17 О™ОїП…ОЅОЇОїП… 2021
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

πολιτική επικαιρότητα - Φεβρουάριος 2021

ПѓП„ОµОЇО»П„Оµ О±П…П„О® П„О· ПѓОµО»ОЇОґО± εκτύπωση





26 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Δελτίο τύπου της πρωτοβουλίας δικηγόρων και νομικών: κάλεσμα για Σάββατο 27/2, 12μ, Σύνταγμα


Δελτίο τύπου της πρωτοβουλίας δικηγόρων και νομικών που υπογράφουν την «Έκκληση για τη ζωή του κρατούμενου απεργού πείνας Δ. Κουφοντίνα».

Αθήνα, 26/2/2021

Οι ώρες που διανύουμε είναι οι τελευταίες, πριν η Ελλάδα καταταχτεί στις χώρες όπου πεθαίνουν κρατούμενοι απεργοί πείνας. Ως δικηγόροι και νομικοί επιστήμονες, κινητοποιηθήκαμε μπροστά στον κίνδυνο της απώλειας μιας ανθρώπινης ζωής ενός κρατούμενου αμετάκλητα καταδικασμένου, του Δημήτρη Κουφοντίνα, που διεκδικεί με το σώμα του ένα νόμιμο και εύλογο αίτημα, σχετιζόμενο αποκλειστικά με την έκτιση της ποινής του. Το ίδιο έπραξε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, κόμματα, ενώσεις, φορείς, προσωπικότητες από όλο το πολιτικό φάσμα από την αριστερά μέχρι την κεντροδεξιά. Δεκάδες χιλιάδες πολίτες αξιοποίησαν τις νέες τεχνολογίες για να απευθυνθούν στην ανώτατη πολιτειακή παράγοντα, την Πρόεδρο της Δημοκρατίας κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου, που ως τέως δικαστική λειτουργός αντιλαμβάνεται την ιδιαίτερη σημασία του κράτους δικαίου.

Δεν έχουν μείνει άλλα πράγματα να κάνουμε. Όταν οι θεσμοί δεν εισακούουν την φωνή της κοινωνίας και της κοινής λογικής, οι πολίτες πρέπει να βρουν τρόπο να ακουστούν. Τυχόν θάνατος του κρατούμενου απεργού πείνας θα συνιστά μια άτυπη επιβολή θανατικής ποινής, που για τελευταία φορά εφαρμόστηκε σ' αυτή τη χώρα το 1972 επί δικτατορικού καθεστώτος. Μ' αυτή την εφιαλτική σκέψη και συμμετέχοντας σε κάθε άλλη καλούμενη μαζική διαμαρτυρία, οι 1000+ δικηγόροι και νομικοί που υπογράφουμε την “Έκκληση” θα βρεθούμε το Σάββατο 27 Φεβρουαρίου, στις 12μ, στην πλατεία Συντάγματος. Και από εκεί, μαζί με τους δημοκρατικούς πολίτες της Αθήνας που το επιθυμούν, θα απευθυνθούμε την ύστατη ώρα προς την πολιτική και πολιτειακή εξουσία. Γιατί αυτό το αίμα θα πέσει πάνω στα κεφάλια όλων μας.

(Το κείμενο της έκκλησης και οι υπογραφές στο λινκ: https://tinyurl.com/4xch98m7)

 
   
   
   
   
25 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Κείμενο παρέμβασης για το σεξισμό και τα έμφυλα στερεότυπα στην ελληνική δικαιοσύνη


International Day for the Elimination of Violence against Women - MEIK

Δημοσιεύουμε κείμενο που επεξεργάστηκε συλλογικά η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας, ως μια πρώτη τοποθέτηση-συμβολή στα ζητήματα έμφυλης βίας και αντιμετώπισής της από τη δικαιοσύνη.

Κείμενο παρέμβασης για το σεξισμό και τα έμφυλα στερεότυπα στην ελληνική δικαιοσύνη.

Η δίκη για τον βιασμό και τη γυναικοκτονία[1] της Ελένης Τοπαλούδη, αλλά και το ελληνικό ‘metoo’, που ξεκίνησε με καταγγελίες στο χώρο του αθλητισμού, της τέχνης και των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, επανέφεραν με επιτακτικό τρόπο τα έμφυλα ζητήματα στο δημόσιο διάλογο, με τη συζήτηση να επεκτείνεται αναπόφευκτα και στη νομική τους διάσταση. Η αγόρευση της Εισαγγελέως της έδρας στη «δίκη Τοπαλούδη», μια από τις πιο σχολιασμένες αγορεύσεις εισαγγελικού λειτουργού των τελευταίων ετών, καθώς και οι πρόσφατες αντιδράσεις στις καταγγελίες δεκάδων θυμάτων έμφυλης βίας, πυροδότησαν το ενδιαφέρον και του νομικού κόσμου.

Στη μεγάλη συζήτηση που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης δίκης και συνεχίζεται, θεωρούμε, από θέση αρχής, θετικά τα οξυμένα αντανακλαστικά των συναδελφισσών και των συναδέλφων να καταδικάσουν την έμφυλη βία, προασπίζοντας παράλληλα τις αρχές της δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου αθωότητας. Φυσικά, διαχωριστήκαμε εξαρχής από την ντροπιαστική παρέμβαση μέλους του ΔΣ του ΔΣΑ, κατά τη διάρκεια της δίκης Τοπαλούδη που προκάλεσε την αγανάκτηση μεγάλου μέρους του κλάδου και της κοινωνίας[2]. Απέναντι στον αποπροσανατολισμό που επιχείρησε η ανακοίνωση του Βερβεσού (με την εκ των υστέρων στήριξη της Ολομέλειας) και την πλήρη απουσία ή υποβάθμιση της οπτικής του φύλου από το νομικό διάλογο, θεωρούμε αναγκαία την ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των έμφυλων εγκλημάτων, των λόγων που (πρέπει να) μας αφορά μια ειδικότερη ανάλυση πάνω στο ζήτημα.

