Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας - www.epda.gr
εκτύπωση

θέσεις - απόψεις






25 Ιανουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Νίκη στην Ελένη και όχι στον Βόσκαρη - Όχι στην εκδικητικότητα και την αυτοδικία - Συμπαράσταση στην απεργία πείνας Κουφοντίνα (του Κ. Παπαδάκη)


ΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΒΟΣΚΑΡΗ – ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ – ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ (του Κ. Παπαδάκη)

Στο σήριαλ της εποχής μας η οικογένεια Δούκα Σεβαστού έχει την οικονομική εξουσία που της επιτρέπει να εκμεταλλεύεται τη γη και τους εργάτες της, να ορίζει τις τύχες του τόπου της και να ξεφεύγει από τις κακοτοπιές των ποινικών συνεπειών των πράξεών της. Και ακόμα έχει σύμμαχό της τον ανθρωποφύλακα Βόσκαρη που μέσα και έξω από τη φυλακή καταδιώκει την φόνισσα Ελένη και προσπαθεί να ολοκληρώσει την ανεπαρκή κατά την κρίση της τιμωρία της δικαιοσύνης και να μετατρέψει την ποινή της σε θανατική, και να την εξοντώσει μετά από κάθε είδους βασανιστήριο. Θα ήταν αρκετός αυτός ο συσχετισμός ώστε το σήριαλ πολύ εύκολα να έχει τελειώσει. Ομως από τη μία ο λαός του χωριού έχει καταλάβει τι συμβαίνει και στην πλειοψηφία του στηρίζει την Ελένη. Φοβισμένα για την ώρα, αλλά κάποτε οι μέλισσες αγριεύουν. Και τότε δεν γλυτώνουν ούτε οι λύκοι. Από την άλλη ακόμα και ο πιο ρεαλιστής σεναριογράφος θα δίσταζε να δώσει μέχρι και τις τυπικές θέσεις της εξουσίας στην οικογένεια Δούκα. Τι ρόλο θα είχαν τότε ο Τόλιας, ο Βόσκαρης, ο υπουργός που έδωσε χάρη στην Ελένη, ο υπουργός μαζί με τον επίορκο εισαγγελέα που γλύτωσαν από τη φυλακή τον Δούκα; Πώς θα παριστούσε την έκφραση των αντιθέσεων; Ακόμα και στα παραμύθια υπάρχει μια κάποια διάκριση των εξουσιών. Αλλά μάλλον πλέον μόνο εκεί.

Η σημερινή πραγματικότητα, τηλεοπτική και μη, είναι πολύ πιο “ολοκληρωτική”. Είναι ο ορισμός αυτού που ονόμαζαν “ολοκληρωτισμό” όσοι ορκίζονταν στην αντίθεσή τους με αυτόν. Αυτοδικία και εξουσία κάθε βαθμίδας, νομοθεσία και κυβέρνηση είναι ταυτισμένες και συγκεντρωμένες στα ίδια πρόσωπα. Παίχτης και διαιτητής ταυτόχρονα η κυβέρνηση, απαγορεύει στους αντιπάλους της να παίζουν, για να σκοράρει ανενόχλητη στο γήπεδο μέχρι να το περιχαρακώσει και να το κλείσει. Και όταν τα βάζει με ολόκληρη την κοινωνία, σιγά να μην σεβαστεί εκείνον με τον οποίο έχει και “προσωπικά” τόσα χρόνια.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας εκτίει ποινή πολλαπλής ισόβιας κάθειρξης, όντας έγκλειστος συνεχώς από τον Σεπτέμβριο 2002, οπότε και αυτοβούλως παραδόθηκε.

Σύμφωνα με το ποινικό μας σύστημα και τον σωφρονιστικό κώδικα, οι όροι του εγκλεισμού και τα δικαιώματα ενός κρατούμενου δεν εξαρτώνται από το είδος των αδικημάτων που αυτός έχει τελέσει. Παρά την γενική αυτή αρχή, που κάθε κράτος δικαίου συνομολογεί, ο συγκεκριμένος κρατούμενος έχει τύχει μιας εκδικητικής αντιμετώπισης που δεν έχει όμοιά της στα ποινικά και σωφρονιστικά χρονικά.

Αν και θεμελίωσε δικαίωμα άδειας από το 2010, το στερήθηκε επί επτά συναπτά έτη, με την πρώτη άδεια να του χορηγείται το 2017.

Αν και δεν παραβίασε καμία υποχρέωση κατά τις χορηγηθείσες άδειες τα έτη 2017 έως 2019, δικαιώνοντας απόλυτα τους έξι διαφορετικούς εισαγγελικούς λειτουργούς που υπέγραψαν τη χορήγησή τους, εντελώς αυθαίρετα στερείται εκ νέου το δικαίωμα της άδειας από τον Μάρτιο του 2019.

Αν και η μεταγωγή του στις αγροτικές φυλακές του Βόλου δεν διατάραξε σε τίποτα την έκτιση της ποινής του και η συνεργασία του με τις σωφρονιστικές αρχές, τη Διεύθυνση, τους υπαλλήλους κλπ υπήρξε άριστη, η κυβέρνηση μεθόδευσε την ψήφιση φωτογραφικής διάταξης (άρθρο 3 του ν.4760/2020) για την επαναμεταγωγή του στο αρχικό κατάστημα από το οποίο μετήχθη. Με τον ίδιο νόμο προστίθεται ως κώλυμα για την λήψη άδειας η εκκρεμής δίωξη για πλημμέλημα, στα πλαίσια της ίδιας μεθόδευσης.

Αν και η παραπάνω διάταξη αποκλείει τη δυνατότητα μεταγωγής σε αγροτικές φυλακές σε όσους κρατούμενους έχουν καταδικασθεί για εγκλήματα τρομοκρατίας, εφαρμόστηκε στον Δημήτρη Κουφοντίνα, παρότι τόσο κατά τον χρόνο τέλεσης όσο και κατά τον χρόνο εκδίκασης των αδικημάτων που του αποδόθηκαν (1991 – 2003) δεν υπήρχε σχετικός νόμος (το ΠΚ 187Α για τρομοκρατική οργάνωση και τρομοκρατικά εγκλήματα ισχύει από το 2004), αλλά μόνο το ΠΚ 187 για την εγκληματική οργάνωση.

Αν και η παραπάνω διάταξη επηρεάζει αρνητικά τον τελικό χρόνο φυλάκισης για την έκτιση της ποινής και για αυτό δεν θα έπρεπε να ισχύει για όσους είναι ήδη κρατούμενοι ή έχουν μεταχθεί σε αγροτικές φυλακές με το προηγούμενο νομικό καθεστώς, επεμβαίνει και σε αυτούς χειροτερεύοντας ανεπίτρεπτα τις συνθήκες κράτησής τους και το υπόλοιπο της εκτιτέας ποινής.

Αν και η παραπάνω διάταξη προβλέπει ότι οι κρατούμενοι αυτοί επαναμετάγονται στο κατάστημα κράτησης από το οποίο αρχικά μετήχθησαν, ο Δημήτρης Κουφοντίνας μετήχθη στις 23/12/2020 στις φυλακές Δομοκού, κατά παράβαση ακόμα και αυτού του νόμου που η ίδια η κυβέρνηση ψήφισε, σύμφωνα με τον οποίο ο κρατούμενος θα έπρεπε να μεταχθεί στον Κορυδαλλό.

Ενώ η προϊσταμένη του σωφρονιστικού συστήματος Γ.Γ. του Υπουργείου “Προ.Πο” αρνείται στην υπεράσπισή του τη χορήγηση των εγγράφων μεταγωγής του, επικαλούμενη την προστασία προσωπικών δεδομένων άλλων κρατουμένων που αναφέρονται σε αυτήν. Λες και – αν λέει αλήθεια – είναι ευθύνη του αιτούντος ότι μια διοικητική πράξη εκδόθηκε κοινή για περισσότερους ή δεν θα μπορούσε να διαγράψει τα άλλα ονόματα, όπως σε τόσα και τόσα δημόσια έγγραφα που χορηγούνται ή αναρτώνται.

Μετά από όλα αυτά ο κρατούμενος ξεκίνησε απεργία πείνας (σκληρή απεργία πείνας, μόνο με νερό) από 8.1.2021, ζητώντας να επαναμεταχθεί στις αγροτικές φυλακές Βόλου, ή έστω στον Κορυδαλλό όπως και ο νόμος που ψήφισε η κυβέρνηση ορίζει. Η ζωή του διατρέχει κίνδυνο, καθώς έχει ήδη απολέσει σημαντικό βάρος και έχει μεγάλη απώλεια δυνάμεων. Οταν άλλωστε σε ηλικία 63 ετών εξαναγκάζεται να κάνει την τρίτη απεργία πείνας μέσα σε δυόμισι χρόνια, είναι αναμενόμενο να παρουσιάσει προβλήματα υγείας, αφού ο οργανισμός του είναι ήδη εξασθενημένος.

Πολλά από τα παραπάνω διατυπώνονται ήδη σε κείμενο υπογραφών συμπαράστασης, μεταξύ άλλων και του γράφοντος, που κυκλοφορεί.

Αλλά ούτε και η απεργία πείνας γίνεται σεβαστή: Βίαιη και παρά τη θέλησή του μεταγωγή στο νοσοκομείο Λαμίας το Σάββατο 16.1.2021 για αναγκαστική νοσηλεία, που δεν εκτελέστηκε εξαιτίας της άρνησης του ίδιου και κυρίως της τιμητικής άρνησης των γιατρών να παραβιάσουν την ιατρική δεοντολογία. Και στη συνέχεια, μεταφορά του στην απομόνωση (κατ’ ευφημισμόν «θάλαμο νοσηλείας») στις 18.1.2021 κλειδωμένος συνεχώς, ακόμα και τις ώρες που τα κελλιά είναι ανοιχτά, χωρίς να έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα που θα δικαιολογούσε την απομόνωση, με αποτέλεσμα τη στέρηση των υπηρεσιών συγκρατουμένων του για στοιχειώδεις μετακινήσεις και εξυπηρέτηση και τον κίνδυνο να μείνει αβοήθητος σε περίπτωση αδυναμίας του. Και χωρίς έστω ένα ηλεκτρικό κουδούνι δίπλα του, αλλά με κάμερα 24ωρης μέσα στο κελλί της απομόνωσής του, πράγμα επίσης παράνομο, που δείχνει το επίπεδο σεβασμού στα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, τις προθέσεις απέναντι στους κρατούμενους γενικά.

