21 О‘ПЂПЃО№О»ОЇОїП… 2021
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

έμμισθοι συνεργάτες και ασκούμενοι

ПѓП„ОµОЇО»П„Оµ О±П…П„О® П„О· ПѓОµО»ОЇОґО± εκτύπωση





14 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Ανακοίνωση της «Αντίρρησης», του νέου σχήματος στο Σωματείο Μισθωτών Δικηγόρων


Αναδημοσιεύουμε την ανακοίνωση της «Αντίρρησης», που είναι το νέο σχήμα στο Σωματείο Μισθωτών Δικηγόρων, στο οποίο συμμετέχουν μισθωτές/οί συναδέλφισσες/οι που δραστηριοποιούνται και στην «Εναλλακτική Παρέμβαση - Δικηγορική Ανατροπή». Η ιδρυτική συνέλευση του νέου σχήματος έγινε την 9/12/2020 με το ακόλουθο κάλεσμα:

Πίσω απ' το ταγιέρ υπάρχει μισθωτή! Πίσω απ' τη γραβάτα υπάρχει μισθωτός!

Η επίθεση που έχει δεχθεί μέσα στην τελευταία δεκαετία ο εργαζόμενος κόσμος στη χώρα μας για χάρη των συμφερόντων των κυβερνήσεων, της ΕΕ και των μεγάλων επιχειρήσεων, δεν έχει προηγούμενο. Εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα ξηλώθηκαν εν μια νυκτί ενώ η φτώχεια και η ανεργία έχει γίνει πλέον βίωμα των περισσότερων οικογενειών. Θεμελιώδη κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα καταστρατηγούνται και καταργούνται στην πράξη μέσα από μια όλο και πιο ανέλεγκτη πολιτική ποινικής καταστολής.

Η κυβέρνηση της ΝΔ θυσίασε μια σειρά από κοινωνικά δικαιώματα την ίδια ώρα που εκτίναξε την ανεργία και την εργασιακή ανασφάλεια, ψήφισε τον πτωχευτικό κώδικα, ενώ θέλει να φέρει για ψήφιση ένα προκλητικό αντεργατικό νομοσχέδιο που προβλέπει δεκάωρη εργασία, κατάργηση της απεργίας, ποινικοποίηση των αγώνων και ριζική περιστολή του δικαιώματος στην συνδικαλιστική δράση. Ταυτόχρονα, δεν πήρε κανένα μέτρο για την προστασία της υγείας του λαού. Η επιστροφή στο lockdown αλλά κυρίως η εκτίναξη των νεκρών λόγω της άρνησης της κυβέρνησης να ενισχύσει τη δημόσια υγεία και να προστατέψει τους εργαζομένους αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη της αποτυχίας της κυβέρνησης για την ανάσχεση της ραγδαίας εξάπλωσης της πανδημίας.

Εντός της συνολικότερης αυτής πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, το επάγγελμα της/του δικηγόρου δεν έχει μείνει ανεπηρέαστο. Πολλώ δε μάλλον η κατάσταση διαγράφεται χειρότερη για την μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων και συναδελφισσών του κλάδου.

Πιο συγκεκριμένα, η εργασιακή πραγματικότητα του δικηγορικού κλάδου χαρακτηρίζεται από μια ένοχη σιωπή γύρω από ό,τι τα τελευταία χρόνια αποτελεί μια όλο και πιο διευρυμένη κατάσταση χαμηλόμισθης εργασίας και επισφάλειας για ένα πλατύ κομμάτι στο εσωτερικό του.

Σε μια συνθήκη όλο και μεγαλύτερης συγκέντρωσης της δικηγορικής ύλης σε μεγάλα δικηγορικά γραφεία και εταιρείες, κατεύθυνση που υλοποιείται με τις ευχές των ελληνικών κυβερνήσεων και της Ε.Ε., η μισθωτοποίηση του κλάδου δεν αποτελεί παρά την άλλη όψη αυτής της τάσης και συνάμα απαραίτητη συνθήκη για την πραγματοποίησή της. Πως αλλιώς άλλωστε μπορεί να λειτουργήσει μια μεγάλη δικηγορική εταιρεία χωρίς στρατιές ασκουμένων και έμμισθων «συνεργατών»;

Ως εδώ καλά, θα έλεγε κανείς. Μόνο που εδώ και δεκαετίες η μισθωτή αυτή εργασία τόσο των ασκουμένων όσο και των έμμισθων συναδέλφων παραμένει ένα εντελώς αρρύθμιστο τοπίο, εντός του οποίου οι μισθωτοί συνάδελφοι και συναδέλφισσες στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όχι μόνο δεν απολαμβάνουν κανένα εκ του νόμου δικαίωμα αλλά δεν αναγνωρίζονται καν ως εργαζόμενες/οι.

Το πρακτικό αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης είναι το εξής: χιλιάδες συνάδελφοι και συναδέλφισσες εργάζονται κάτω από τις υποδείξεις και για λογαριασμό άλλων δικηγόρων-εργοδοτών σε δικηγορικά γραφεία και εταιρείες χωρίς να υπάρχει, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ούτε ωράριο, ούτε κατώτατο όριο αμοιβής, ούτε δικαίωμα σε επιδόματα και άδειες (ακόμα και άδειας μητρότητας!) αλλά, αντ’ αυτού, όλα επαφίενται στην καλή θέληση του δικηγόρου εργοδότη. Πολλώ δε μάλλον η μισθωτή απασχόληση συναδέλφων επεκτείνεται και σε μη δικηγορικές εργασίες (λ.χ. γραμματεία), όπου η πρόσληψη ενός εργαζόμενου με βάση το εργατικό δίκαιο θα απέβαινε πιο δαπανηρή για τον δικηγόρο – εργοδότη. Οι νέοι και νέες δικηγόροι βρίσκονται αντιμέτωπες και αντιμέτωποι με εξωφρενικά δυσβάσταχτες εισφορές και κρατήσεις οι οποίες πολλές φορές φτάνουν στο βαθμό εξώθησής τους εκτός του κλάδο. Όλα τα παραπάνω ισχύουν επαυξημένα στην περίπτωση των ασκούμενων συναδέλφων, ο θεσμός των οποίων δεν αποτελεί δυστυχώς κάτι παραπάνω από μια πολύ φτηνή λύση για γραφεία και εταιρείες προκειμένου να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες σε εργασιακό προσωπικό. Τέλος, οι νέες συναδέλφισσες αντιμετωπίζουν συχνά υποτιμητικές και σεξιστικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.

