26 Φεβρουαρίου 2020
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
- Μάρτιος
- Οκτώβριος
- Νοέμβριος
2007
2008
2011
2019
2020











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις - Νοέμβριος 2006

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





9 Νοεμβρίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Αναθεώρηση του Συντάγματος


της Αντωνίας Λεγάκη 

Η επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, αποτελεί έναν ενδιάμεσο κρίκο στην αλυσίδα των αναθεωρήσεων,  οι οποίες αποκτούν ασυνήθιστη για το πολιτικό σύστημα συχνότητα ('01, '06), δηλωτική της πρόθεσης για μια ριζική αναδιάρθρωση, με τη μέθοδο των «επεισοδίων».

Κάθε συνταγματικό κείμενο αποτυπώνει τον συσχετισμό δύναμης που έχει διαμορφώσει η ταξική πάλη στο δοσμένο χρονικό σημείο, και με βάση αυτόν καθορίζει τα πλαίσια της νομιμότητας εντός των οποίων «πρέπει» αυτή να διεξάγεται.    

Το Σύνταγμα του '75,  αποτυπώνει το συσχετισμό δύναμης εκείνης της περιόδου, καταγράφοντας αφ' ενός και πρωτευόντως,  την σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος, μετά από  δεκαετίες κλυδωνισμών, αφ' ετέρου δε - για την εργατική τάξη - το απόσταγμα του πολιτικοποιημένου κινήματος της περιόδου,  κυρίως στα κεφάλαια που περιέχουν τις αρχές της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας.  Η ιστορική συνάφεια του Συντάγματος αυτού με τους αγώνες, το πολυτεχνείο και την πτώση της χούντας,  κατέγραψε στη συλλογική εργατική μνήμη, παραμορφωτικά, μόνο την δεύτερη, σχετικά φιλελεύθερη πλευρά του.

Από τότε και μέχρι την πρώτη ουσιαστική αναθεώρηση του  2001 (μια που η αναθεώρηση του '86 ξεκαθάρισε τον ενδοαστικό ανταγωνισμό Καραμανλή - Παπανδρέου και προσανατόλισε τον αστικό εκσυγχρονισμό και τις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις), πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες για τον ελληνικό, αλλά και τον διεθνή καπιταλισμό, χωρίς, μέχρι τότε, να καταγραφούν αυτές οι αλλαγές στο θεμελιώδη συντακτικό νόμο. Η πτώση του ανατολικού μπλοκ, η σαρωτική νίκη του παγκόσμιου καπιταλισμού και ο νέος καταθλιπτικός συσχετισμός δύναμης, άναψαν το πράσινο φως στην αστική τάξη, να προχωρήσει στην επαναχάραξη των κοινωνικών συνόρων και την επαναδιαπραγμάτευση του «κοινωνικού συμβολαίου», από τη νέα της - ιδιαίτερα αναβαθμισμένη σε σχέση με το παρελθόν - θέση.

Από την πλευρά της αστικής τάξης, η αναδιάρθρωση του συντακτικού κειμένου (που ξεκίνησε το 2001, συνεχίζεται σήμερα και θα ολοκληρωθεί σε επόμενη αναθεώρηση) είναι μια επιχείρηση πολυεπίπεδη, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα τελικό κείμενο, το οποίο θα καταγράφει στις θεμελιώδεις αρχές του την απόλυτη πρωτοκαθεδρία της αγοράς, τη θωράκιση απέναντι στον εσωτερικό εχθρό, την μεγαλύτερη δυνατή κερδοφορία του κεφαλαίου και την εξαγωγή της στο διεθνές περιβάλλον, μέσω του ειδικού ρόλου της χώρας στην περιοχή, κλπ, και όλα αυτά μεταβαίνοντας σε ένα νέο μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης.   Τα παραπάνω δε, σε απόλυτα διαλεκτική σχέση με τη στρατηγική επιλογή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τον εντός αυτής ανταγωνισμό.

Είναι δεδομένο ότι μια ριζική αναδιάρθρωση στην παραπάνω κατεύθυνση, που θα γινόταν μονομιάς, θα δημιουργούσε ανεπιθύμητα μεγάλη κοινωνική αναταραχή.  Επιπλέον, πρέπει  να σημειωθεί, ότι μια σειρά από αλλαγές στο μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης,  βρίσκονται  σε εξέλιξη, έτσι ώστε δεν είναι δυνατόν, σήμερα,  να αποτυπωθούν καταληγμένες στο συντακτικό κείμενο.  

Παράλληλα, καθόλου δεν πρέπει να υποτιμούμε το ρόλο της Ε.Ε. στην κίνηση των εσωτερικών αλλαγών. Τα απομακρυσμένα κέντρα αποφάσεων της Ε.Ε., προωθούν τις επιθυμητές από το σύνολο του κεφαλαίου αλλαγές,  οι οποίες αυτόματα εντάσσονται στο εγχώριο θεσμικό πλαίσιο, απαλλάσσοντας την εγχώρια αστική τάξη και τις κυβερνήσεις της, από τους κοινωνικοπολιτικούς τριγμούς  που θα επέφεραν αντίστοιχες αλλαγές στο Σύνταγμα (π.χ.  ευρωτρομονόμος εν ισχύ, χωρίς αντίστοιχη αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος).

Έτσι, επιλέγεται η λύση των επανειλημμένων  αναθεωρήσεων, εν  είδει  «προγράμματος δράσης» της αστικής τάξης για την επόμενη πενταετία, οι οποίες,  εκτός των άλλων, δημιουργούν στην κοινωνία την πεποίθηση ότι η σχετική συζήτηση είναι άνευ ουσίας και χωρίς πρακτικές συνέπειες για τη ζωή της. 