Θεωρούμε, επίσης, αναγκαία την καλλιέργεια -εδώ και τώρα- και την όξυνση των αντανακλαστικών εκείνων που θα επιδεικνύουν αντίστοιχο ενδιαφέρον και ανησυχία για τα δικαιώματα των επιζωσών/θυμάτων έμφυλων εγκλημάτων και τα φαινόμενα συστηματικής και κατάφωρης παραβίασής τους από την αστυνομία, τους δικαστικούς-εισαγγελικούς λειτουργούς αλλά και την πλειοψηφία των συνηγόρων υπεράσπισης στις υποθέσεις βιασμού, στις οποίες διαπιστώνονται οι περισσότερες προβληματικές.

Κεντρικό άξονα στην πατριαρχία αποτελεί το βαθιά κοινωνικά εμπεδωμένο σύστημα σεξιστικών λόγων και πρακτικών που κωδικοποιούνται ως «κουλτούρα του βιασμού» (rape culture), η οποία αναπαράγεται και διαπερνά οριζόντια όλη την κοινωνία και δε θα μπορούσε, επομένως, να απουσιάζει από τους κρατικούς μηχανισμούς, το νόμο, την ερμηνεία του και το δικαστικό σύστημα. Η στερεοτυπική αντίληψη του βιασμού ως εγκλήματος που τελείται σε εξωτερικό/δημόσιο χώρο, μεταξύ αγνώστων και που περιλαμβάνει αποκλειστικά τη διείσδυση και τη χρήση βίας από τον δράστη και την ισχυρή αντίσταση/πάλη του θύματος, παρότι συντριπτικά μειοψηφική στην πράξη, αποτυπώνεται σε μεγάλο βαθμό στη νομική αντιμετώπιση αυτών των υποθέσεων. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εν γένει εχθρική διάρθρωση του δικαιικού συστήματος, όπως θα αναλυθεί, συμβάλλει στο ανησυχητικά μικρό ποσοστό καταγγελιών (οι επιζώσες ξέρουν καλά τι θα αντιμετωπίσουν) αλλά και στο ακόμα μικρότερο ποσοστό καταδικαστικών αποφάσεων.

Η έννοια της συναίνεσης στον βιασμό.

Η αντίληψη πως οι γυναίκες επιζητούν την σεξουαλική συνεύρεση ακόμα κι όταν δεν εκφράζουν ρητά τη συναίνεσή τους, πολλώ δε μάλλον όταν δεν εξωτερικεύουν με τον “αναμενόμενο” τρόπο την άρνησή τους, αποκρυσταλλώνεται στην κοινωνική παραδοχή πως οι γυναίκες ακόμα κι όταν λένε όχι εννοούν ναι, νομικά δε, μεταξύ άλλων, στην συμπερίληψη της χρήσης σωματικής βίας ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, στην πλειοψηφία των εννόμων τάξεων διεθνώς. Παρότι το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η σεξουαλική ελευθερία («γενετήσια», κατά την απαρχαιωμένη έκφραση του ελληνικού νόμου) στο μέχρι πρόσφατα ισχύον άρθρο 336 ΠΚ προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση του βιασμού αποτελούσε η άσκηση σωματικής βίας ή η απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου. Η πλέον ισχύουσα ως παράγραφος 1 του άρθρου 336 του ΠΚ που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, εισάγει μια ακόμα πιο αντιδραστική προσέγγιση: χωρίς καμία επαφή με τις επιστημονικές εξελίξεις, τις διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος και κυρίως με την πραγματικότητα των θυμάτων βιασμού, θέτει ως προϋπόθεση την άσκηση σωματικής βίας ή την απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας, περιορίζει επομένως τους λόγους του σοβαρού και άμεσου κινδύνου, αφήνοντας ουσιαστικά ατιμώρητες – ή υποβιβάζοντας αυτές στο αδίκημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας - την πλειοψηφία των περιπτώσεων (εξαναγκασμός χωρίς σωματική βία, απειλή άλλου έννομου αγαθού, απώλεια συνείδησης κ.α.). Ενάντια σε αυτή την απαρχαιωμένη, αντιεπιστημονική και πλήρως υποταγμένη στην ανδροκεντρική αντίληψη του βιασμού πρόταση της επιτροπής και της κυβέρνησης, τάχθηκε από την πρώτη στιγμή το φεμινιστικό κίνημα, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η αριστερά - τουλάχιστον στο μεγαλύτερο κομμάτι της - με αποτέλεσμα την προσθήκη της παραγράφου 5 που θέτει για πρώτη φορά την έννοια της συναίνεσης (σε συμμόρφωση και με το άρθρο 36 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης). Η προσθήκη αυτή έγινε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή πριν την ψήφιση του νόμου, καθιστώντας έτσι αδύνατο τον απαραίτητο επιστημονικό, κοινωνικό διάλογο και επεξεργασία του όρου «συναίνεση». Χωρίς να υποβαθμίζουμε την αξία της νίκης αυτής, οι αντιφάσεις από την εξέταση της παραγράφου 1 και 5 του άρθρου 336 ΠΚ σε συνδυασμό και με το άρθρο 343 ΠΚ οδηγούν σε νομοθετική σύγχυση και, κατ’ επέκταση, σε ανασφάλεια δικαίου, που πιθανόν θα προκαλέσει δυσκολίες στην εφαρμογή του νόμου. Διακύβευμα αποτελεί, επομένως, η θεωρητική εξειδίκευση και η νομολογιακή σφυρηλάτηση της έννοιας της συναίνεσης -και της απουσίας της- με έναν τρόπο που να ανταποκρίνεται στην βιωμένη πραγματικότητα χιλιάδων θυμάτων βιασμού. Η επίγνωση πως οι νόμοι, ακόμα και όταν επιβάλλονται από την πίεση των κινημάτων, δε μπορούν να διαρρήξουν άνευ ετέρου εδραιωμένα εξουσιαστικά πλέγματα, όπως η πατριαρχία και ο ρατσισμός, καθιστούν αναγκαία την παρέμβαση σε όλη την κοινωνία και την πάλη μας εντός και εκτός των δικαστικών αιθουσών. Πολύτιμες αποτελούν και οι εμπειρίες από άλλες έννομες τάξεις, όπως της Αυστραλίας, που παρότι έχει εντάξει την έννοια της συναίνεσης στον ορισμό του βιασμού από το 1989, οι αντιστάσεις του δικαστικού συστήματος παραμένουν ισχυρές (ενδεικτικά στο “Meanings of ‘Sex’ and ‘Consent’ The Persistence of Rape Myths in Victorian Rape Law”,Dr Anastasia Powell, Dr Nicola Henry, Dr Asher Flynn and Dr Emma Henderson Griffith Law Review, January 1, 2013).[3]

Οι «ψευδείς καταγγελίες» των θυμάτων.

