16 О™ОїП…ОЅОЇОїП… 2021
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2011
2019
2020
2021
- Ιανουάριος
- Φεβρουάριος
- Μάρτιος











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις - Μάρτιος 2021

ПѓП„ОµОЇО»П„Оµ О±П…П„О® П„О· ПѓОµО»ОЇОґО± εκτύπωση





10 Μαρτίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η «στρατηγική της έντασης» και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε (των Γ. Βλάχου - Αν. Σταυροπούλου)


Η «στρατηγική της έντασης» και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε

Η «στρατηγική της έντασης» και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε (των Γ. Βλάχου - Αν. Σταυροπούλου*)

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών με την ένταση της αστυνομοκρατίας, τη διάλυση διαδηλώσεων, ακόμα και την αντιμετώπιση της απεργίας πείνας του Δ. Κουφοντίνα από την κυβέρνηση πρέπει κανείς να τα δει μέσα από το πρίσμα της γενικής κυβερνητικής στρατηγικής. 

Από την εκλογή της στην κυβέρνηση η ΝΔ εφαρμόζει ένα «εμπροσθοβαρές» πρόγραμμα νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που στοχεύουν στην περαιτέρω ακύρωση λαϊκών κατακτήσεων και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Ιδιαίτερο στόχο αποτελούν εκείνα τα δικαιώματα που επέτρεψαν στην περίοδο της  μεταπολίτευσης την αδιαμεσολάβητη έκφραση λαϊκών στρωμάτων και την παρουσία τους στο πολιτικό προσκήνιο: το δικαίωμα στη συνάθροιση και το πανεπιστημιακό άσυλο. 
Ιδιαίτερο στόχο αποτελεί η νεολαία. Άλλωστε η νεολαία είναι ένας παράγοντας που διαμόρφωσε ισχυρά προσκόμματα στις νεοφιλελεύθερες ή αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στον εκπαιδευτικό τομέα σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, ενδεικτικά, από την ακύρωση του ν.815, τη μη εφαρμογή του ν.4009 (ν.Διαμαντοπούλου) μέχρι την αναθεώρηση του άρθρου 16Σ κατά τα έτη 2006-2007. Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε την νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη, που γέννησε πραγματικά φοβικά σύνδρομα σε μερίδες της άρχουσας τάξης. 

Έτσι, με τον νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοϊδη, λαμβάνονται μια σειρά πειθαρχικών μέτρων, από την παρουσία της αστυνομίας στο χώρο των ΑΕΙ και την επιβολή μέτρων επιτήρησης και πειθάρχησης, μέχρι τη διαμόρφωση ενός ασφυκτικού πλαισίου πρόσβασης και φοίτησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που διαμορφώνει ανάλογες συνθήκες και στη λειτουργία της δευτεροβάθμιας. Αν και η αντισυνταγματικότητα των παραπάνω διατάξεων έχει εν πολλοίς αναδειχθεί, δεν πρέπει να ξεχνάμε μια σειρά άλλων μεταρρυθμίσεων στο χώρο του εργατικού και συνδικαλιστικού δικαίου, της κοινωνικής ασφάλισης (με την προετοιμασία ενός κεφαλαιοποιητικού συστήματος στα πρότυπα του ασφαλιστικού Πινοτσέτ), του δικαιώματος στη στέγη (με τον νέο πτωχευτικό κώδικα) και βέβαια με τις περικοπές κοινωνικών δαπανών και τις αναδιαρθρώσεις των συστημάτων υγείας και πρόνοιας, που επίσης θέτουν ζητήματα παραβίασης των κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά και των παρεμβάσεων στην περιβαλλοντική νομοθεσία προκειμένου να διευκολυνθούν οι επενδύσεις εις βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος. 

Ταυτόχρονα, επιχειρείται η ακόμα μεγαλύτερη αποστείρωση από την παρουσία οργανωμένων κοινωνικών αντιστάσεων με την αλλαγή του τρόπου εκλογής στην τοπική αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα και τους φοιτητικούς συλλόγους.  

Μάλιστα η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την πανδημία ως πρόφαση ώστε να περάσει τα μέτρα αυτά χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις, γι’ αυτό και δεν ανέστειλε το χρόνο ψήφισής τους, παρά το ότι απαγόρευε τις εναντίον τους κινητοποιήσεις και μοιράζει πρόστιμα σε όσους διαδηλώνουν. 