Στην παρούσα αναθεώρηση, η βασική ιεράρχηση του κεφαλαίου αφορά κατ' αρχάς την απομάκρυνση κομβικών φραγμών στην κερδοφορία του (εκπαίδευση, εκμετάλλευση περιβάλλοντος, δημόσια έργα), ακολούθως την αναδιάρθρωση κρατικών  θεσμών  στην κατεύθυνση της μετεξέλιξης του μοντέλου διακυβέρνησης και τέλος τον  εκσυγχρονισμό παλαιών και τη δημιουργία νέων θεσμών - μηχανισμών που θα μπορούν να εξασφαλίζουν ταχύτερη και απρόσκοπτη  κερδοφορία.  

Ειδικότερα:

•1.                       Παιδεία (άρθρο 16 Σ)

1α. Η σχετική ρύθμιση, αποτελεί την πιο βαθιά τομή, από καταβολής αναθεωρήσεων. Εκτός της γνωστής παραμέτρου της δυνατότητας ίδρυσης  ιδιωτικών πανεπιστημίων, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι κατευθύνσεις που τίθενται στην αιτιολογική έκθεση της κυβερνητικής πρότασης, για το σύνολο της εκπαίδευσης, ιδιωτικής ή δημόσιας.  Διατυπώνεται λοιπόν, ρητά, ως στόχος,  «...η ανώτατη παιδεία της Χώρας μας να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού και διεθνούς εκπαιδευτικού περιβάλλοντος,.... θα συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη της Χώρας μας σε κέντρο παιδείας και πολιτισμού για ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή»,  ενώ  «μέσω της ανάπτυξης υγιούς ανταγωνισμού με τα υφιστάμενα κρατικά πανεπιστήμια, αποβαίνει τελικά προς όφελος της ποιότητας των παρεχομένων σπουδών...».   Από τα παραπάνω καθίσταται σαφής ο στόχος της δημιουργίας μιας νέας αγοράς της εκπαίδευσης, στην υπηρεσία της αγοράς, πρωτίστως δε, στην υπηρεσία του στρατηγικού στόχου του ελληνικού κεφαλαίου για αναβαθμισμένο ρόλο στην περιοχή των Βαλκανίων και συνεπώς στο διεθνή ανταγωνισμό.

Το  περιγραφόμενο μοντέλο ανταγωνιζόμενης δημόσιας - ιδιωτικής εκπαίδευσης είναι διπλά παραγωγικό για το κεφάλαιο, το οποίο κερδίζει τόσο μέσω της ίδρυσης και εκμετάλλευσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, όσο και από την υποταγή του συνόλου της εκπαιδευτικής διαδικασίας (ιδιωτικών και δημόσιων Α.Ε.Ι.) στην καπιταλιστική κερδοφορία.

Η αναθεωρημένη διάταξη θα εμμένει στο χαρακτηρισμό της παιδείας ως «δημοσίου αγαθού», αλλά προς αποφυγή παρεξηγήσεων, θα περιλαμβάνει νέα διάταξη στην οποία θα οριοθετείται «η έννοια της ανώτατης εκπαίδευσης κατά τρόπο που να παρέχει βάση για την ορθολογική ανάπτυξή της, ώστε να αντανακλά τις νέες εξελίξεις που έχουν έως σήμερα συντελεστεί όσον αφορά την καθιέρωση του πανεπιστημιακού και του τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης»  ενώ εισάγεται παράγραφος δια της οποίας «θα κατοχυρώνεται συνταγματικά το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση, δημόσια ή μη» (βλέπε συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης).

Οι παραπάνω διατάξεις, ακόμη πιο επικίνδυνες από τις πρώτες, δηλώνουν την πρόθεση του αστικού μπλοκ εξουσίας, να ολοκληρώσει δια της αναθεώρησης, ολόκληρη την αναδιάρθρωση της παιδείας, με τον πιο απόλυτο και ανελαστικό τρόπο.     Είναι προφανές, ότι  η «ορθολογική ανάπτυξη» που θα «αντανακλά τις νέες εξελίξεις»  δεν δηλώνει τίποτε άλλο παρά την ασφυκτική υποταγή της εκπαίδευσης (και της δημόσιας) στο άρμα της επιχειρηματικής έρευνας και αποτελεσματικότητας, την ευθεία λειτουργική προσαρμογή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην απόδοση κερδών για το κεφάλαιο.   Ακόμη και στην περίπτωση που κάποιο από τα δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα θελήσει να αποφύγει τον στενό εναγκαλισμό με τις επιχειρήσεις, θα έχει να αντιμετωπίσει από τη μία πλευρά την έλλειψη χρηματοδότησης (δια της αξιολόγησής του ως μη ανταγωνιστικού) από την άλλη, έως και την απώλεια της ιδιότητας του, ως «ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα».

1β. Η συζήτηση που ανοίχθηκε από την κυβέρνηση και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. σχετικά με τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα  των νέων ιδιωτικών πανεπιστημίων, απέκρυψε, σκόπιμα, το γεγονός πως σε ότι αφορά τις ανώτερες επαγγελματικές σχολές (ΣΕΛΕΤΕ, ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΣ κλπ), η περί αναθεώρησης πρόταση δεν απαιτεί «μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα» των νέων ιδρυμάτων, αντίθετα, προβλέπει «παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης και από άλλους φορείς (π.χ. κοινωνικούς εταίρους)...».  (βλέπε κάθε είδους εταιρία).