Στοιχεία από διεθνείς και εγχώριες έρευνες (ενδεικτικά για την Ελλάδα, Άγγελος Τσιγκρής, «Ψευδείς καταγγελίες βιασμού: Μερικές αλήθειες για ένα μύθο», 1999) ανατρέπουν πλήρως την αντίληψη πως στο έγκλημα του βιασμού η πλειοψηφία των υποθέσεων βασίζονται σε ψευδείς καταγγελίες, οι οποίες γίνονται από τις καταγγέλλουσες με σκοπό να αποκομίσουν κάποιο χρηματικό όφελος, για να «περισώσουν» κοινωνικά την χαλαρή ηθική τους είτε ακόμα και για να εκδικηθούν κάποιον πρώην ερωτικό σύντροφο. Φυσικά, ο μύθος αυτός δε μπορεί παρά να ιδωθεί υπό το πρίσμα της αμφισβήτησης συνολικά του γυναικείου λόγου, βιώματος και της αντίληψης πως ακόμα κι όταν λέει ή δείχνει πως δε θέλει, στην πραγματικότητα θέλει, όπως αναλύθηκε προηγουμένως. Είναι άλλωστε ενδεικτικό πως, ενώ τα εγκλήματα τα οποία τελούνται ενώπιον μόνο δύο προσώπων (δράστης / θύμα) και άρα χωρίς μάρτυρες, είναι πολλά (εξύβριση, κλοπή, εκβίαση κ. α), τα εγκλήματα έμφυλης βίας και δη σεξουαλικής είναι η κατεξοχήν περίπτωση στην οποία θεωρείται ότι τα θύματα προβαίνουν σε ψευδείς καταγγελίες για σκοπούς αποζημίωσης. Αυτό από μόνο του ενσωματώνει μία έμφυλη διάκριση στη δόμηση του λόγου και στη συγκρότηση της νομικής επιχειρηματολογίας, χωρίς να υποστηρίζεται από επιστημονικά και ερευνητικά δεδομένα.

Σε ό,τι αφορά -εν γένει- το δικαστικό σύστημα, η καχυποψία απέναντι στο θύμα αποτελεί τον κανόνα, πρακτική που γίνεται αντιληπτή από την πρώτη στιγμή, από την πρώτη επαφή με τις Αρχές, οι οποίες θα αμφισβητήσουν το γεγονός, θα αποθαρρύνουν το θύμα με κάθε τρόπο από το να υποβάλει καταγγελία, με την επίκληση νομικών ανακριβειών (όπως η παραγραφή του αδικήματος ή η έλλειψη αποδείξεων) που η ίδια, αν δεν διαθέτει νομική υποστήριξη, δεν είναι σε θέση να αντικρούσει, όπως συνέβη άλλωστε και στον πρώτο βιασμό της Τοπαλούδη.

Στις ελάχιστες περιπτώσεις που υποθέσεις βιασμού φτάνουν στις δικαστικές αίθουσες, η εξέταση επικεντρώνεται στα ίχνη βίας στο σώμα του θύματος, για την απόδειξη των οποίων απαιτούνται ιατροδικαστικές εκθέσεις συχνά ελλιπείς, καθώς τις περισσότερες φορές πραγματοποιούνται ημέρες μετά το συμβάν, είτε λόγω έλλειψης κατάλληλης ενημέρωσης του θύματος είτε γιατί η εξέταση δεν κατέστη δυνατόν να γίνει εγκαίρως (με μόλις 13 ιατροδικαστικές υπηρεσίες σε όλη την Ελλάδα στις έδρες των Εφετείων, οι οποίες δεν λειτουργούν καν τα Σαββατοκύριακα). Η αμφισβήτηση της αλήθειας της καταγγελίας επιτείνεται στην περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί σε σύντομο χρόνο μετά την τέλεση του βιασμού, παραγνωρίζοντας πλήρως την διαχείριση του τραύματος και θέτοντας, άρρητα, μια εξωνομική προϋπόθεση. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η σωματική βία δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα ή δεν υπάρχουν μαρτυρικές καταθέσεις, η διερεύνηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στην προσωπική της ζωή, στην αξιοπιστία του λόγου και την ακεραιότητα του χαρακτήρα της καταγγέλλουσας και όχι στα στοιχεία του ίδιου του εγκλήματος. Στο σημείο αυτό, οι πατριαρχικές αντιλήψεις για την γυναικεία υποκειμενικότητα και τους έμφυλους ρόλους συναντώνται με τις ταξικές και φυλετικές διακρίσεις με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Ένα επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα υιοθέτησης ενός λόγου με έμφυλο πρόσημο, αντλείται από τις δικαστικές αίθουσες και το λόγο συναδέλφων αλλά και δικαστών: ένα θύμα έμφυλου εγκλήματος θα αμφισβητηθεί σκληρά για τις συνθήκες υπό τις οποίες το ίδιο κινήθηκε και “συνετέλεσε” στη θυματοποίησή του, ενώ στην περίπτωση ενός βίαιου εγκλήματος του κοινού ποινικού δικαίου (ληστεία π.χ.), υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δε θα αμφισβητηθεί ούτε ο λόγος του ούτε η ορθή ή μη εξωτερίκευση της άρνησής του και το αν αυτή κατέστη σαφής. Αντίστοιχα, σε επιθέσεις με κίνητρο οικονομικό/ περιουσιακό και σε κάθε περίπτωση, μη έμφυλο, όσο ‘αφελώς’ και απρόσεκτα και να φέρθηκε το θύμα, κανένα άτομο, είτε εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας ή συνάδελφος, δε θα τολμήσει να αρθρώσει επιχειρηματολογία της ‘ατομικής ευθύνης’ του θύματος που έθεσε εαυτόν σε κίνδυνο, «προκαλώντας το δράστη»[4]. Αυτού του τύπου η επιχειρηματολογία δυστυχώς και αρθρώνεται και βρίσκει ευήκοα ώτα, στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων.