Η κυβέρνηση αξιοποιεί πρώτα απ’ όλα την πλήρη κυριαρχία της στα ΜΜΕ, η λειτουργία των οποίων έχει ξεπεράσει κάθε όριο αναπαραγωγής ψευδών ειδήσεων, παραποίησης γεγονότων, λογοκρισίας και μονόπλευρων ρεπορτάζ, ακόμα και στο κρατικό κανάλι. Τα περιστατικά τους τελευταίους μήνες είναι τόσο πολλά και οφθαλμοφανή που δεν χρειάζεται καν αναφορά. 

Φυσικά ιδιαίτερο ρόλο στη γενικότερη ύφεση των κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι σε αυτή την κυβερνητική τακτική παίζει και το ότι δεν έχει αναδειχθεί ένας σημαντικός πολιτικός χώρος, μέσα στην Αριστερά, που να αναλαμβάνει το φορτίο μιας κοινωνικής αντιπολίτευσης αλλά και πολιτικής έκφρασης στο Κοινοβούλιο και σε ολόκληρη την κοινωνία των διάσπαρτων διαμαρτυριών και της γενικότερης δυσαρέσκειας. 

Δυστυχώς, η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, συνέβαλε σε μία γενική ήττα της Αριστεράς, η οποία συνολικά δέχθηκε ιδεολογικά και πολιτικά πλήγματα από την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μέτρων και την υποταγή στην επιτροπεία των Θεσμών από μια αριστερή κυβέρνηση (με ή χωρίς εισαγωγικά δεν έχει μεγάλη διαφορά).

Γεγονός που δυσχεραίνει και την δυνατότητα άσκησης αντιπολίτευσης και την δημοσκοπική ανάκαμψη. Άλλωστε η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ παρήγαγε θυμό, οργή και απογοήτευση σε λαϊκά στρώματα που στρέφεται συνολικά ενάντια στις αριστερές δυνάμεις (ακόμα και αν τελικά ξαναψηφίζουν το ΣΥΡΙΖΑ ως το λιγότερο κακό).

Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ότι, παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση της ΕΚΤ λόγω covid, δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε από τους κινδύνους που διαμόρφωσε η πανδημία στην οικονομία, ούτε από τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της, ούτε από τις αγκυλώσεις στη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, προκειμένου να διαμορφώσει ένα ικανό πλαίσιο ενισχύσεων σε ένα ευρύτερο κύκλο μικροαστικών στρωμάτων. Μέχρι και την ολοκλήρωση των νέων πακέτων ΕΣΠΑ τα όπλα της περιορίζονται στις προσλήψεις ενστόλων, την αναστολή (και όχι διαγραφή) κάποιων χρεών και φόρων, τον φόβο για το αύριο και την αδράνεια και εκτόνωση μέσω των social media. Δεν τη βοηθάει φυσικά και η αντιμετώπιση της πανδημίας με μια νεοφιλελεύθερη πολιτική, που επιμένει στην άρνηση ελέγχων στις μεγάλες επιχειρήσεις, στον περιορισμό των δημοσίων δαπανών για την υγεία και για τις δημόσιες μεταφορές, στον περιορισμένο αριθμό των τεστ (και πάντα επί πληρωμή), στην άρνηση επίταξης του ιδιωτικού τομέα υγείας. 

-    Η σημασία του ενδεχόμενου θανάτου απεργού πείνας

Σήμερα, ειδικό αλλά και κορυφαίο σημείο στα πολιτικά τεκταινόμενα είναι η διαχείριση από την Κυβέρνηση Μητσοτάκη του κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα. Η κυβέρνηση εξ αρχής της θητείας της διαμόρφωσε ένα πλαίσιο εξώθησής του σε απεργία πείνας: επεξέτεινε τη μέγιστη έκτιση ποινής από 22 στα 25 έτη, του στέρησε το δικαίωμα αδείας, του στέρησε το δικαίωμα εργασίας σε αγροτική φυλακή και τέλος ρητά αρνείται να εφαρμόσει το νόμο που η ίδια ψήφισε για τη μεταγωγή του στην ειδική πτέρυγα κρατουμένων Κορυδαλλού. 
Πιθανότατα, η διάταξη περί επαναμεταγωγής στη φυλακή προέλευσης δεν ήταν ένα «λάθος», (που άλλωστε πολύ εύκολα μπορούσε να είχε διορθωθεί νομοθετικά πριν την απόφαση μεταγωγής). Ήταν ένα μήνυμα ότι «θα αντιμετωπισθείς πέρα και έξω από κάθε νομιμότητα». Άλλωστε αυτό φαίνεται και από την αντιμετώπιση της ίδιας της απεργίας πείνας: η κυβέρνηση επιδιώκει να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα, είτε αφήνοντας τον να πεθάνει, είτε αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα του επιβάλει το βασανιστήριο της αναγκαστικής σίτισης, που επίσης κινδυνεύει να οδηγήσει σε θάνατο όποιον έχει ήδη υποστεί οργανικές βλάβες από την πολυήμερη ασιτία. Σημειωτέον, ότι είχε ήδη το πράσινο φως από την αμερικάνικη κυβέρνηση, όπως απέδειξε και η δήλωση του Νικ.Μπερνς.
Φυσικά με αυτό τον τρόπο θα είχαμε τον πρώτο κρατικά οργανωμένο θάνατο κρατουμένου, μια τομή στη μεταπολιτευτική δημοκρατία, κίνδυνος που είναι ακόμη υπαρκτός.