1γ. Τέλος, δεν πρέπει να μας διαφύγει η πρόσθεση νέας παραγράφου στην οποία θα καθιερώνεται «η υποχρέωση του κράτους για θεσμική κατοχύρωση και ενίσχυση του εθελοντισμού, στο πλαίσιο της ανάγκης τόνωσης της ατομικής πρωτοβουλίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής».  Η εισαγωγή της εν λόγω διάταξης στο άρθρο 16, καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση, πέραν της επιβράβευσης της εκούσιας δουλείας του εθελοντισμού, σκοπεύει να συνδέσει την όποια τυχόν «θητεία εθελοντή» με την εκπαιδευτική διαδικασία και την ακόλουθη επαγγελματική αποκατάσταση.

 

  1. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ (άρθρο 24Σ)

Η κυβερνητική πρόταση για αναθεώρηση της διάταξης αυτής, έρχεται σε απόλυτη συνέχεια της προηγούμενης, προωθώντας σε βάθος και έκταση τα συμφέροντα του κεφαλαίου σε ότι αφορά την εκμετάλλευση του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος.

Η προηγούμενη αναθεώρηση, εισήγαγε στην «προστασία» του περιβάλλοντος δύο «ωρολογιακές βόμβες»: τον τεχνητό διαχωρισμό μεταξύ δάσους και δασικής έκτασης, σύμφωνα με τον οποίο, όταν η δασική βλάστηση είναι ...αραιή( ), πρόκειται περί δασικής έκτασης και όχι δάσους, και την «αρχή της αειφορίας», σύμφωνα με την οποία είναι αποδεκτή η εκμετάλλευση (αξιοποίηση όπως λέγεται) των δασικών εκτάσεων, υπό την προϋπόθεση της διασφάλισης της ύπαρξής τους και για τις επόμενες γενεές. Ο δε αποχαρακτηρισμός των δασικών εκτάσεων επιτρεπόταν για λόγους που αφορούσαν «την εθνική οικονομία» και το «δημόσιο συμφέρον» (άρ. 117 Σ)

Η παρούσα αναθεώρηση προχωρεί περαιτέρω, διευκρινίζοντας κατ' αρχήν, ότι της αρχής της αειφορίας  θα πρέπει να προκρίνεται η «αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης η οποία επιβάλλει μεν την διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος και για τις επερχόμενες γενεές, χωρίς όμως να αποκλείει την αξιοποίησή του, δηλαδή τη λήψη εκείνων των μέτρων που είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για την περαιτέρω ανάπτυξη, ιδίως οικονομική, της παρούσας γενεάς. Δηλαδή, όχι μόνο δεν απαγορεύεται η αξιοποίηση του περιβάλλοντος, αλλά αντιθέτως εν όψει της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης,... αυτή επιβάλλεται αρκεί να εξασφαλίζεται και η επιβίωση των μελλοντικών γενεών».   Προς αποφυγή δε αφελών παρερμηνειών, η εν λόγω αξιοποίηση συναρτάται με τις διατάξεις του συντάγματος που αφορούν την υποχρέωση της Πολιτείας να προωθεί την ατομική πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα προκειμένου περί εκμετάλλευσης του «εθνικού πλούτου» της χώρας (άρ. 5,17,106 Σ).

Επιπλέον, προστίθεται διάταξη στο εν λόγω άρθρο, δια της οποίας οι δασικές εκτάσεις μπορούν να εντάσσονται στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχέδιο της χώρας,  ρύθμιση η οποία, σε συνδυασμό με την αναθεώρηση της διάταξης που αφορά τους Ο.Τ.Α.  (αρ. 102 Σ) και παραχωρεί  στους δήμους,  εξουσία έγκρισης, τροποποίησης και εφαρμογής  των πολεοδομικών σχεδίων,  οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην τσιμεντοποίηση των τελευταίων ελεύθερων χώρων και δασών των σύγχρονων πόλεων.

Το γόνιμο έδαφος της προηγούμενης αναθεώρησης, επιτρέπει στο σημερινό μπλοκ εξουσίας να προχωρήσει στην απόλυτη παράδοση του φυσικού περιβάλλοντος και του αστικού χώρου στο κεφάλαιο προς εκμετάλλευση. Η δεδομένη  θέση του κατασκευαστικού κεφαλαίου στις πρώτες ταχύτητες της αστικής τάξης  της χώρας αποτυπώνεται στο νέο σύνταγμα και οι συμπράξεις δημόσιου - ιδιωτικού τομέα θα αναλάβουν τα υπόλοιπα.   Η ένταξη των δασικών εκτάσεων στο πολεοδομικό σχέδιο δεν αποκλείει ακόμη και πολυτελείς πολυκατοικίες μέσα σε δασύλλια, ενώ τα σχέδια για εμπορικά κέντρα με αντάλλαγμα αίθουσες πολιτισμού του δήμου, έχουν ήδη εκπονηθεί.