Περαιτέρω, το θύμα έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να αντιμετωπιστεί με σεβασμό, εάν προσιδιάζει στην κατηγορία ‘σωστό θύμα βιασμού’ - από πλευράς κοινωνικού προφίλ και σεξουαλικής ζωής. Καθίσταται έτσι σαφές πως για όποιες δεν πειθαρχούν στις επιταγές της πατριαρχίας και της ετεροκανονικότητας, για όσες δεν «ταιριάζουν» στο αρχέτυπο του θύματος που άρρητα υιοθετεί το σεξιστικό, ρατσιστικό και ταξικό δικαστικό σύστημα, όπως οι παρέχουσες σεξουαλικές υπηρεσίες, οι τρανς γυναίκες, όσες δεν έχουν σταθερή, μονογαμική, ετεροφυλοφιλική σχέση, οι προσφύγισσες ή μετανάστριες, οι τοξικοεξαρτημένες, οι γυναίκες με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κοινωνικό στάτους, ακόμα κι αν καταφέρουν να φτάσουν στις διωκτικές αρχές, οι πιθανότητες να ασκηθεί δίωξη για την υπόθεση τους ή να τιμωρηθεί ο δράστης είναι σχεδόν μηδενικές. Τέλος, με αφορμή και τις πρόσφατες καταγγελίες στον χώρο του θεάτρου, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το ζήτημα του βιασμού ανδρών από άνδρες, (σε περιβάλλοντα όπως τα εκπαιδευτικά ιδρύματα κάθε είδους, ο στρατός, οι φυλακές, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων, όπου πολλαπλασιάζονται οι συνέπειες της τοξικής αρρενωπότητας) που φέρει ακόμα μεγαλύτερο στίγμα και καχυποψία, επομένως καταγγέλλεται ακόμα λιγότερο.

Η ευθύνη του θύματος (victim blaming).

Στις περιπτώσεις που η υπόθεση φτάσει στις δικαστικές αίθουσες η επιζώσα θα κληθεί να αντιμετωπίσει την ίσως πιο διαδεδομένη αντίληψη γύρω από τον βιασμό, πως το θύμα προκάλεσε την πράξη του δράστη. Η διαδικασία αυτή είναι επιπρόσθετη στη διαδικασία self-blaming που ήδη έχει περάσει και ενδεχομένως περνάει το θύμα βιασμού: “μήπως παρέλειψα να κάνω κάτι που θα απέτρεπε το δράστη, μήπως έπρεπε να έχω αντισταθεί πιο σθεναρά;” τι θα μπορούσε εν γένει να έχει κάνει διαφορετικά. Οι ερωτήσεις της έδρας και κυρίως των δικηγόρων που αναλαμβάνουν την υπεράσπιση των βιαστών αφορούν σχεδόν αποκλειστικά το αν η επιζώσα/θύμα είχε λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα αυτοπροστασίας της ή αν περπατούσε έξω μέχρι αργά, πόσο «προκλητικές» ήταν οι ενδυματικές της επιλογές και το είδος των εσωρούχων της, αν και πόσο είχε πιει, αν χόρευε πολύ, φλέρταρε ή δημιούργησε στον δράστη την εντύπωση πως είναι σεξουαλικά απελευθερωμένη, αν τον γνώριζε, αν τον είχε καλέσει η ίδια στο σπίτι της και αν είχε προηγούμενη σεξουαλική επαφή μαζί του. Παράγουν, συνεπώς, για άλλη μια φορά, το προφίλ της γυναίκας που δεν αποτελεί υποψήφιο θύμα βιασμού, ενοχοποιώντας συγχρόνως όλες τις υπόλοιπες και αποτρέποντάς τες ακόμα περισσότερο από το να προβούν σε καταγγελία.

Η ανάδειξη των παραπάνω προκαλεί συχνά ενστάσεις συναδέλφων, οι οποίοι/ες θεωρούν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος αναζήτησης της αλήθειας από τη δικαιοσύνη και ότι τα φεμινιστικά αιτήματα ελλοχεύουν τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων εν γένει. Διευκρινίζοντας ότι ρητώς απορρίπτουμε οποιαδήποτε συζήτηση περί αντιστροφής του βάρους απόδειξης, ως αποπροσανατολιστική για τα πραγματικά καθήκοντα που έχουμε απέναντι στην έμφυλη βία, δε μπορούμε παρά να αναδείξουμε ότι στις υποθέσεις βιασμών αυτό που κυριαρχεί είναι ένα άτυπο τεκμήριο ενοχής του θύματος και συγχρόνως το βάρος απόδειξης της σύνεσης και συμμόρφωσής του με τα χρηστά ήθη και τις επιταγές της πατριαρχίας. Οι ερωτήσεις και οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης των βιαστών και δολοφόνων της Ελένης Τοπαλούδη εντάσσονται πλήρως σε αυτό το μοτίβο. Σε μια προσπάθεια να κεντρίσουν τα πατριαρχικά ένστικτα επιβίωσης των ανδρών ενόρκων (οι δύο γυναίκες είχαν βεβαίως εξαιρεθεί από πλευράς συνηγόρων υπεράσπισης) αναφέρθηκαν στη δραστήρια σεξουαλική της ζωή, αμφισβήτησαν τις μαρτυρικές καταθέσεις σχετικά με τις ψυχολογικές συνέπειες του προηγούμενου βιασμού που είχε υποστεί λίγους μήνες πριν την δολοφονία της και ένας από αυτούς έθεσε και μια νέα ευφάνταστη προϋπόθεση για την αναγνώριση τέλεσης βιασμού, την προηγούμενη αφαίρεση του στηθόδεσμου του θύματος από τους δράστες.