Η άδικη μεταχείρισή του αποτελεί συνέχεια μιας μακρόχρονης συστηματικής και μεθοδευμένης εκστρατείας της Νέας Δημοκρατίας, από πριν αυτή γίνει κυβέρνηση, καθώς και μερίδας ΜΜΕ, που επί χρόνια πολιτικοποιούν την έκτιση της ποινής ενός κρατουμένου του οποίου η δίκη και καταδίκη έχει λήξει αμετάκλητα εδώ και χρόνια, παρεμβαίνουν σε αυτό που ονομάζουν “ανεξαρτησία της δικαιοσύνης” διαπομπεύοντας και προκαλώντας πειθαρχικές διώξεις σε όσους λειτουργούς της συνέβαλαν να δοθούν άδειες στον Κουφοντίνα και συντηρούν διαρκώς ένα κλίμα εναντίον του για λόγους πολιτικούς, επειδή αρνείται να αποδοκιμάσει το παρελθόν του στη 17Ν. Οταν λίγα χρόνια μόλις πριν έχουν αποφυλακισθεί τόσο ο δολοφόνος του Νίκου Τεμπονέρα, μετά από 7 χρόνια, όσο και ο δολοφόνος του Αλέξη Γρηγορόπουλου, μετά από 11 χρόνια. Οταν ακόμα και η Χ.Α. που δεκάδες μέλη της πρόσφατα δικάστηκαν και φυλακίστηκαν διώχθηκε μόνο ως εγκληματική και όχι και ως τρομοκρατική οργάνωση, παρότι κατά τον χρόνο δράσης της ίσχυε το ΠΚ 187Α και χωρίς ηθικές αυτουργίες στα στελέχη της, παρότι το παραπεμπτικό βούλευμα περιείχε πληθώρα πραγματικών περιστατικών που τις στοιχειοθετούσαν. Οταν και από τους πραξικοπηματίες της 21.4.1967 έμειναν μετά το 1990 στη φυλακή μόνο όσοι δεν υπέβαλαν αίτηση αποφυλάκισης επιμένοντας πεισματικά στη χορήγηση αμνηστείας, που ορθώς δεν τους δόθηκε. Ενώ χιλιάδες συνεργάτες τους έμειναν αδίωκτοι με το «στιγμιαίο».

Στόχος ωστόσο του σωφρονιστικού συστήματος δεν είναι η εξόντωση ή η εκδίκηση, ούτε η καταπάτηση της προσωπικότητας και ο εξευτελισμός των κρατούμενων. Είναι όμως στόχος αυτών που ασκούν εξουσία και μάλιστα τόσο φανερός, που δεν διστάζουν να ψηφίσουν φωτογραφικούς νόμους, να παραβιάζουν ακόμα και αυτούς, να αρνούνται να δώσουν αντίγραφα των αποφάσεών τους. Η απροκάλυπτη φωτογραφική νομοθέτηση σε συνδυασμό με την ωμή και πολλαπλή καταπάτηση του νόμου και των δικαιωμάτων από την κυβέρνηση και το κράτος είναι κάτι που δεν αφορά αποκλειστικά τον συγκεκριμένο κρατούμενο ή τους ομοϊδεάτες του, αλλά τον κάθε πολίτη.

Αλίμονο σε όποιον αφελή κάνει το λάθος να πιστέψει ότι η μεταχείριση Κουφοντίνα αποτελεί μία εξαίρεση στον κανόνα. ‘Η ότι η μεταχείρισή του οφείλεται στην αυξημένη ευαισθησία τους για την ανθρώπινη ζωή. Την βλέπουμε στη διαχείριση της πανδημίας με την υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και την έλλειψη σοβαρών μέτρων αντιμετώπισής της με αποτέλεσμα 5.500 νεκρούς σε έναν χρόνο και στον εξαναγκασμό δεκάδων χιλιάδων προσφύγων να ζουν σε άθλιες συνθήκες και να παγώνουν στον Καρατεπέ, στη Βιάλ και στην Αμυγδαλέζα.

Το ίδιο αφελής είναι και όποιος νομίζει ότι η απροκάλυπτη αυταρχική συμπεριφορά τους θα περιορισθεί σε αυτόν. Είναι απλώς η πρόβα που νομιμοποιεί την παράσταση που ακολουθεί. Γιατί δεν είδαμε και λίγα τα τελευταία χρόνια που το αστυνομικό κράτος επανιδρύθηκε πραγματικά και θεσμικά. Το Πανεπιστημιακό Ασυλο καταργήθηκε, τα ΜΑΤ εισέβαλαν στην ΑΣΟΕΕ, ξυλοκόπησαν, συνέλαβαν και οδήγησαν σε δίκη – σκευωρία δύο φοιτητές, που αθωώθηκαν. Η αστυνομία εισέβαλε σε μπάρ και σε κινηματογράφους, ξεσπίτωσε πρόσφυγες με μωρά παιδιά από χώρους φιλοξενίας, εισέβαλε σε ταράτσες και σπίτια, ξεγύμνωσε διαδηλωτές, ξυλοκόπησε νεολαίους σε πλατείες και σε δρόμους χωρίς όριο. Απαγόρευσε και διέλυσε κατ’ επανάληψη με το πρόσχημα της πανδημίας συναθροίσεις εντός και εκτός του πλαισίου του νομικού καθεστώτος, που εκείνη επέλεξε να θεσπίσει. Συνέλαβε εκατοντάδες διαδηλωτές, ανάμεσα τους και συνδικαλιστές, δικηγόρους και αυτοδιοικητικούς συμβούλους. Και τους κυνηγάει ανελέητα με διώξεις και πρόστιμα επειδή έκαναν το έγκλημα να διαδηλώσουν. Ενώ το Υπουργείο ΠΡΟ-ΠΟ, που εκτός από Πανεπιστημιακή αστυνομία, ετοιμάζει δικαστήρια μέσα στις νέα φυλακές του Ασπροπύργου χωρίς να ρωτήσει κανέναν, αντί να προωθήσει το νομοσχέδιο για την αποσυμφόρηση των φυλακών προτίμησε να διακινδυνεύσει τη ζωή των κρατούμενων και να αυθαιρετεί με εκδικητικές μεταγωγές, όπως αυτή του Βασίλη Δημάκη πριν μερικούς μήνες, που με τον αγώνα της κοινωνίας ανακλήθηκε.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την καταδίκη της Χ.Α., που μόνο δικό της έργο δεν είναι ούτε και θα μπορούσε, ως άλλοθι δημοκρατικότητας για να νομιμοποιήσει στην κοινή συνείδηση αυθαιρεσίες και περιορισμούς δικαιωμάτων και ελευθεριών. Δεν το δικαιούται. Η συμπεριφορά της σε όσα αναφέρθηκαν δεν είναι παρά η ενσωμάτωση και ανάκτηση του μονοπωλίου της κατασταλτικής και ρατσιστικής βίας αυτών που καταδικάστηκαν και όχι η αναίρεσή τους.

Η ποινική αντιμετώπιση του Δημήτρη Κουφοντίνα κρίθηκε αμετάκλητα και δεν αλλάζει. Και είναι ανέντιμο να αντιπαραβάλλεται συνέχεια με τη μεταχείριση του κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα, που υπερβαίνει κάθε έννοια κράτους δικαίου και πρέπει να αποδοκιμαστεί από το σύνολο του νομικού κόσμου και από κάθε δημοκρατικό πολίτη άμεσα και πριν η εξέλιξη της υγείας του προσθέσει ένα ακόμα θύμα στη μεταδοτική πανδημία της κυβερνητικής παραβίασης των δικαιωμάτων.

Αθήνα, 19.1.2021

Κώστας Παπαδάκης

Δικηγόρος, πρώην μέλος του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

 
   
   
   
   
20 Ιανουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Δικηγόροι στο αυτόφωρο – Ένα ακόμα ράπισμα και ένα ακόμα μήνυμα (του Κ. Παπαδάκη)


Επέτειος Γρηγορόπουλου: Ελεύθεροι οι δύο δικηγόροι που είχαν προσαχθεί στο  κέντρο της Αθήνας | ΕΛΛΑΔΑ | iefimerida.gr

Δικηγόροι στο αυτόφωρο  –  Ένα ακόμα ράπισμα και ένα ακόμα μήνυμα (του Κ. Παπαδάκη)

Η εγκύκλιος του Αντιεισαγγελέα Αρείου Πάγου κ. Δημήτριου Παπαγεωργίου (αριθμός. 2/13-1-2021) αποτελεί αναμφισβήτητα δικαίωση της καθολικής διαμαρτυρίας πολιτών, δικηγόρων, δικηγορικών συλλόγων και πολλών άλλων φορέων του νομικού και όχι μόνο κόσμου και της αξίωσής τους για σεβασμό του δικηγορικού λειτουργήματος από τις κατασταλτικές αρχές τουλάχιστον την ώρα που ασκείται, με αφορμή με τις πρόσφατες συλλήψεις δικηγόρων.

Τα κυριότερα θετικά σημεία της παραπάνω εγκυκλίου είναι συνοπτικά τα εξής :

1) Η κατηγορηματική πεποίθηση ότι εξακολουθεί να ισχύει και μετά την θέσπιση του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) η ειδική διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, (ν. 4194/2013) σύμφωνα με την οποία

Δεν ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία στα πλημμελήματα, που φέρεται να έχει διαπράξει δικηγόρος. Δικηγόρος που συλλαμβάνεται οποιαδήποτε ημέρα και ώρα δεν κρατείται, αλλά οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών”.