 

 

•3.         ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Έχουμε παρατηρήσει την τελευταία δεκαετία, πολλαπλές αλλαγές στη λεγόμενη «τρίτη εξουσία», και σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Κατ' αρχήν, ο δικαστικός μηχανισμός πέρασε, από τον παλιό διεκπεραιωτικό  του ρόλο, στο προσκήνιο, προκειμένου να υπηρετήσει τις νέες ανάγκες του συστήματος. Αφ' ενός να εφαρμόσει με τρόπο πανηγυρικό - και διαπαιδαγωγητικό για το εργατικό κίνημα - την ποινική καταστολή των κοινωνικών αγώνων και να δηλώσει ότι πλέον το σύστημα είναι ανελαστικό σε οποιαδήποτε αμφισβήτησή του.  Αφ' ετέρου,  και λόγω της ανυποληψίας του πολιτικού προσωπικού, σε ρόλο εγγυητή της καλής και νόμιμης λειτουργίας του συστήματος (από τον Ξηρό στον Ευαγγελισμό, έως το ξεκαθάρισμα των «επίορκων» του ίδιου μηχανισμού).  Ως εγγυητής δε της ομαλής λειτουργίας του συστήματος, χρησιμοποιείται ενίοτε και ως όπλο στον ενδοαστικό ανταγωνισμό (υπόθεση Μιχαλόπουλου, Κοντομηνά - Κουρή, Κόκκαλη κ.α.)

Τα τελευταία χρόνια, με αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις, απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο ο μηχανισμός αυτός από την κοινωνία και τον λαϊκό έλεγχο και η άσκηση των παραπάνω καθηκόντων, κινείται στον άξονα μιας, διατυπωμένης πλέον, σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των θεσμών (βλέπε δομών του συστήματος) και  των «ύποπτων» δικαιωμάτων των πολιτών.

Η παραπάνω νομοθετική παραγωγή, αλλά και εξ αντικειμένου ο νέος ρόλος του μηχανισμού αυτού, τον εντάσσει ολοένα και περισσότερο, όχι μόνο στα στρατηγικά συμφέροντα του κεφαλαίου (πράγμα δεδομένο σε κάθε περίπτωση και εποχή), αλλά και στον τακτικό προγραμματισμό της εκάστοτε κυβέρνησης, κατά τρόπον ώστε να θεωρείται ανεπίτρεπτη, ακόμη και η, ούτως ή άλλως σπάνια, διαφοροποίηση μεμονωμένου δικαστή (γι' αυτό άλλωστε και οι αλλεπάλληλες εντολές των τελευταίων προέδρων του Α.Π. προς τα Πρωτοδικεία, να μην παραβιάζουν με τις αποφάσεις τους την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης, όπως και οι συχνές δημόσιες παραγγελίες ποινικών διώξεων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης).     Κατ' αυτόν τον τρόπο, η σχέση μεταξύ κυβέρνησης και δικαστικού μηχανισμού (εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας) έχει ξεπεράσει ακόμη και την επίφαση της μεταξύ τους ισοτιμίας και διανύει ήδη το στάδιο μετάβασης  στην φανερά υπάλληλη σχέση μεταξύ  «δικαιοσύνης» και διοίκησης (κίνηση η οποία γεννά αντιδράσεις και ανταγωνισμούς και από τις δύο πλευρές).

            Στο παραπάνω πλαίσιο, η νέα αναθεώρηση, έρχεται να πιέσει, να εκσυγχρονίσει (σε όφελος του κεφαλαίου), και να ελέγξει ασφυκτικά το δικαστικό μηχανισμό.

3α.  Η ίδρυση του Συνταγματικού δικαστηρίου (άρθρο 100 Σ), αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη τομή της παρούσας αναθεώρησης μετά την περί παιδείας διάταξη.  Ιδρύεται ένα υπερδικαστήριο, το οποίο διαδέχεται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με επιπλέον αρμοδιότητες, τον τελικό  έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων,  αλλά και τη συμβατότητά τους με τις κοινοτικές (Ε.Ε.) διατάξεις.  Μέχρι σήμερα, ο διάχυτος χαρακτήρας του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, επέτρεπε θεωρητικά ακόμη και στο χαμηλότερης βαθμίδας δικαστήριο, να κρίνει αντισυνταγματική μια διάταξη νόμου και να μην την εφαρμόσει σε μια συγκεκριμένη υπόθεση.  Στην πράξη, αυτό  συνέβαινε σπανίως, αλλά συνέβαινε, και μάλιστα πιο συχνά σε αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (το οποίο είχε την επιπλέον δικαιοδοσία να απορρίψει συνολικά έναν νόμο ως αντισυνταγματικό). Με τη νέα ρύθμιση, η περί συνταγματικότητας αμφισβήτηση, οφείλει να υποβληθεί τελικά στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο και μόνο μπορεί να αποφασίσει σχετικά.

Στην πράξη, εκτός της ανελαστικότητας του συστήματος απέναντι και στην παραμικρή παρέκκλιση μεμονωμένου δικαστή, στόχος της διάταξης είναι, βραχυπρόθεσμα,  η απαλλαγή της εκάστοτε κυβέρνησης από τις καθυστερήσεις που συνεπάγονται οι συχνές περί αντισυνταγματικότητας αποφάσεις του ΣτΕ, το οποίο για διάφορους λόγους διατηρεί παραδοσιακά, μεγαλύτερη απόσταση από την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία, και αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν δικαίωσε απαιτήσεις πολιτών έναντι αυτής.   Ο στρατηγικός στόχος όμως αυτής της παρέμβασης, είναι η  αντιδραστική «αναδόμηση» του δικαστικού μηχανισμού, με μεταφορά αρμοδιοτήτων από κάτω προς τα πάνω, σε μια ακόμη πιο αυταρχική, ιεραρχική και συγκεντρωτική δομή, που όχι μόνο δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις, αλλά επιπλέον στρατιωτικοποιεί έναν ήδη στεγανό κρατικό μηχανισμό.

