5/2020 από τον σύμβουλο της "Εναλλακτικής Παρέμβασης - Δικηγορικής Ανατροπής" προς τον Πρόεδρο και τα μέλη ΔΣ του ΔΣΑ, για συζήτηση στο Διοικητικό Συμβούλιο της παρέμβασης του Προέδρου του ΔΣΑ στη δίκη Τοπαλούδη. Με το κείμενο, συνυποβλήθηκε δήλωση με 234 υπογραφές συναδελφισσών και συναδέλφων δικηγόρων.

Π Ρ Ο Σ

Τον κ. Πρόεδρο και το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

ΑΙΤΗΣΗ

του Θανάση Καμπαγιάννη, συμβούλου στο Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με την “Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή”

////

Με την παρούσα, σας επιδίδουμε το συνημμένο από 18/5/2020 κείμενο, υπογεγραμμένο (με ονοματεπώνυμο και αριθμό Μητρώου) από διακόσιες τριάντα τέσσερις (234) συναδέλφισσες και συναδέλφους, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και Συλλόγων πολλών πόλεων ανά την Ελλάδα, με αφορμή την παρέμβαση του Πρόεδρου του ΔΣΑ στη δίκη της υπόθεσης Τοπαλούδη.

Πέραν των αναφερομένων στο εν λόγω κείμενο με τα οποία συντασσόμαστε, σας παραθέτουμε γραπτή τη συλλογική τοποθέτηση της παράταξής μας που έχει ως εξής:

Για την παρέμβαση του προέδρου του ΔΣΑ στη δίκη της υπόθεσης Τοπαλούδη

1. Η παρέμβαση του προέδρου του ΔΣΑ κ. Δ. Βερβεσού στην δίκη του βιασμού και της ανθρωποκτονίας της Ελένης Τοπαλούδη ήταν συνολικά λαθεμένη, τόσο ως περιεχόμενο της δήλωσής του όσο και ως χειρισμός. Συντασσόμαστε με τις εκατοντάδες συναδέλφισσες και συναδέλφους που αντέδρασαν στην παρέμβαση αυτή. Χωρίς αυτές τις αντιδράσεις, οι δικηγόροι θα είχαμε μείνει απολύτως εκτεθειμένες/οι στις καλόβουλες ή κακόβουλες κριτικές που αυτή ξεσήκωσε.

2. Η από 14/5/2020 δήλωση του κ. Βερβεσού δεν μπορεί να κριθεί μόνο από το γενικό περιεχόμενο υπεράσπισης της θέσης του συνηγόρου στην ποινική δίκη. Ο πρόεδρος του ΔΣΑ δεν είναι καθηγητής Πανεπιστημίου, ώστε οι παρεμβάσεις του να κρίνονται βάσει της επανάληψης γενικών αληθειών. Ο πρόεδρος του ΔΣΑ εκ του ρόλου του κάνει πολιτικές και συνδικαλιστικές παρεμβάσεις, επιστημονικά τεκμηριωμένες, που σκοπό έχουν την υπεράσπιση της δικαιοσύνης και του κύρους του δικηγορικού σώματος. Με αυτά ως κριτήρια, η δήλωση του κ. Βερβεσού εξέθεσε τους δικηγόρους, αντί να τους προασπίσει.