Στο πλαίσιο αυτό ο διαταξικός Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (Δ.Σ.Α.) καθώς και η Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών (Ε.Α.Ν.Δ.Α.) δεν δύνανται ως εκ του ρόλου τους ως «επαγγελματικοί σύλλογοι» να εκφράσουν τα συμφέροντα της μαζικής πληττόμενης μισθωτής δικηγορίας. Πολλώ δε μάλλον έχουν αναλάβει το ρόλο ενός υποτιθέμενου συγκερασμού των συμφερόντων εργοδοτών και εργαζομένων και έχουν ενστερνιστεί τον ρόλο τους ως πυλώνες αναπαραγωγής του κέρδους των νομικών εταιρειών/των μεγάλων γραφείων και πολιτικά της νομιμοποίησης της μνημονιακής πολιτικής, των πολιτικών λιτότητας της Ε.Ε. αλλά και της περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Με εξαίρεση τις αγωνιστικές φωνές και παρατάξεις εντός των συλλόγων, αυτά τα θεσμοθετημένα όργανα του δικηγορικού κλάδου συσκοτίζουν την αναγκαιότητα διασφάλισης των βασικών εργατικών δικαιωμάτων τόσο για τους/τις δικηγόρους όσο και για τους/τις ασκούμενους/ες ενώ στο παρελθόν αντιστάθηκαν σθεναρά σε όποια προσπάθεια για πίεση κατοχύρωσης εργασιακών δικαιωμάτων (π.χ. κατώτατη αμοιβή στην άσκηση). Οι θέσεις αυτές δεν μπορούν παρά να μην συσχετίζονται και με τις ακραίες αντιλαϊκές πολιτικές λιτότητας που έχουν επιβληθεί στον λαό όλα αυτά τα χρόνια και πολλάκις βρήκαν νομικό έρεισμα δια μέσω των γνωμοδοτήσεων του Δ.Σ.Α. Ιδιαίτερα την περίοδο της πανδημίας που διανύουμε, ο Δ.Σ.Α. δεν πήρε κανένα μέτρο για την προστασία της υγείας των δικηγόρων μέσω της αποφυγής του συνωστισμού στα δικαστήρια, ούτε διασφάλισε ότι οι δικηγόροι θα λαμβάνουν επίδομα όσο τα δικαστήρια θα υπολειτουργούν, όπως έλαβαν οι περισσότεροι εργαζόμενοι.

Επειδή ακριβώς οι Δικηγορικοί Σύλλογοι ούτε θέλουν ούτε μπορούν να προασπίσουν τα συμφέροντα των ασκούμενων και μισθωτών δικηγόρων, συμμετείχαμε στη διαδικασία ίδρυσης του Σωματείου Μισθωτών Δικηγόρων τον Ιούλιο του 2020. Για εμάς, το Σωματείο θέλουμε να αποτελέσει το χώρο όπου συλλογικά θα αγωνιστούμε για καλύτερους όρους εργασίας και ζωής, μακριά από μία λογική στείρας εσωκομματικής αντιπαράθεσης και ανέξοδης σύγκρουσης εκλογικών μηχανισμών. Όπου κάθε ασκούμενος/η και μισθωτός/ή συνάδελφος/ισσα θα μπορεί να καταγγείλει περιστατικά εργοδοτικής αυθαιρεσίας, γνωρίζοντας ότι μέσω του σωματείου θα υπάρξει ένα πλέγμα αλληλεγγύης και συλλογικής διεκδίκησης, σε σύγκρουση με τις εργοδοτικές πρακτικές. Επιδιώκουμε ένα σωματείο μαζικό, ανοιχτό σε κάθε μισθωτό/ή συνάδελφο/ισσα, με πραγματικά συλλογικές και δημοκρατικές διαδικασίες, συχνές Γενικές Συνελεύσεις, ενημέρωση και άμεση λογοδοσία των οργάνων σε αυτή. Με τη συμμετοχή μας, θέλουμε να συμβάλουμε ώστε το Σωματείο να σταθεί αγωνιστικά και συλλογικά απέναντι στις προκλήσεις της περιόδου: από τις απολύσεις συναδέλφων, τις συνθήκες γαλέρας μέσα στα μεγάλα γραφεία και εταιρείες και την έλλειψη στοιχειωδών μέτρων προστασίας μες την πανδημία στα γραφεία και τα δικαστήρια, μέχρι τον διαρκή αγώνα για αναγνώριση της έμμισθης σχέσης, για κατοχύρωση συλλογικών συμβάσεων εργασίας και τις μάχες που έρχονται για να μην περάσει το αντεργατικό νομοσχέδιο Βρούτση. Είμαστε με έναν διαφορετικό, μαχητικό συνδικαλισμό. Αφενός ενάντια στο κυρίαρχη κατεύθυνση της ηγεσίας του Δ.Σ.Α. που έχει αποτύχει να προωθήσει τα συμφέροντα των οικονομικά ασθενέστερων δικηγόρων, επιλέγοντας να βρίσκεται στο πλευρό των μεγάλων δικηγορικών εταιριών και της κυβέρνησης. Αφετέρου της Ε.Α.Ν.Δ.Α. που μολονότι διατρανώνει ότι υποστηρίζει τα δικαιώματα των νέων δικηγόρων και εργαζομένων δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά έναν εκφραστή και υποστηρικτή των ίδιων πολιτικών. Συμμετέχουμε στο Σωματείο ώστε αυτό να μπορεί να εκφράσει τα πραγματικά συμφέροντα των συναδέλφων/ισσών και να γίνει πεδίο αλληλεγγύης, συναδελφικότητας και ισότιμης συμμετοχής. Τέλος, επιδιώκουμε το σωματείο να μην έχει συντεχνιακά χαρακτηριστικά αλλά να συμπορευτεί με τις/τους υπόλοιπες/ους εργαζόμενες/ους και το εργατικό κίνημα. Θεωρούμε, ακόμη σημαντικό να συμβάλλουμε ώστε το Σωματείο να αποτελέσει ένα σημαντικό κομμάτι της μάχης για τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, που να στέκεται δίπλα σε όσους αγωνίζονται ενάντια στην καταστολή και τον αυταρχισμό που αποτέλεσαν ουσιώδη στοιχεία της πολιτικής των τελευταίων κυβερνήσεων.

Για όλους τους παραπάνω λόγους

Προχωράμε στην συγκρότηση σχήματος μισθωτών δικηγόρων που θα παρεμβαίνει στο νεοσύστατο σωματείο μισθωτών δικηγόρων.

Ένα σχήμα:

- Αμεσοδημοκρατικό, που θα λειτουργεί με πυρήνα τις συνελεύσεις του, ανεξάρτητο από κάθε κομματική επιρροή και ενίσχυση.

- Αριστερό, που θα καλλιεργεί την συλλογικότητα και την αλληλεγγύη στο εσωτερικό του αλλά και στο σωματείο. Αγωνιστικό, με προμετωπίδα του την πάλη για την διεκδίκηση των εργασιακών μας δικαιωμάτων ενάντια στην εργοδοσία, τις αντιλαϊκές πολιτικές των κυβερνήσεων και την Ε.Ε., τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό και το κεφάλαιο.