Ιδιαίτερη σημασία, έχει και η ανάθεση στο νέο υπερδικαστήριο, δικαιοδοσίας περί της συμβατότητας των τυπικών νόμων με το κοινοτικό δίκαιο.  Μετά τη γνωστή σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης Ν.Δ. και τμημάτων του ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου για την περίφημη διάταξη για τον βασικό μέτοχο, η απόσπαση αυτής της δικαιοδοσίας από τη Βουλή (η οποία μέχρι σήμερα κρίνει νομοθετώντας εντός των συμφωνημένων στην Ε.Ε. πλαισίων) και η ανάθεσή της στο νέο Συνταγματικό Δικαστήριο, αναδεικνύει την προσπάθεια του συστήματος να δημιουργήσει ένα μηχανισμό εξισορρόπησης  των ανταγωνιζόμενων συμφερόντων και απορρόφησης των επικίνδυνων κραδασμών τους, στα πρότυπα των επιτροπών της Ε.Ε., πιο σταθερό και μόνιμο από τις κυβερνητικές πλειοψηφίες. Στρατευμένο στη συνολική στρατηγική του κεφαλαίου, το νέο αυτό δικαστήριο θα μπορεί να διατηρεί απόσταση (και σχετική απόσπαση) από τις ευκαιριακές ή για λόγους προπαγάνδας συγκρούσεις των αστικών κομμάτων εντός της Βουλής,  και να λειτουργεί ως το δεξί χέρι του συλλογικού καπιταλιστή.

Επιπλέον, ο παραπάνω μηχανισμός, θα αποτελέσει ένα επιπλέον σοβαρότατο ιμάντα μεταφοράς δυσμενών για τους εργαζόμενους ευρωπαϊκών ρυθμίσεων, στο εσωτερικό, χωρίς κυβερνητικούς κραδασμούς. Με την παραπάνω ρύθμιση, θα μπορεί ο οποιοσδήποτε εργοδότης να προσφεύγει στο συνταγματικό δικαστήριο και να ζητά την απ' ευθείας εφαρμογή ρυθμίσεων σχετικών με τις αμοιβές, την ασφάλιση, το ωράριο κλπ, χωρίς την αντίστοιχη αλλαγή του ελληνικού νόμου. Έτσι, το δικαστήριο θα αποφαίνεται περί αύξησης για παράδειγμα του ωραρίου, ή περί ελαστικής ασφάλισης, και η κυβέρνηση θα επικαλείται την «ανεξάρτητη» δικαιοσύνη!

3β. Η αναθεώρηση των άρθρων 95 & 98Σ,  τοποθετεί τις ρυθμίσεις για τις δημόσιες συμβάσεις στο κέντρο του ανώτατου συντακτικού νόμου της χώρας, αναδεικνύοντας την ιδιαίτερη σημασία αυτών των συμβάσεων για το σύστημα στην παρούσα φάση του.  Έτσι, ιδρύεται ειδικό τμήμα στο ΣτΕ για την ταχεία εκδίκαση των σχετικών ασφαλιστικών μέτρων, ενώ αφαιρείται από το, πάντα ενοχλητικό, Συμβούλιο της Επικρατείας, η αρμοδιότητα του ελέγχου των συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών,  και ανατίθεται στο απολύτως ελεγχόμενο από την εκτελεστική εξουσία, Ελεγκτικό Συνέδριο. Καθόλου τυχαία, το ΣτΕ, υφίσταται παράλληλα, επιχείρηση ασφυκτικού ελέγχου και απογύμνωση δικαιοδοσίας.

Τα μεγάλα έργα και οι συμπράξεις δημόσιου - ιδιωτικού τομέα αποτελούν στρατηγικού χαρακτήρα επιλογές για το ελληνικό κεφάλαιο, κρίσιμες για την κερδοφορία του και την εξαγωγή της στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον. Με την αναθεώρηση επιχειρείται ο εκσυγχρονισμός  και η επιτάχυνση των διαδικασιών προώθησής τους.  Με δεδομένο ότι η αστική νομιμότητα βρίσκεται σε εξέλιξη όσον αφορά την απόλυτη προσαρμογή της στην ανεξέλεγκτη κερδοφορία του κεφαλαίου,  κρίνεται  επικίνδυνη οποιαδήποτε επαφή του ΣτΕ με τις νέου τύπου συμβάσεις που αποτελούν τον πολιορκητικό κριό με τον οποίο η αστική τάξη θα προωθήσει την εκμετάλλευση σε νέα πεδία, ουσιαστικά στο σύνολο της ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας.   

3γ. Η κυβερνητική πρόταση,   εισάγει στο συντακτικό νόμο υποχρέωση για συντομία στην έκδοση αποφάσεων (αρ.20 Σ) και αναθέτει το κρίσιμο θέμα των αυξήσεων των μισθών των δικαστών στο συνταγματικό δικαστήριο που θα συσταθεί (άρ. 88 Σ), προκειμένου αφ' ενός να ασκήσει πιέσεις στον μηχανισμό, αφ' ετέρου να ελέγξει οριστικά την ανεξέλεγκτη μέχρι σήμερα όρεξη των δικαστών για υπέρογκες αυξήσεις. Τέλος στο άρθρο 90Σ, εξορθολογίζεται η διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία (προς αποφυγή των γνωστών κραδασμών μεταξύ των κομμάτων εξουσίας) και τίθεται όριο θητείας των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, 4ετές  και 6ετές αντίστοιχα.

  

•4.                 ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ (άρθρο 28 Σ)

Η προηγούμενη αναθεώρηση του Σ., ρύθμισε τα ζητήματα της εκχώρησης αρμοδιοτήτων του εθνικού κράτους προς την Ε.Ε., με μια ερμηνευτική δήλωση, η οποία παρέπεμπε στο σύνολο του άρθρου 28, με αποτέλεσμα, για την απόφαση  περιορισμού  στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας (βλέπε ΝΑΤΟ κλπ) απαιτείτο απόλυτη πλειοψηφία (50+1), ενώ για την ανάθεση αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα, σε διεθνείς οργανισμούς, απαιτείτο πλειοψηφία 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών.

