Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας - www.epda.gr
εκτύπωση

θέσεις - απόψεις






13 Οκτωβρίου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Καλώς τα τα παιδιά – Για την ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής για τη δίκη της Χρυσής Αυγής (του Θ. Καμπαγιάννη)


Με την από 7/10/2020 ανακοίνωσή της που δημοσιοποιήθηκε αμέσως μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων αποκαλεί τη Χρυσή Αυγή “νεοναζιστική οργάνωση”, “μόρφωμα” και πάντως όχι “κόμμα του συνταγματικού τόξου”, καλώντας τους δικηγόρους σε δημοκρατική εγρήγορση απέναντι σε αντίστοιχα μορφώματα στο μέλλον.

Ως δικηγόροι της πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής, ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμα για “δημοκρατική εγρήγορση” προτού αυτό εκδοθεί από τη Συντονιστική. Επί πεντέμισι χρόνια, προσφέραμε την εργασία μας στα θύματα της νεοναζιστικής βίας, τους Αιγύπτιους ψαράδες, την οικογένεια του Παύλου Φύσσα, τους κομμουνιστές συνδικαλιστές της Ζώνης του Περάματος, σε ανθρώπους δηλαδή που ούτε κατά διάνοια θα είχαν τη δυνατότητα να παραστούν σε ένα τέτοιο ποινικό δικαστήριο, απέναντι σε μια οργάνωση που ο υπερασπιστικός της πυρήνας πληρωνόταν από το Κοινοβούλιο ως “επιστημονικοί συνεργάτες”. Μάλιστα στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, κινδύνευσε η σωματική ακεραιότητα δικηγόρων της πολιτικής αγωγής που έπεσαν θύματα χρυσαυγίτικων δολοφονικών επιθέσεων, όπως συνέβη στο πρόσωπο της Ελευθερίας Τομπατζόγλου και της Ευγενίας Κουνιάκη.

Με τα εχέγγυα αυτής μας της στάσης, λοιπόν, και χωρίς κίνδυνο παρεξήγησης, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: Γιατί εκδίδεται τώρα αυτό το προσκλητήριο; Γιατί όχι νωρίτερα; Γιατί μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης;

Η δικαιολογία που δίνει η Συντονιστική είναι η “πάγια θέση [των θεσμικών οργάνων του δικηγορικού σώματος] να μην παρεμβαίνουν σε εκκρεμείς δίκες”. Πρόκειται για προφανή υπεκφυγή. Για τρεις λόγους:

  1. Τα θεσμικά μας όργανα έχουν παρέμβει και μάλιστα επανειλημμένα σε εκκρεμείς δίκες. Για να θυμίσω μόνο τα δύο πιο πρόσφατα παραδείγματα: παρενέβησαν μέσω συμβούλου του ΔΣ του ΔΣΑ, κατ’ εντολή του Προέδρου Δ. Βερβεσού, στη δίκη των δολοφόνων της Ελένης Τοπαλούδη, όπως επίσης παρενέβησαν μετά την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς δικηγόρου κατά δικαστικού υπαλλήλου, με συνάντηση του Προέδρου του ΔΣΑ με την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου όσον αφορά την επίδικη υπόθεση. Η θέση λοιπόν της μη-παρέμβασης σε εκκρεμείς δίκες δεν είναι πάγια: έχει εξαιρέσεις.
  2. Αλλά και στην ίδια τη δίκη της Χρυσής Αυγής, θεσμικά όργανα του ΔΣΑ παρενέβησαν και μάλιστα με απολύτως ανοίκειο και μονομερή τρόπο. Σε τηλεοπτική συνέντευξή του στο Kontra Channel στις 2/4/2019, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ κ. Βερβεσός απέδωσε την υπέρμετρη διάρκεια της δίκης στην (απολύτως απαραίτητη) συνένωση των δικογραφιών, υιοθετώντας έτσι έναν σημαντικό υπερασπιστικό ισχυρισμό της Χρυσής Αυγής. Στην πραγματικότητα, η καθυστέρηση της δίκης οφειλόταν σε λόγους που είχαν να κάνουν με την αίθουσα, την τακτικότητα των δικασίμων, την αποκλειστική απασχόληση των δικαστών (ζητήματα που αναδείκνυε η πολιτική αγωγή ενόσω η ηγεσία του ΔΣΑ τηρούσε σιγή ιχθύος), αλλά και σε συνειδητή στρατηγική κωλυσιεργίας της υπεράσπισης. Φυσικά η παρέμβαση του Προέδρου του ΔΣΑ δεν έμεινε ανεκμετάλλευτη. Μάρτυρες υπεράσπισης της Χρυσής Αυγής κατέθεσαν το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα η θέση αυτή να καταστεί αντικείμενο της δίκης και να αξιοποιηθεί δεόντως από πλευράς ναζιστικού μορφώματος.
  3. Αν, τέλος, κάποιος λάβει στα σοβαρά την “πάγια θέση της μη παρέμβασης”, όπως αυτή αναφέρεται, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει ότι η δίκη είναι ακόμα “εκκρεμής”! Δεν έχει τελειώσει καν σε πρώτο βαθμό (στο ακροατήριο συζητώνται ακόμα τα ζητήματα ποινών), ενώ – και να είχε τελειώσει σε πρώτο βαθμό – εκκρεμεί το Εφετείο, είναι δε σίγουρο ότι θα καταστεί αμετάκλητη μετά από πολλά πολλά χρόνια…

Ας μην παρεξηγηθώ. Προφανώς και καλώς έπραξε η Συντονιστική Επιτροπή και – έστω και καθυστερημένα – εξέδωσε την εν λόγω ανακοίνωση. Η αιτιολογία είναι σαφής και προσυπογράφω μέχρι τελείας το περιεχόμενό της, γι’ αυτό και αρκούμαι να το αναπαράγω: “Το δικηγορικό σώμα, με την ιστορία και τις παραδόσεις του, αποτελεί διαχρονικά θεματοφύλακα των δημοκρατικών ιδεωδών και των ατομικών ελευθεριών και έχει σταθεί αντιμέτωπο σε κάθε προσπάθεια δημοκρατικής εκτροπής και αλλοίωσης του πολιτεύματος”. Η ναζιστική εγκληματική οργάνωση “Χρυσή Αυγή”, σπορά του γερμανικού στρατού κατοχής (κατά δήλωση του Αρχηγού της) και του Απριλιανού πραξικοπήματος, αποτέλεσε πράγματι κίνδυνο για τη δημοκρατία.

Όμως εδώ είναι και ο πυρήνας της διαφωνίας μας με την ηγεσία που προσφέρουν οι σημερινοί ιθύνοντες του δικηγορικού σώματος.

Αν όντως η Συντονιστική πίστευε τα όσα έγραφε, τότε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, ως τοπικά αρμόδιος μιας και το δικαστήριο που δίκαζε ήταν το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, εκπροσωπώντας και το σύνολο του δικηγορικού σώματος πανελλαδικά, θα έπρεπε στο ξεκίνημα της δίκης της Χρυσής Αυγής, στις 20 Απριλίου 2015, να διεκδικήσει τον ρόλο της πολιτικής αγωγής!

Και ας μην σπεύσει κάποιος να μου πει ποιά θα ήταν η τύχη ενός τέτοιου διαβήματος, θυμίζοντάς μου τα πορίσματα της θεωρίας και τη σχετική νομολογία. Μου είναι γνωστά.