Η έμφαση στο περιεχόμενο της διάταξης αυτής αποτελεί κατά την γνώμη μου την λυδία λίθο για την ερμηνεία των ελλείψεων της παραπάνω εγκυκλίου, που θα επισημανθούν μετά την εξάντληση των θετικών της σημείων.

2) Η έντονη επισήμανση της δυνατότητας που παρέχει στον εισαγγελέα το άρθρο 279 παρ. 1 Κ.Π.Δ. να αφήνει ελεύθερο τον συλληφθέντα ακόμα και με τηλεφωνική εντολή.

3) Η υπόμνηση στους εισαγγελείς ποινικής δίωξης του  υπηρεσιακού καθήκοντος να βρίσκονται σε ετοιμότητα κάθε ώρα και κάθε μέρα εργάσιμη ή γιορτινή να δεχθούν τον συλληφθέντα δικηγόρο, που πρέπει να οδηγείται αμέσως ενώπιόν τους.

4) Η παραδοχή ότι ο θεσμικός ρόλος του δικηγόρου ως νομικού παραστάτη του πολίτη αναμφίβολα προσθέτει θετικά στοιχεία στην προσωπικότητά του, που πρέπει να αξιολογούνται κατά την παραπάνω διαδικασία.

5) Η διαφοροποίηση από τις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις Εισαγγελέων Αρείου Πάγου (8/2011 και 1/2001) που δεν παρείχαν την δυνατότητα απελευθέρωσης του συλληφθέντος δικηγόρου με τηλεφωνική εντολή, αλλά μόνο μετά την προσαγωγή στον εισαγγελέα, ενώ περιέπλεκαν και την δυνατότητα προσαγωγής από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, η οποία συνέτεινε στην επιμήκυνση του χρόνου κράτησης.

Είναι προφανές ότι η εξαίρεση από την αυτόφωρη διαδικασία περιλαμβάνει και την «προδικασία» της αυτόφωρης διαδικασίας, παρά το ότι η εγκύκλιος εξαντλείται στην αναφορά της διαδικασίας μετά την προσαγωγή στον Εισαγγελέα (άρθρα 418 επ. ΚΠΔ).

Ωστόσο, η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου ιδιαζούσης ή μη δωσιδικίας για διάπραξη αυτόφωρου αδικήματος, περιλαμβάνει την διαδικασία των άρθρων 245 παρ. 2 ΚΠΔ, που έπεται στη σύλληψης και προηγείται της προσαγωγής στον εισαγγελέα. Αρα την αυτεπάγγελτη προανάκριση, η οποία περιλαμβάνει και την κλήση του συλληφθέντος δικηγόρου σε απολογία.

Η υποχρέωση της αστυνομίας να ειδοποιήσει αυτοστιγμεί τον Εισαγγελέα Υπηρεσίας Πρωτοδικών όμως την υποχρεώνει ταυτόχρονα να παραλείψει κάθε άλλη μη επείγουσα προανακριτική ενέργεια (σχηματισμός δικογραφίας, κλήση του συλληφθέντος σε απολογία κλπ). Αλλωστε αυτό δείχνουν οι διατυπώσεις της διάταξης του άρθρου 39 παρ. 4 του Κ.Δ. που η γνωμοδότηση επικαλείται :

α) «…..δεν ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία»  Αναφέρεται στο σύνολο αυτής και όχι μόνο στο τι συμβαίνει μετά την προσαγωγή στον εισαγγελέα, αλλά και πριν από αυτήν.

β) «…δεν κρατείται, αλλά οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών» : «Αμέσως» σημαίνει χωρίς την παρεμβολή οποιασδήποτε άλλης διαδικασία, ενώ η φράση δεν κρατείται υποδεικνύει εμφατικά και την παράλειψη κάθε προανακριτικής πράξη που στηρίζεται στην αυτόφωρη διαδικασία σε βάρος του εξαιρουμένου από αυτήν.

Τι νόημα άλλωστε θα είχε η σπουδή σχηματισμού «ολοκληρωμένης» δικογραφίας για μια υπόθεση που εξ ορισμού είναι βέβαιο ότι δεν επείγει αφού δεν επιτρέπεται, άρα δεν πρόκειται να δικαστεί στο αυτόφωρο την επόμενη μέρα ο κατηγορούμενος τον οποίον αφορά ;

Αλλά ακόμα και η διατύπωση του άρθρου 245 παρ. 2 ΚΠΔ, που υποχρεώνει την αστυνομία να ενημερώνει αμέσως τον εισαγγελέα στις περιπτώσεις που διενεργεί ανακριτικές πράξεις χωρίς εισαγγελική παραγγελία, συντείνει στην ερμηνεία αυτήν.

Η εγκύκλιος δεν διευκρινίζει  εάν παρεπόμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύλληψη (π.χ. υποχρέωση σήμανσης άρθρου 27 Π.Δ. 342/1977)  εφαρμόζονται τελικά και στα πρόσωπα, τα οποία αποκλείονται από την αυτόφωρη διαδικασία.

Ακόμα, ο συντάξας εισαγγελέας επισημαίνει ως παράδειγμα προς αποφυγή σύλληψης δικηγόρου την περίπτωση «καταμήνυσης δικηγόρου, που υποκρύπτει κίνηση αντιπερισπασμού εκ μέρους αντιδίκου του εντολέως του συλληφθέντος δικηγόρου, προκειμένου να αφοπλιστεί ο αντίπαλος του», περίπτωση που όμως συμβαίνει αρκετά σπάνια, εξαιτίας του ότι αυτού του είδους οι «κινήσεις αντιπερισπασμού» προϋποθέτουν νομικό σχεδιασμό από άλλους δικηγόρους και ευτυχώς τέτοιοι πολλοί δικηγόροι δεν υπάρχουν.

Αντίθετα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων συλλήψεων δικηγόρων που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων τους (η κατά κυριολεξία γίνεται ακριβώς επειδή τα ασκούν), αυτουργός του σχεδιασμού είναι πάντα οι κατασταλτικές αρχές και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι. Αυτοί είναι που διαθέτουν την πολυτέλεια της σώρευσης και σχεδιαστικών και εκτελεστικών λειτουργιών και μηχανισμών εν ταυτώ. Και τους ενεργοποιούν όταν ενοχλούνται από την άσκηση των δικηγορικών καθηκόντων διότι θέλουν να τα αποδυναμώσουν για μην αποκρούονται οι αυθαιρεσίες τους. Σύσταση όμως τέτοια προς τους αστυνομικούς όμως δεν διατυπώνεται από τον ποινικό προϊστάμενό τους.

Δοθείσης ευκαιρίας, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η θέσπιση της ρύθμισης ιδιάζουσας δωσιδικίας για τους δικηγόρους, καθώς και άλλα πρόσωπα που κατονομάζονται στο άρθρο 111 παρ. 6 ΚΠΔ και 39 παρ. 4 Κώδικα Δικηγόρων (δικαστές και εισαγγελείς κυρίως) δεν αποτελεί, όπως εσφαλμένα πολλοί νομίζουν, προνομιακή μεταχείριση υπέρ των προσώπων αυτών, αλλά σίγουρα δυσμενή, διότι αποκαθιστά την αναλογία της ισορροπίας της ποινικής τους αντιμετώπισης, αφού τους επιβάλλει να κρίνονται ακόμα και για ήσσονα αδικήματα από δικαστικούς λειτουργούς μείζονος (μέγιστης σε βαθμίδα δικαιοδοσίας ουσίας) κατά τεκμήριο συγκρότησης και εμπειρίας και έτσι να αποφεύγονται περιπτώσεις εσφαλμένων αθωωτικών αποφάσεων, εξαιτίας της τυχόν υπεροχής των νομικών γνώσεων των προσώπων αυτών ως κατηγορουμένων απέναντι σε μικρότερης βαθμίδας δικαστές.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω η σχολιαζόμενη εγκύκλιος και όπου ακόμα δεν το διατυπώνει ρητά αποκαθιστά σε σημαντικό βαθμό και με πληρότητα την νομική τάξη των πραγμάτων, ανατέμνει τις ισχύουσες διατάξεις στον χρόνο, εξαντλεί τις πηγές της θεωρίας και αρθρογραφίας που μνημονεύει και επιτάσσει έστω και όχι πανηγυρικά τον σεβασμό με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται ο δικηγόρος από τις δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Αποδίδει την ιδιαίτερη αξία του θεσμικού και κοινωνικού ρόλου των δικηγόρων που αντανακλά τον σεβασμό στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών που εκπροσωπεί και υπερασπίζεται και τη νομική υποχρέωση όλων των Αρχών να τον σέβονται, από την οποία υποχρέωση απορρέει και η απαγόρευση σύλληψης δικηγόρου εξαιτίας της άσκησης των καθηκόντων του.

Αποτελεί ένα ακόμα ράπισμα στην χωρίς φραγμούς και όρια κατασταλτική μανία του Υπουργείου «Προστασίας του Πολίτη» που οδήγησε πρόσφατα στα γεγονότα που αποτέλεσαν την αφορμή για την έκδοσή της.

Και ένα ακόμα μήνυμα ότι κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος. Οι δικηγόροι μένουν όρθιοι απέναντι στην καταστολή και τις αυθαιρεσίες. Έστω και με τίμημα τη σύλληψή τους.

Αλλωστε, όπως λέει και ο ποιητής «αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, πως θα γενούνε τα σκοτάδια φώς ;»

 
   
   
   
   
26 Δεκεμβρίου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Απαγόρευση συναθροίσεων – Το ψέμα αποκαλύπτεται – Έκθετοι ΕΛ.ΑΣ, Κυβέρνηση και ΣτΕ (του Κ. Παπαδάκη)


Απαγόρευση συναθροίσεων – Το ψέμα αποκαλύπτεται – Έκθετοι ΕΛ.ΑΣ, Κυβέρνηση και ΣτΕ (του Κ. Παπαδάκη)

Δόθηκε στη δημοσιότητα η από 4/11/2020 Εισήγηση της «Επιτροπής για την προστασία της Δημόσιας Υγείας» που αναφέρεται στο προοίμιο της από 14/11/2020 απόφασης Αρχηγού ΕΛ.ΑΣ. αναφερόμενη στην σχετική απόφαση του Αρχηγού ΕΛ.ΑΣ. υπ, αριθμ, 1029/8/18/14.11.2020 (ΦΕΚ Β 5046/14.11.2020) απόφασης αρχηγού ΕΛΑΣ με την οποία απαγορεύθηκαν οι υπαίθριες συναθροίσεις τις ημέρες της επετείου του Πολυτεχνείου. Οχι βέβαια από την κυβέρνηση η την ΕΛ.ΑΣ (αυτών ο ζήλος εξαντλείται σε ζητήματα καταστολής, αλλά δεν εκτείνεται σε θέματα διαφάνειας) αλλά προφανώς από διαδίκους που προσέφυγαν στο ΣτΕ εναντίον της.