- Αντιφασιστικό, αντισεξιστικό και αντιρατσιστικό που θα παλεύει ενάντια στις κοινωνικές διακρίσεις και θα υπερασπίζεται τους αδύναμους και κατατρεγμένους αυτής της κοινωνίας, κόντρα στον κρατικό αυταρχισμό, οραματιζόμενο μία κοινωνία ελευθερίας και ισότητας, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

- Που θα υπερασπίζεται την ανεμπόδιστη πρόσβαση στην δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από ταξικά κριτήρια σε συντονισμό και συμπόρευση με τους πληττόμενους αυτοαπασχολούμενους δικηγόρους που υπερασπίζονται τα λαϊκά συμφέροντα.

ΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ:

- Ενάντια στις πολιτικές της φτώχειας, της λιτότητας και της ανεργίας προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου και εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

- Για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των εργαζομένων, το ξήλωμα της αντεργατικής νομοθεσίας, την απόσυρση του νέου αντεργατικού νομοσχεδίου Βρούτση.

- Για την αύξηση των δαπανών και την ενίσχυση της δημόσιας παιδείας, του Εθνικού Συστήματος Υγείας και των ΜΜΜ.

- Ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις σε κρίσιμους τομείς (παιδεία, υγεία, ρεύμα, νερό, μεταφορές) που μετακυλίουν τα κόστη στις λαϊκές οικογένειες.

- Για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και της συνδικαλιστικής δράσης, ενάντια στην ποινικοποίηση των αγώνων, την απαγόρευση των διαδηλώσεων και την κρατική καταστολή.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ:

- Να αναγνωριστούν τα δικαιώματά μας ως μισθωτών εργαζομένων και όχι ως "συνεργατών". Εφαρμογή όλων των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου στις σχέσεις εργασίας των μισθωτών συναδέλφων. Διεύρυνση των συμβάσεων έμμισθης εντολής σε όλους/ες τους/τις δικηγόρους που βρίσκονται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας. Τροποποίηση του κώδικα δικηγόρων σε αυτήν την κατεύθυνση. Δημιουργία μηχανισμού ελέγχου για την τήρηση των παραπάνω.

- Κατοχύρωση κατωτάτου μισθού, ωραρίου, αποζημίωσης μετά από καταγγελία, πληρωμή των υπερωριών, άδεια τοκετού και μητρότητας για τις γυναίκες συναδέλφους. Καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών από τους εργοδότες τους, επίδομα ανεργίας για όλους τους άνεργους συναδέλφους. Μείωση των ωρών εργασίας και δυνατότητα ανάληψης προσωπικών υποθέσεων από κάθε μισθωτό συνάδελφο. Διατήρηση και εξασφάλιση της μη άσκησης διευθυντικού δικαιώματος στον τρόπο που οι δικηγόροι θα χειρίζονται τις υποθέσεις που αναλαμβάνουν.

- Καμία μείωση, αλλά αύξηση των συντάξεων. Καμία ποινικοποίηση καμία κατάσχεση για χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία.

- Ενίσχυση της δημόσιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των δικηγόρων και των κοινωνικών παροχών.

- Κατοχύρωση συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους/τις μισθωτούς/ές δικηγόρους.

- Ίσα επαγγελματικά δικαιώματα με μόνη τη λήψη του πτυχίου. Πλήρης εργασιακή κατοχύρωση των ασκούμενων δικηγόρων με θέσπιση κατώτατου μισθού, ωραρίου και κάλυψη των ασφαλιστικών τους εισφορών από τους εργοδότες τους μέχρι τη συνολική κατάργηση του θεσμού της άσκησης και των πανελλαδικών εξετάσεων για την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Να μην απασχολούνται οι ασκούμενοι και νέοι δικηγόροι σε αντικείμενα που δεν έχουν σχέση με την δικηγορική ύλη.

 
   
   
   
   
14 Νοεμβρίου 2019

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για την δικηγορική άσκηση σήμερα (Της Δήμητρας Ρομποτή)


Το τοπίο στην αγορά εργασίας, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία μετά την ένταξη στα μνημονιακά προγράμματα και τις πολιτικές και οικονομικές «συνταγές» του ΔΝΤ και της ΕΕ, είναι κάτι παραπάνω από αποθαρρυντικό για έναν νέο εργαζόμενο, που, τελειώνοντας τις σπουδές του παραμένει εδώ και προσπαθεί να εργαστεί στο αντικείμενό του. Το γεγονός αυτό, για έναν/μία ασκούμενο/η, ή νέο/α δικηγόρο, δεν αποτελεί απλά και μόνο μια κοινωνιολογική παρατήρηση αλλά μια πικρή καθημερινότητα.

Την ίδια στιγμή που η εργασιακή καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτη για όλο και πιο πλατιά κομμάτια δικηγόρων, παρατηρούμε μέρα με τη μέρα τις τάσεις μετασχηματισμού του δικηγορικού επαγγέλματος: συγκέντρωση της δικηγορικής ύλης σε όλο και λιγότερα γραφεία «μεγαλοδικηγόρων», διαμόρφωση επί της ουσίας μεγάλων δικηγορικών εταιριών, και την ιδια στιγμή διαμόρφωση «στρατών» από έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους, οι οποίοι καλούνται να εργαστούν σε εξευτελιστικές συνθήκες εργασίας. Το γαϊτανάκι της πορείας ενός πτυχιούχου νομικής έχει ως εξής: άσκηση με ευέλικτο ωράριο και μισθό ούτε το βασικό, πανελλαδικές εξετάσεις με αυξημένη πια δυσκολία, δουλειά σε γραφείο πάλι χωρίς ωράριο (εκεί εφαρμόζεται η ρητορεία του «ελεύθερου επαγγελματία») και αμοιβή που πάλι κινείται περισσότερο ή λιγότερο κοντά στον κατώτατο και αν.

Ας τα πάρουμε λοιπόν με τη σειρά

Ξεκινώντας κάποιος από μας να εργάζεται στον κλάδο αρχικά ως ασκούμενος αμοίβεται με αποδοχές που θα μπορούσαν να προσομοιάζουν σε ένα πολύ γενναιόδωρο χαρτζιλίκι, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μοιάζουν με μισθό. Για να μιλήσουμε με αριθμούς όσοι και όσες είμαστε ασκούμενοι/ες στη συνηθέστερη των περιπτώσεων αμοιβόμαστε με 300-400 ευρώ ενώ μπορεί οι «τυχεροί» να παίρνουν κάτι παραπάνω, τις περισσότερες φορές χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα, αφού αναγκάζονται να δουλεύουν 10 και πλέον ώρες την ημέρα. Προφανώς υπάρχουν και οι «άτυχοι» που ίσως να μην πληρωθούν καν, πράγμα που αποτελεί μια αρκετά «ευφάνταστη» πρακτική του κλάδου μας κυρίως στην επαρχία (βλ. Θεσσαλονίκη). Παράλληλα, το ωράριο που μπορεί στα λόγια να είναι 6ωρο ή 8ωρο στην πράξη δεν υπάρχει και ακριβώς καθώς έχει συνεχώς και καθημερινά τάσεις επέκτασης.