3. Υπήρξε ασάφεια για το αν η εισαγγελέας της έδρας μέμφθηκε τους συνηγόρους της υπεράσπισης ή τους δικηγόρους γενικά. Από τη διατύπωση της φράσης της, προκύπτει ότι αφετηρία ήταν συγκεκριμένες ενέργειες των συνηγόρων υπεράσπισης της εν λόγω δίκης, η οποία όμως έδωσε αφορμή για την εντύπωση μιας συνολικής κρίσης. Δεν είναι, ωστόσο, δικαίωμα της εισαγγελέως να κρίνει το υπερασπιστικό έργο ή να αμφισβητήσει τον ρόλο του συνηγόρου, είτε ειδικά είτε γενικά. Τυχόν υπερβάσεις του παριστάμενου δικηγόρου μπορούν να αντιμετωπιστούν κατά τα οριζόμενα στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από τον Πρόεδρο που διευθύνει τη διαδικασία και είναι αρμόδιος προς τούτο. Και βέβαια τυχόν υπερβάσεις ενός εισαγγελικού ή δικαστικού λειτουργού μπορούν να αντιμετωπιστούν από τους παριστάμενους δικηγόρους με τα όπλα που δίνει η δικονομία, από την απαίτηση ανάκλησης προσβλητικού χαρακτηρισμού μέχρι και την υποβολή αίτησης εξαίρεσης.

4. Έχοντας πει αυτά, η δήλωση του Προέδρου πρέπει να κριθεί συνολικά στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης. Έλαβε χώρα αμέσως μετά την αγόρευση της εισαγγελέως σε μια πολύκροτη και κορυφαία υπόθεση εμβληματικής έμφυλης βίας, αγόρευση η οποία στην ουσία της επικοινώνησε με την κοινωνική απαίτηση για δικαιοσύνη και ανέδειξε τη σύνδεση των εγκληματικών πράξεων με το φύλο της Ελένης Τοπαλούδη. Και εδώ δεν μιλάμε για έναν “ποινικό λαϊκισμό”, αφού γνωρίζουμε τα συστημικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν γυναίκες-θύματα της έμφυλης βίας όταν την καταγγέλλουν. Η επιμονή της εισαγγελικής αγόρευσης στην έλλειψη συναίνεσης του θύματος έσπασε μια ρουτίνα διαμοιρασμού της ευθύνης ανάμεσα σε θύτη και θύμα, που δυστυχώς χαρακτηρίζει και τις διωκτικές και δικαστικές αρχές σε υποθέσεις βιασμών. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ξεπεραστεί με την στερεοτυπική φράση “ο ΔΣΑ δεν υπεισέρχεται σε πραγματικά περιστατικά υπό εξέλιξη δίκης”. Ακόμα και χωρίς να πράξει κάτι τέτοιο, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ θα μπορούσε να σημάνει την ευαισθησία του δικηγορικού σώματος απέναντι στο επίδικο της έμφυλης βίας, κάτι το οποίο ουδόλως έπραξε. Έδωσε έτσι αναπάντεχο δώρο σε κάθε κακόπιστο (αλλά δυστυχώς και καλόπιστο) παρατηρητή να εμφανίσει τους δικηγόρους σαν μια “ανησυχούσα συντεχνία” που επιτίθεται σε μια εισαγγελέα που “επιτέλους είπε αλήθειες” και “έκανε τη δουλειά της”.

5. Μέχρις εδώ, η δήλωση είναι άστοχη και εκτός πλαισίου. Όμως, κατά το μέρος που η δήλωση ζητά τον πειθαρχικό έλεγχο της εισαγγελέως αποτελεί πλέον παρέμβαση στην ίδια την εξέλιξη της δίκης, εφόσον υπεβλήθη διαρκούσης της δίκης. Κι αυτό γιατί το αίτημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να υποβληθεί εγγράφως μια μέρα μετά την απόφαση και όχι βέβαια στην κορύφωση της ποινικής δίκης που είναι οι αγορεύσεις της εισαγγελέως και των διαδίκων, μάλιστα δε σε δικαστήριο που συναποτελείται από ενόρκους. Η απαίτηση από την Πρόεδρο του δικαστηρίου να “επαναφέρει στην τάξη” την εισαγγελέα (αλήθεια οι συνήγοροι υπεράσπισης έκαναν τέτοια δήλωση εντός ακροατηρίου;) και από τον Άρειο Πάγο να επιληφθεί πειθαρχικά κατέστησε αντικειμενικά διάδικο τον Δικηγορικό Σύλλογο σε μια εκκρεμή δίκη, προκάλεσε δηλαδή ακριβώς αυτό που ο Σύλλογος δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι δεν επιθυμεί.