-    Η αρχιτεκτονική της στρατηγικής της έντασης

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις όποιες -κατακερματισμένες- αντιδράσεις με ένταση της καταστολής. Ενδεχομένως και οξείες αντιδράσεις, λ.χ. επιθέσεις σε Αστυνομικά Τμήματα ή χτυπήματα με γκαζάκια, θα της έδιναν τη δυνατότητα να αυστηροποιήσει ακόμα περισσότερο το νομοθετικό πλαίσιο.  Και αν μέσα σε αυτές τις συνθήκες υπήρχαν και θύματα, αυτό καθόλου δεν θα βρισκόταν εκτός της στρατηγικής έντασης της κυβέρνησης . 

Η ελληνική κυβέρνηση δηλαδή, δεν κινείται με πρωτότυπο τρόπο. Ας θυμηθούμε ότι αυτό είναι η μεθοδολογία της «στρατηγικής της έντασης». Ας θυμίσουμε ότι στην Ιταλία το 1970-1980 η «στρατηγική της έντασης», που περιλάμβανε ακόμα και βομβιστικές επιθέσεις με πολυάριθμα θύματα, οργανώθηκε από τμήματα των κρατικών μηχανισμών, παρακρατικών οργανώσεων και μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ (επιχείρηση GLADIO) και της τότε χουντικής ελληνικής κυβέρνησης, προκειμένου να πληγεί το ανερχόμενο κομμουνιστικό κίνημα στην Ιταλία. Στόχο ήταν ο κατακερματισμός του, η πλήρης ενσωμάτωση τμήματός του στην κυβερνητική ατζέντα, η εξώθηση, περιθωριοποίηση και βίαιη καταστολή των πιο δυναμικών μερίδων του και η εν γένει αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου ενάντια στις κοινωνικές διαμαρτυρίες. 

Οι διαφορές βέβαια μεταξύ της Ιταλίας του ’70-’80 με την Ελλάδα του 2021 είναι πολλές. Εκεί τότε η άνοδος της δραστηριότητας και απήχησης του κομμουνιστικού κινήματος διαμόρφωνε όρους πολιτικής αστάθειας για την καθεστηκυία τάξη. Εδώ σήμερα η ίδια η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται την υποχώρηση της Αριστεράς για να επιβάλλει συνθήκες αστυνομοκρατίας και αυταρχισμού. Δεν είναι η πρώτη φορά: και μετά τον εμφύλιο, και παρά την «εξάλειψη του κομμουνιστικού κινδύνου», οι τότε κυβερνήσεις επέβαλαν ένα αυταρχικό πλαίσιο που κινούνταν εκτός συνταγματικών πλαισίων (το γνωστό «παρασύνταγμα»), το οποίο, βέβαια, οδήγησε στην πλήρη διάβρωση των συνταγματικών εγγυήσεων και, με την όξυνση των ταξικών αγώνων, στην εφαρμογή από τη χούντα των δικών της παρασυνταγματικών κανόνων, ακόμα και εναντίον των ίδιων των εμπνευστών τους. 

Μια παρόμοια επικίνδυνη στρατηγική μεθοδεύεται σήμερα, που επενδύει στην εκτροπή (χαρακτηριστικές οι τρεις αποφάσεις της ΕΛ.ΑΣ για πλήρη αναστολή του δικαιώματος στη συνάθροιση μέσα σε λίγους μήνες), και υποδαυλίζει την αποσταθεροποίηση ιστορικών κοινωνικών συσχετισμών και συμβιβασμών. Μια στρατηγική που παραπέμπει σε σκοτεινές εποχές συνταγματικής και αντιδραστικής πολιτικής ανωμαλίας, με έναν παρόμοιο ορίζοντα: τον αποκλεισμό ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων από την δυνατότητα έστω και έμμεσης επίδρασης στα πολιτικά τεκταινόμενα και τις κρατικές στρατηγικές.