Με τη ρητορεία ότι είμαστε ή θα γίνουμε «ελεύθεροι επαγγελματίες» και «πρέπει να συνηθίσουμε να εργαζόμαστε ως τέτοιοι» μένουμε στα γραφεία ώρες μετά τη λήξη του ορισμένου ωραρίου για να κάνουμε όλη τη «λάντζα» του δικηγόρου, δηλαδή όλα τα σημαντικά μεν μικροπράγματα δε που ένας δικηγόρος με δικό του γραφείο προφανώς δεν θα καταδεχτεί ποτέ να κάνει ο ίδιος.

Και όλα αυτά προκύπτουν από το ιδιότυπο καθεστώς της άσκησης, της έλλειψης δηλαδή κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ασκούμενου και της έλλειψης ύπαρξης ενός θεσμοθετημένου εργασιακού πλαισίου. Ο Κώδικας Δικηγόρων στις διατάξεις για τους ασκούμενους κανονικά προέβλεπε 600 ευρώ το μήνα κατώτατο μισθό, κάτι το οποίο ποτέ κανένας εργοδότης δεν το επικαλέιται και το τηρεί. Συνεπώς, πρακτικά δεν υπάρχει εν ολίγοις καμιά πρόβλεψη για τις συνθήκες εργασίας του ασκούμενου.

Ασκούμενοι κι ασφάλιση: Η μοναδική ίσως πρόβλεψη που λειτουργούσε όμως... και πάλι είναι σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ ασκούμενου και δικηγόρου. Η ασφάλιση στο ΕΤΑΑ-ΤΑΝ μπορεί να μην είναι υποχρεωτική για τον ασκούμενο όμως η ασφάλιση στον τομέα Υγείας του ΕΤΑΑ είναι υποχρεωτική και κοστίζει 500 ευρώ το χρόνο (περίπου 50 ευρώ το μήνα). Αυτά πάλι είναι στην ευχέρεια του εκάστοτε εργοδότη δικηγόρου αν θα τα πληρώνει για τον ασκούμενο ή αν θα τα βάζει ο ασκούμενος από τη τσέπη του δηλαδή από τα 300 ευρώ που παίρνει και με τα οποία πρέπει να καλύψει και τα έξοδα του μήνα του. Πολλές φορές είναι και λόγος να παίρνουμε λιγότερα από τον εργοδότη καθώς «θα σου πληρώνω τις εισφορές αλλά αυτό σημαίνει 50 ευρώ λιγότερα στο μηνιαίο μισθό» λες και είναι και παραχώρηση από πλευράς του!

Ασκούμενοι και εξετάσεις: και μετά από όλο αυτό το Γολγοθά της κακοπληρωμένης και υπερωριακής εργασίας πρέπει να ξαναδιαβάσουμε για να δώσουμε εξετάσεις για την άδεια ασκήσεως. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η ψήφιση του Νέου Κώδικα Δικηγόρων που έκανε τις εξετάσεις αυτές πανελλήνιες πρακτικά ανεβάζοντας κατακόρυφα τον πήχη δυσκολίας τους. Πλέον πρέπει να διαβάσουμε πάλι τα πάντα με την άσκηση να τρέχει και με το ζήτημα αδειών για την προετοιμασία να είναι ερώτημα για να πάρουμε την πολυπόθητη άδεια. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πληρωνόμαστε περισσότερα, ούτε ότι αυτόματα θα αναβαθμιστεί η ιδιότητά μας από «παιδί για όλες τις δουλειές» σε δικηγόρο.

Επίσης, ετίθετο το ζήτημα των αποφοίτων Νομικών Σχολών του εξωτερικού, οι οποίοι δεν περνούν από το καθεστώς άσκησης, αλλά από εξετάσεις μόνο για να πάρουν την άδεια ασκήσεως στην Ελλάδα. Προκειμένου να εναρμονιστεί η κατάσταση με τους αποφοίτους των Νομικών Σχολών στην Ελλάδα προτείνουμε κατάργηση της άσκησης για όλους, να μην αποτελεί προαπαιτούμενο για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας και ό,τι συνεπάγεται. Για τους συναδέλφους από άλλες Νομικές σχολές του εξωτερικού η διενέργεια εξετάσεων να είναι το μόνο προαπαιτούμενο για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας στην Ελλάδα.

Συνολικά Διεκδικούμε:

  • Υπεράσπιση των ασκούμενων συναδέλφων. Νομοθετική κατοχύρωση αξιοπρεπούς μισθού, ωραρίων, αδειών. Υποχρεωτική καταβολή εισφορών από τους εργοδότες. Στήριξη από το Σύλλογο των ασκούμενων τόσο στην αναζήτηση εργασίας (μητρώο θέσεων) όσο και κατά τη διάρκεια της άσκησης για την τήρηση των όρων από τους εργοδότες. Εγγραφή των εργαζόμενων ασκούμενων στους Δικηγορικούς Συλλόγους. Πειθαρχικός έλεγχος των εργοδοτών. Κατάργηση των εξετάσεων για την εισαγωγή στο επάγγελμα. Κατάργηση του θεσμού της άσκησης γενικά, ως θεσμού που διατηρεί ευέλικτο και πλήρως εκμεταλλευόμενο εργατικό δυναμικό για τα δικηγορικά γραφεία.
  • Υποχρεωτική ασφάλιση και καταβολή των 2/3 της ασφάλισης από τους εργοδότες επιπλέον του ποσού του καθαρού μισθού.
  • Καμία εισφορά για μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους με εισόδημα κάτω από 12.000 €.
  • Εγγραφή στο ΔΣΑ ως δικηγόροι και δικαίωμα ψηφου από την έναρξη άσκησης του επαγγέλματος.
 