Η κυβέρνηση, αναθεωρεί σήμερα την ερμηνευτική δήλωση (όχι το άρθρο), κατά τρόπον ώστε για όλα τα ζητήματα που αφορούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, να απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία (50+1) και όχι μεγαλύτερη.

Η ερμηνεία της παραπάνω αναθεωρητικής κίνησης, δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από την κίνηση της νομοθετικής παραγωγής των τελευταίων χρόνων, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στα πλαίσια της Ε.Ε.

Η πρώτη παρατήρηση στο σημείο αυτό  είναι, ότι μειώνεται ο αριθμός των βουλευτών που είναι απαραίτητοι για την εκχώρηση πολιτικών και πολιτειακών ακόμη αρμοδιοτήτων στα υπερεθνικά όργανα, διευκολύνοντας τη σχετική διαδικασία ενίσχυσης του ευρωπαϊκού δικαίου.  Ήδη, τα τελευταία χρόνια, με σειρά από αποφάσεις των οργάνων της Ε.Ε. και με την απόλυτη συμφωνία του ελληνικού κεφαλαίου έχει σημειωθεί αποφασιστική ενίσχυση του διεθνούς δικαίου σε σχέση με το εθνικό, παράγοντας άμεσα αποτελέσματα στην καθημερινή ζωή της εργαζόμενης πλειοψηφίας της χώρας (αναδιάρθρωση εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποιήσεις, ευρωτρομονόμοι κ.ά.) και ταχύτατη κερδοφορία για το ελληνικό κεφάλαιο, χωρίς πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις του.

Το γεγονός ότι τα πολιτικά κέντρα των αποφάσεων απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από την εργαζόμενη πλειοψηφία, έτσι ώστε η, εντός των αστικών πλαισίων, αποδεκτή, ταξική πάλη αποκτά χαρακτήρα έμμεσο, μακροπρόθεσμο και ακίνδυνο, οδηγεί σε έναν πολιτικό αυτοματισμό που παράγει κέρδη τόσο για το ευρωπαϊκό, όσο και για το ελληνικό κεφάλαιο. Ο προαναφερθείς πολιτικός αυτοματισμός απονομιμοποιεί, κάθε εργατική αμφισβήτηση,  και την καταστέλλει προληπτικά, εν τη γενέσει της.

Πρόκειται άραγε για μια επιβολή του διεθνούς δικαίου επί του εθνικού σε όφελος του κεφαλαίου, μια έξωθεν επέμβαση και αναδιαμόρφωση του εσωτερικού Στο ερώτημα αυτό, μια καταφατική απάντηση θα ήταν απολύτως λανθασμένη. 

Ήδη, από τις αρχές τις δεκαετίας του '90, το εσωτερικό δίκαιο αλλάζει, εξελίσσεται και αναδιαρθρώνεται στις ίδιες κατευθύνσεις με το διεθνές, υπηρετώντας τους ίδιους, άμεσους και μακροπρόθεσμους στόχους του κεφαλαίου. Τα τελευταία χρόνια αυτή η αναδιάρθρωση του εσωτερικού δικαίου έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ταχύτητα και βιαιότητα, αναδομεί δε, ολοένα και πιο ολοκληρωμένα και βαθιά, όλα τα επίπεδα της ζωής του εργαζόμενου, ανατρέποντας κάθε «αυτονόητο» και παγιωμένο εργατικό δικαίωμα. Η νέα, εσωτερική νομιμότητα έχει, ήδη, αποκτήσει «γκρίζες ζώνες» στις οποίες συνωστίζεται η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζόμενων και όχι μόνο οι πρωτοπορίες. 

Στην επικείμενη δε αναθεώρηση, δεν πρέπει να μας διαφύγει το γεγονός ότι αναθεωρείται μόνο η ερμηνευτική δήλωση και όχι το ίδιο το άρθρο, το οποίο διατηρείται αναλλοίωτο.  Ας σημειωθεί, ότι θα ήταν εύκολο για τον αστικό συνασπισμό εξουσίας, να αναθεωρήσει τη διάταξη κατά τρόπο ώστε να την καταστήσει αγωγό αυτόματης μεταφοράς αρμοδιοτήτων από το εθνικό κράτος στον υπερεθνικό οργανισμό, και αντίστροφης μεταφοράς νομοθεσίας από την Ένωση στο εσωτερικό δίκαιο. Η επιλογή της αναθεώρησης μόνο της ερμηνευτικής δήλωσης,  καταδεικνύει την πρόθεση του εθνικού κράτους να διατηρήσει τον αποφασιστικό του ρόλο και για τη συμμετοχή του και τα όριά της, αλλά και για την ίδια την ύπαρξη της συγκεκριμένης ολοκλήρωσης, δεδομένου του λυσσαλέου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού και του στρατηγικού μεν χαρακτήρα των ολοκληρώσεων για το κεφάλαιο, αλλά όχι απαραίτητα και για πάντα, αυτής της ολοκλήρωσης. 