Στο πλαίσιο αυτό σήμερα, ο πολλαπλασιασμός των ειδικών σωμάτων ασφαλείας, που μάλιστα λειτουργούν στεγανοποιημένα από το υπόλοιπο αστυνομικό σώμα, οι αθρόες προσλήψεις ειδικών φρουρών με ελλιπέστατη -τρίμηνη- εκπαίδευση και η αύξηση των οπλικών μέσων καταστολής, διαμορφώνει ένα εκρηκτικό κλίμα. Η δε επιχειρησιακή κουλτούρα και ιδεολογία όσων στελεχώνουν τις αστυνομικές δυνάμεις καταστολής αναδεικνύει μίσος και απανθρωπιά και, παρά τις προφανείς βιαιότητες και αυθαιρεσίες, νιώθουν προστατευμένοι από οποιαδήποτε δίωξη ή έρευνα. Οι ΕΔΕ που καλούνται, σπανιότατα πια, έχουν μετατραπεί στο πιο  σύντομο (αλλά τραγικό) ανέκδοτο. Ειδικά η μηχανοκίνητη ομάδα ΔΡΑΣΗ, μετεξέλιξη της ομάδας ΔΙΑΣ, έχει πλέον καθιερωθεί ως μονάδα «ειδικών αποστολών», σχεδόν αποκλειστικά κατατρομοκράτησης διαδηλωτών και πολιτών με ακραίες και ανεξέλεγκτες μεθόδους βίας και επίθεσης στο πλήθος. 

Αυτός ο σχεδιασμός ενέχει βέβαια αντιφάσεις, αφού η όξυνση της αστυνομοκρατίας μπορεί να αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις πυροδοτώντας ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια και αντιδράσεις, όπως φάνηκε στη Νέα Σμύρνη στις 9/3. Βέβαια, οι σημαντικές -πολιτικές και οργανωτικές- αδυναμίες της Αριστεράς, και δη της ριζοσπαστικής, με την επικράτηση του κατακερματισμού, αλλά και την ενσωμάτωση του φόβου, καθιστούν πιο δύσκολη την αποφυγή φαινομένων βεντέτας μεταξύ νεολαιίστικων τμημάτων και ειδικών μονάδων της αστυνομίας.  Αυτό είναι εις γνώση της κυβέρνησης, η οποία δεν θα αποφύγει να το εκμεταλλευθεί προς όφελος της, και προς «δικαίωση» της στρατηγικής της έντασης και των κατασταλτικών χτυπημάτων συνολικά στις κοινωνικές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες, ανεξάρτητα από το ότι αυτές δεν σχετίζονται σε τίποτα με τέτοιες κινήσεις.

-    Μονόδρομος, ένα πλατύ μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων

Τα πιο ελπιδοφόρα μηνύματα από τις κοινωνικές διαμαρτυρίες μέχρι σήμερα δόθηκαν τόσο από τις κινητοποιήσεις των φοιτητών ενάντια στο νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοϊδη, όσο και από τη στάση δικηγόρων, καλλιτεχνών, συνδικαλιστών στο θέμα της απεργίας πείνας του Δ.Κουφοντίνα, που πλέον λαμβάνει ευρύτερα χαρακτηριστικά γενικής καταγγελίας της αστυνομοκρατίας και του αυταρχισμού. 

Οι καθημερινές ειρηνικές διαδηλώσεις εδώ και μέρες, με αφορμή την ικανοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων του Δ.Κουφοντίνα και ο γενικότερος διάλογος που άνοιξε ως προς τα ζητήματα αυτά, με καίριο, και πρωτοπόρο ρόλο, αυτόν της «Πρωτοβουλίας Δικηγόρων και Νομικών», έφεραν τις κοινωνικές διαμαρτυρίες ενάντια στη γενικότερη αστυνομοκρατία στο προσκήνιο. Αναδείχθηκε ότι όταν κανείς απευθύνεται στο σύνολο των λαϊκών στρωμάτων και αναδεικνύει τους κινδύνους που φέρουν για τα δημοκρατικά δικαιώματα οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και η καταστολή και η στρατηγική της έντασης, είναι δυνατόν να διαμορφωθούν οι αντιστάσεις εκείνες που θα μπορούν να οδηγήσουν τις κυβερνητικές επιλογές στην αστάθεια, ως και την ήττα. 