Ηδη σε προηγούμενα σημειώματά μου, που αναρτήθηκαν σε διάφορες ιστοσελίδες (16/11/2020 «Η αδιαφάνεια αφαιρεί παρά προσθέτει αξιοπιστία στην απαγόρευση των συναθροίσεων» και 20/11/2020 «Το μήνυμα του Πολυτεχνείου νίκησε – αποτιμήσεις της επόμενης μέρας») επεσήμαινα την παράλειψη δημοσιοποίησης από μέρους της κυβέρνησης και της ΕΛ.ΑΣ. της εισήγησης αυτής και πιθανολογούσα ότι για να μην δημοσιοποιείται προφανώς δεν έχει το περιεχόμενο που η κυβέρνηση προφασίζεται.

Αλλωστε ήταν ολοφάνερο μετά το άδειασμα της κυβέρνησης στην συνέντευξη τύπου του εκπροσώπου της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊου Covid-19 κ. Γκίκα Μαγιορκίνη στις 16/11/2020, ο οποίος ερωτηθείς σχετικά για την γνώμη – φάντασμα της επιτροπής που φέρεται σύμφωνα με τον αρχηγό ΕΛΑΣ να τον οδήγησε στην λήψη της απαγορευτικής απόφασης απάντησε ότι δεν υφίσταται, διαψεύδοντας την ύπαρξή της και απαντώντας ότι πρόκειται για πολιτική απόφαση των κυβερνώντων. 

Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διαβεβαίωση εκατοντάδων νοσοκομειακών γιατρών ότι δεν συντρέχει κίνδυνος μετάδοσης από υπαίθρια ολιγόωρη συγκέντρωση με τήρηση των μέτρων ασφαλείας, πολλοί από τους οποίους μάλιστα πήραν μέρος στα σχετικά συλλαλητήρια, αφαιρούσε κάθε αξιοπιστία από το πρόσχημα της υγειονομικής προστασίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο η «Επιτροπή για την προστασία της Δημόσιας Υγείας»  στην από 4/11/2020 συνεδρίαση, δεν εισηγείται καμμία απαγόρευση υπαίθριων συναθροίσεων. Επισημαίνει την ανάγκη λήψης γενικών μέτρων στο πρότυπο της ισχύουσας Υ.Α. για την Θεσσαλονίκη (ΦΕΚ Β’ 4831/2.11.2020), που όμως και εκείνη δεν εισηγείται την απαγόρευση συναθροίσεων και διαδηλώσεων.

Το περιεχόμενο της εισήγησης εξηγεί το πείσμα κυβέρνησης και ΕΛ.ΑΣ. να μην δημοσιοποιηθεί. Διότι βέβαια τους διαψεύδει και τους εκθέτει. Αποκαλύπτει ότι ο αρχηγός της ΕΛΑΣ υποκατέστησε την εισήγηση των αρμόδιων υγειονομικών και εξαπάτησε  την κοινή γνώμη αναφέροντας στην απόφασή του ότι στηρίχθηκε στη γνώμη της Επιτροπής για να πάρει μία τέτοιας έκτασης απαγορευτική απόφαση.

Αλλά ο αρχηγός της ΕΛΑΣ δεν είναι ο μόνος έκθετος. Η πρόεδρος του ΣτΕ και τα μέλη της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ έλαβαν γνώση της προφανώς, ως εμπεριεχόμενης στον φάκελο της διοίκησης που τους διαβιβάστηκε, για να αποφανθούν επί των αιτήσεων αναστολής πολιτών και φορέων κατά της απαγορευτικής απόφασης. Και αποφάνθηκαν απορριπτικά στηρίζοντας και εκείνοι την αυθαιρεσία του αρχηγού ΕΛ.ΑΣ. Στο μέτρο μάλιστα που και αυτές οι απορριπτικές αποφάσεις και διατάξεις διαλαμβάνουν σκεπτικό καταπολέμησης της πανδημίας ως λόγο δημοσίου συμφέροντος υπέρτερο του δικαιώματος της συνάθροισης αναπαράγουν και αυτοί την ίδια αυθαιρεσία αφού υποκαθιστούν τους γιατρούς της Επιτροπής και τη διοίκηση και στηρίζονται στην υποκειμενική τους γνώμη παριστώντας την ως γνώμη των ειδικών. Αλλιώς θα αντιπαρέβαλαν – η τουλάχιστον αυτό είχαν την υποχρέωση να κάνουν – δικό τους σκεπτικό υπέρ της απαγόρευσης των συναθροίσεων αντικρούοντας την παράλειψη εισήγησης της απαγόρευσης.

Ας μην επαναλάβουμε την απαίτηση να δοθεί στη δημοσιότητα και η από 2/12/2020 εισήγηση της «Επιτροπής προστασίας για την δημόσια υγεία», την οποία επικαλείται ως νομοθετικό έρεισμα, η από 5/12/2020 απόφαση Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας που απαγόρευε τις συναθροίσεις  αυτή τη φορά για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Είναι σαν να γνωρίζουμε ήδη το περιεχόμενό της. Και μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ επίσημα, αφού η απαγόρευση αυτή (ευτυχώς) δεν απασχόλησε το ΣτΕ.

Αθήνα, 23/12/2020 

Κώστας Παπαδάκης

 
   
   
   
   
8 Δεκεμβρίου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Τα ψέματα του κ. Χρυσοχοϊδη τελειώνουν. Ο αγώνας να μην υπάρξουν άλλοι Γρηγορόπουλοι συνεχίζεται (του Κ. Παπαδάκη)


ΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΑΛΛΟΙ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ !

Λίγο πολύ έχει δημοσιοποιηθεί το ιστορικό της χθεσινής σύλληψης και κράτησής μου μαζί με τον Θανάση Καμπαγιάννη. Για την πληρότητα της καταγραφής και για κάποιες επιβαλλόμενες απαντήσεις σε προκλήσεις και ψέμματα και εκστομίστηκαν σήμερα από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη στη Βουλή για όσα έγιναν χθες σημειώνω τα ακόλουθα :

Την Κυριακή 6/12/2020 βρέθηκα στις 11.30 π.μ. περίπου στην διασταύρωση των οδών Ναυαρίνου και Χαριλάου Τρικούπη στην Αθήνα προσπαθώντας μόνος μου με ένα λουλούδι στο χέρι να φτάσω στο χώρο του μνημείου του Αλέξη Γρηγορόπουλου, προκειμένου να το καταθέσω. Ο αστυνομικός κλοιός που είχε παραταχθεί κατά μήκος της Χαριλάου Τρικούπη εμπόδιζε την πρόσβαση προς τα κάτω (προς την οδό Ζωοδόχου Πηγής) και μου δήλωσαν ότι απαγορεύεται ακόμα και η μεμονωμένη κατάθεση λουλουδιού και προσπέλαση στο μνημείο, παρά το γεγονός ότι η απαγόρευση αυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στην απαγορευτική για τις συναθροίσεις απόφαση αρχηγού ΕΛ.ΑΣ. την προηγούμενη ημέρα.

Δέχτηκα αναγκαστικά την απόφαση αυτή και παρέμεινα στο σημείο, προκειμένου να συνδράμω με τις νομικές μου υπηρεσίες σε ομάδα, η οποία επρόκειτο να προσέλθει για να πραγματοποιήσει ολιγομελή συγκέντρωση με απόλυτη τήρηση των μέτρων ασφαλείας (μάσκες και αποστάσεις), όπως και έγινε μετά από λίγα λεπτά. Αντικείμενο της συνδρομής μου ήταν η διαμεσολάβηση μου προς την αστυνομία, προκειμένου να επιτραπεί η πραγματοποίηση της συγκέντρωσης αυτής, καθώς και να επιτραπεί σε αντιπροσωπεία των συγκεντρωμένων, σχεδόν όλων μελών του Σ.Ε.Κ., να καταθέσουν λουλούδια στο μνημείο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Στην σχετική προσπάθεια συμμετείχε υπό την ιδιότητα του και αυτός ως δικηγόρος ο Θανάσης Καμπαγιάννης.

Στην διάρκεια των διαπραγματεύσεων και ενώ το κλίμα συζήτησης με τον επί τόπου επικεφαλής των αστυνομικών δυνάμεων ήταν άριστο χωρίς καμμία ένταση και μάλιστα καθώς ο ίδιος αναγνώριζε ότι η τήρηση των μέτρων από τους συγκεντρωμένους ήταν πλήρης, μας ανακοίνωσε ότι δυστυχώς για αυτόν έχει άνωθεν εντολές να συλλάβει όλους τους παρευρισκομένους, μεταξύ των οποίων και τους δικηγόρους. Ευτυχώς εξαίρεσε τους φωτορεπόρτερ και τους δημοσιογράφους. Και τούτο παρά το γεγονός, ότι ο ίδιος γνώριζε και μετέφερε στα ανώτερα κλιμάκια, ότι βρισκόμαστε υπό την ιδιότητα μας ως δικηγόρων, πλην όμως η εντολή ήταν σαφής ότι πρέπει να συλληφθούμε και εμείς.