   
   
   
   
6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Τα δικαιώματά μας στο προσκήνιο


Ένα πέπλο ένοχης σιωπής καλύπτει την εργασιακή πραγματικότητα του κλάδου μας. Ο κυρίαρχος συνδικαλιστικός λόγος φαίνεται πως, είτε ανήμπορος, είτε απλώς απρόθυμος, επιμένει να κλείνει τα μάτια μπροστά σε μια πραγματικότητα που είναι πλέον αντιληπτή από τον καθένα:

Μια ολοένα διογκούμενη μερίδα του δικηγορικού κόσμου έχει οδηγηθεί και διαρκώς οδηγείται στη μισθωτοποίηση, η οποία μάλιστα, ελλείψει σχετικού πλαισίου και πολιτικής βούλησης από την πλειοψηφία του συνδικαλιστικού κόσμου, πραγματοποιείται με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Εργαζόμενος ως «έμμισθος συνεργάτης», ο δικηγόρος στερείται των στοιχειωδών κατοχυρώσεων του εργατικού δικαίου, ακόμη και της ίδιας αυτής της αναγνώρισής του ως εργαζομένου. Πρόκειται για μια «συνεργασία», οι όροι της οποίας καθορίζονται φυσικά από το ένα μόνο από τα μέρη και με γνώμονα τους δικούς του «προγραμματισμούς», και η οποία εν τέλει αποβλέπει στο δικό του κέρδος. Το αποτέλεσμα είναι λίγο έως πολύ γνωστό. Οι έμμισθοι συνεργάτες εργάζονται κάτω από ένα ανέλεγκτο καθεστώς, με μισθούς που στην καλύτερη περίπτωση αγγίζουν τα 600 ή 700 ευρώ, επί 11 μήνες το χρόνο, χωρίς επιδόματα και δώρα, με ανεξέλεγκτα ωράρια που κινούνται στα όρια των φυσικών αντοχών τους (το 12ωρο αποτελεί αρκετά συνήθη εκδοχή), συχνά καταλαμβάνοντας και μη εργάσιμες μέρες (σαββατοκύριακο) και φυσικά χωρίς αναγνώριση υπερωριακής απασχόλησης. Οι έμμισθοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν οι ίδιοι το σύνολο των ασφαλιστικών τους εισφορών, αφού η «συνεργασία» τους με τον εργοδότη δεν θεμελιώνει φυσικά καμιά σχετική υποχρέωση συμμετοχής του τελευταίου. Επιπλέον, είναι υποχρεωμένοι να υφίστανται τον καθημερινό δεσποτισμό στο χώρο της εργασίας τους, μια και, εκτός από τη σχέση εργοδότη/εργαζόμενου, το καθεστώς εργασίας τους επενδύεται και με τον μανδύα της αυθεντίας του γηραιότερου, που αναλαμβάνει -με το αζημίωτο- άτυπα χρέη διδασκάλου. Η κατάσταση φτάνει στην πιο χυδαία εκδοχή της, όταν οι νέες συνάδελφοι -καθόλου σπάνια!-  έρχονται αντιμέτωπες με τον σεξισμό του εργοδότη που συχνά πιστεύει πως τα διευθυντικά δικαιώματά του εκτείνονται μέχρι την στενή σφαίρα της αξιοπρέπειάς τους.

Οι τάσεις της δικηγορικής αγοράς εργασίας εξωθούν σε αυτό το καθεστώς την μεγάλη πλειοψηφία των νεοεισερχόμενων στο επάγγελμα, αλλά και διαρκώς περισσότερους μεγαλύτερους σε ηλικία συναδέλφους, των οποίων η δυνατότητα να ασκούν αυτόνομα το επάγγελμα συμπιέζεται κάτω από τον ανταγωνισμό των μεγαλοδικηγορικών γραφείων και εταιρειών. Μια τέτοια πραγματικότητα άλλωστε δεν εκπλήσσει, από τη στιγμή που το σύνολο της ζωής του δικηγορικού κόσμου έχει ήδη αρχίσει να αρθρώνεται γύρω από μια τέτοια σχέση, παρά την από ποικίλες κατευθύνσεις καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση, πως αυτό το καθεστώς δεν αποτελεί παρά προσωρινό στάδιο μιας πολλά υποσχόμενης μελλοντικής καριέρας. Ο «έμμισθος συνεργάτης» αποτελεί στην ουσία εκείνο το κομμάτι του κλάδου, που καλείται να επωμιστεί το μεγαλύτερο φόρτο εργασίας, και ιδίως τις πιο «πρακτικές» πτυχές του, ενώ ο εργοδότης απολαμβάνει τους καρπούς μιας αναγνωρισμένης νομικής «αυθεντίας». Στα πλαίσια μιας τέτοιας σχέσης, η κατανομή των ρόλων είναι σχεδόν προφανής - από την αναμονή σε ουρές έως την παρασκευή του καφέ της ημέρας για τον μεν, «επιτελική» και «καθαρή» δουλειά για τον δε. Ο «έμμισθος συνεργάτης», άλλωστε, αποτελεί μια αρκετά συμφέρουσα λύση από οικονομική άποψη, αφού ένας γραμματέας ή ένας τηλεφωνητής θα αξίωναν (φευ!) τα δικαιώματα ενός εργαζομένου.

Ο έμμισθος δικηγόρος έχει γνωρίσει αυτή την πραγματικότητα ήδη ως ασκούμενος, σε μια 18μηνη «θητεία», που έχει κληθεί να υπηρετήσει, παρέχοντας ολοήμερη φτηνή εργασία (300 ευρώ είναι μια τάξη μεγέθους) υπό την ιδιότητα του «μαθητευόμενου». Στην περίπτωση των ασκουμένων, το καθεστώς μαύρης εργασίας βρίσκεται στον Κολοφώνα της δόξας του: εκεί μά-λιστα, ο νέος απόφοιτος Νομικής εργάζεται επιπλέον εντελώς ανασφάλιστος, ενώ θεσμός έχει προφανώς προϋποθέσει ότι ο ασκούμενος διαθέτει κάποιες κρυφές πηγές εισοδήματος: διότι με 300 ευρώ μηνιαίο μισθό και πλήρη απασχόληση, κανείς προφανώς δεν είναι δυνατόν να καλύψει ούτε τις στοιχειώδεις βιοτικές του ανάγκες. Ο θεσμός της άσκησης είναι στην ουσία του απαράδεκτος, εθίζει τον νεοεισερχόμενο στο επάγγελμα σε όρους εργασίας δυσμενέστερους από κάθε άλλο χώρο εργασίας (άλλωστε και ως έμμισθος αργότερα δεν θα υπερβεί το μισθό του ανειδίκευτου εργάτη) και εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη των μεγάλων δικηγορικών γραφείων για φτηνή και χωρίς δικαιώματα εργασία, αλλά και την ύπαρξη ενός μεταβατικού σταδίου, που θα επικυρώνει την αποσύνδεση του πτυχίου των νομικών σχολών από τα επαγγελματικά δικαιώματα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ύπαρξη μιας περιόδου «άσκησης» που θα καταλήγει σε εξετάσεις για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος, εξυπηρετεί και τις κρυφές βλέψεις των πιο συντεχνιακών φωνών του κλάδου για μείωση των ροών των αποφοίτων και σταδιακό κλείσιμο του επαγγέλματος.