Με διαφαινόμενη την επιλογή της κυβέρνησης να ακολουθήσει τη «στρατηγική της έντασης» μέχρι τέλους, συμπεριφορά που συνιστά τομή για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος και της ελληνικής κοινωνίας, είναι αναγκαίο να ξεπερασθούν οι όποιες αγκυλώσεις και να συγκροτηθεί ένα πλατύ κοινωνικό μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών, που να συνδυάσει επιμέρους πρωτοβουλίες και αιτήματα φορέων και κλάδων και να διεκδικήσει με μαζικές κινητοποιήσεις να ανατρέψει τα κυβερνητικά σχέδια. Η πρωτοβουλία για την 11η Μαρτίου ως μέρα κινητοποίησης για τα δημοκρατικά δικαιώματα, ενάντια στον αυταρχισμό είναι ένας κόμβος προς την κατεύθυνση αυτή, ωστόσο είναι μόνο μια αρχική πρωτοβουλία. Είναι μονόδρομος η συνάντηση κινημάτων, φορέων, πρωτοβουλιών, συλλογικοτήτων και μετά τις 11 Μαρτίου σε ένα πλατύ μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών.

*Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή

 
   
   
   
   
4 Μαρτίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   ΔΣΑ: Πίσω στα χρόνια της ντροπής; (του Κώστα Παπαδάκη)


Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο, στέκεται και κείμενο που λέει "NA ΜΗΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΝΕΚΡΟΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ΑΠΕΡΓΟΣ NLK οι ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ METPANE ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ"

ΔΣΑ: Πίσω στα χρόνια της ντροπής; (του Κώστα Παπαδάκη)

Συμπληρώνονται τις μέρες αυτές 70 χρόνια από την εκτέλεση (5/3/1951) του 23χρονου Νίκου Νικηφορίδη, που καταδικάστηκε σε θάνατο από το έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, επειδή η συμμετοχή του στο «Φιλειρηνικό Δημοκρατικό Μέτωπο Νεολαίας» και στην «Διεθνή Εκκληση της Στοκχόλμης» για την ειρήνη, θεωρήθηκε ως συγκαλυμμένη προσπάθεια κατασκοπίας για την Σοβιετική Ένωση και το παράνομο τότε Κ.Κ.Ε. Ένα παιδί 23 χρονών, που οι φωτογραφίες το δείχνουν διπλάσιο της ηλικίας του, καθώς είχε προλάβει να γευθεί τις περιποιήσεις και τα βασανιστήρια της ασφάλειας και της Μακρονήσου, οδηγήθηκε στην εκτέλεση χωρίς από την τότε κυβέρνηση του «κεντρώου» Σοφοκλή Βενιζέλου, παρά το διεθνές κύμα συμπαράστασης για να σωθεί η ζωή του. Ένας από τους φορείς που σιώπησαν τότε ήταν ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ήταν ένα συντηρητικό προπύργιο συντεχνιακό, στον οποίο δικαίωμα εκλέγεσθαι τότε είχαν μόνο οι παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόροι (το 1/10 των εγγεγραμμένων) και είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1940 με Προέδρους διορισμένους από κατοχικές κυβερνήσεις σε διοικούσες επιτροπές, ένας εκ των οποίων ο Νικόλαος Ροντήρης εξελέγη στη συνέχεια το 1949 και ήταν Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών μέχρι το Νοέμβριο του 1951 που πέθανε, διαρκούσης της δίκης Μπελογιάννη. Επί προεδρίας του λίγα χρόνια πριν, το 1947 είχε απορρίψει αίτημα συγγενών εξορίστων δικηγόρων για να ζητήσει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών την απόλυσή τους από την εξορία. Είχε διώξει πειθαρχικά τον Μιλτιάδη Πορφυρογέννη, ένα έξοχο στέλεχος της αριστεράς, δικηγόρο, για δηλώσεις τις οποίες είχε κάνει σε διεθνές συνέδριο καταγγέλλοντας τη λευκή τρομοκρατία στην Ελλάδα. Είχε σιωπήσει στη δολοφονία του αγωνιστή δικηγόρου Γιώργου Πουλίδη το 1948 στο στρατοδικείο της Τρίπολης. Και είχε υποχρεώσει τους υπαλλήλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών σε δήλωση νομιμοφροσύνης, την οποία είχαν υπογράψει όλοι πλην ενός, του Μιχάλη Βουρνά δικηγόρου, αδερφού του γνωστού ιστορικού Τάσου Βουρνά, τον οποίο και απέλυσε ο Ροντήρης επειδή δεν υπέγραψε. Μάλιστα, είχε επιχειρήσει εκβιαστικά και είχε καταφέρει να αποσπάσει απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και μάλιστα όχι ομόφωνη, με μόνο 3 ψήφους διαφορά υπέρ, με την οποία είχε αποφασιστεί, να υποχρεωθούν όλοι οι δικηγόροι Αθηνών, όλα τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, να υποβάλουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης προς το καθεστώς επ’ απειλή διαγραφής. Και βέβαια δεν τόλμησε ποτέ να εφαρμόσει αυτήν την απόφαση.