Επιβιβαστήκαμε στα τρία μισθωμένα λεωφορεία που χρησιμοποιεί η ΕΛ.ΑΣ., με τα οποία μεταφερθήκαμε στην οδό Πέτρου Ράλλη, στο κτίριο της Διεύθυνσης Αλλοδαπών. Εκεί, αφού αποβιβαστήκαμε, κρατηθήκαμε σε ένα κοινό χώρο κράτησης, μία κλειστή αίθουσα με ελλιπή αερισμό 62 κρατούμενοι και περί τους 20 αστυνομικούς. Αργότερα προσήχθησαν εκεί και αρκετοί άλλοι κρατούμενοι.

Κατά την διάρκεια, μετά την αποβίβασή μας και μέχρι την κράτηση μας ελεγχθήκαμε κατά τα προβλεπόμενα όσον αφορά τα προσωπικά μας αντικείμενα από αστυνομικούς, που με τα ίδια γάντια ερευνούσαν τα αντικείμενα δεκάδων ανθρώπων.

Περί τη μιάμιση ώρα μετά, οι δύο συνήγοροι Παπαδάκης και Καμπαγιάννης, κληθήκαμε προκειμένου κατά προτεραιότητα να υποβληθούμε στις περαιτέρω διαδικασίες που ήταν η διενέργεια της σήμανσης αλλά και η κλήση μας σε απολογία στην προανάκριση, όπως και έγινε. Κατά την κλήση μας σε απολογία μας αποδόθηκε το αδίκημα της παραβίασης του Π.Κ. 285 (Παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών). Απολογηθήκαμε αμέσως, αφού ρίξαμε μία πρόχειρη ματιά στην ελλιπέστατη δικογραφία, αρνηθήκαμε τις κατηγορίες και ζητήσαμε την ποινική και πειθαρχική δίωξη κάθε υπευθύνου α) για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος Π.Κ. 259 συνιστάμενο στην από μέρους εκείνων που διέταξαν την παραπομπή και σύλληψη μας παραβίαση του καθήκοντος των δημοσίων αρχών να σέβονται το δικηγορικό λειτούργημα (άρθρο 34 παρ. 1 Κώδικα περί Δικηγόρων), καθώς επίσης β) και για το ίδιο το αδίκημα το Π.Κ. 285, αφού οι συνθήκες κράτησης μας εμπεριείχαν πολλαπλάσια μεγαλύτερη παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών και κινδύνους για την δημόσια υγεία, από ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μας συνέλαβαν σε υπαίθριο χώρο.

Στα έγγραφα της προφορικής μας απολογίας ανεγράφη καθ’ υπόδειξη του διευθυντή της αστυνομικής προανάκρισης, ότι η σχετική συνεννόηση για την απολογία μας και στην συνέχεια την μη υπαγωγή μας στην αυτόφωρη διαδικασία έγινε με συγκεκριμένο κατονομαζόμενο εισαγγελικό λειτουργό της Ποινικής Δίωξης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Στην συνέχεια, αφεθήκαμε ελεύθεροι.

Τότε διαπιστώσαμε την προσέλευση συνεργείου διενέργειας COVID – TEST, που είχε μόλις εγκατασταθεί στον διάδρομο του ισογείου, για το οποίο τουλάχιστον εμείς δεν είχαμε ενημερωθεί προηγουμένως, ότι πρόκειται να συμβεί από την αστυνομία και δεν γνωρίζω αν ενημερώθηκαν και οι υπόλοιποι κρατούμενοι. Χωρίς να μου το υποδείξει κανένας, εντελώς αυθόρμητα και με μεγάλη προθυμία επωφελήθηκα της ευκαιρίας και έκανα το τεστ. Το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, αλλά η διαγνωστική του αξία περιορίζεται σε τέσσερις ημέρες πριν. Το αν κολλήσαμε χθές θα διαγνωσθεί με νέο τεστ σε τέσσερις μέρες. Για αυτό και ο Καμπαγιάννης, που είχε υποβληθεί σε μοριακό τεστ στις θεώρησε περιττό να υποβληθεί και χθες σε αυτό. Όπως σημειώνει ο ίδιος σε σχετική του ανάρτηση : «Ένα rapid test λίγη ώρα μετά τον συγχρωτισμό δεν θα είχε καμία απολύτως διαγνωστική αξία για τα γεγονότα της ίδιας ημέρας, μιας και η ανακάλυψη τυχόν θετικού κρούσματος από τον συνωστισμό που δημιούργησε η Αστυνομία στις 6/12 θα είναι δυνατή μόνον μετά την παρέλευση κάποιων ημερών. Όσο δε με αφορά, ενημερώνω τον Υπουργό ότι είχα ήδη προ ημερών προχωρήσει σε μοριακό τεστ κατόπιν επαφής μου με θετικό κρούσμα, συγκεκριμένα με αστυνομικό που κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων και τον οποίο εξέτασα ως συνήγορος στις 19/11, για τον οποίο η ΕΛΑΣ ενημέρωσε το δικαστήριο ότι βρέθηκε θετικός την 24/11. Μετά από ολιγοήμερη καραντίνα στην οποία υποβλήθηκα, βρέθηκα αρνητικός στο τεστ στο οποίο υπεβλήθην με δικά μου έξοδα (60 ευρώ, προ διατίμησης). Αυτά τα λίγα για το ποιός ενδιαφέρεται για τη δημόσια υγεία και ποιός την θέτει σε διακινδύνευση, υπέχοντας μάλιστα και ποινικές ευθύνες οι οποίες θα αναζητηθούν μέχρι τέλους».

Κατά συνέπεια, η απερίσκεπτη δήλωση του Υπουργού κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ότι «και αυτοί που αρνήθηκαν το τεστ έκαναν και μήνυση στον Αττικάρχη, ότι τάχα οι αστυνομικοί δεν άλλαζαν γάντια, ο παραλογισμός δεν έχει πια όρια» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και θα έκανε καλά ο Υπουργός πριν διατυπώνει τις εξυπνάδες του δημόσια να συμβουλεύεται τα σχετικά αρχεία, τα οποία τον διαψεύδουν, δεδομένου ότι τα στοιχεία μου έχουν καταγραφεί στα έγγραφα του συνεργείου που διενήργησε το τεστ.

Ακόμα, η επιχειρούμενη σύνδεση από την πλευρά του Υπουργού «των χιλίων κακομαθημένων», που κατά τα λεγόμενα του καίνε τις πόλεις με όσους εκπροσωπούν, πάλι κατά την άποψη του, μία ευυπόληπτη στο παρελθόν υπερευαισθησία δικαιωμάτων, είναι προβοκατόρικη και προσπαθεί να συνδέσει διαφορετικές και συχνά αντίπαλες μεταξύ τους πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές αποδίδοντας στην μία το περιεχόμενο της άλλης. Όπως επίσης και η ευτελής έκφραση, ότι «η ασυλία των παιδιών με τις μολότοφ και κάποιων φωνακλάδων επώνυμων δεν υπάρχει.». Προφανώς και δεν ζητήθηκε από κανέναν μας προνομιακή μεταχείριση λόγω της δικηγορικής ιδιότητας και ουδείς θεωρεί τον εαυτό του υπεράνω των νόμων.

Όταν όμως αυτή καθ’ εαυτή η άσκηση των καθηκόντων που απορρέουν από την δικηγορική ιδιότητα καθίσταται αντικείμενο ποινικοποίησης ή ακόμα και προσαγωγής, τότε είναι προφανής η παρεμπόδιση της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος και έμμεσα, αλλά σαφέστατα κατ’ απάντηση και απαξίωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, τις οποίες υπερασπίζουν οι δικηγόροι στο πρόσωπο των πολιτών. Εύλογα οι τελευταίοι αισθάνονται έλλειψη ασφάλειας δικαίου και αυτοπεποίθησης ότι μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους, όταν βλέπουν ότι ο υπερασπιστικός τους λειτουργός συλλαμβάνεται και προσάγεται και γίνεται και εκείνος αντικείμενο της καταστολής παρότι δεν τελεί τίποτε άλλο από τα θεσμικά του καθήκοντα.

Συλλήψεις δικηγόρων κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν έχουν γίνει ποτέ σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, είναι η πρώτη φορά που συμβαίνουν επί των ημερών της κυβέρνησης αυτής και έχει μεγάλο ενδιαφέρον ποια θα είναι η πρόοδος της όλης διαδικασίας, όταν η σχετική δικογραφία θα φτάσει στα χέρια του αρμόδιου Εισαγγελέα. Ήδη, στην όλη εξέλιξη της μεθόδευσης της αυτόφωρης διαδικασίας χτες σημειώθηκε ένα σοβαρό ρήγμα. Μετά τον Καμπαγιάννη και εμένα, κανένας από τους υπολοίπους 60 και πλέον κατηγορουμένους δεν κλήθηκε σε απολογία. Συνεπώς, ματαιώθηκε εν τω γενέσθαι η προσπάθεια δημιουργίας πλήρως προανακριτικής δικογραφίας, η οποία θα οδηγούσε ώριμα σε αυτόφωρη διαδικασία.

Αντικείμενο της πολύωρης και αναίτιας κράτησης των λοιπών 70 και πάνω κατηγορουμένων ήταν η υποβολή τους στην σήμανση, η λήψη των στοιχείων τους και η γνωστοποίηση της έκθεσης σύλληψης και βεβαίωσης πλημμελήματος, την οποία περισσότεροι από τους μισούς ούτε καν κλήθηκαν να την υπογράψουν. Έτσι, η αυτόφωρη διαδικασία εκφυλίστηκε σε ελλιπή αστυνομική προανάκριση χωρίς εισαγγελική παραγγελία, αφού προφανώς από κάποιο χρονικό σημείο και μετά η εισαγγελική παραγγελία εξέλιπε και η αστυνομία αφέθηκε να αναλάβει μόνη της την ευθύνη όσων διατάχθηκε από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης να επιχειρήσει χθες. Ήταν άλλο ένα ρήγμαστην αξιοπιστία των χθεσινών συλλήψεων.