Το διάβημα αυτό, ειδικά αν συνοδευόταν από δημόσιες εκδηλώσεις και τοποθετήσεις, θα επικύρωνε στα μάτια της κοινωνίας εκείνον τον ρόλο που θεωρητικά αξιώνουμε ως δικηγόροι: του θεματοφύλακα των δημοκρατικών ιδεωδών και των ατομικών ελευθεριών.

Και φυσικά καμία αντίφαση δεν θα δημιουργούσε αυτό με την παρουσία δικηγόρων-μελών του ΔΣΑ στα έδρανα της υπεράσπισης. Όταν διεξάγονταν οι δίκες της Χούντας, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν αμφισβήτησε ποτέ το δικαίωμα των πραξικοπηματιών να έχουν δικηγόρους. Όμως αυτό δεν σήμανε την μη διατύπωση γνώμης για την ανάγκη καταδίκης των κατηγορουμένων έστω και αν η δίκη ήταν “εκκρεμής”.

Αν θέλει κανείς να ψάξει τα βαθύτερα αίτια της απαξίωσης του δικηγορικού επαγγέλματος και τη μετατροπή του κλάδου μας σε “καρπαζοεισπράκτορα” της εκάστοτε κυβέρνησης, ας την αναζητήσει και στο πόσο οι ίδιοι, μέσω των ηγεσιών μας, φτηνύναμε τον θεσμικό μας ρόλο και εγκαταλείψαμε πεδία κοινωνικής παρέμβασης που θα δυνάμωναν την διαπραγμευτική μας ισχύ.

Αυτά όμως είναι σκέψεις που τις κάνουν δυνάμεις που είναι διαθέσιμες να έρθουν σε σύγκρουση με την εκτελεστική εξουσία, κάτι που ειδικά τους μήνες της πανδημίας οι ηγεσίες μας απέδειξαν ότι δεν έχουν καμία διάθεση να πράξουν.

Ως υστερόγραφο, ας σημειώσω την τόλμη που επέδειξε ο προσφάτως επανεκλεγείς Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χριστόφορος Σεβαστίδης που, τόσο με προγενέστερη αρθρογραφία του όσο και με τη σεμνή και χωρίς τυμπανοκρουσίες παρουσία του τη μέρα έκδοσης της απόφασης, έλαβε σαφή θέση για το ιστορικό διακύβευμα αυτής της υπόθεσης. Μείναμε έτσι μόνοι εμείς, οι δικηγόροι και τα συλλογικά μας όργανα, να αναμένουμε τι θα πουν οι δικαστές της έδρας για να τοποθετηθούμε…

Χαμένες ευκαιρίες από μια ηγεσία κατώτερη των προκλήσεων και των προσδοκιών. Επείγει να αλλάξουμε συλλογική πορεία.

*Ο Θανάσης Καμπαγιάννης είναι δικηγόρος πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ με την “Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή”.

 
   
   
   
   
6 Ιουλίου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Ενα αντισυνταγματικό νομοσχέδιο που θα κουρελιαστεί στην πράξη (του Θ. Καμπαγιάννη)


Αναδημοσιεύουμε άρθρο του Θανάση Καμπαγιάννη, συμβούλου στο ΔΣ του ΔΣΑ με την "Εναλλακτική Παρέμβαση - Δικηγορική Ανατροπή" (6/7/2020):

Ενα αντισυνταγματικό νομοσχέδιο που θα κουρελιαστεί στην πράξη

Τι το πραγματικά διαφορετικό φέρνει το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις που κατέθεσε η κυβέρνηση και σχεδιάζεται να ψηφιστεί από τη Βουλή αυτή την εβδομάδα; Οχι πάντως τη δυνατότητα του κράτους να παρενοχλεί, να απαγορεύει και να διαλύει δημόσιες συναθροίσεις.

Οσοι ζήσαμε ως συμμετέχοντες το μεγάλο αντιμνημονιακό κίνημα του 2010-2012, ξέρουμε από πρώτο χέρι το μέγεθος της βίας που χρησιμοποιήθηκε για τη διάλυση των μαζικών συγκεντρώσεων με ΜΑΤ, χημικά και στημένα κατηγορητήρια. Τι μπορεί να αλλάξει λοιπόν, και μάλιστα προς το χειρότερο, έχοντας μια τόσο πρόσφατη πικρή εμπειρία;

Το υπό ψήφιση νομοσχέδιο επιχειρεί να πλήξει τον πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι μετατρέποντας την ελευθερία από κανόνα σε εξαίρεση. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε συνάθροιση είναι εκ των προτέρων ελεύθερη και νόμιμη με την προϋπόθεση να πραγματοποιείται «ήσυχα και χωρίς όπλα», κατ’ εξαίρεση δε στην παράγραφο 2 περιγράφονται οι περιορισμοί που τίθενται υπέρ της δημόσιας τάξης.

Το νομοσχέδιο, κατ' απόλυτη αντίθεση προς τη συνταγματική διάταξη, αλλάζει το πρόσημο: κάθε δημόσια συνάθροιση βαφτίζεται εκ των προτέρων δυνάμει παράνομη.

Για να κατακτήσει τη νομιμότητά της, οι διοργανωτές της πρέπει να προβούν σε γνωστοποίηση (α. 3 παρ. 1), ορισμό οργανωτή (α. 3 παρ. 2), συνεργασία με κρατικό διαμεσολαβητή (α. 4 και 5), κ.λπ., εξουσίες που απονέμονται σύμπασες στην Αστυνομία. Κάθε μη γνωστοποιηθείσα συνάθροιση μπορεί να διαλυθεί εξ αυτού και μόνο του λόγου (α. 9 παρ. 1 εδ. δ), ανεξαρτήτως του αν είναι ειρηνική ή όχι! Πρόκειται για κραυγαλέα αντισυνταγματικό νομοθέτημα που, αντί να εξασφαλίζει την εφαρμογή της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 11, τη διαστρέφει και την καταργεί.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι επιχειρεί να «βάλει τάξη στο χάος» των συγκεντρώσεων στο κέντρο της Αθήνας. Δεν θα μιλήσω για το χάος της Πανεπιστημίου, του δρόμου όπου τυχαίνει να εργάζομαι, με τον «Μεγάλο Περίπατο».

Αν η κυβέρνηση ήθελε την εφαρμογή της συνταγματικής νομιμότητας, θα κατέθετε έναν νόμο που θα οριοθετούσε τις απαγορεύσεις της αστυνομικής αρχής για λόγους δημόσιας τάξης, όπως το προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 11. Τουναντίον, πιστή στη συντηρητική της ιδεοληψία, η κυβέρνηση ξεπατίκωσε ένα χουντικό διάταγμα του 1971 και επέλεξε τον δρόμο της γενικευμένης ποινικοποίησης του δικαιώματος της συνάθροισης.

Ετσι, χιλιάδες πολίτες οι οποίοι θα συμμετάσχουν σε μια συγκέντρωση που δεν διαθέτει την αστυνομική άδεια θα τελέσουν το ιδιώνυμο αδίκημα του άρθρου 13 του υπό ψήφιση νόμου. Μάλιστα, με δεδομένη την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτος σε συνδυασμό με τον νεοπαγή θεσμό της «ποινικής διαταγής» του άρθρου 409 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι δυνατή η επιβολή της συγκεκριμένης ποινής χωρίς καν ακροαματική διαδικασία (!) και με μόνο στοιχείο μία φωτογραφία, αν βρεθούν πρόθυμοι εισαγγελείς και δικαστές.