Για τη δίκη Μπελογιάννη συνεπώς και για όλο εκείνο το κλίμα δεν υπήρξε κάποια διαμαρτυρία του Δικηγορικού Συλλόγου, κάποια καταγγελία, κάποια συμπεριφορά σαν αυτή που συνηθίσαμε και οικοδομήσαμε τα επόμενα χρόνια στο Δικηγορικό Σύλλογο και τον καταστήσαμε φυσικό, συλλογικό υπερασπιστή δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το μόνο που έκανε εκείνη η διοίκηση για τη δίκη του Μπελογιάννη ήταν να απορρίψει το αίτημα του Γάλλου δικηγόρου Ντενερύ να παραστεί στη δίκη του Μπελογιάννη ως συνήγορος υπεράσπισης και σιώπησε φυσικά για όλες τις νομικές αυθαιρεσίες και την τρομοκρατία.

Ήταν μια περίοδος που οι συνήγοροι υπερασπιστές ακόμη δεν είχαν αρχίσει να διεκδικούν συνδικαλιστική κυριαρχία και θώκους. Ο χαρακτήρας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών άρχισε να αλλάζει από το 1955 με τη θέσπιση του νέου Δικηγορικού Κώδικα (ΝΔ 3026/1954) και με τη «Νέα Κίνηση Δικηγόρων», η οποία άλλαξε τους συσχετισμούς των δυνάμεων, την προϊούσα ριζοσπαστικοποίηση και αργότερα τη συνάντηση με τα κινήματα για το Κυπριακό, για το 114, για τους Λαμπράκηδες, την ειρήνη, το δικτατορικό κίνημα, την κατάληψη της Νομικής και του Πολυτεχνείου και τη μεταπολίτευση και σιγά-σιγά ο συνήγορος υπερασπιστής άρχισε να κυριαρχεί και να αναδεικνύει συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ήδη το 1956 ο Μιχάλης Βουρνάς επαναπροσλήφθηκε στο Σύλλογο επί προεδρίας Αθανασίου Ζερβόπουλου, έγινε διευθυντής και με την ιδιότητα αυτήν τελεύτησε το βίο του το Φεβρουάριο του 1992 ως Διευθυντής του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Και τα επόμενα χρόνια φτάσαμε, όταν πια μαζικοποιήθηκε ο Σύλλογος, και μπορούσαν να ψηφίζουν όλοι οι δικηγόροι χωρίς εξαιρέσεις, να αναδειχθούν σε κορυφαίες συνδικαλιστικές θέσεις ηγεσίας μεγάλες ιστορικές μορφές υπερασπιστικές - για να μην παρεξηγηθώ αναφέρομαι μόνο σε ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή - όπως ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, ο Ευάγγελος Μαχαίρας, από του οποίου το βιβλίο για την ιστορία του Δικηγορικού Συλλόγου πολλά ενδιαφέροντα έχει κανείς να διαβάσει, και ο Τάκης Παππάς.

Η υλοποίηση της επιταγής του άρθρου 199 του τότε ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), το οποίο καθιστούσε τον Δικηγορικό Σύλλογο ανώτατο θεσμικό εκφραστή και υπερασπιστή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, συνέβαλε και στο να σταματήσουν οι εκτελέσεις και στο να αρχίσει η διαδικασία κατάκτησης όσων οι σκληρές μετεμφυλιακές κυβερνήσεις απαγόρευαν. Μεγάλες μορφές δικηγόρων αναδείχθηκαν πρωτοπόροι στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών μέσα και έξω από τα δικαστήρια, δημιουργώντας ιερές παρακαταθήκες και κάποιες φορές πληρώνοντας και με την ζωή τους την ίδια το τίμημα για την ανιδιοτελή υπερασπιστική δράση τους : Σταύρος Κανελλόπουλος, Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Παντελής Λιότσος, Νικηφόρος Μανδηλαράς, Ευάγγελος Μαχαίρας, Τάκης Παππάς. Αλλά ακόμα και πρόεδροι προερχόμενοι από τον δεξιό χώρο (Επαμεινώνδας Ζαφειρόπουλος, Σωτήρης Πολύδωρας, Δήμητρης Παξινός) διακρίθηκαν όχι λίγες φορές για ανακοινώσεις, ψηφίσματα και παρεμβάσεις του Δ.Σ.Α., οι οποίες σε κορυφαία ζητήματα που άπτονταν κρατικών αυθαιρεσιών και περιορισμού δικαιωμάτων και ελευθεριών, τάσσονταν πάντα με το μέρος των θυμάτων ενάντια στην εξουσία. Συχνά κάποιοι υπεράσπισαν με διάφορους τρόπους εκείνους που η εξουσία θεωρούσε «τρομοκράτες» :

Ο Ευαγγελος Γιαννόπουλος υπήρξε ένας από τους συνηγόρους του Ρόλφ Πόλε στις δίκες έκδοσής του το 1976.