6. Όλα αυτά δεν αποφασίστηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ, το οποίο ούτε καν ενημερώθηκε, αλλά αποτελούν προσωπική δήλωση του Προέδρου του ΔΣΑ, ο οποίος μάλιστα υπογράφει ως πρόεδρος της Ολομέλειας. Φυσικά, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ αποτελεί αυτοτελές, μονοπρόσωπο όργανο σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων. Όμως, ένα από τα θετικά στοιχεία της λειτουργίας συλλογικών οργάνων είναι ότι αμφισβητήσεις και αντιδράσεις μπορούν να προληφθούν αποτελεσματικότερα κατόπιν διαλογικής συζήτησης. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει αν εξ ορισμού θεωρείς τη δημοκρατία και τη συλλογική λειτουργία βάρος και αχρείαστο φορτίο.

7. Εκεί που ο αρνητικός χαρακτήρας της παρέμβασης του Προέδρου του ΔΣΑ απογειώνεται είναι στην αποστολή συμβούλου του ΔΣΑ, του κυρίου Γ. Κλεφτοδήμου, εξουσιοδοτημένου από τον Πρόεδρο για να μεταφέρει στο ακροατήριο το περιεχόμενο της δήλωσής του. Διαδικαστικά, έχουμε εδώ την ακύρωση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, που αντικαθίσταται από τον Πρόεδρο (και ίσως τη συνεδρίαση της Συντονιστικής, βλ. παρακάτω), με μέλη του Συμβουλίου να μετατρέπονται σε κομιστές (!) των αποφάσεων αλλότριου οργάνου. Ουσιαστικά, έχουμε την ωμή παρέμβαση σε υπό εξέλιξη δίκη η οποία φυσιολογικά προξενεί αντιδράσεις από μέλη της οικογένειας της παθούσας. Δικονομικά, ο όλος χειρισμός συνιστά τέτοια εξωθεσμική ακροβασία – οι παριστάμενοι συνήγοροι δεν προτείνουν έστω ως παράγοντες της δίκης την ακρόαση του συμβούλου! – που ακυρώνει την αρχικά προβληθείσα αντίρρηση για τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης, αφού από θεματοφύλακας ο ΔΣΑ εξελίσσεται σε καταπατητή της.

8. Τίποτα από όλα αυτά δεν αλλάζει με τη μεταγενέστερη από 16/5/2020 ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων που επιχειρεί να δώσει στον Πρόεδρο του ΔΣΑ αναδρομική νομιμοποίηση των χειρισμών του, αναφερόμενη σε “απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής κατά της συνεδρίασή της στις 12/5/2020”. Πέραν του προφανούς, ότι δηλαδή συνεδρίαση της Συντονιστικής Επιτροπής έγινε στις 13/5/2020, η ανακοίνωση της 16/5 σιωπά τόσο για το αίτημα πειθαρχικού ελέγχου της εισαγγελέως της έδρας (“περασμένα ξεχασμένα” αφού δηλώνει και ικανοποίηση από την επανόρθωση της εισαγγελέως!) όσο και για την αποστολή Συμβούλου του ΔΣΑ στο ακροατήριο.