Οσο δε για την αντικειμενική αστική ευθύνη του οργανωτή για τυχόν ζημιές που θα προκληθούν στη διάρκεια της συνάθροισης, δεν έχουμε παρά να απευθύνουμε το ακόλουθο ρητορικό ερώτημα: θα αποδεχόταν ο κύριος Χρυσοχοΐδης τη νομοθέτηση αντικειμενικής αστικής ευθύνης του εκάστοτε υπουργού Προστασίας του Πολίτη για τυχόν πράξεις βίας και αυθαιρεσίας εκ μέρους αστυνομικών οργάνων; Θα ήταν πρόθυμος να πληρώσει από την προσωπική του περιουσία την αποζημίωση που δικαιούται ο κ. Ινδαρές; Αστεία πράγματα.

Παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, η κυβέρνηση αντί να κοιτάζει προς το μέλλον έχει επίμονα στραμμένο το βλέμμα της στο παρελθόν. Είμαστε αντιμέτωποι με μια ανομολόγητη ρεβάνς κατά του νομικού αποτυπώματος του συσχετισμού της Μεταπολίτευσης, που η δεξιά παράταξη ποτέ δεν χώνεψε και διαρκώς επιθυμεί την ανατροπή του.

Η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να γυρίσει το ρολόι της Ιστορίας πίσω ακόμα και από τον συμβιβασμό που αναγκάστηκε να αποδεχτεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το Σύνταγμα του 1975, υποχωρώντας ο ίδιος από το σχέδιο μιας κηδεμονευόμενης δημοκρατίας και ενός καχεκτικού φιλελευθερισμού (την πολιτική αυτή απόπειρα και την ήττα της, όπως αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα, έχει αποτυπώσει υποδειγματικά ο Χαράλαμπος Κουρουνδής στο βιβλίο του «Το Σύνταγμα και η Αριστερά: από τη "βαθεία τομή" του 1963 στο Σύνταγμα του 1975», εκδόσεις Νήσος, Αθήνα 2018).

Επιτρέψτε μου μια πρόβλεψη: ο νόμος θα ψηφιστεί με δεδομένη την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας (ενδιαφέρον είναι το ερώτημα της στάσης του Κινήματος Αλλαγής, που καλείται να αποφασίσει αν θα συνομολογήσει τις αντι-μεταπολιτευτικές εμμονές της Δεξιάς).

Αλλά η εφαρμογή του θα γυρίσει μπούμερανγκ στους εμπνευστές του. Κι αυτό γιατί εναπόκειται τελικά στους οργανωτές των συγκεντρώσεων αν θα εφαρμόσουν τον νόμο ή το Σύνταγμα. Ωστόσο κανένα σωματείο, συλλογικότητα ή φορέας του ευρύτερου εργατικού και λαϊκού κινήματος δεν θα εφαρμόσει έναν καταφανώς αντισυνταγματικό νόμο.

Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση θα καταφέρει να πολιτικοποιήσει κάθε συνάθροιση, οποιοδήποτε και αν είναι το περιεχόμενό της, προσδίδοντάς της αντικυβερνητικό χαρακτήρα. Και αν και είναι βέβαιο ότι τα πολύπαθα ποινικά πινάκια αυτής της χώρας θα ταλαιπωρηθούν από τους μαθητευόμενους κυβερνητικούς μάγους, στο τέλος ο νόμος αυτός θα κουρελιαστεί για τον απλούστατο λόγο ότι η ελευθερία θα βρει τον τρόπο της να αναπνεύσει. Και η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα ηττηθεί.

 
   
   
   
   
3 Ιουλίου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η de facto κατάργηση των διαδηλώσεων, συγκεντρώσεων και ανοιχτών διαμαρτυριών (της Αλέκας Ζορμπαλά)


Αναδημοσιεύουμε κείμενο της δικηγόρου Αθηνών Αλέκας Ζορμπαλά για το υπό ψήφιση νομοσχέδιο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τις διαδηλώσεις:

Η de facto κατάργηση των διαδηλώσεων, συγκεντρώσεων και ανοιχτών διαμαρτυριών!

Με το σχέδιο νόμου, που κατέθεσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, επιχειρείται σαφώς, όχι κάποια λειτουργική ρύθμιση των δημόσιων συναθροίσεων, αλλά η επιβολή τέτοιων και τόσων περιορισμών, που, αν τηρηθούν, οδηγούν νομοτελειακά στον υπέρμετρο περιορισμό και, εν τοις πράγμασι, στην κατάργηση του δικαιώματος του Συνέρχεσθαι, όπως ορίζει το Σύνταγμα, αλλά και όπως αυτό ασκήθηκε στις δεκαετίες της πολιτικής ζωής αυτού του τόπου.

Πολύ συνοπτικά:

1) Σκοπός του είναι η διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας και η μη διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής μιας περιοχής.

Για το σκοπό αυτό δεν χρειαζόταν νέος νόμος, από την στιγμή, που υπάρχει ολόκληρο νομοθετικό πλέγμα χουντικής προέλευσης εν ισχύ, που καμία από τις “σοσιαλιστικές” κυβερνήσεις, ή την “πρώτη φορά αριστερά” δεν κατάργησε (ΝΔ 794/1971, ΒΔ 269/1972, ΝΔ 797/1971), αλλά και το ΠΔ 131/91, που ρυθμίζουν ακριβώς τα θέματα αυτά.
Ίσως να “ντρέπονται” εκεί στην ΝΔ να βασισθούν σε χουντικά νομοθετήματα και ως εκ τούτου, νομοθετούν ακριβώς τα ίδια και με επιπλέον δυσμενέστερες διατάξεις ...

2) Θεωρείται ως “Διατάραξη”, άρα και η δυνατότητα του Κράτους να απαγορεύει ή να διαλύει μια συνάθροιση, η “σοβαρή παρεμπόδιση της κίνησης των πολιτών και γενικά η διασάλευση της ομαλής κοινωνικής και οικονομικής ζωής μιας περιοχής.” Άρα κάθε διαδήλωση, συγκέντρωση κλπ, εν δυνάμει συνιστά Διατάραξη, πλην αυτών, που θα γίνονται στη “γυάλα”...

3) Καθιερώνεται μια νέα ιδιότητα στην ελληνική πολιτική σκηνή, αυτή του Οργανωτή της συνάθροισης (φυσικά πρόσωπα, συλλογικότητες, αλλά και το φυσικό πρόσωπο της κάθε συλλογικότητας, που θα δηλώνεται ως υπεύθυνος).

Ο Οργανωτής θα ευθύνεται ποινικά, αλλά και αστικά, αποζημιώνοντας (και με την ατομική του περιουσία) οποιονδήποτε υπέστη βλάβη προσωπική ή βλάβη της περιουσίας του, από τους συμμετέχοντες στην συνάθροιση. Συλλογική και Αντικειμενική ευθύνη ταυτόχρονα!!!

Ο Οργανωτής οφείλει να γνωστοποιεί έγκαιρα στην αστυνομία ή στο λιμενικό (αυτό μάλλον για τις διαμαρτυρίες των λιμενεργατών, γιατί τίποτα δεν αφήνει στην τύχη του αυτό το Σχέδιο Νόμου) τα ακριβή στοιχεία του, τον χρόνο, τόπο, έναρξη, διάρκεια συνάθροισης, αριθμό συμμετεχόντων, σκοπό και δρομολόγιο (!!!), άλλως η “αυθόρμητη” συνάθροιση “δύναται να επιτραπεί”, δηλ. και για να μην μας κοροϊδεύουν, απαγορεύεται.