Η αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση

Η εργασιακή πραγματικότητα αναδύθηκε με τον πιο διαυγή τρόπο κατά την τελευταία περίοδο, με αφορμή την επίθεση που εξαπολύθηκε από πλευράς κυβέρνησης στα ασφαλιστικά δικαιώματα και τις πρώτες κινητοποιήσεις του κλάδου μας.

Οι έμμισθοι και ασκούμενοι δικηγόροι αποτελούν την πλέον πληττόμενη μερίδα του κλάδου, αφού το απαράδεκτο καθεστώς υποβάθμισης, πέρα από τους γενικούς όρους εργασίας, αντανακλά και στα  ασφαλιστικά τους δικαιώματα. Αν και εργάζονται ως έμμισθοι, καλούνται να καταβάλουν αυτοί τις (παχυλές) ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς άμεση ή έμμεση συμμετοχή του δικηγόρου εργοδότη. Επιπλέον, οι εισφορές δεν κλιμακώνονται βάσει της εισφοροδοτικής ικανότητας, ούτε του καθεστώτος εργασίας, αλλά με κριτήριο τον χρόνο άσκησης του επαγγέλματος, γεγονός που συσκοτίζει την πραγματική οικονομική κλιμάκωση στο εσωτερικό του κλάδου και οδηγεί στο απαράδεκτο αποτέλεσμα, άνισα εισοδήματα να οφείλουν ίσες εισφορές, ενώ η διάκριση σε δικηγόρο/εργοδότη και δικηγόρο/εργαζόμενο φυσικά απουσιάζει από το σύστημα υπολογισμού των εισφορών. Τέλος, η μεγάλη μερίδα των έμμισθων δικηγόρων έχει ασφαλιστεί μετά την 1-1-1993, δηλαδή μετά την εφαρμογή του «νόμου Σιούφα» (ν. 2084/92), ο οποίος επιφυλάσσει σύνταξη... 450 ευρώ (!) περίπου. Στα πλαίσια της συνολικής υποβάθμισης των ασφαλιστικών δικαιωμάτων του δικηγορικού κλάδου, για τους έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους επιφυλάσσεται η δυσμενέστερη θέση: οι μισθοί των 600-700 ευρώ, που ήδη επιβαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών, θα κληθούν να αποδώσουν ακόμη περισσότερα, για ακόμη μικρότερες συντάξεις!

Παρά τις διακηρυγμένες από τον Δικηγορικό Σύλλογο αποχές, και τις προγραμματισμένες συνελεύσεις, οι έμμισθοι και ασκούμενοι δικηγόροι βίωσαν την πιο απροκάλυπτη μορφή εργοδοτικού αυταρχισμού. Η πλειοψηφία των μεγάλων γραφείων, σε μια προσπάθεια επίδειξης εργοδοτικής ισχύος, παραβίασε τις αποφάσεις του Συλλόγου και εξανάγκασε τους εργαζόμενους συναδέλφους να δουλέψουν τις ημέρες της αποχής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την ελλιπή εκπροσώπηση του πιο σκληρά εργαζόμενου κομματιού του κλάδου μας στις αποφάσεις του Συλλόγου, και αποτελεί απαράδεκτη πρακτική αυθαιρεσίας. Είναι μια πρακτική που πρέπει να καταδικαστεί - και οι παρατάξεις του Συλλόγου να πάρουν θέση, ειδάλλως να λογοδοτήσουν.

Κάτω από διαρκείς πιέσεις, το ΔΣ του ΔΣΑ αναγνώρισε πρώτη φορά, με στρεβλό έστω τρόπο, την ύπαρξη του προβλήματος και μια κατεύθυνση προς την επίλυσή του.

Με την από 4/7/06 απόφαση του ΔΣ συνδέθηκε για πρώτη φορά το καθεστώς έμμισθης συνεργασίας με την αμοιβή που προσδιορίζεται στον ν. 1093/80. Μια τέτοια σύνδεση παρέχει συγκεκριμένα δικαιώματα στον συνεργάτη δικηγόρο: Τα χρόνια δικηγορίας παίζουν πλέον ρόλο για τον προσδιορισμό της αμοιβής: οι δικηγόροι παρά Πρωτοδίκαις δικαιούνται ως βάση το 75% του μισθού του 15ου μισθολογικού κλιμακίου (σήμερα 850 ευρώ),  οι δικηγόροι παρ' Εφέταις το 75% του μισθού του 8ου μισθολογικού κλιμακίου (σήμερα 1.050 ευρώ). Ο δικηγόρος συνεργάτης δικαιούται επιδομάτων ανάλογα με την προσωπική του κατάσταση: α) επιδόματα συζύγου - τέκνων, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα χειρισμού Η/Υ. Οι έμμισθοι δικηγόροι δικαιούνται δώρα Χριστουγέννων- Πάσχα και επίδομα αδείας. Αντίστοιχα πλέον και οι συνεργάτες δικηγόροι βάσει της αποφάσεως του ΔΣ πρέπει να λαμβάνουν τα δώρα και επιδόματα που τους αναλογούν. Και στους συνεργάτες δικηγόρους μερικής ή πλήρους απασχόλησης πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας κατά τους όρους του άρθρου 94 Κώδικα Δικηγόρων. Τέλος, το κατώτατο όριο αμοιβής για τους ασκούμενους δικηγόρους που απασχολούνται σε δικηγορικά γραφεία αυξήθηκε από 440 σε 600 ευρώ.

Διεκδικούμε όρους αξιοπρέπειας με μια νικηφόρα κατεύθυνση!

Το ζήτημα της εφαρμογής των πρώτων αυτών κατακτήσεων και της διεύρυνσής τους δεν είναι τεχνικό. Είναι κυρίαρχα πολιτικό, και είναι πρωτίστως ένα ζητούμενο που τίθεται για τους έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους, ένα διακύβευμα  των συλλογικών διεκδικήσεων για μια διαφορετική δικηγορία. Είναι το αντικείμενο της πάλης για συνθήκες συνεργατικές, για ένα επάγγελμα που δεν θα είναι ανθρωποφαγικό και για τη θεμελίωση πραγματικών όρων αξιοπρέπειας στη εργασία.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΤΑ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ

ΡΗΤΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΜΜΙΣΘΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ, ΩΡΑΡΙΟΥ, ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΤΩΝ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ - ΜΟΝΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟ ΠΤΥΧΙΟ

 
   
   
   
   
9 Σεπτεμβρίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Προκήρυξη για τους έμμισθους συνεργάτες


ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

O ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ - ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε σε αφίσα του ΔΣΑ (για πρώτη φορά) η απόφαση του Δ.Σ. του ΔΣΑ που αφορά το καθεστώς και τις αμοιβές των ασκουμένων και των εμμίσθων συνεργατών δικηγόρων που δουλεύουν σε άλλα δικηγορικά γραφεία (ως γνωστόν στο παρελθόν οι αποφάσεις του ΔΣ για το θέμα παρέμεναν αδημοσίευτες για να μην τρομάξουν οι εργοδότες!).