Η αναπαραγωγή όλων των παραπάνω από συναδέλφους, συνηγόρους υπεράσπισης δραστών έμφυλων εγκλημάτων και από τις αστυνομικές αρχές, τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς είναι η κανονικότητα που θα αντιμετωπίσουν όσες βρουν το κουράγιο να καταγγείλουν τον βιασμό τους. Αυτή την εμπεδωμένη κανονικότητα της κουλτούρας του βιασμού καλούμαστε να ανατρέψουμε, εντός κι εκτός των δικαστικών αιθουσών.

Για όλα τα παραπάνω, θεωρούμε αναγκαίο και επιτακτικό να αρθρωθεί από μεριάς μας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο νομικών διεκδικήσεων, τόσο απέναντι στην κυβέρνηση όσο και απέναντι στον ίδιο τον ΔΣΑ και την Ολομέλεια των Δ.Σ.

-Να υπάρξει πρόβλεψη για ειδική εκπαίδευση πάνω στην έμφυλη βία όλων των εμπλεκόμενων μερών της δίκης (στις νομικές σχολές, σχολές αστυνομίας, Εθνική Σχολή Δικαστών).

-Ο ΔΣΑ να λάβει άμεσα απόφαση για την διενέργεια ειδικών σεμιναρίων και την έκδοση πρωτοκόλλων καλών πρακτικών για τον χειρισμόυποθέσεων έμφυλης βίας και σεξουαλικών εγκλημάτων.

-Να υπάρξουν ειδικές νομοθετικές προβλέψεις και να εφαρμοστούν οι υπάρχουσες για την αντιμετώπιση της δευτερογενούς θυματοποίησης των θυμάτων/επιζωσών έμφυλων εγκλημάτων, όπως η πρόβλεψη εξοπλισμού που θα επιτρέπει την εξέταση του θύματος με οπτικοακουστικά ή άλλα μέσα, ώστε να μην βρίσκεται δίπλα στον κακοποιητή/βιαστή, με τρόπο που να εξασφαλίζονται τα δικαιώματα όλων των μερών, όπως άλλωστε έχει ήδη νομολογηθεί από το ΕΔΔΑ.

-Να προβλεφθεί η τοποθέτηση εξειδικευμένων αστυνόμων σε κάθε Τ.Α., να αναλαμβάνει από την αρχή την υπόθεση ένας υπάλληλος, του φύλου προτίμησης του θύματος και κατάλληλων εκπαιδευμένων διερμηνέων και ψυχολόγων, για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο συνεχών καταθέσεων και εξιστόρησης του συμβάντος που επιβαρύνει την ψυχική κατάσταση του θύματος.

-Να αυξηθούν οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες και να εξασφαλιστεί εξοπλισμός (kit βιασμού) ακόμα και στα πιο μικρά κέντρα υγείας της επαρχίας, ώστε να μη χάνεται πολύτιμος χρόνος για την λήψη των αποδεικτικών στοιχείων.

-Να διευρυνθούν οι προβλέψεις για δωρεάν νομική βοήθεια στα θύματα έμφυλης βίας.

-Να υπάρξει νομοθετική παρέμβαση όπου με σαφήνεια θα ορίζεται το αδίκημα του βιασμού, στα πλαίσια που ορίζει η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (Άρθρο 36, παράγραφος 2): “Η συναίνεση πρέπει να παρέχεται εκουσίως, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του ατόμου η οποία αξιολογείται στο πλαίσιο των περιστάσεων’, και η συναίνεση, ως μια εκούσια και συνεχιζόμενη συμφωνία συμμετοχής σε μια συγκεκριμένη σεξουαλική δραστηριότητα που μπορεί να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή.”

- Να υπάρξει νομοθετική παρέμβαση για την ποινική αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης, με επιβαρυντικές περιστάσεις όταν συμβαίνει σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και χώρους εργασίας.

Σημειώσεις

[1] Συνειδητά επιλέγουμε αυτόν τον όρο, που δεν έχει νομική κατοχύρωση, αλλά συμπυκνώνει κατά την άποψή μας ακριβέστερα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ανθρωποκτονιών λόγω φύλου.

[2] Θυμίζουμε ότι ο Σύμβουλος του ΔΣΑ, χωρίς καμία εσωτερική διαδικασία, «κόμισε» εκτός κάθε δικονομικής πρόβλεψης στο Δικαστήριο τη διαμαρτυρία του Προέδρου του ΔΣΑ για τις υποτιμητικές κατ’ αυτόν σε βάρος των δικηγόρων αποστροφές της Εισαγγελέα.

[3] https://tinyurl.com/2zrswe8v

[4] Δύσκολα δηλαδή θα φανταζόμασταν να τίθεται μια ερώτηση σε θύμα ληστείας «γιατί περάσατε από τον τάδε δρόμο που έχει ελλιπή φωτισμό το βράδυ;».

 
   
   
   
   
24 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Δελτίο Τύπου για το διάβημα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Τετάρτη 24/2