Κλείνοντας την απάντηση στις ειρωνείες και τις αιτιάσεις του Υπουργού να θυμίσουμε ότι δεν είμαστε «φωνακλάδες» όταν δεν χρειάζεται. Και αν γίναμε «επώνυμοι», το οφείλουμε στη μακρόχρονη καθημερινή και συνεπή δράση μας στη μαχόμενη δικηγορία, τον συνδικαλισμό και την πολιτική. Ούτε στη βράβευση από το FBI, ούτε στον πολιτικό αμοραλισμό της εναλλαγής από το ένα κόμμα εξουσίας στο άλλο, ούτε στην ψήφιση νομοσχεδίων που δεν διαβάζουμε, ούτε στην αποδοχή δοτών κυβερνητικών εξουσιών. Είχαμε και εμείς τα προσόντα για να γίνουμε καρριερίστες της δημόσιας ζωής, αλλά δεν το καταδεχθήκαμε. Και η στάση μας επιβραβεύεται κάθε μέρα όλο και από μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Ένα μικρό δείγμα είναι η χθεσινή καθολική συμπαράσταση από το σύνολο του νομικού κόσμου και μεγάλη μερίδα πολιτικών και κοινωνικών φορέων και προσωπικοτήτων, μακράν πέραν της στενής πολιτικής εμβέλειας του χώρου μας. Και θα υπάρχουμε όπως τώρα όταν ο κ. Χρυσοχοίδης θα έχει περάσει στα απορρίμματα της ιστορίας. Διαισθάνομαι ότι διόλου δεν αργεί η ώρα, καθώς όλο και λιγότερες φωνές, ακόμα και μέσα από την κυβέρνηση (μόνο οι ακροδεξιές) υψώνονται για να τον στηρίξουν. Χθες τον άδειασε και η Εισαγγελία. Η ανάλωσή του ωριμάζει. Αν μέχρι τότε ο Υπουργός θεωρεί ότι η ποινικοποίηση της δράσης μας υπηρετεί τις κατασταλτικές του φιλοδοξίες, ας την επιχειρήσει ξανά. Δεν την φοβόμαστε. Και καμμία ασυλία δεν του ζητάμε. Η παράδοση του χώρου μας περιλαμβάνει πολλές ιερές μορφές δικηγόρων (ένας από αυτούς αναφέρεται στο τέλος του κειμένου) που συνέβαλαν στην πεποίθηση ότι «οι δίκες δεν λυγίζουν τους αγωνιστές». Να ένας τίτλος που μάταια θα ψάξει κανείς να βρεί δίπλα στο όνομά του.

Να λοιπόν γιατί είναι εύλογο το μίσος του Υπουργού για εμάς. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά τη λήξη της δίκης της Χρυσής Αυγής, τον υπαρχηγό της οποίας το Υπουργείο του είναι ανίκανο να συλλάβει παρά τις μεγαλοστομίες με τις οποίες έκλεβε μερίδιο της καθημερινής τηλεοπτικής της δημοσιότητας και απρόθυμο να επικηρύξει. Πρόθυμο και ικανό είναι μόνο να καταστέλλει και να συλλαμβάνει διαδηλωτές και να απαγορεύει συναθροίσεις με πρόσχημα την προστασία της δημόσιας υγείας. Και όταν δεν τολμά να το κάνει, τότε να τις διαλύει απροσχημάτιστα, όπως τη μεγαλειώδη συγκέντρωση της 7/10/2020 με δικαιολογίες που διαψεύδονται από τα βίντεο που εκείνος δημοσιοποίησε.

Τέλος, η χθεσινή μέρα, όπως και η κάθε έκτη Δεκεμβρίου θα έπρεπε να είναι μία ημέρα συστολής και αυτοπεριορισμού αν όχι και ντροπής της αστυνομίας, γιατί είναι η μέρα της επετείου μίας αστυνομικής δολοφονίας, που έχει κριθεί σαν τέτοια από τα αρμόδια δικαστήρια. Αντί αυτού, η αστυνομία αφέθηκε ελεύθερη (δια των 4.999 μελών της που είχαν διατεθεί σχετικά) να αυθαιρετεί, να προσαγάγει, να συλλαμβάνει, να προσαγάγει, να ρίχνει χημικά πολυκατοικίες, να εγκλείει κάτω από άθλιες συνθήκες κράτησης και χωρίς παροχή στοιχειωδών μέτρων υγείας (αναφέρομαι σε όσα συνέβησαν στην Γ.Α.Δ.Α.) εκατοντάδες πολίτες, να παρεμποδίζει ακόμα και την προσπέλαση στο μνημείο του Γρηγορόπουλου, και ένας ακόμα να παίζει πιγκ - πογκ με τα λουλούδια τα οποία βρήκε αφημένα για το σημείο.

Μία ημέρα πριν, η από 5/12/2020 απόφαση αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας που απαγόρευε τις συναθροίσεις για άλλη μία φορά δεν συνοδεύτηκε από δημοσιοποίηση της από 2/12/2020 εισήγησης της «Επιτροπής προστασίας για την δημόσια υγεία», την οποία επικαλείται ως νομοθετικό έρεισμα, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά, ότι το περιεχόμενο της είναι παντελώς άσχετο προς εκείνα, τα οποία προφασίζεται ο Αρχηγός της Αστυνομίας υποκαθιστώντας και τους γιατρούς. Είναι νωπή άλλωστε, η διάψευση από τον κ. Μαγιορκίνη στις 16/11/2020 της επικαλούμενης από την τότε απαγόρευση των μετέπειτα συναθροίσεων για το Πολυτεχνείο από τις 14/11/2020 σχετικής απόφασης αρχηγού ΕΛ.ΑΣ, ότι ουδέποτε η από 4/11/2020 γνωμοδότηση της επιτροπής προστασίας για την δημόσια υγεία έκανε λόγο για απαγόρευση συναθροίσεων.

Αλλά ακόμα και σήμερα, ενώ έχει λήξει η ισχύς της, η αστυνομία και πάλι απαγορεύει συναθροίσεις. Καμμία νομική συνέπεια δεν έχουν οι πράξεις της.

Οσον αφορά τέλος τη χρήση καμερών από τα Μ.Α.Τ. θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον εάν το δικαίωμα αυτό παρεχόταν με αμοιβαιότητα, δηλαδή με το δικαίωμα και του πολίτη να βιντεοσκοπεί και να ηχογραφεί την συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων κατά την άσκηση της εξουσίας τους, αντί το δικαίωμα αυτό να παρεμποδίζεται συστηματικά, με απειλή βίας και να κρύβεται πίσω από δήθεν προσωπικά δεδομένα των εκάστοτε αστυνομικών, οι οποίοι με κρυμμένα τα διακριτικά προβαίνουν πάντοτε στα κατασταλτικά τους έργα. Τα έχετε τα κότσια κ. Υπουργέ για να το δεχθείτε ; Αν όχι αφήστε τα μαθήματα !

Δικηγόροι και πολίτες θα δώσουμε την μάχη ενάντια στην κρατική αυθαιρεσία και σε κάθε προσχηματική επίκληση της πανδημίας, προκειμένου να επιχειρείται η νομιμοποίηση προειλημμένων πολιτικών αποφάσεων, που ως μόνο σκοπό έχουν την καταστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, γιατί δεν θέλουν κόσμο να διαδηλώνει, να εξεγείρεται, να διεκδικεί και ιδίως να πετυχαίνει. Το δοκίμασαν στο Πολυτεχνείο, το δοκίμασαν στην επέτειο του Γρηγορόπουλου, το δοκίμασαν και στην πανεργατική στις 26/11/2020, θα το δοκιμάσουν και στην επόμενη 15/12/2020. Την ημέρα εκείνη κατατίθεται ο προϋπολογισμός του επόμενου έτους, από τον οποίο περικόπτονται 572 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με τον τρέχοντα από τις δαπάνες για την δημόσια υγεία. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να καταδείξει την προσχηματικότητα του ενδιαφέροντος της κυβέρνησης για την πανδημία. Πριν η κατάσταση που ζούμε εξελιχθεί σε μία πανδημία κυριολεκτικά για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες, οφείλουμε να τα υπερασπίσουμε και θα το πετύχουμε.

Ας μου επιτραπεί να κλείσω με δύο τιμητικές αναφορές για ήθη ευτυχώς αντίθετα από τον κ. Υπουργό :

1) Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους με κάθε τρόπο εξέφρασαν τη συμπαράστασή τους, θεσμικά και προσωπικά χθες για τις συλλήψεις μας : τον Δ.Σ.Α., τον Δ.Σ.Π., τον πρόεδρο της Ε.Δ.Ε., την Ενωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων, βουλευτές, συνδικαλιστές, δικηγόρους, αγωνιστές, φορείς και οργανώσεις που στάθηκαν δίπλα μας.

2) Μια ολόψυχη αφιέρωση στη μνήμη του Γιώργου Παριανού, ενός μοναδικού δικηγόρου αγωνιστή, που έφυγε χθες 6.12.2020 από τη ζωή. Συνιδρυτής της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας το 1990, εκπρόσωπός της στο Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. την περίοδο 1991 – 1992, υποψήφιος πρόεδρός της το 2014. Και τα προηγούμενα χρόνια αγωνιστής της Αντι – Ε.Φ.Ε.Ε. και υποχρεωτικά στρατευμένος στη χούντα, με δράση στο Πολυτεχνείο και σπουδαία προσφορά στο Κ.Κ.Ε. μέχρι το 1989 και στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά στη συνέχεια. Δεν ενσωματώθηκε, δεν εξαργυρώθηκε. Το ήθος και η υποδειγματική ανιδιοτέλειά του θα μας διδάσκει για πάντα. Κρίμα που δεν έζησε τη χθεσινή μέρα. Θα ήταν περήφανος για την παράταξή του : Ο νυν και ό πρώην εκπρόσωπός της κρατούμενοι επειδή υπεράσπισαν διαδηλωτές και δεκάδες μέλη της δίπλα σε όλους τους συλληφθέντες στην Π. Ράλλη, στη Γ.Α.Δ.Α. κ.α. Μακάρι να σταθούμε άξιοι να συνεχίσουμε στο δρόμο του.