9. Όμως πέραν της διάσωσης των προσχημάτων, η ανακοίνωση της Συντονιστικής δείχνει και την επιλεκτική ευαισθησία του Προέδρου του ΔΣΑ και όσων επιχειρούν να τον συνδράμουν. Η ανακοίνωση αποσιωπά πλήρως την εξωθεσμική παρέμβαση του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ κυρίου Σκρέτσου που υπερέβη κάθε έννοια διάκρισης των εξουσιών και με ανάρτηση σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης επιτέθηκε σε εισαγγελική λειτουργό σε δίκη εν εξελίξει. Ο Υφυπουργός αναγκάστηκε βέβαια να ανακαλέσει. Όμως, η Συντονιστική δεν έκανε καν την τυπική αναφορά στην “ανεξαρτησία της δικαιοσύνης”! Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι το περιεχόμενο δηλώσεων για τον “ρόλο του συνηγόρου” ή την “ανεξαρτησία της δικαιοσύνης” πρέπει να κρίνεται όχι από τη γενική αλήθειά τους, αλλά κυρίως από το πότε επιλέγεται η επανάληψή τους. Φαίνεται λοιπόν πώς μόνο στην υπόθεση Novartis κινδύνευσε η “ανεξαρτησία της δικαιοσύνης”, καθώς εκεί ο Πρόεδρός μας δεν εφείσθη δηλώσεων. Παρομοίως, η αποφυγή τοποθέτησης σε υπό εξέλιξη δίκη αφορά μόνο την υπόθεση Τοπαλούδη, αλλά δεν αφορά τη δίκη της Χρυσής Αυγής για την οποία ο Πρόεδρος του ΔΣΑ είχε κάνει αναλυτική τοποθέτηση σε τηλεοπτική του συνέντευξη παραθέτοντας όλο το σκεπτικό της υπεράσπισης για τη συνένωση των δικογραφιών, γεγονός που αξιοποιήθηκε από τους κατηγορούμενους στο ακροατήριο της δίκης και απασχόλησε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

10. Τουναντίον, στην υπό στοιχείο 4 παράγραφο, η ανακοίνωση της Συντονιστικής προβαίνει σε μια ανοίκεια επίθεση σε όσες και όσους εκλεγμένους σε θεσμικά όργανα αντιδράσαμε στην παρέμβαση του Προέδρου. Η μετατροπή των θεσμικών φορέων των δικηγόρων σε πολιτικο-εκλογικό όχημα του Προέδρου του ΔΣΑ είναι μια θλιβερή εξέλιξη, που δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό.

11. Ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας οφείλει απέναντι στα μέλη του – πολλά από αυτά γυναίκες – αλλά και απέναντι στην κοινωνία μια καθαρή τοποθέτηση καταδίκης της έμφυλης βίας, ανάδειξης του οξύτατου κοινωνικού προβλήματος που αυτή αποτελεί και ανάληψης πρωτοβουλιών για την αντιμετώπισή και τον κολασμό της. Στα πλαίσια αυτής της απόφασης που πρέπει να ληφθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, θα πρέπει να αποδοκιμαστεί η παρέμβαση του Προέδρου του ΔΣΑ στη δίκη της υπόθεσης Τοπαλούδη και να αναζητηθούν τυχόν πειθαρχικές ευθύνες από δικηγόρους στο μέτρο που με τις τοποθετήσεις τους σκύλευσαν το θύμα του βιασμού και της άγριας δολοφονίας. Έτσι μόνον θα σταλεί το μήνυμα ότι η προάσπιση του ρόλου του συνηγόρου στην ποινική δίκη δεν είναι συντεχνιακή απαίτηση, αλλά υπεράσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας, γι' αυτό και πρώτοι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι ελέγχουν δεοντολογικά κάθε μέλος τους που υποπίπτει σε παράπτωμα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του.

Κατόπιν τούτων

Παρακαλώ για την ένταξη του θέματος αυτού στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και τη συζήτηση αυτού.

Παρακαλείται ο κ. Διευθυντής του Συλλόγου να μεριμνήσει, κατόπιν πρωτοκόλλησης της παρούσας, για τη διανομή της στα λοιπά μέλη του ΔΣ. Επίσης ζητώ να δημοσιευθεί η παρούσα στην ιστοσελίδα του ΔΣΑ.

Αθήνα, 25/5/2020,

Ο αιτών σύμβουλος.

print