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και εξωτερικοί χώροι

Δελτίο τύπου, 24/2/2021

Δικηγόροι που υπογράφουμε την «Έκκληση νομικών για τη ζωή του απεργού πείνας κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα» βρεθήκαμε σήμερα, Τετάρτη 24/2, στις 12μ, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για να υποστηρίξουμε το νόμιμο και εύλογο αίτημά του για μεταγωγή στις φυλακές Κορυδαλλού, όπως ορίζει ρητά και ο νόμος. Η Έκκληση, που δημοσιοποιήθηκε χτες 23/2, συγκέντρωσε πάνω από 1000 υπογραφές δικηγόρων και νομικών μέσα σε ελάχιστες ώρες, δείγμα της αυξημένης ευαισθητοποίησης του νομικού κόσμου για την καταπάτηση του κράτους δικαίου. Ήδη, σύμβουλοι του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από όλο το πολιτικό φάσμα έχουν υποστηρίξει το αίτημα του κρατούμενου. Τριμελής αντιπροσωπεία της συγκέντρωσης, αποτελούμενη από τον εν ενεργεία σύμβουλο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Βασίλη Παπαστεργίου, τον πρώην σύμβουλο του ΔΣΑ με την «Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή» Θανάση Καμπαγιάννη και την εκπρόσωπο της «Ένωσης Δικηγόρων για την Υπεράσπιση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» Χρυσάνθη Ζαχάρωφ, συναντήθηκε με τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης κ. Πάνο Αλεξανδρή και επέδωσε το ψήφισμα με τις 1000 υπογραφές, καθώς και δύο προγενέστερα κείμενα δικηγόρων (κείμενο Πάτρας και κείμενο των 79), με τα οποία ζητείται η ικανοποίηση του αιτήματος του απεργού πείνας.

Στη συζήτηση με τον Γενικό Γραμματέα, τα μέλη της αντιπροσωπείας τόνισαν πως η επιλογή προσέλευσης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (και όχι στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη) έχει να κάνει αφενός με το ότι τα ζητήματα σωφρονιστικής πολιτικής είναι κατεξοχήν ζητήματα δικαιοσύνης και όχι δημόσιας τάξης, αφετέρου με την οριακή κατάσταση της υγείας του απεργού, που απαιτεί πλέον άμεση πρωτοβουλία από τους κόλπους της Δικαιοσύνης, τόσο του Υπουργού όσο και της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, με σκοπό τη διάσωση της ζωής του κρατουμένου. Ο Γενικός Γραμματέας κ. Πάνος Αλεξανδρής αρκέστηκε να παραλάβει το ψήφισμα και άκουσε με προσοχή τις τοποθετήσεις της αντιπροσωπείας. Δήλωσε πως η ανθρωπιστική διάσταση του θέματος επέτασσε στον ίδιο να μας υποδεχτεί και να μας ακούσει και πως θα μεταφέρει το περιεχόμενο των τοποθετήσεων στον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Τσιάρα που έχει την πολιτική ευθύνη, καθώς το συγκεκριμένο ζήτημα άπτεται του επιτελικού πυρήνα της κυβέρνησης.

Η αντιπροσωπεία συμφώνησε πως το ζήτημα είναι πλέον ανθρωπιστικό και οι αποφάσεις πρέπει να ληφθούν κατεπειγόντως με αυτή την οπτική.

Η συλλογή των υπογραφών συνεχίζεται στο λινκ: https://tinyurl.com/4xch98m7

 
   
   
   
   
24 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η στοχοποίηση των συναδέλφων μας, συνηγόρων θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, στόχο έχει να φιμώσει τα θύματα


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο που λέει

Η στοχοποίηση των συναδέλφων μας, συνηγόρων θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, στόχο έχει να φιμώσει τα θύματα (Ανακοίνωση της Εναλλακτικής, 24/2/2021).

Για άλλη μια φορά γινόμαστε μάρτυρες επιθέσεων και απροσδιόριστων υπονοουμένων που στέφονται κατά συναδέλφων μας, δικηγόρων, από δημοσιεύματα που ουδεμία σχέση έχουν με τη δημοσιογραφική ενημέρωση και δεοντολογία.

Σε πρόσφατο δημοσίευμα στο in.gr, αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρέθηκαν οι συνάδελφοι δικηγόροι και μέλη της παράταξής μας, Εναλλακτικής Παρέμβασης δικηγόρων Αθήνας, Γεωργία Παλαιολόγου και Πατρίκιος Πατρικουνάκος, δικηγόροι του Νίκου Σ., που προέβη πρόσφατα σε μία θαρραλέα καταγγελία για βιασμό και σεξουαλική κακοποίησή του σε νεαρή ηλικία.

Το δημοσίευμα προφανώς δεν έχει κανένα δημοσιογραφικό σκοπό καταγραφής γεγονότων και πληροφόρησης του κοινού. Ο αποκλειστικός σκοπός του είναι η απροσδιόριστη σύνδεση του εντολέα των συναδέλφων και θύματος βιασμού, με άσχετα με την υπόθεσή του ζητήματα όπως το κείμενο έκκληση 1000 νομικών για την εξοντωτική μεταχείριση απέναντι στην απεργία πείνας και δίψας του κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα.

Η προσπάθεια τέτοιων δημοσιευμάτων να παρουσιάσουν την καταγγελία του θύματος ως τρόπον τινά συνδεδεμένη με την αξιωματική αντιπολίτευση ή με την απεργία πείνας κρατούμενου αποτελεί χυδαία διαστρέβλωση. Επενδύει στα αντιδραστικά αντανακλαστικά που καλλιεργούν κύκλοι συστηματικής συκοφαντίας που ταυτίζουν τους ενσυνείδητους νομικούς επιστήμονες που υπερασπίζονται το κράτος δικαίου με «υπερασπιστές της τρομοκρατίας». Φαίνεται ότι τώρα, επιχειρείται να παρουσιαστούν οι καταγγελίες ειδεχθών σεξουαλικών κακοποιήσεων που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας ως προϊόντα κάποιας δήθεν «πολιτικής πλεκτάνης».

ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ

Η ανατριχιαστική προσπάθεια απαξίωσης των θυμάτων και καλλιέργειας κλίματος υποψίας σε βάρος τους από μερίδα του τύπου αποτελεί επιχείρηση ξεπλύματος των θυτών και των ασύλληπτων εγκλημάτων που τελούνται τόσα χρόνια σε βάρος ανηλίκων και νέων παιδιών. Τέτοια δημοσιεύματα κηλιδώνουν τον τύπο στη χώρα μας και θα έπρεπε πρώτα από όλα να καταγγέλλονται από τον κόσμο της δημοσιογραφίας.

Απαιτούμε από το ΔΣΑ να υπερασπιστεί τα μέλη του από τέτοιες αήθεις επιθέσεις σε βάρος των δικηγόρων και της δικηγορίας.