Άλλωστε, η νέα εσωτερική και διεθνής νομιμότητα, διατηρεί μια ευελιξία σε ότι αφορά την εφαρμογή κανόνων διεθνούς δικαίου που θα μπορούσαν να ευνοήσουν εργατικές διεκδικήσεις. Έτσι, στο πρόσφατο παράδειγμα των χιλιάδων συμβασιούχων,  ενώ η ευρωπαϊκή οδηγία υπαγόρευε την εξαφάνιση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου δια της μονιμοποίησης, η κυβέρνηση, χωρίς ευρωπαϊκές ενστάσεις, τις εξαφάνισε δια της απόλυσης! (Όμοιο παράδειγμα είχαμε δει και στο ευρωσύνταγμα, με την διάταξη που απέκλειε την εναρμόνιση των νομοθετικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την κοινωνική προστασία της εργασίας (συνθήκες εργασίας, εκμετάλλευση μεταναστών, μέτρα προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κ.ά.) μια που μια τέτοια εναρμόνιση θα μπορούσε να οδηγήσει π.χ. έλληνες εργαζόμενους ή μετανάστες, να διεκδικήσουν την εφαρμογή και στην Ελλάδα, των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος των μητροπόλεων του καπιταλισμού.

Η ταυτόχρονη παρατήρηση της εξέλιξης εσωτερικού και διεθνούς  δικαίου, μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι δεν πρόκειται για μια έξωθεν επιβολή των συμφερόντων του κεφαλαίου δια της ενίσχυσης του διεθνούς δικαίου, αλλά για ταυτόχρονη, αλληλοδιαπλεκόμενη κίνηση εσωτερικού και διεθνούς, προς την  κατεύθυνση της διαμόρφωσης του κερδοφόρου για το κεφάλαιο, κοινωνικοπολιτικού και οικονομικού χάρτη της φάσης του συστήματος που διανύουμε.  Σ' αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση του διεθνούς δικαίου έναντι του εθνικού είναι αναγκαία για την επιτυχία των, στρατηγικού χαρακτήρα για το κεφάλαιο, ολοκληρώσεων, υπηρετείται ταυτόχρονα από το εθνικό και το διεθνές δίκαιο, και παράγει κέρδη τόσο για το διεθνές κεφάλαιο όσο και για την εθνική αστική τάξη.

•5.                 ΕΡΓΑΣΙΑ

5α.  Στο άρθρο 22 του συντάγματος του '75, καθιερώνεται η εργασία ως δικαίωμα των πολιτών, με παράλληλη υποχρέωση  της πολιτείας να δημιουργεί συνθήκες απασχόλησης όλων των πολιτών. Επιπλέον, στο δεύτερο εδάφιο καθιερώνεται δικαίωμα, όλων των εργαζομένων, ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Η επικείμενη αναθεώρηση της σχετικής διάταξης αντικαθιστά τις ενοχλητικές φράσεις «δικαιώματα πολιτών - ίση αμοιβή - υποχρέωση πολιτείας», με την πολιτικά ορθή φράση: «η πολιτεία υποχρεούται να μεριμνά για την εμπέδωση της κοινωνικής συνοχής»!!!

Είναι προφανές, ότι οι ορδές των ανέργων, των ανασφάλιστα εργαζόμενων, των μεταναστών κλπ, δεν έχουν δει πρακτικό αντίκρισμα της διάταξης αυτής στη ζωή τους, όσα χρόνια αυτή ήταν σε ισχύ. Ούτε βέβαια επρόκειτο να δουν στο μέλλον, από αυτόν και μόνο το λόγο.   Η υποχρέωση όμως της πολιτείας για παροχή συνθηκών απασχόλησης, έστω θεωρητικά, και το αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών, μαζί με αυτό της ίσης αμοιβής, αντανακλούν προηγούμενες φάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, όταν το «κράτος πρόνοιας», αποτελούσε τρόπο ενσωμάτωσης της εργατικής δυσαρέσκειας.  Η επιλογή της κυβέρνησης να απαλείψει τις σχετικές διατάξεις από τον θεμελιώδη νόμο του πολιτεύματος, αποτελεί δήλωση προσανατολισμού του μοντέλου πολιτικής διακυβέρνησης.  Η σημερινή «πολιτεία» διατυμπανίζει το ρόλο της ως στρατηγείο καπιταλιστικής ανάπτυξης και κερδοφορίας και αρνείται οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Στις εποχές δε της υπερεκμετάλλευσης των μεταναστών και της οδηγίας Μπόλκενστάϊν, η ίση αμοιβή για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, αποτελεί επικίνδυνο για το κεφάλαιο, ιστορικό προηγούμενο.

Το σύγχρονο μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης, αφήνει πίσω του τις προσπάθειες ενσωμάτωσης μέσω παροχών πρόνοιας, και προχωρά στην επίδειξη δύναμης προκειμένου να σφραγίσει τα όρια της ταξικής πάλης.

5β. Η βίαιη αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων την τελευταία δεκαπενταετία, δημιούργησε γόνιμο έδαφος για την κοινωνική αποδοχή της αναθεώρησης του άρθρου 103 Σ, και την,  επί της ουσίας, κατάργηση για το μέλλον, της μονιμότητας για τους υπαλλήλους του δημοσίου. 

Έτσι, η νέα ρύθμιση, υπό την επίφαση ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί η ανισότητα στην εξέλιξη των μονίμων υπαλλήλων με τους εργαζομένους με συμβάσεις αορίστου χρόνου,  προβλέπει την, μέσω Α.Σ.Ε.Π., κάλυψη οργανικών θέσεων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα από υπαλλήλους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.   