Ο Δημήτρης Παξινός έδωσε μαζί μας με συνέπεια τη μάχη για να μην εκδοθεί ο Τούρκος «τρομοκράτης» πολιτικός αγωνιστής Ταϋλάν στη Γερμανία το 2004 και το πέτυχε. Ενώ αναρίθμητες ήταν οι παρεμβάσεις του για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως για τα δικαιώματα των κρατουμένων.

Και ο πρόωρα εκλιπών Μιχάλης Ζαφειρόπουλος δεν ψήφισε ποτέ «Όχι» σε οποιοδήποτε ψήφισμα πρότεινε ο γράφων «αριστεριστής» σχετικό με ανθρώπινα δικαιώματα και κρατική καταστολή.

Όλα αυτά συνέβαλαν στη διαχρονική καταξίωση του Δικηγορικού Συλλόγου, όχι μόνο απέναντι στους δικηγόρους, αλλά απέναντι και στο κοινωνικό σύνολο διαμορφώνοντας την προσδοκία και την απαίτηση της ολόκληρου του νομικού κόσμου και της κοινωνίας για τις τοποθετήσεις του. Αυτό που αποτυπώνει και ο ισχύων κώδικας περί δικηγόρων (ν. 4194/2013) στο άρθρο 90 («Σκοποί και αρμοδιότητες δικηγορικών συλλόγων ΅)

Στους δικηγορικούς συλλόγους ανήκει :

α) Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μία δημοκρατική πολιτεία»

Η σημερινή πλειοψηφία του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και ο πρόεδρός του αποτελούν θλιβερή εξαίρεση και μας γυρίζουν στις μέρες του Ροντήρη , στο 1951. Σιωπούν εκκωφαντικά εδώ και 56 ημέρες, όσο διαρκεί δηλαδή η απεργία πείνας του Κουφοντίνα, που αποτελεί διαμαρτυρία και απαίτηση επαναφοράς στην νομιμότητα, εξαιτίας της παραβίασης του άρθρου 3 Ν. 4760/2020, που η ίδια η κυβέρνηση θέσπισε για την σωφρονιστική αντιμετώπιση του Κουφοντίνα, καθ’ ομολογία της, και τον οποίο η ίδια παραβιάζει εξαπατώντας με εναλλασσόμενα κατά περίσταση ψέμματα την κοινή γνώμη και προσπαθώντας να φορτώσει τις ευθύνες της στην δικαιοσύνη και στους συνηγόρους του. Η φωνή του Δ.Σ.Α. απουσιάζει, την στιγμή κατά την οποία έχει εκφραστεί η φωνή της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, του Συνηγόρου του Πολίτη, της Διεθνούς Αμνηστίας, των Δικηγορικών Συλλόγων Πατρών και Πειραιά, ακόμα και της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, έστω και με τις διαφωνίες μερικών δεκάδων εκπροσώπων του «δικαστικού μεσαίωνα», όπως εύστοχα τους χαρακτήρισε ο πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.

Ολοι αυτοί καταγγέλλουν είτε στο σύνολο είτε σε επιμέρους πτυχές της την καταπάτηση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου που ο Δ.Σ.Α. επιφορτίζεται και νομικά πρωτίστως να υπερασπίζει.

Με την στάση τους αυτή, παρά τα έντονα και επανειλημμένα αιτήματα των συμβούλων της αριστεράς, αλλά και άλλων συμβούλων, όπως και του τ. αντιπροέδρου του Θέμη Σοφού, περιορίζουν τον Δ.Σ.Α. σε ένα συντεχνιακό μικρομάγαζο, αποτυχημένης διαχείρισης και αυτό, αφού δεν κάνει τίποτα άλλο εδώ και αρκετούς μήνες από το να ζητάει να μείνουν ανοιχτά τα δικαστήρια ενάντια στην λογική και στην ογκούμενη αύξηση των κρουσμάτων της πανδημίας και να διεκδικεί εκλιπαρώντας λίγες εκατοντάδες ευρώ για τους πληττόμενους δικηγόρους, αντί να οργανώνει κινητοποιήσεις και να διεκδικεί ουσιαστική και πλήρη αποζημίωση και απαλλαγή από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Υποκλίνεται στον κυβερνητικό αυταρχισμό, τον οποίο ουδέποτε έχει καταγγείλει (συναθροίσεις, κατάργηση πανεπιστημαακού ασύλου, πανεπιστημιακή αστυνομία κα.), με αποτέλεσμα να γιγαντώνεται η καθημερινή και εκτεταμένη του εξάπλωση. Τα αντανακλαστικά του λειτουργούν αυτόματα μόνο όταν ο Ρουβίκωνας επισκέπτεται τα δικαστήρια.