Δεν θα ανεχτούμε τη στοχοποίηση των συναδέλφων μας, που τιμούν με τη δουλειά και τη στάση τους τη μαχόμενη δικηγορία και το νομικό επάγγελμα ως μέσο υπεράσπισης των αδυνάτων και αποκατάστασης του δικαίου με ευρύτερη κοινωνική προσφορά.

Ούτε θα ανεχτούμε τη στοχοποίηση των θυμάτων, σε μια στιγμή συλλογικής δύναμης για όσους και όσες έχουν βιώσει σεξουαλική κακοποίηση. Η αλήθεια θα βγει στο φως και η δικαιοσύνη θα αποκατασταθεί. Να το γνωρίζουν, όσοι απεργάζονται τρόπους εκφοβισμού των θυμάτων, ότι δεν πρόκειται να το αποτρέψουν.

 
   
   
   
   
24 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Ακραία αστυνομική βία και ξυλοδαρμός δικηγόρων κατά τη διάλυση της διαμαρτυρίας στις 24/2


Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και εξωτερικοί χώροι

Ακραία αστυνομική βία και ξυλοδαρμός δικηγόρων κατά τη διάλυση της διαμαρτυρίας στις 24/2: Υπάρχει πλέον κάποιο δικαίωμα που να σέβεται η κυβέρνηση;

Για άλλη μια φορά, η αστυνομία διέλυσε με ακραία καταστολή την διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί σήμερα στις 18.00 στα Προπύλαια για το ζήτημα της εξοντωτικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση απέναντι στον απεργό πείνας και δίψας Δ. Κουφοντίνα, όπως άλλωστε και όλες τις προηγούμενες απόπειρες διαμαρτυρίας.

Χωρίς καμία απολύτως αφορμή, ένα λεπτό μετά την προγραμματισμένη ώρα της συγκέντρωσης, πάνοπλες δυνάμεις της ΕΛΑΣ καταδίωξαν τους πολίτες ακόμη και με μηχανές και άσκησαν ακραία καταστολή με ξυλοδαρμούς, ρίψη δακρυγόνων και χημικών και τυφλές προσαγωγές. Έφτασαν στο σημείο να χρησιμοποιήσουν την αύρα νερού απευθείας στο σώμα διαδηλωτών προκαλώντας τραυματισμούς.

Δεν δίστασαν να χτυπήσουν βίαια ακόμη και τους συναδέλφους και μέλη της παράταξής μας, Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας, Π.Α. και Β.Κ., αφού επέδειξαν στις αστυνομικές δυνάμεις τις δικηγορικές τους ταυτότητες ζητώντας να απόσχουν αυτές από αυθαίρετες ενέργειες και την δυσανάλογη άσκηση βίας.

ΩΣ ΕΔΩ

Καταγγέλλουμε την άσκηση απρόκλητης αστυνομικής βίας στους διαδηλωτές. Καταγγέλλουμε την απαράδεκτη επίθεση των αστυνομικών δυνάμεων στους συναδέλφους δικηγόρους, που αποτελεί ξεκάθαρα παράνομη ενέργεια και παρεμπόδιση του δικηγορικού λειτουργήματος, έναν θεσμό που γίνεται σεβαστός ακόμη και στα πιο αυταρχικά καθεστώτα.

Η εκστρατεία κατατρομοκράτησης κάθε φωνής που τολμά να διαμαρτυρηθεί για την πρωτοφανή παραβίαση της νομιμότητας στην υπόθεση του κρατούμενου απεργού πείνας, έχει φτάσει πλέον σε επικίνδυνα όρια. Η πολιτική της κυβέρνησης και του πολιτικού προϊσταμένου της ΕΛΑΣ κ. Χρυσοχοΐδη, καταλύει πλέον τον πυρήνα του δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Φαίνεται πως έχουν αποδώσει πλέον στην αστυνομία και την εξουσία να συναρτά το δικαίωμα στη διαδήλωση με το πολιτικό της περιεχόμενο.

Το μέγεθος της αυταρχικής στροφής που λαμβάνει σήμερα η Πολιτεία οφείλει να κινητοποιήσει κάθε θεσμό που σέβεται τη δημοκρατία και τις κεκτημένες ελευθερίες, κάθε δημοκρατικό άνθρωπο.

Η Εναλλακτική Παρέμβαση, τα μέλη της, και οι μαχόμενοι δικηγόροι δεν θα σταματήσουμε να μιλάμε για το δίκιο, να βρισκόμαστε στους δρόμους στο πλάι κάθε αγωνιζόμενου ανθρώπου.

 
   
   
   
   
23 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Έκκληση νομικών για τη ζωή του κρατούμενου απεργού πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα (UPDATE: 1250 υπογραφές)


Έκκληση νομικών για τη ζωή του κρατούμενου απεργού πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα (UPDATE: 1250 υπογραφές)

(Συλλογή υπογραφών νομικών - το κείμενο υπογράφεται ήδη από δύο συμβούλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, την Αγγελική Σεραφείμ και τον Βασίλη Παπαστεργίου).

Όσες και όσοι νομικοί υπογράφουμε αυτό το κείμενο νιώθουμε πως δεν έχουμε δικαίωμα να σιωπήσουμε τη στιγμή που η ζωή ενός κρατούμενου απεργού πείνας βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Το αίτημα του κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα να μεταχθεί στις φυλακές Κορυδαλλού (συγκεκριμένα στην αντιτρομοκρατική πτέρυγα του υπογείου των γυναικείων φυλακών όπου εξέτιε την ποινή του με άλλους καταδικασμένους για παρόμοιες πράξεις) έχει σαφές έρεισμα στον νόμο 4760/2020 και τη γραμματική διατύπωση του α. 3 («επαναμετάγεται στο κατάστημα κράτησης από το οποίο αρχικά μετήχθη»).