Με την απόφαση αυτή επαναλαμβάνεται κατ'αρχήν η (και νομολογιακά αναγνωρισμένη) αναλογική εφαρμογή του ν. 1093/80 για τις αμοιβές των εμμίσθων του δημοσίου στους δικηγόρους συνεργάτες που εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε δικηγορικά γραφεία.

Τομή όμως αποτελεί ο προσδιορισμός της αμοιβής του συνεργάτη δικηγόρου που δεν εργάζεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως ποσοστό (75%) επί της αμοιβής που προσδιορίζεται για τους έμμισθους συνεργάτες.

Πλέον η αμοιβή του συνεργάτη (ακόμα και μερικής απασχόλησης) δεν εξαρτάται από τις εκάστοτε αναπροσαρμογές των κατώτατων αμοιβών που ορίζει ο Σύλλογος ανά τριετία περίπου (ή όποτε αποφασίσει η πλειοψηφία του ΔΣ να επιτελέσει έργο φιλανθρωπίας...), αλλά αναπροσαρμόζονται αυτόματα ανάλογα με τις αυξήσεις που παίρνουν οι δικηγόροι του δημοσίου. Η σύνδεση μάλιστα με την αμοιβή που προσδιορίζεται στον ν. 1093/80 παρέχει συγκεκριμένα άμεσα δικαιώματα στον συνεργάτη δικηγόρο:

• τα χρόνια δικηγορίας παίζουν πλέον (έστω και έμμεσα) χρόνο για τον προσδιορισμό της αμοιβής: οι δικηγόροι παρά πρωτοδίκαις δικαιούνται ως βάση το 75% του μισθού του 15ου μισθολογικού κλιμακίου (ήτοι σήμερα 850 ευρώ),  οι δικηγόροι παρ' εφέταις το 75% του μισθού του 8ου μισθολογικού κλιμακίου (ήτοι σήμερα 1050 ευρώ)

ο κάθε δικηγόρος συνεργάτης δικαιούται επιδομάτων ανάλογα με την προσωπική του κατάσταση: α) επιδόματα συζύγου - τέκνων, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα χειρισμού Η/Υ. Ετσι π.χ. ο δικηγόρος συνεργάτης παρά πρωτοδίκαις που εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, είναι έγγαμος, κατέχει μάστερ και χειρίζεται Η/Υ δικαιούται ποσό 958 ευρώ και όχι 850 ευρώ. Ο κάθε ένας (εργοδότης δικηγόρος ή συνεργάτης δικηγόρος μερικής απασχόλησης) μπορεί να υπολογίσει πολύ εύκολα την αμοιβή που δικαιούται μέσα από την ιστοσελίδα του ΔΣΑ βάζοντας τα προσωπικά τους στοιχεία στον πίνακα «αμοιβές εμμίσθων» και πολλαπλασιάζοντας το ποσό αμοιβής επί 75%.

• και σημαντικότερο: οι έμμισθοι δικηγόροι δικαιούνται δώρα χριστουγέννων-πάσχα και επίδομα αδείας. Αντίστοιχα πλέον και οι συνεργάτες δικηγόροι βάσει της αποφάσεως του ΔΣ πρέπει να λαμβάνουν τα δώρα και επιδόματα που τους αναλογούν. Με αυτό τον τρόπο το καθεστώς που αντιμετωπίζουν όλοι οι δικηγόροι συνεργάτες να αμοίβονται επί 12 και μάλιστα συνήθως επί 11 (με την αιτιολογία ότι το γραφείο παραμένει κλειστό τον Αύγουστο) αναγνωρίζεται ως μη σύννομο.

• και στους συνεργάτες δικηγόρους μερικής ή πλήρους απασχόλησης πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας κατά τους όρους του άρθρου 94 Κώδικα Δικηγόρων

Τέλος το κατώτατο όριο αμοιβής για τους ασκούμενους δικηγόρους που απασχολούνται σε δικηγορικά γραφεία αυξήθηκε από 440 σε 600 ευρώ.

Παραμένει πάντα βέβαια το ερώτημα πώς θα εφαρμοσθεί αυτή η απόφαση. Κατ'αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχουν και νομικοί τρόποι για να διεκδικηθεί η εφαρμογή της απόφασης. Οσοι δικηγόροι συνεργάτες προσέφυγαν στα δικαστήρια και απέδειξαν ότι εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε δικηγορικό γραφείο δικαιώθηκαν και έλαβαν αναδρομικά τις αμοιβές τους βάσει του ν. 1093/80. Περαιτέρω, βάσει του κώδικα περί δικηγόρων, η παραβίαση των αποφάσεων του Δ.Σ. του ΔΣΑ αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα. Μπορεί συνεπώς ο συνεργάτης δικηγόρος να καταγγείλει την αντίθετη προς την ως άνω απόφαση συμπεριφορά του εργοδότη του στα οικεία πειθαρχικά συμβούλια.

Ο κίνδυνος καταστρατήγησης βέβαια δεν εκλείπει και η τελική εφαρμογή μιάς ρύθμισης επαφίεται πάντα στη συμπεριφορά των συμβαλλομένων. Αν π.χ. η σ.σ.ε προβλέπει ένα ημερομίσθιο και ο εργάτης πηγαίνει και εργάζεται με χαμηλότερο χωρίς να καταγγέλλει τον εργοδότη του, δεν φταίει η σ.σ.ε, αλλά ο ίδιος που σταθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα συμφέροντά του.

Γι'αυτό το μεγάλο πάντα διακύβευμα αποτελεί η συλλογική διεκδίκηση των δικαιωμάτων. Με δεδομένο ότι η Ενωση Ασκουμένων και Νεων Δικηγόρων αποτελεί πλέον μόνο μηχανισμό παραγοντισμού και διοργάνωσης πάρτυ θα πρέπει οι ασκούμενοι και οι δικηγόροι να αποκτήσουν τη δική τους φωνή μέσα από την συγκρότηση ενός συλλογικού διεκδικητικού φορέα.