Ο Οργανωτής επίσης, οφείλει να συνεργάζεται με την αστυνομία για την τήρηση της τάξης, να συμμορφώνεται στις υποδείξεις της, και να την καλεί να απομακρύνει από το σώμα της διαδήλωσης άτομα, που χωρίς να έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα, φέρουν όμως αντικείμενα πρόσφορα για την άσκηση βίας (!!!), δηλ.τα πάντα!

4) Όμως έχουμε και τυποποίηση μιας νέας αστυνομικής και λιμενικής ιδιότητας, αυτής του Διαμεσολαβητή! Ο οποίος θα επιφορτίζεται με το τιτανοτεράστιο καθήκον για την δημιουργία άμεσης επαφής, διαρκούς συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ του Οργανωτή της συνάθροισης και των αστυνομικών αρχών! Ο σύνδεσμός μας δηλ.στην Ασφάλεια...
Αναλογίζεται κανείς, αν κάποιος από την κυβέρνηση, από το υπουργείο ΠροΠο, από όλους αυτούς του πολιτικούς και νομικούς μανδαρίνους, έχει συμμετάσχει, έστω και μία φορά στη ζωή του σε διαδήλωση, αλλιώς, ακόμα και εν γνώσει τους δεν θα είχαν την αφέλεια να προτείνουν τέτοια ανερμάτιστα και ανεδαφικά μέτρα.

5) Οι αστυνομικές αρχές μπορούν να απαγορεύσουν μια συνάθροιση, αν ΠΙΘΑΝΟΛΟΓΟΥΝ κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια ή διατάραξη της οικονοικοκοινωνικής ζωής, με κριτήρια α) ο εκτιμώμενος αριθμό των συμμετεχόντων (???) (β) η περιοχή πραγματοποίησής της, (γ) ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής ως προς την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων και διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής (!!!).

Εν ολίγοις κάθε διαδήλωση στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της κάθε πολιτικής ηγεσίας και στο έλεος του κάθε αστυνομικού ή λιμενικού διευθυντή.

Μία συνάθροιση μπορεί, επίσης, να απαγορευθεί και αν ο σκοπός της είναι αντίθετος σε άλλη συνάθροιση, που ήδη έχει γνωστοποιηθεί. Εν ολίγοις, απαγόρευση αντισυγκεντρώσεων.

6) Ακόμα όμως και αν έχεις περάσει με επιτυχία το σκληρό τεστ και σου έχει δοθεί η άδεια για να προχωρήσεις σε μια συνάθροιση, υπάρχει μετά το στάδιο και η δυνατότητα από πλευράς αρχών, της επιβολής Περιορισμών και σε μελλούμενη συνάθροιση, αλλά και σε συνάθροιση εν εξελίξει... Αρκεί και μόνον να πιθανολογείται, ότι η διεξαγωγή της προκαλεί μεγάλη διατάραξη στην κοινωνικοοικονομική ζωή της περιοχής, λόγω ιδίως του αριθμού των συμμετεχόντων και λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις ειδικότερες κυκλοφοριακές και άλλες ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες.

7) Σε περίπτωση Απείθαρχων, σε περίπτωση αυτών, που δεν συμμορφώνονται προς τας υποδείξεις, τότε ακολουθεί το στάδιο της Διάλυσης!

Διαδήλωση χωρίς άδεια, απαγορευμένη διαδήλωση, μη τήρηση περιορισμών, καθώς και εάν κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης διαπραχθούν αδικήματα (αδιακρίτως και αορίστως), τότε οι αστυνομικές και λιμενικές αρχές επεμβαίνουν (όπως πάντα, άλλωστε, έκαναν) και την διαλύουν με κάθε ΝΟΜΙΜΟ, ΠΡΟΣΦΟΡΟ & ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΜΕΣΟ... Άρα και εφόσον δεν απαγορεύεται ρητώς, εκτός από το ξύλο και τα χημικά με τα οποία έχουν δηλητηριάσει γενιές και γενιές, στην έννοια του νόμιμου μέσου υπάγεται και η χρήση πιστολιών. Πεδίον δόξης λαμπρό για τους Ράμπο της Ασφάλειας!

8) Και βεβαίως βεβαίως, αν παρά την απαγόρευση συμμετέχεις σε συνάθροιση, ή σε αντισυγκέντρωση τιμωρείσαι με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.

Αν επιχειρήσεις να αλλοιώσεις τον ειρηνικό χαρακτήρα της συνάθροισης με φυλάκιση μέχρι δύο έτη (ποιός είναι αυτός που θα κρίνει άραγε, ποιές είναι οι προθέσεις, ποιές είναι οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτές, με τις οποίες επιχειρείται η αλλοίωση του ειρηνικού χαρακτήρα; Και υπάρχει άραγε τέτοιο αδίκημα; Πάντως, όσο ζω, συνεχώς μαθαίνω!)

Ως επιμύθιο δεν διστάζω να πω, ότι με το προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου, επιχειρείται εν τοις πράγμασι η κατάργηση του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των δημοσίων συναθροίσεων.

Όλα και όλοι όμως δοκιμάζονται στην πράξη και στους δρόμους!

Και να μην ξεχνά η Κυβέρνηση, ότι εν μέσω χούντας, τρόμου, δολοφονιών, βασανιστηρίων και απαγορεύσεων, και διαδηλώσεις έγιναν, και η Νομική έγινε και το Πολυτεχνείο!

 
   
   
   
   
31 Μαϊου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Νέος Πτωχευτικός Κώδικας: από δω και πέρα, θα αποφασίζουν οι τραπεζίτες (του Π. Κολοβού)


Δημοσιεύουμε μια πρώτη ανάλυση του προσχεδίου του Νέου Πτωχευτικού Κώδικα από τον δικηγόρο Παναγιώτη Κολοβό, μέλος της "Εναλλακτικής Παρέμβασης - Δικηγορικής Ανατροπής".

Νέος Πτωχευτικός Κώδικας: από δω και πέρα, θα αποφασίζουν οι τραπεζίτες

Νέος Πτωχευτικός κώδικας στα σκαριά στην υπηρεσία των τραπεζών και των λοιπών κερδοσκόπων.

Εν μέσω της βαθύτερης οικονομικής κρίσης που εξελίσσεται παγκόσμια, όπως όλα δείχνουν και ενώ η ελληνική κοινωνία κάθε άλλο παρά έχει συνέλθει οικονομικά από την προηγούμενη κρίση και την βαθιά ύφεση που ακολούθησε, η Κυβέρνηση επεξεργάζεται, για να δώσει στην δημοσιότητα για διαβούλευση, με συνοπτικές διαδικασίες – όπως συνηθίζει, νέο πτωχευτικό κώδικα. Αυτός ο νέος πτωχευτικός κώδικας θα αλλάξει σημαντικά τα δεδομένα για τις επιχειρήσεις, αλλά και τους πολίτες που βρίσκονται ή θα βρεθούν σε αδυναμία πληρωμών των υποχρεώσεων τους.

Ο στόχος είναι βέβαια, για άλλη μια φορά, να ενισχυθεί η θέση των Τραπεζών, να απαλλαγούν από το βάρος των κόκκινων δανείων αλλά και να μεγαλώσει η πίτα των κερδών, για τις τράπεζες και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, που κερδοφορούν παρά την κρίση. Το προσχέδιο του Νέου Πτωχευτικού Κώδικα, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί επίσημα, δόθηκε στη δημοσιότητα από την «Καθημερινή» στις 17/4/2020 και σε αυτό βασίζεται ο σχολιασμός που ακολουθεί.