Από τη στιγμή που ο νόμος δεν εφαρμόστηκε και ο κρατούμενος οδηγήθηκε στις φυλακές Δομοκού, ο κρατούμενος θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να έχει στη διάθεσή του τις αποφάσεις της Διοίκησης (της ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής και της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών) για να γνωρίσει το σκεπτικό μεταγωγής του και να μπορεί να τις προσβάλει. Κι όμως, παρά τις σχετικές συστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, δεν του χορηγούνται τα έγγραφα που τον αφορούν. Αυτή η ανασφάλεια δικαίου και η πρωτοφανής έλλειψη διαφανειας κείται εκτός νομιμότητας και εξηγεί τη σφοδρότητα της αντίδρασης του κρατούμενου που αυτή τη στιγμή θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του.

Ωστόσο, όλα τα παραπάνω λέγονται πλέον εκ περισσού. Η ζωή αποτελεί το μέγιστο αγαθό στον νομικό μας πολιτισμό. Και η ζωή του συγκεκριμένου κρατούμενου βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε άμεση διακινδύνευση. Ο κρατούμενος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για τις πράξεις που τέλεσε και η έκτιση της ποινής του δεν έχει καμία σχέση με αυτές. Το κράτος δικαίου ισχύει για όλους, δεν είναι a la carte. Τυχόν επιμονή της κυβέρνησης στην αδιάλλακτη στάση της θα σημάνει από πλευράς εκτελεστικής εξουσίας την άρρητη επιβολή θανατικής ποινής, η οποία έχει καταργηθεί στην ελληνική έννομη τάξη και για τελευταία φορά εφαρμόστηκε το 1972 από τη Χούντα.

Οι στιγμές είναι κρίσιμες: ο θάνατος κρατούμενου απεργού πείνας θα αποτελεί αυταρχική τομή για την Ελληνική Πολιτεία. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα για να αλλάξει κεφάλαιο η Ελλάδα στα σχετικά βιβλία και να βρεθεί δίπλα στις χώρες όπου απεργοί πείνας πεθαίνουν όντας έγκλειστοι. Όποια και αν ήταν η άποψή μας για τα όσα προηγήθηκαν, πλέον μετριόμαστε με μοναδικό ζύγι τη διατήρηση της ζωής.

Ας δώσει το νεύμα η κυβέρνηση, αλλιώς το αίμα δεν θα πέσει μόνο στα χέρια όσων αδράνησαν, αλλά στα κεφάλια όλων μας.

Μπορείτε να δείτε όλες τις υπογραφές και να υπογραψετε στο λινκ:

https://docs.google.com/.../1FAIpQLSeXvXS5dd52OL.../viewform

 
   
   
   
   
18 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η στοχοποίηση του Θ. Καμπαγιάννη δεν θα φιμώσει τις φωνές υπεράσπισης του κράτους δικαίου


Η στοχοποίηση του Θανάση Καμπαγιάννη από τη ΝΔ και καταδικασμένους συκοφάντες δεν θα φιμώσει τις φωνές υπεράσπισης του κράτους δικαίου (Ανακοίνωση της Εναλλακτικής, 18/2/2021).

Με τα γνωστά μέσα της προσωπικής στοχοποίησης και διαστρέβλωσης, η Ομάδα Αλήθειας της ΝΔ και ο εκδότης των «Παραπολιτικών» Γιάννης Κουρτάκης επιτέθηκαν στον Θανάση Καμπαγιάννη, πρώην σύμβουλο του ΔΣΑ με την Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή, αναφορικά με άρθρο του για την απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα.

Η μέθοδος της προσωπικής στοχοποίησης του εκφραστή μιας θέσης είναι γνωστή και έχει σκοπό να αποτραβήξει το ενδιαφέρον από την ουσία της άποψης, να φιμώσει τον ίδιο τον εκφραστή, αλλά και όσους άλλους «τολμήσουν» να την υποστηρίξουν.

Να ξέρουν καλά ότι δεν θα το πετύχουν. Οι αγώνες που προσωπικά ο Θανάσης Καμπαγιάννης, και τόσοι και τόσες δικηγόροι και νομικοί δίνουν αδιάκοπα ενάντια στο φασισμό, για τη δημοκρατία, την υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών, δεν μπορούν να θαφτούν από βδελυρές αναρτήσεις και τους σκοτεινούς μηχανισμούς της κυβέρνησης.

Σήμερα η κυβέρνηση φέρει στα χέρια της ακέραια την ευθύνη για το ενδεχόμενο να υπάρξει ο πρώτος νεκρός απεργός πείνας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο μετά την εποχή Θάτσερ, απλώς και μόνο γιατί η κυβέρνηση αρνείται να εφαρμόσει το νόμο που η ίδια ψήφισε και που προβλέπει τη μεταγωγή του κρατούμενου Δ. Κουφοντίνα στις φυλακές Κορυδαλλού. Χιλιάδες νομικοί, ακαδημαϊκοί, γιατροί, πολίτες και διεθνείς οργανισμοί έχουν αναδείξει την κρισιμότητα της κατάστασης.

Η εκδικητική πολιτική εξόντωσης που ακολουθεί η κυβέρνηση είναι ένα ανεξίτηλο στίγμα για το κράτος δικαίου και τις εγγυήσεις νομιμότητας στη χώρα μας. Η υπόθεση της απεργίας πείνας του Δ. Κουφοντίνα δεν αφορά μόνο στα δικαιώματα ενός κρατουμένου. Αφορά στα δικαιώματα όλων των κρατούμενων, αλλά και κάθε πολίτη εν γένει. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πολιτών δεν μπορεί να υπόκειται στις προσωπικές απόψεις των εκάστοτε κυβερνώντων, ούτε εξαρτάται από τα αδικήματα για τα οποία ο εκάστοτε κρατούμενος έχει καταδικαστεί.

Θα συνεχίσουμε να υψώνουμε τις φωνές μας με τη συνείδηση που μας επιβάλλει η ιδιότητά μας ως πολιτών και το λειτούργημά μας ως νομικών. Για έναν δημοκρατικό νομικό πολιτισμό, για τα δικαιώματα που εγγυάται σε όλους και όλες.

Δεν πρόκειται να μας φιμώσουν.