Αθήνα, 7/12/2020

Κώστας Παπαδάκης

 
   
   
   
   
2 Δεκεμβρίου 2020

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για το νέο αντεργατικό νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας (του Παναγιώτη Κολοβού)


Απεργία | News 24/7

Άρθρο του δικηγόρου Παναγιώτη Κολοβού για το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας.

Νέο αντεργατικό νομοσχέδιο – ταφόπλακα για συνδικαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα.

Η υπερ-αντιδραστική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με το πρόσχημα της ανάγκης για μέτρα που δήθεν θα βοηθήσουν την ανάκαμψη της οικονομίας από την κρίση που έχει επιφέρει η πανδημία και εκμεταλλευόμενη τα περιοριστικά μέτρα του λοκντάουν αλλά και τον φόβο για την μετάδοση του ιού, που δεν ευνοούν μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ετοιμάζεται να κατεβάσει μέσα στον Δεκέμβριο ένα ακόμη αντεργατικό νομοσχέδιο με προφανή στόχο να διευκολύνει την εργοδοτική κερδοφορία σε βάρος των μισθών και των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και να καταστήσει ακόμα δυσκολότερη αν όχι αδύνατη την άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων της απεργίας και της διαπραγμάτευσης για συλλογική σύμβαση. Τις κατευθύνσεις του νομοσχεδίου, που μάλιστα δεν έχει καν αναρτηθεί στη δημόσια διαβούλευση(γεγονός που προϊδεάζει για την σφοδρότητα των διατάξεων που θα περιέχει), παρουσίασε ο Υπουργός Εργασίας στο Υπουργικό Συμβούλιο στα τέλη Οκτώβρη.

Θεσμοθέτηση 10ωρης εργασίας , ξεχείλωμα των υπερωριών και επέκταση της εργασίας την Κυριακή

Στο νομοσχέδιο θα υπάρχει πρόβλεψη ότι ««Επιχειρήσεις θα μπορούν να απασχολούν εργαζομένους ως 10 ώρες ημερησίως κατά μέγιστο, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, εφόσον εντός του ίδιου 6μήνου εξοφλούν τις ώρες με αντίστοιχη μείωση ωρών ή ρεπό ή ημέρες άδειας».». Παράλληλα προβλέπεται «προσθήκη επιχειρήσεων και εργασιών στη λίστα που ήδη επιτρέπει την εργασία την Κυριακή». Σε συνδυασμό και επιτείνοντας όλα τα παραπάνω, το σχέδιο νόμου προβλέπει «αύξηση των ωρών των νόμιμων υπερωριών». Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, προωθείται μέχρι και ο διπλασιασμός τους, ειδικά στη βιομηχανία.

Είναι σαφές από αυτή την διατύπωση ότι θεσμοθετούνται αφενός απλήρωτες υπερωρίες που θα «καλύπτονται» με ρεπό ή άδειες. Με τον τρόπο αυτό αυξάνεται τουλάχιστον κατά 20 ώρες την εβδομάδα ο χρόνος εργασίας, όποτε θέλει ο εργοδότης, δίχως μάλιστα αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών. Μάλιστα η αύξηση του χρόνου εργασίας δεν θα μπορεί καν να υπολογιστεί αφού στην εισήγηση του νομοσχεδίου γίνεται λόγος για «αύξηση των ωρών των νόμιμων υπερωριών». Με τον τρόπο αυτό, καταργείται ουσιαστικά και η αποζημίωση του εργαζόμενου για τις πρόσθετες ώρες εργασίας, πέραν του 8ώρου, η οποία είναι μια μορφή αποζημίωσης για τη φθορά που προκαλούν στον εργαζόμενο οι πρόσθετες ώρες δουλειάς πάνω από το 8ωρο και για αυτόν ακριβώς το λόγο υπάρχει η προσαύξηση στο ωρομίσθιο για την υπερωρία και την υπερεργασία. Αφενός για να αποζημιώνεται ο εργαζόμενος από την μεγαλύτερη φθορά των δυνάμεων του, αφετέρου για να λειτουργεί ως αντικίνητρο στον εργοδότη να απαιτεί χωρίς να υπάρχει μεγάλη ανάγκη αυτή την πρόσθετη φθορά. Είναι ενδεικτικό ότι και η νομολογία των δικαστηρίων, για το λόγο αυτό μέχρι σήμερα, αν και δεχόταν την νομιμότητα αποζημίωσης του εργαζόμενου με ρεπό ή άδεια αντί για αμοιβή υπερωρίας, εφόσον όμως υπήρχε σχετική συμφωνία, απαιτούσε όταν υπήρχε τέτοια συμφωνία, η αποζημίωση του πρόσθετου χρόνου να μην γίνεται με ισόχρονη άδεια, αλλά προσαυξημένη. Π.χ. αν εργαζόμενος πραγματοποιούσε συνολικά 16 ώρες υπερωρίας, θα έπρεπε να λάβει ρεπό όχι 16 ωρών (2 ημέρες), αλλά 22,5 ώρες (σχεδόν 3 ημέρες) που αντιστοιχούν στην προσαύξηση 40% της αμοιβής υπερωρίας.

Βεβαίως, δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται η κατάργηση του 8ώρου, καθώς έχει προβλεφθεί ήδη το 10ωρο εργασίας, με τον νόμο 3986/2010. Ωστόσο, η διευθέτηση του χρόνου εργασίας (έως 6 μήνες 10ωρο και αντίστοιχα 6 μήνες 6ωρο) που προβλέπεται στο νόμο αυτό, απαιτεί αφενός συναίνεση του εργαζόμενου και αφετέρου συμφωνία με τις εργατικές οργανώσεις της επιχείρησης ή του κλάδου ή τα συμβούλια εργαζομένων. Έπρεπε δηλαδή να υπάρχει επιχειρησιακή σ.σ.ε. ή συμφωνία με το συμβούλιο εργαζομένων, προκειμένου να εφαρμοστεί σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας. Αυτή η ασφαλιστική δικλείδα, οδήγησε στην ουσιαστική αχρησία της συγκεκριμένης πρόβλεψης του νόμου, αφού τα σωματεία εύλογα δεν συμφωνούσαν, και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο η κυβέρνηση επιχειρεί με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο να καταργήσει αυτές τις ασφαλιστικές δικλείδες. Με τον τρόπο αυτό καταργείται ουσιαστικά και επίσημα το 8ωρο 100 χρόνια μετά την νομοθέτηση του.

Επίσης, με τον τρόπο αυτό είναι προφανές ότι μειώνονται οι νέες θέσεις εργασίας, αφού είναι πιο φθηνό για τον εργοδότη να εξαντλεί τους εργαζόμενους του με το νόμο, αντί να προσλαμβάνει νέους για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Παράλληλα ενισχύεται η λεγόμενη «εργασιακή ευελιξία» με τα ωράρια- λάστιχο και μειώνεται ο μέσος μισθός.

Διευκόλυνση των απολύσεων

Άλλη διάταξη προβλέπει, «μετά την προειδοποίηση για απόλυση και μέχρι αυτήν, ο εργοδότης να δικαιούται να αξιώσει να μην προσέρχεται ο εργαζόμενος στην εργασία, αλλά βεβαίως να μισθοδοτείται». Δηλαδή, ο εργοδότης να μπορεί να απολύει με «προειδοποίηση» και οι εργαζόμενοι να διώχνονται άμεσα από τον εργασιακό χώρο, δυσκολεύοντας την πάλη με τους συναδέλφους τους ενάντια στις απολύσεις, την ενημέρωση των άλλων εργαζόμενων για την απόλυση κλπ γιατί «χαλάει το κλίμα» στην επιχείρηση… Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτό, διευκολύνεται ο εργοδότης να απολύει με προειδοποίηση αντί για έκτακτη καταγγελία και συνεπώς να καταβάλλει την αποζημίωση σε δόσεις ανεξαρτήτως ύψους, αφού θα απαλλάσσεται άμεσα από τον εργαζόμενο και θα μπορεί να καταβάλει το ίδιο συνολικό ποσό, το μισό σαν αποζημίωση και το μισό σαν μισθό του διαστήματος προειδοποίησης. Στόχος λοιπόν, η διευκόλυνση των απολύσεων.

Αφαίρεση αρμοδιοτήτων της Επιθεώρησης Εργασίας υπέρ του ΟΜΕΔ (Οργανισμός Διαμεσολάβησης και Διαιτησίας) και νέα εμπόδια στην υπογραφή σ.σ.ε.

Περιορίζονται κατά πολύ οι αρμοδιότητες του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας. Εφεξής οι συλλογικές διαφορές εργοδοτών – εργαζομένων σε επιχειρησιακό η κλαδικό επίπεδο θα επιλύονται αποκλειστικά στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), δηλαδή με πολύ πιο χρονοβόρες, νομικού τύπου διαδικασίες και σε έναν οργανισμό, στον οποίο πλειοψηφούν καταστατικά εκπρόσωποι του κράτους και της εργοδοσίας και ο οποίος καθίσταται υπέρτατος ρυθμιστής των συλλογικών διαφορών μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών. Επίσης είναι προβληματικό το γεγονός, ότι ο ΟΜΕΔ σε αντίθεση με την επιθεώρηση εργασίας, δεν έχει ελεγκτικές αρμοδιότητες για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, δηλαδή δεν μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο στην εργοδοσία για παραβάσεις που διαπιστώνει παρεμπιπτόντως ή μετά από καταγγελία της εργατικής πλευράς. Συνεπώς με τον τρόπο αυτό αποδυναμώνεται σημαντικά η εργατική πλευρά στις συλλογικές διαφορές με την εργοδοσία. Στην εισήγηση του νομοσχεδίου αναφέρεται χαρακτηριστικά πως «η συμφιλίωση συλλογικών διαφορών αφαιρείται από τις Επιθεωρήσεις Εργασίας και ανατίθεται στον ΟΜΕΔ» Ενώ παράλληλα καταργείται και πάλι ο δεύτερος βαθμός διαιτησίας. Παράλληλα, στα πλαίσια του ΟΜΕΔ θεσμοθετείται ειδική επιτροπή εκ των προτέρων ελέγχου της πληρότητας των αιτήσεων μεσολάβησης και διαιτησίας και ορίζεται αναγκαίο περιεχόμενο όλων των αιτήσεων προς τον ΟΜΕΔ, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η στοιχειοθέτηση και η τεκμηρίωσή τους. Με τον τρόπο αυτό είναι προφανές ότι επιδιώκεται να τεθούν πρόσθετα εμπόδια στην προσφυγή σωματείων στον ΟΜΕΔ όταν αντιμετωπίζουν την αδιαλλαξία του εργοδότη να υπογράψει σ.σ.ε. Τέλος αναγνωρίζονται οι «ΣΣΕ υποκλάδου», επιφέροντας νέα πλήγματα στην ισχύ των ήδη αποδυναμωμένων κλαδικών σ.σ.ε. και κατ’ επέκταση στα κλαδικά σωματεία με στόχο την περαιτέρω κατηγοριοποίηση και διάσπαση των εργαζόμενων.