Πτώχευση για όλους

Ο νέος πτωχευτικός κώδικας, περιλαμβάνει πολλές αλλαγές, που δεν είναι σκόπιμο να παρατεθούν αναλυτικά, σε ένα άρθρο σαν το παρόν. Η σημαντικότερη αλλαγή όμως , είναι ότι γίνεται υποκείμενο πτώχευσης, όχι μόνο όποιος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) έχει την εμπορική ιδιότητα, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα, αλλά κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δηλαδή, όποιος έχει χρέη και δεν μπορεί να τα εξυπηρετήσει, ανεξαρτήτως αν είναι επιχείρηση, μισθωτός, συνταξιούχος ή άνεργος. Και βεβαίως υφίσταται και τις συνέπειες της πτώχευσης, δηλαδή απαλλαγή από τα χρέη, με προϋπόθεση όμως, την απώλεια και ρευστοποίηση του συνόλου της περιουσίας του. Επίσης, με την νέα διάταξη, μπορούν να τεθούν σε πτώχευση και νομικά πρόσωπα που δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα, πχ σύλλογοι, σωματεία κλπ. (άρθρο 2).

Δεύτερη σημαντική αλλαγή, επέρχεται στο πότε υπάρχει αδυναμία πληρωμής. Ενώ μέχρι σήμερα προϋπόθεση για την πτώχευση ήταν, να τεκμαίρεται μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, με τις προβλέψεις του νομοσχεδίου, οι πιστωτές (τράπεζες – funds) θα μπορούν να οδηγήσουν τον οφειλέτη σε πτώχευση, εάν επί εξάμηνο δεν καταβάλει το 40% των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι αίτηση για πτώχευση μπορεί να υποβάλει και ένας μόνος πιστωτής, σημαίνει ότι μία τράπεζα μόνο, μπορεί να οδηγήσει τον οφειλέτη σε πτώχευση, αν δεν εξυπηρετεί κανονικά τις δόσεις του για ένα εξάμηνο. Αν κάποιος λοιπόν, δεν μπορεί να πληρώσει το στεγαστικό του δάνειο, επί ένα εξάμηνο, επειδή για παράδειγμα, τέθηκε σε εκ περιτροπής εργασία, με τα νέα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας και έχασε το μισό εισόδημα του, θα μπορεί να τεθεί σε διαδικασία πτώχευσης από τους δανειστές του (άρθρα 3 και 5).

Τρίτη σημαντική αλλαγή, είναι ότι πλέον στην πτωχευτική περιουσία, στην οποία φυσικά εντάσσεται όλη η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, ακόμα και η κύρια κατοικία, περιλαμβάνεται επίσης, «το μέρος του ετησίου εισοδήματός που υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης». Δηλαδή, εφόσον ισχύει η πτώχευση και για φυσικά πρόσωπα, μπορούν να ενταχθούν στην πτωχευτική περιουσία και εισοδήματα όπως μισθοί και συντάξεις, εφόσον ξεπερνούν ένα ποσό, που καθορίζεται σήμερα περίπου στα 540 ευρώ άνά άτομο και 900 ευρώ για ζευγάρι, ενώ μέχρι σήμερα ο μισθός ήταν ακατάσχετος στο σύνολο του για χρέη προς ιδιώτες (όχι για το κράτος). Ο μισθός παραμένει βέβαια ακατάσχετος, αλλά με την συγκεκριμένη διατύπωση, εφόσον δεν εξαιρείται ρητά, μπορεί να ενταχθεί στην πτωχευτική περιουσία και έτσι με δικαστική απόφαση, μέρος του να κατευθύνεται υποχρεωτικά στους πιστωτές (άρθρο 18).

Τέταρτη σημαντική αλλαγή, είναι ότι καταργείται η διάταξη του ισχύοντος πτωχευτικού κώδικα (άρ. 71) που προέβλεπε ότι: «Ο εισηγητής [σ.: του Πτωχευτικού Δικαστηρίου] μπορεί, με αιτιολογημένη διάταξή του, μετά από πρόταση του συνδίκου, να επιτρέπει την καταβολή του αναγκαίου χρηματικού ποσού (από τα εισοδήματα της υπό πτώχευση εταιρείας) προς τον οφειλέτη για τη στοιχειώδη διατροφή αυτού και της οικογένειάς του που περιλαμβάνει τα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή τους». Συνεπώς, ακόμα και το δικαίωμα στην ελάχιστη αξιοπρεπή διαβίωση του οφειλέτη, υποχωρεί μπροστά στα συμφέροντα των πιστωτών.

Η αποτυχημένη συνταγή του εξωδικαστικού μηχανισμού

Στον πτωχευτικό κώδικα, εντάσσεται σαν ξεχωριστό κεφάλαιο, με τίτλο «διαδικασίες πρόληψης αφερεγγυότητας» η ρύθμιση οφειλών μέσω του «εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών» που ίσχυσε για επιχειρήσεις (Ν. 4469/2017) και επεκτείνεται πλέον και σε φυσικά πρόσωπα – οφειλέτες (άρ. 113-121). Βεβαίως, η συγκεκριμένη διαδικασία, δεν σημείωσε καμία ιδιαίτερη επιτυχία και πρακτικά έμεινε σε αχρησία, αφού εκτός από μια περίπλοκη και εξαιρετικά τεχνοκρατική και γραφειοκρατική διαδικασία ένταξης, προϋπέθετε τη συμφωνία της πλειοψηφίας των δανειστών για να υπάρξει ρύθμιση, χωρίς να προβλέπει κάποια διαδικασία αναγκαστικής ρύθμισης, σε περίπτωση που δεν συναινούσαν, όπως θα ήταν μια δικαστική απόφαση. Για παρόμοιους λόγους, όπως και λόγω εξαιρετικά αυστηρών κριτηρίων ένταξης, αποδείχτηκε φιάσκο και η λεγόμενη «Προστασία της Κύριας Κατοικίας» του Ν. 4605/2019, που προϋποθέτει ρύθμιση μέσω παρόμοιας πλατφόρμας, μετά την κατάργηση της σχετικής διάταξης του Νόμου Κατσέλη. Και στις δύο περιπτώσεις λίγες αιτήσεις έχουν προχωρήσει και έχουν γίνει τελικά δεκτές.

Η γενίκευση μιας παρόμοιας διαδικασίας στα πλαίσια του πτωχευτικού κώδικα, προϊδεάζει για την αποτυχία αυτής της προληπτικής διαδικασίας και την ανεξέλεγκτη εξάπλωση των πτωχεύσεων. Άλλωστε οι περισσότερες διατάξεις του νέου Κώδικα αποσκοπούν στην απλοποίηση και την επιτάχυνση της διαδικασίας της πτώχευσης, προς όφελος φυσικά κυρίως των Τραπεζών.

Οι τράπεζες πάνω απ’ όλα!

Άλλες σημαντικές αλλαγές που αφορούν κυρίως τις υπό πτώχευση επιχειρήσεις, είναι οι εξής:

– Στη διαδικασία διάσωσης – εξυγίανσης επιχειρήσεων τίθεται ως βασικός κανόνας ότι δεν θα χειροτερεύσει η θέση του πιστωτή (άρ. 123).

– Όταν μια επιχείρηση εντάσσεται σε προπτωχευτικό καθεστώς εξυγίανσης, δεν απαιτείται απόφαση της συνέλευσης μετόχων ή εταίρων για τη μεταβίβαση μέρους ή ακόμα και του συνόλου της περιουσίας της (άρ. 124).

– Μειώνεται σε 50% το ποσοστό πιστωτών που απαιτείται να συναινέσουν για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης. Έτσι οι τράπεζες θα μπορούν κατά κανόνα να αποφασίζουν μόνες τους, εφόσον έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό των απαιτήσεων, παρακάμπτοντας τους μικρούς πιστωτές (άρ. 123).