Αλλωστε και η σημαντική αυτή απόφαση εκδόθηκε μετά από αγώνες χρόνων και σημαντική πίεση. Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας από την ίδρυσή της το 1990 θέτει ως στόχο της την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ασκουμένων και των εμμίσθων συνεργατών (στην Εναλλακτική Παρέμβαση άλλωστε συμμετέχουν πάντοτε με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες μεγάλος αριθμός συνεργατών δικηγόρων). Η ΕΠΔΑ συνέβαλε αποφασιστικά μέσα από τη δράση της στην (τότε διεκδικητική) Ενωση Ασκουμένων και Νεων Δικηγόρων προς αυτή την κατεύθυνση, ανάγκασε όλες τις παρατάξεις να πάρουν θέση για το ζήτημα (έστω διακηρυκτικά και προεκλογικά) και πίεζε πάντα το ΔΣ προς αυτή την κατεύθυνση, παρότι το ζήτημα αντιμετωπιζόταν συνήθως υπό καθεστώς ιεράς εξέτασης (και σε αυτή τη συνεδρίαση άλλωστε πολλά μέλη του ΔΣ αντέδρασαν στην εισήγηση της ΕΠΔΑ)! Μέλη της ΕΠΔΑ συμμετέχουν και στηρίζουν την Πρωτοβουλία για την ίδρυση σωματείου εμμίσθων συνεργατών.

Και η ατομική ενεργοποίηση κάθε ασκούμενου και συνεργάτη δικηγόρου είναι αναγκαία για να επιτευχθούν ακόμα περισσότερα:

• ναι μεν αυξήθηκε το ποσό που πρέπει να λαμβάνουν οι ασκούμενοι, πλην όμως το καθεστώς δουλείας και ακύρωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων που αποτελεί η άσκηση πρέπει να καταργηθεί

• ο διαχωρισμός πλήρους-μερικής απασχόλησης δεν είναι σαφής. Είναι γνωστό ότι οι έμμισθοι συνεργάτες εργάζονται οι περισσότεροι πάνω από δέκα ώρες ημερησίως (και μετά αν έχουν χρόνο ασχολούνται και με δικές τους υποθέσεις). Θα πρέπει να διεκδικηθεί συγκεκριμένος προσδιορισμός ωραρίου (35ωρο) που θα αποδεικνύει την πλήρη απασχόληση.

• ως γνωστόν ο εργοδότης του δικηγόρου με παγία αντιμισθία υποχρεούται να καταβάλει τα 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών του. Το ίδιο καθεστώς θα πρέπει να απολαμβάνει και ο έμμισθος συνεργάτης

• θα πρέπει τέλος να καθιερωθεί νομοθετικά ότι για την απόδειξη της μερικής απασχολήσεως του συνεργάτη πρέπει να κατατίθεται σχετική σύμβαση στο ΔΣΑ, άλλως να θεωρείται η απασχόληση πλήρης

Είναι αναγκαία τέλος η απάντηση σε δυο συχνά επαναλαμβανόμενα ερωτήματα.

1. Μήπως με αυτά τα μέτρα υπαλληλοποιείται ο δικηγόρος; Η υπαλληλοποίηση είναι μια πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι αν ο υπάλληλος δικηγόρος θα παραμένει έρμαιο των διαθέσεων του κάθε εργοδότη του. Αντίσταση στην υπαλληλοποίηση μπορεί να αποτελέσει μόνο η ενίσχυση των μορφών συνεργατικής δικηγορίας, η οποία όμως και αυτή εξαρτάται από την βούληση των δικηγόρων.

2. Τι θα κάνει ο δικηγόρος που θα υποχρεωθεί να πληρώνει με τα παραπάνω ποσά τους συνεργάτες του;

(το φοβερό ερώτημα της αντίθετης άποψης, ρητορικό, για να καταλήξει στην απάντηση: θα τους διώξει και δεν θα βρίσκουν δουλειά)

Να τι θα κάνει :

α) Ή πράγματι θα τους πληρώνει. Οπότε θα γίνει περισσότερο παραγωγικός και θα πάψει να παρέχει κάποιες εξυπηρετήσεις στους πελάτες του δωρεάν χάρις στην δωρεάν διεκπεραίωσή τους από τους απλήρωτους συνεργάτες. Θα βγάζει λιγότερα χρήματα, αλλά αυτό είναι περισσότερο δίκαιο από το να εργάζεται ο συνεργάτης απλήρωτος.

β) Ή θα τους διώξει και θα τρέχει μόνος του, οπότε και θα δουλεύει τα λεφτά που βγάζει. Και στην περίπτωση αυτή ή θα δουλεύει όλη την ημέρα ή πολύ γρήγορα θα ψάχνει για άλλον συνεργάτη, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι και τόσο τραγικό να τον πληρώνει.

γ) Ή θα τους διώξει και θα προσλάβει στη θέση τους υπάλληλο γραφείου, στον οποίο θα πληρώνει τα προβλεπόμενα ποσά (πλέον εργοδοτικής εισφοράς ΙΚΑ), δηλαδή τουλάχιστον 600 ΕΥΡΩ τον μήνα πλέον επιδόματος Η/Υ για τους χειριστές, επιδόματος κούριερ για εξωτερικές εργασίες, επιδόματος πτυχίου, ξένης γλώσσας, οικογενειακού, αποδοχών υπεργασίας, υπερωρίας, άδεια, επίδομα κλπ) αντί πολύ κατώτερων και φυσικά όχι εξειδικευμένων παροχών.

Προς το παρόν, η υπάρχουσα κατάσταση και η άσκηση, με τη σημερινή μορφή της, δεν χρησιμεύει παρά μόνο σε όσους δικηγόρους αναζητούν φτηνό υπαλληλικό δυναμικό και στον ταξικό αποπληθωρισμό της δικηγορίας, καθώς αποθαρρύνει και αποτρέπει την ένταξη στη δικηγορία όσων δεν μπορούν να λύσουν το βιοποριστικό τους πρόβλημα παράλληλα με την άσκηση και βέβαια και ως συνεργάτες.

Είναι στο χέρια μας λοιπόν να διεκδικήσουμε τον τρόπο ένταξής μας στο επάγγελμα. Ατομικά και χωρίς διαπραγματευτική ισχύ ή μέσω της συλλογικής εργασίας και διεκδίκησης.

 
   
   
   
   
4 Ιουλίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Απόφαση του ΔΣ του ΔΣΑ της 4/7/2006 για τους έμμισθους συνεργάτες - ασκούμενους


Από ανακοίνωση του ΔΣΑ (της 6/7/2006):

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 4/7/2006 

Ο έμμισθος συνεργάτης δικηγόρος που παρέχει τις υπηρεσίες του σε άλλο δικηγόρο οφείλει να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον ν. 1093/1980 για τους έμμισθους δικηγόρους του Δημοσίου.

Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν η παροχή των υπηρεσιών δεν πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση η αμοιβή του συνεργάτη δικηγόρου δεν δύναται να είναι κατώτερη από το 75% της αμοιβής που προβλέπεται στο ν. 1093/1980, και η οποία ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 850 ευρώ για το δικηγόρο παρά Πρωτοδίκαις (χωρίς οικογενειακά βάρη και τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών) και 1.050 ευρώ για το δικηγόρο παρ' Εφέταις.

Για τους ασκούμενους δικηγόρους που εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία, το ποσό της αμοιβής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 600 ευρώ.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