 

Φακέλωμα στα συνδικάτα και κατάργηση δικαιώματος υπογραφής σ.σ.ε.

Με δύο επιπλέον διατάξεις, ως υποχρεωτική προϋπόθεση για να λειτουργεί ένα συνδικάτο τίθεται η αποδοχή του φακελώματος από το κράτος και την εργοδοσία. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι «καθίσταται προϋπόθεση για την άσκηση συνδικαλιστικού δικαιώματος η απογραφή στο ήδη νομοθετημένο Γενικό Μητρώο», ενώ το «δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης αναγνωρίζεται μόνο στις οργανώσεις που έχουν εγγραφεί στα νομοθετημένα ψηφιακά Μητρώα». Με άλλα λόγια αν ένα σωματείο δεν δέχεται να στείλει κατάλογο των μελών του στο κράτος, μέσω της απογραφής στο μητρώο του Υπουργείου εργασίας, δεν έχει δικαίωμα ούτε να υπογράψει συλλογική σύμβαση, ούτε να κηρύξει απεργία.

Αυστηρότερες προϋποθέσεις για την κήρυξη απεργίας και διεύρυνση των λόγων για τους οποίους μπορεί να κριθεί παράνομη.

Ταυτόχρονα, με το νομοσχέδιο, τίθεται υπό διωγμό, ακόμα και ποινικό, το απεργιακό δικαίωμα, με την κυβέρνηση να αναφέρει προκλητικά ότι αντιμετωπίζει... «χρόνιες υπερβολές του συνδικαλιστικού κινήματος». Τίθενται αυστηρότερες προϋποθέσεις για την κήρυξη της απεργίας και διευκολύνεται η δικαστική καταστολή των απεργιών αφού, εκτός από αυστηρότερες προϋποθέσεις, προβλέπονται περισσότεροι λόγοι για τους οποίους μία απεργία μπορεί να κηρυχθεί παράνομη από τα δικαστήρια. Και αυτά τη στιγμή που ήδη 9 στις 10 απεργίες βγαίνουν παράνομες ή καταχρηστικές...

Ειδικότερα προβλέπονται τα εξής:

Σε περίπτωση απεργίας «το προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας, που πρέπει να εξακολουθεί να εργάζεται στις επιχειρήσεις που η λειτουργία τους είναι κρίσιμη για το κοινωνικό σύνολο, στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, ορίζεται σε τουλάχιστον 40%»! Μάλιστα ο μη ορισμός του προσωπικού ασφαλείας θεωρείται ποινικά κολάσιμη πράξη.

Δηλαδή, στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ, αλλά και σε κάθε κλάδο και μεγάλη επιχείρηση που θα κρίνονται κρίσιμοι για το κεφάλαιο από το ίδιο και το κράτος του, όπως στις πρώην ΔΕΚΟ, στις μεταφορές, στα λιμάνια κ.ο.κ., στην απεργία θα υποχρεώνονται να δουλεύουν «τουλάχιστον» σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι! Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε αριθμητικός προσδιορισμός, αλλά καθοριζόταν ο αριθμός του προσωπικού ασφαλείας από συμφωνία με την συνδικαλιστική οργάνωση.

Προστίθεται διάταξη που χτυπά και ουσιαστικά καταργεί τις Γενικές Συνελεύσεις ως ανώτερο όργανο των συνδικάτων, στο οποίο υπάρχει ζωντανή συμμετοχή των εργαζομένων στην ενημέρωση, στη συζήτηση, στη συνδιαμόρφωση και τη λήψη των αποφάσεων. Αντίθετα, ορίζεται ότι το Συνδικάτο «πρέπει να παρέχει πραγματική πρακτική δυνατότητα συμμετοχής και ψήφου εξ αποστάσεως, ηλεκτρονικώς, ιδίως για τη λήψη απόφασης απεργίας...». Δηλαδή, αντί για λήψη αποφάσεων μέσα από συλλογικές, ζωντανές και ουσιαστικά δημοκρατικές διαδικασίες με συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων, οι αποφάσεις συνολικά και ειδικά για τις απεργίες θα λαμβάνονται με τους εργάτες απομονωμένους τον έναν από τον άλλον, να πατούν ένα κουμπί από το σπίτι τους, ίσως και υπό την «επίβλεψη» των εκπροσώπων της εργοδοσίας...Είναι ευνόητο ότι η συγκεκριμένη διάταξη έρχεται να διευκολύνει το στήσιμο απεργοσπαστικών μηχανισμών.

Η παραπάνω διάταξη, μάλιστα, έρχεται να «κουμπώσει» με την απεργοκτόνα διάταξη Αχτσιόγλου που ψήφισε η τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ (νόμος 4512/2018), περί απαρτίας του 50%+1 στις Γενικές Συνελεύσεις.

Ακόμα όμως και αν οι εργάτες καταφέρουν να περάσουν όλες αυτές τις συμπληγάδες, το σχέδιο νόμου διευκολύνει το στήσιμο απεργοσπαστικών μηχανισμών της εργοδοσίας. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι «απαγορεύονται οι καταλήψεις χώρων και εισόδων και η άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας. Αν λάβουν χώρα, η απεργία καθίσταται παράνομη. Οσοι μετέχουν σε κατάληψη ή βιαιοπραγούν, τελούν ποινικώς κολάσιμη πράξη»!

Με μια κουβέντα, η περιφρούρηση της απεργίας από τους εργαζόμενους, ένα απεργιακό σύνθημα έξω από μια επιχείρηση μπορεί να βαφτίζονται... «άσκηση ψυχολογικής βίας», καθιστώντας την απεργία παράνομη, με τους εργαζόμενους να διώκονται ποινικά...

Τέλος τίθενται ακόμα αυστηρότερες προϋποθέσεις για την κήρυξη απεργίας, αφού προβλέπεται πως στην προειδοποίηση για την απεργία απαραίτητο είναι να αναφέρονται και να αιτιολογούνται οι λόγοι και τα αιτήματα που την θεμελιώνουν.

Με τις αλλαγές αυτές, αφενός γίνεται πιο δύσκολο να ληφθεί απόφαση και να κηρυχθεί απεργία αφετέρου δίνεται η δυνατότητα στους δικαστές να κηρύσσουν παράνομες ακόμα και αυτές τις ελάχιστες απεργίες που δεν κηρύσσονταν παράνομες μέχρι σήμερα.

Η ανάγκη για μαζική και ενωτική μαχητική απάντηση

Ίσως ο Βρούτσης και η κυβέρνηση ζήλεψαν την δόξα του γελοίου Λάσκαρη, που διακήρυξε την «κατάργηση της ταξικής πάλης» με τον αντεργατικό νόμο 330/1976. Σε κάθε περίπτωση αυτό που είναι φανερό είναι ότι η κυβέρνηση της ΝΔ δεν θα σταματήσει πουθενά την προσπάθεια της να ρίξει τα βάρη της νέας καπιταλιστικής κρίσης στις πλάτες των εργαζόμενων και να διευκολύνει τα αφεντικά της στην εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης τους, ενώ ταυτόχρονα θωρακίζει κατασταλτικά το κράτος τους απέναντι στην πάλη των εργαζομένων.

Η απόλυτη ανυπαρξία απάντησης μέχρι σήμερα από τις συνδικαλιστικές και

πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και η έλλειψη οποιουδήποτε σχεδιασμού, οποιασδήποτε σκέψης για αγώνα προκειμένου να μπει φρένο στην κυβερνητική επίθεση, που δυστυχώς εμφανίζεται μέχρι στιγμής, τους αποθρασύνει και διασπείρει περισσότερο την απογοήτευση, τον φόβο και την μοιρολατρία στις τάξεις των εργαζόμενων. Οι κορυφαίες συνδικαλιστικές ηγεσίες έχουν αποδείξει ότι δεν θέλουν να παλέψουν. Οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες της Αριστεράς πρέπει να σταθούν επιτέλους στο ύψος των καθηκόντων τους και να αναλάβουν πρωτοβουλίες για μια ενωτική και μαχητική απάντηση. Πρέπει να ξεπεράσουν την λογική των ανέξοδων καταγγελιών και των συμβολικών κινητοποιήσεων και να επεξεργαστούν και να καταθέσουν ένα σχέδιο αγώνα για να δοθεί απάντηση στην επίθεση της κυβέρνησης. Σε αυτή τη βάση πρέπει να καλέσουν συνελεύσεις όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων κάθε βαθμού και πρωτοβουλίες συσπείρωσης των εργαζόμενων για να πάρουν αποφάσεις πάνω σε συγκεκριμένες προτάσεις. Σε έναν τέτοιο αγώνα πρέπει να κληθούν χωρίς αποκλεισμούς και διασπαστικές λογικές, όλες οι δυνάμεις που διαφωνούν με τα αντεργατικά μέτρα, σε ένα Ενιαίο Πανεργατικό Μέτωπο και να αποδειχθεί στην πράξη ποιοι έχουν πρόθεση να παλέψουν για να τα σταματήσουν και ποιοι αρκούνται σε φραστικές καταγγελίες.

Πηγες

 
   
   
   
   
εκτύπωση