– Το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά Ταμεία γίνονται ουσιαστικά παρακολούθημα των τραπεζών στις συμφωνίες αναδιάρθρωσης – εξυγίανσης: Εάν οι απαιτήσεις τους είναι μέχρι 15 εκατ. ευρώ και αντιστοιχούν σε ποσό μικρότερο από τις οφειλές προς τους υπόλοιπους πιστωτές της επιχείρησης, θα συνυπογράφουν ό,τι αποφασίζουν οι υπόλοιποι πιστωτές κατά πλειοψηφία, δηλαδή κατά κανόνα οι τράπεζες (άρ. 124).

– Έμμεση χειροτέρευση της θέσης των εργαζόμενων, όπως και του Δημοσίου και ασφαλιστικών ταμείων και φυσικά, μικρότερων πιστωτών ( προμηθευτών κλπ), προς όφελος των Τραπεζών. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 84 του Προσχεδίου, προβλέπεται νέα διάταξη σύμφωνα με την οποία: «Προστίθενται ως πρώτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ. οι απαιτήσεις από χρηματοδοτήσεις οποιασδήποτε φύσεως προς την επιχείρηση του οφειλέτη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας και των πληρωμών της, η διάσωσή της και η διατήρηση ή επαύξηση της περιουσίας της, με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης του παρόντος κώδικα. Το ίδιο προνόμιο έχουν και απαιτήσεις προσώπων που, με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης, συνεισέφεραν αγαθά ή υπηρεσίες προς το σκοπό συνέχισης της δραστηριότητας της επιχείρησης και των πληρωμών, για την αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών που συνεισέφεραν. Επίσης, το ίδιο προνόμιο έχουν και απαιτήσεις από χρηματοδότηση κάθε φύσης και παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς την επιχείρηση του οφειλέτη που δίδονται για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου και γεννώνται κατά το χρονικό διάστημα των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης, το οποίο δύναται να απέχει έως έξι (6) μήνες, κατ` ανώτατο όριο, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επικύρωσης».

Το άρθρο 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται, προβλέπει την σειρά κατάταξης των πιστωτών σε περίπτωση πλειστηριασμού (σε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη) ή πτώχευσης. Στο άρθρο αυτό, προηγούνται οι απαιτήσεις για έξοδα κηδείας, νοσήλια του οφειλέτη και έξοδα διατροφής μελών της οικογένειας του και αμέσως μετά έρχονται οι απαιτήσεις από δεδουλευμένα εργαζομένων, αποζημιώσεις απόλυσης, αμοιβές εξαρτημένων ελεύθερων επαγγελματιών και απαιτήσεις δημοσίου για ΦΠΑ και ασφαλιστικών ταμείων. Ήδη, η ικανοποίηση των χρεών προς εργαζόμενους, είχε γίνει πιο δύσκολη με την ένταξη στην ίδια τάξη των απαιτήσεων ασφαλιστικών ταμείων και Δημοσίου (η οποία είχε συμβεί με προηγούμενη νομοθετική αλλαγή), οι οποίες συνήθως λόγω όγκου, μείωναν πολύ το ποσοστό που κατέληγε σε εργαζόμενους. Όμως πλέον, με την νέα διάταξη, γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, καθώς μπαίνει σαν πρώτη τάξη προνομιούχων απαιτήσεων, οι οφειλές από χρηματοδοτήσεις προς την επιχείρηση κατά το στάδιο της εξυγίανσης, οι οποίες, όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, σχεδόν μόνο από τράπεζα μπορούν να προέρχονται. Έτσι λοιπόν, τα χρέη προς τους εργαζόμενους και λοιπές αμοιβές εργασίας γίνεται ακόμη πιο δύσκολο να ικανοποιηθούν, αφού μπαίνουν «σφήνα» οι τράπεζες που έδωσαν δανειοδότηση στην διάρκεια της εξυγίανσης.

Leasing αντί για προστασία κύριας κατοικίας

Ο Πτωχευτικός Κώδικας συμπληρώνεται με ειδικές ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες που καλύπτονταν παλιότερα από το Νόμο Κατσέλη και μετά, μερικώς, από το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Προβλέπεται κρατικός φορέας απόκτησης – επαναμίσθωσης για τις πρώτες κατοικίες των φυσικών προσώπων που θα πτωχεύσουν και ο οποίος θα αποκτά την ιδιοκτησία αυτών των κατοικιών, αποπληρώνοντας τους πιστωτές και στη συνέχεια θα τα νοικιάζει στους οφειλέτες.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 163 προβλέπεται ότι εάν κηρυχθεί σε πτώχευση οφειλέτης, με αντικειμενική αξία α’ κατοικίας έως 200.000 ευρώ (προσαυξανόμενη έως 300.000 με σύζυγο και τρία τέκνα) και με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα που δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσαυξημένο κατά 70%, «θα έχει το δικαίωμα να μεταβιβάσει την πρώτη κατοικία του στον Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης και να την μισθώσει από αυτόν».

Η μίσθωση θα γίνεται για 12 χρόνια. Εντός τριετίας,ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να ζητήσει επέκταση της μίσθωσης στα 20 χρόνια, με επαναπόκτηση της κύριας κατοικίας. Μετά τη λήξη της 20ετίας και εφόσον πληρώσει όλα τα μισθώματα, αποκτά την κυριότητα (σύμβαση τύπου leasing).

Ο «Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης» θα συσταθεί με «προικοδότηση κεφαλαίου» από το Δημόσιο, θα τιτλοποιεί τις απαιτήσεις του από ενοίκια και θα αναθέσει τη διαχείριση των κατασχεμένων σπιτιών σε εξειδικευμένη εταιρεία διαχείρισης.

Ουσιαστικά λοιπόν, το κράτος αναλαμβάνει να εγγυηθεί και πάλι, υπέρ των τραπεζών τα κόκκινα δάνεια, ως εξής: Αποκτώντας την – πολλές φορές δύσκολο να ρευστοποιηθεί ή αξιοποιηθεί – ιδιοκτησία των βεβαρυμμένων ακινήτων, αναλαμβάνει να αποπληρώσει τους πιστωτές του υπερχρεωμένου οφειλέτη στο ύψος της εμπορικής της αξίας, κατά τον χρόνο της πτώχευσης και στη συνέχεια, αφού οι τράπεζες έχουν πάρει τα λεφτά τους και δεν κινδυνεύουν από άγονους πλειστηριασμούς ο κρατικός φορέας αναλαμβάνει να εισπράξει το ποσό από τον οφειλέτη, ως ενοίκιο για μακροχρόνια μίσθωση. Αν ο οφειλέτης καταφέρει να ανταποκριθεί, μπορεί να πάρει πίσω το σπίτι του. Αν όχι, αυτό μένει στο Δημόσιο, το οποίο για να πάρει πίσω τα λεφτά του, ίσως αναγκαστεί να τα πουλήσει όσο – όσο, πάλι στις τράπεζες και τα fund για να τα αξιοποιήσουν. Αλλιώς θα μείνει με τα χαμηλής αξίας σπίτια στα χέρια και οι υπερχρεωμένοι δανειολήπτες βέβαια θα υποστούν έξωση.