Την ώρα που χιλιάδες δικηγόροι και νομικοί από όλη την Ελλάδα υπογράφουν, κινητοποιούνται και διαδηλώνουν κάθε μέρα, συμβάλλοντας με την παρουσία και την συμπεριφορά τους στην κατάκτηση του δικαιώματος των διαδηλώσεων στην πράξη για συμπαράσταση στον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα, η πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. είναι άφαντη, ανύπαρκτη και φοβική.

Ένας τέτοιος φόβος απέναντι στην συγκέντρωση διαμαρτυρίας που διοργανώθηκε χθες 3/3/2021 και ώρα 16.30΄ έξω από τα γραφεία του Δ.Σ.Α., τους έκανε να φέρουν την αστυνομία, να ασφαλίσουν πόρτες και παράθυρα και να εξαφανιστούν, μήπως τυχόν και θελήσουμε να μπούμε στο κτήριο. Ασφαλώς και δεν θα τους κάναμε την χάρη να εγκλωβιστούμε στα ντουβάρια του, την στιγμή που το καθήκον μας καλούσε σε μία ακόμα μαζική διαδήλωση χιλιάδων ανθρώπων στο Σύνταγμα. Γιατί για μας ο Δ.Σ.Α. δεν είναι τα ντουβάρια και οι τοίχοι του, είναι το «χώμα» που άφησαν οι προηγούμενες ηρωικές γενιές των αγωνιστών και αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Και αν ο κ. Βερβεσός νομίζει, ότι προσαρμόζοντας την πολιτική του προς τα δεξιά διασπά το ακροατήριο των δικηγόρων που υποστηρίζουν την Ν.Δ. και γενικότερα του συντηρητικού τους κομματιού και ενισχύει τις πιθανότητες επανεκλογής του, δεν έχει παρά να συμβουλευτεί τα διδάγματα της συνδικαλιστικής ιστορίας του Δ.Σ.Α., τα οποία αποδεικνύουν χωρίς καμία εξαίρεση ότι όλοι οι διατελέσαντες «κεντροαριστεροί» πρόεδροι που ακολούθησαν την ίδια συμπεριφορά, ηττήθηκαν στις αμέσως επόμενες εκλογές από τον καθαρά δεξιό αντίπαλο τους. Δυστυχώς για αυτούς, το ακροατήριο των «κυρ – Παντελήδων» της δικηγορίας στο οποίο φαίνεται να ελπίζει και ο σημερινός πρόεδρος είναι μαθημένο να ξεχωρίζει τα αυθεντικά από τις απομιμήσεις και φυσικά να τα προτιμά.

Εάν λοιπόν ο κ. Βερβεσός νομίζει ότι κάνοντας πλάτη στην κυβερνητική αυθαιρεσία και γενικότερα στην κυβερνητική πολιτική, συνεχίζοντας τον δρόμο στο επαίσχυντο ΝΑΙ στο δημοψήφισμα 2015, ενισχύει την επανεκλογή του, είναι βέβαιο ότι κοιμάται σε λάθος πλευρό, αλλά είναι πρόβλημά του. Δικαίωμά του είναι να διαχειριστεί την προσωπική του καριέρα, με τον τρόπο που εκείνος νομίζει. Εκείνο που δεν είναι δικαίωμα του είναι να την βάλει πάνω από την ιστορία του Δικηγορικού Συλλόγου και να την φέρει πίσω στα χρόνια του Ροντήρη, ξανά δηλαδή στις σελίδες της ντροπής από τις σελίδες της δόξας.

Τον ευχαριστώ και πάλι για τη στάση του, όπως και κάθε άλλον που συμπαραστάθηκε, απέναντι στη σύλληψή μου στις 6/12/2020, αλλά δεν αρκεί αυτό, ούτε ανατρέπει την όλη εικόνα.

Τις σελίδες της δόξας θα τις γράψουν οι χιλιάδες αγωνιζόμενοι κάθε μέρα μαχόμενοι δικηγόροι, που υπερασπίζονται αυτά που ο Δ.Σ.Α. εξαιτίας του απεμπολεί.

Και με τους αγώνες τους όταν η θλιβερή παρένθεση των «Ροντήρηδων 2021» θα κλείσει, ο Δ.Σ.Α. θα επανέλθει στον δρόμο που τον καλεί η ιστορία του.

Αθήνα, 4/3/2021

Κώστας Παπαδάκης