Βεβαίως, για να αποκτά ρευστότητα, ο «Φορέας» θα αναγκάζεται να τιτλοποιεί απαιτήσεις από τα ενοίκια, άρα οι τράπεζες και τα fund θα βρίσκουν πάλι πεδίο κερδοσκοπίας, με τις απαιτήσεις αυτές. Με λίγα λόγια, οι τράπεζες εξασφαλίζονται με το μέγιστο της αξίας, που θα μπορούσαν να πάρουν από τα σπίτια το οποίο θα πληρώνει το Δημόσιο, ενώ το κόστος συντήρησης, ο κίνδυνος μείωσης της αξίας τους και γενικότερα το ρίσκο, μοιράζονται στον οφειλέτη και στο Δημόσιο.

Συμπερασματικά, ο νέος πτωχευτικός κώδικας που επεξεργάζεται η κυβέρνηση «δίνει το μαχαίρι και το πεπόνι» εξ ολοκλήρου στις τράπεζες, στοχεύει σε μια γρήγορη εκκαθάριση της αγοράς από τις προβληματικές επιχειρήσεις και βέβαια μεγάλη μερίδα μικρών επιχειρήσεων που συνθλίβονται από την κρίση, προς όφελος βέβαια των τραπεζών και των μεγάλων μονοπωλίων, σφίγγει ακόμη περισσότερο την θηλιά της υπερχρέωσης στο λαιμό των κατώτερων τάξεων, και περνάει τα σπασμένα στους εργαζόμενους, στους μικρούς πιστωτές και φυσικά στο Δημόσιο, άρα και πάλι, μέσω της φορολογίας, στα λαϊκά στρώματα.

Η απάντηση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς

Απέναντι σε όλα αυτά, το εργατικό κίνημα πρέπει να απαιτήσει και να επιβάλει την αυτοτελή νομοθετική προστασία της κύριας κατοικίας οφειλετών που αποδεδειγμένα δεν μπορούν σήμερα να ανταποκριθούν στις οφειλές τους. Πρέπει επιπλέον να διεκδικηθεί μία γενικευμένη σεισάχθεια, με πάγωμα των οφειλών για όσο διάστημα βρίσκεται κάποιος σε ανεργία και διαγραφή μεγάλου μέρους των οφειλών, ανάλογα με τα σημερινά εισοδήματα των οφειλετών, αλλά και διαγραφή οφειλών που δεν ανταποκρίνονται σήμερα σε πραγματική περιουσία, με την απαξίωση των περιουσιακών στοιχείων που έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει. Επίσης, σε περίπτωση που μια επιχείρηση που απασχολεί σημαντικό αριθμό εργαζομένων βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμής, ή κλείνει, πρέπει να κρατικοποιείται με αποζημίωση στους πιστωτές στη βάση των πραγματικών αναγκών και όχι άλλων προνομίων, με προτεραιότητα στους εργαζόμενους, τους μικρούς δανειστές και προμηθευτές. Στις μικρότερες επιχειρήσεις πρέπει να προβλεφθεί μια αντίστοιχη σειρά ικανοποίησης των δανειστών στη βάση των αναγκών τους.

Για να μπορούν ωστόσο να πραγματοποιηθούν αυτά στο σύνολο τους, πρέπει το εργατικό κίνημα να μπορεί να ελέγξει τους μοχλούς της οικονομίας, την κυβέρνηση και το τραπεζικό σύστημα και αυτό προϋποθέτει την εδραίωση μιας κυβέρνησης των εργαζομένων που θα κοινωνικοποιήσει τις τράπεζες και επαναδιαπραγματευτεί και διαγράψει τα δάνεια των οφειλετών στη βάση των σημερινών τους δυνατοτήτων και λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές βιοτικές τους ανάγκες με όρους αξιοπρέπειας. Ένας τέτοιος στόχος πρέπει να αποτελεί βασική αιχμή για το πρόγραμμα της κομμουνιστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αλλά οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τεθούν ήδη από σήμερα και να γίνουν αντικείμενο διεκδίκησης ενός μαζικού κινήματος των εργαζόμενων τάξεων και των φτωχών υπερχρεωμένων δανειοληπτών.

 
   
   
   
   
14 Μαϊου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για την αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη Τοπαλούδη και την ανακοίνωση του Προέδρου του ΔΣΑ (του Θ. Καμπαγιάννη)


Για την αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη Τοπαλούδη και την ανακοίνωση του Προέδρου του ΔΣΑ

Του Θανάση Καμπαγιάννη, συμβούλου στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ με την “Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή”

Είναι κατανοητή η χτεσινή ανακούφιση από πολλούς καλούς ανθρώπους για την εισαγγελική αγόρευση στη δίκη Τοπαλούδη. Έχουμε τέτοια πικρή εμπειρία από τις διωκτικές και τις δικαστικές αρχές που χτες δεν θα μας παραξένευε αν ακούγαμε την εισαγγελέα να κάνει ερωτήματα του τύπου: “και γιατί πήγε το θύμα για φαγητό με τους κατηγορούμενους;”, “και γιατί φλέρταρε;”, “και μήπως τους κουνήθηκε και τους προκάλεσε;” και λοιπά πολλά. Τα έχουμε δει και τα έχουμε ζήσει όλα αυτά, δεν τα βγάζουμε δυστυχώς από το μυαλό μας...

Τουναντίον η εισαγγελική πρόταση ήταν χτες κρυστάλλινη όσον αφορά αυτό: το θύμα είπε “όχι”. Η νεαρή γυναίκα είπε “όχι”. Και οι κατηγορούμενοι την εκδικήθηκαν: τη βίασαν μετά από τεράστια αντίσταση του θύματος, τη σκότωσαν, την πέταξαν γυμνή σαν σακί στη θάλασσα για να τη φάνε τα ψάρια και να παρασυρθεί το σώμα της στα ανοιχτά της θάλασσας, καθάρισαν μεθοδικά τον τόπο του εγκλήματος και εξαφάνισαν τα πειστήρια. Πρόκειται για ένα από τα φριχτότερα εγκλήματα στα πρόσφατα ποινικά χρονικά. Και η εισαγγελέας αποκωδικοποίησε και κάποιες κρίσιμες κοινωνικές πτυχές του εγκλήματος: ο πλούτος του ενός κατηγορούμενου, ελληνικής καταγωγής από τη Ρόδο, που “δεν είχε ακούσει ποτέ ένα όχι”, ο συμπληρωματικός ρόλος του δεύτερου, αλβανικής καταγωγής, ως “δολώματος”, η συνάντηση μιας νεαρής φοιτήτριας από την Ορεστιάδα με τα ήθη της ροδίτικης κοινωνίας που ζει εδώ και δεκαετίες στους ρυθμούς του χρήματος και του τουρισμού, η υποτίμηση του γυναικείου φύλου. Όλα αυτά τα στοιχεία ήταν που δημιούργησαν χτες έναν στεναγμό ανακούφισης.

Όμως. Υπάρχει όμως. Για να τα υποστηρίξουμε όλα αυτά, δεν χρειάζεται να κάνουμε τα στραβά μάτια σε όσα ήταν καταφανώς λαθεμένα. Το θύμα του βιασμού δεν χρειάζεται να είναι “αφίλητη παρθένα” για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή του. Οι χαρακτηρισμοί των κατηγορούμενων ως “τεράτων” απενοχοποιούν τελικά την κοινωνία που τους δημιούργησε: δεν γεννήθηκαν, αλλά γίνανε βιαστές. Οι φυσιογνωμιστικοί αφορισμοί και ο Λομπρόζο δεν έχουν θέση σε αγορεύσεις εισαγγελικών λειτουργών μιας φιλελεύθερης έννομης τάξης. Και η αμφισβήτηση του ρόλου του συνηγόρου υπεράσπισης ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για την απονομή της. Το χειρότερο: κάθε δικαστική ή εισαγγελική υπέρβαση δίνει δυνατότητες στους κατηγορούμενους να θυματοποιηθούν. Και αυτό είναι το τελευταίο που χρειάζεται σ' αυτή την υπόθεση.

Η μορφή της Ελένης Τοπαλούδη μας στοιχειώνει και ζητάει δικαιοσύνη. Αυτό μόνο προέχει.

Όσον αφορά την ανακοίνωση του Προέδρου του ΔΣΑ κ. Δ. Βερβεσού

Το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να γίνει σε μια δίκη σαν και αυτή του βιασμού και της δολοφονίας της Ελένης Τοπαλούδη είναι τα δευτερεύοντα ζητήματα να συγκαλύψουν την ουσία.

Με δεδομένη μάλιστα την πορεία που ελεύθερα επέλεξαν οι κατηγορούμενοι, αυτήν της συγκάλυψης και της διάχυσης της ευθύνης αντί για την ειλικρινή μεταμέλεια, τίποτα δεν πρέπει να επισκιάσει τις πράξεις τους. Σημεία της χτεσινής εισαγγελικής αγόρευσης με την οποία συμφωνώ έδωσαν λαβές, που δεν μπορούσαν να μείνουν ασχολίαστες. Προσωπικά, αυτόν τον σχολιασμό τον έκανα παραπάνω. Το πρωί εκδόθηκε ανακοίνωση του Προέδρου του ΔΣΑ Δημήτρη Βερβεσού. Είμαι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ με την Εναλλακτική Παρέμβαση και βλέπω ειδήσεις με τίτλο “Οργή δικηγόρων κατά της εισαγγελέως”, οπότε οφείλω μια δημόσια γνώμη.

Διαφωνώ με την ανακοίνωση του Προέδρου. Κατά πρώτον, δεν είναι ανακοίνωση “των δικηγόρων”. Δεν ειναι καν ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, καλοδεχούμενο βέβαια να έρθει το θέμα να το συζητήσουμε. Είναι προσωπική ανακοίνωση του Δ. Βερβεσού, που έχει φυσικά ψηφιστεί ως Πρόεδρος και κατέχει θεσμική θέση.

Οι πολιτικοσυνδικαλιστικές ανακοινώσεις δεν κρίνονται από μια στενή αντίληψη περί της ορθότητας ή μη του σκεπτικού τους. Κρίνονται στη συνάφειά τους. Κρίνονται από τις σιωπές που προηγήθηκαν και θα ακολουθήσουν κι από τα θέματα που επιλέγονται για να εκδοθούν. Κρίνονται τελικά από το συνολικό τους αποτύπωμα.

Αυτό, λοιπόν, το συνολικό αποτύπωμα των παρεμβάσεων του Προέδρου σε πλήθος περιπτώσεων τα τελευταία χρόνια είναι λάθος και αποτυπώνει την στραβή πορεία του δικηγορικού συνδικαλισμού τις τελευταίες δεκαετίες, μια πορεία που φυσικά μένει και εκλογικά να αλλάξει. Είναι το αποτύπωμα που ανησυχεί για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην υπόθεση Novartis, την ίδια στιγμή που το έγκλημα του λευκού κολάρου μένει ατιμώρητο με ευθύνη του παλιού πολιτικού συστήματος. Είναι το αποτύπωμα που ανοίγει πολεμική με τον πρόεδρο της ΕΔΕ Χριστόφορο Σεβαστίδη ως τον μεγάλο “εχθρό” του δικηγορικού σώματος, την ίδια στιγμή που δεν τολμάει να ζητήσει την παραίτηση του Βρούτση. Είναι το αποτύπωμα που αντιδικεί με την εισαγγελέα στη δίκη Τοπαλούδη μετά από μια αγόρευση που σπάει το αφήγημα των απανταχού βιαστών, τη στιγμή που οι αντιδικηγορικές αποστροφές της επαναλαμβάνονται σε πολλες δικαζόμενες υποθέσεις ανά την Ελλάδα χωρίς εκεί να τυχαίνουν αντίστοιχης προβολής και ανακοίνωσης. Σε όλες αυτές τις παρεμβάσεις, υπάρχουν βέβαια ορθές όψεις. Αλλά, το ζητούμενο είναι το συνολικό αποτύπωμα.

Κερασάκι στην τούρτα αυτού του είδους των παρεμβάσεων είναι η “πάγια θέση” της “μη παρέμβασης του ΔΣΑ σε υπό εξέλιξη δίκη”. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, κατανοώντας τις συνθήκες μιας ανοιχτής δίκης και της παράστασης μελών τους σε αμφότερες τις πλευρές, πρέπει να είναι φειδωλοί στις τοποθετήσεις τους. Σε εμβληματικές ωστόσο υποθέσεις, πρέπει να τοποθετούνται με τρόπο που να μην υπεισέρχεται στα πραγματικά περιστατικά αλλά εκφράζοντας τη φωνή της δικαιοσύνης. Το άγος της έμφυλης βίας, των βιασμών και των γυναικοκτονιών, πρέπει να αναδειχθεί από τους Δικηγορικούς Συλλόγους και να τύχει παραδειγματικής αντιμετώπισης και τιμωρίας από την έννομη τάξη. Αυτή είναι μια γενική θέση που δεν μπορεί να λείπει από την ανακοίνωση ενός Δικηγορικού Συλλόγου που σέβεται τον εαυτό του, αν δεν επιθυμεί να αντιμετωπιστεί σαν μια ανησυχούσα συντεχνία. Ποιός, αλήθεια, θα μπορούσε να διανοηθεί την ιστορία του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, χωρίς τις δημοκρατικές παρεμβάσεις του στην διάρκεια των Δικών της Χούντας; Ευτυχώς που ο ΔΣΑ δεν είχε τότε συνδικαλιστές που θα εξέφραζαν την “πάγια θέση” της “μη παρέμβασης σε υπό εξέλιξη δίκη”...

Το έργο του συνηγόρου υπεράσπισης οριοθετείται από τις υποχρεώσεις αλήθειας, συνηγορίας και εχεμύθειας. Το τρίπτυχο αυτών των υποχρεώσεων και η αλληλουχία τους επιτάσσουν και θωρακίζουν το έργο του συνηγόρου. Η υποχρέωση συνηγορίας απο μόνη της θα σήμαινε διαστρέβλωση, στρεψοδικία, χάλκευση στοιχείων, προσβολή του θύματος – οριοθετείται όμως από την υποχρέωση αλήθειας (που δεν την έχει ο κατηγορούμενος αλλά την έχει ο συνήγορός του). Η υποχρέωση αλήθειας από μόνη της θα σήμαινε αποκάλυψη στοιχείων σε βάρος του κατηγορούμενου/εντολέα – οριοθετείται όμως από την υποχρέωση εχεμύθειας που επιτάσσει την προβολή μόνο των θετικών αποδεικτικών στοιχείων που κατατείνουν στην αθώωση.

Ο συνήγορος υπεράσπισης αναδεικνύεται έτσι σε παράγοντα και συλλειτουργό της δικαιοσύνης, κομμάτι της, κατά Μαγκάκη, "τριχορδίας θεσμών" που μαζί με τον εισαγγελέα και τον δικαστή συνθέτουν την διαλεκτική της ποινικής δίκης για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Είναι χρέος του συνήγορου να υπηρετήσει τον ρόλο αυτό, του εισαγγελέα να τον σεβαστεί και του συνδικαλιστή να τον υπερασπιστεί σε όλο του το βαθύ νόημα.

 
   
   
   
   
εκτύπωση