Οι χιλιάδες εργαζόμενοι στο δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανασφαλείς όσο και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, αποτελούν την «πέμπτη φάλαγγα» για την κοινωνική νομιμοποίηση αυτής της διάταξης, αγνοώντας όμως ότι: α) αυτή αφορά μελλοντικές προσλήψεις που θα γίνουν μέσω Α.Σ.Ε.Π., β) δεν πρόκειται να εξομοιώσει τους ίδιους με τους μονίμους δημόσιους υπαλλήλους, γ)με την διάταξη αυτή, απλώς δεν πρόκειται ξανά να προσληφθεί υπάλληλος στο δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου (εκτός από τους τομείς του «σκληρού» κρατικού πυρήνα).

Και βέβαια, η ιστορία του εργατικού κινήματος έχει αποδείξει, ότι η χειροτέρευση της θέσης μιας μεγάλης κατηγορίας εργαζομένων δεν «εξισορροπείται» από την αναβάθμιση μιας άλλης, αντίθετα, συμπαρασύρει στην ίδια κατεύθυνση και συμπιέζει προς τα κάτω, το σύνολο της τάξης.

5γ.  Τέλος, υπό την επίφαση της αντιμετώπισης της «ανάγκης για παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου στους πολίτες, με παράλληλο σεβασμό στο δημόσιο χρήμα», με την αναθεώρηση του άρθρου 104 Σ , θεσπίζεται  «προσωπική ευθύνη για παράνομη υπαίτια συμπεριφορά, η οποία συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του δημοσίου σύμφωνα με τις ρυθμίσεις σχετικού εκτελεστικού νόμου».

  1. Ο.Τ.Α.

      Οι κεντρικές επιλογές του συστήματος  σε ότι αφορά το ρόλο των  δήμων, έχουν ήδη τα τελευταία χρόνια παράξει αποτελέσματα, με συνέπεια να καταστήσουν επιβεβλημένη την αναθεώρηση της διάταξης του άρθρου 102 Σ, στην κατεύθυνση της περαιτέρω μεταφοράς αρμοδιοτήτων από το κεντρικό κράτος προς αυτούς.  Έτσι, διευκολύνεται ειδικά η ανάθεση της έγκρισης, τροποποίησης  και εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων στους δήμους, αλλά και σειρά άλλων αρμοδιοτήτων από το κεντρικό κράτος, που ολοκληρώνουν τον ρόλο του δήμου ως «τοπικό κράτος» το οποίο υλοποιεί κεντρικές πολιτικές επιλογές, παρεμβαίνει στις εργασιακές σχέσεις και προωθεί την κερδοφορία των αλληλοδιαπλεκομένων, τοπικών και κεντρικών, συμφερόντων.

•7.                 Κατά τα λοιπά, η αναθεώρηση προχωρεί σε εκσυγχρονισμό (σε όφελος του κεφαλαίου πάντα) διαδικασιών και διόρθωση λαθών της προηγούμενης. Έτσι, αναθεωρείται η διάταξη για τον βασικό μέτοχο (αρ.14 Σ) στην κατεύθυνση των οδηγιών της Ε.Ε.,  εντάσσονται στην προστασία της ιδιοκτησίας και τα πνευματικά δικαιώματα (αρ. 17 Σ), προφανώς για την εξασφάλιση των συμφερόντων των εταιριών (δισκογραφικών, νέας τεχνολογίας κλπ), ρυθμίζεται το δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων να θέτουν υποψηφιότητα για τις εθνικές εκλογές χωρίς προηγούμενη παραίτησή τους (άρ. 56 Σ),  καταργείται το απόλυτο ασυμβίβαστο των βουλευτών (αρ. 57 & 115 Σ), καταργείται η βουλευτική ασυλία (αρ.63 Σ), με την βουλή να αποφασίζει την άρση της κατά κανόνα, εκτός εάν «διαπιστωθεί ότι αυτή ζητείται για πολιτικούς λόγους», και τέλος στο άρ. 29 Σ, ρυθμίζεται ο έλεγχος της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων, κατά τρόπο εξορθολογιστικό στην παρούσα φάση, που όμως θα μπορούσε στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί και για τη χειραγώγηση  και αποκλεισμό «επικίνδυνων» για την εξουσία πολιτικών κομμάτων, αφού εκτός των κανόνων διαφάνειας, θεσπίζεται ως πρωτεύουσα πηγή χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων ο Κρατικός Προϋπολογισμός με αυστηρότερους περιορισμούς στην χρηματοδότηση από ιδιωτικές πηγές, οι οποίες συνιστούν εξαίρεση».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Προφανές από τα παραπάνω, αλλά και από την απλή ανάγνωση της αναθεωρητικής πρότασης, καθίσταται το συμπέρασμα, ότι η εν λόγω αναθεώρηση, κινείται στον άξονα των συμφερόντων του εθνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου και στην ίδια κατεύθυνση με το ευρωσύνταγμα και τις λοιπές αποφάσεις της Ε.Ε.

Οι αρχές «αγορά, πόλεμος, τρομοκρατία», ως πυλώνες του σύγχρονης φάσης του συστήματος, αποτελούν στρατηγικού χαρακτήρα επιλογές και για το ελληνικό κεφάλαιο, με τη διαφορά ότι η αποτύπωσή τους στον θεμελιώδη συντακτικό νόμο του ελληνικού κράτους, γίνεται με διαφορετική - πιο αργή - ταχύτητα, απ' ότι στο ευρωσύνταγμα ή στις αποφάσεις της Ε.Ε.

Κι αυτό, από τη μία πλευρά, γιατί η απ' ευθείας αποτύπωση στο Σύνταγμα, διατάξεων που προβλέπουν συμμετοχή σε προληπτικούς πολέμους, τρομοκρατικές παρεμβάσεις στο εσωτερικό ξένων κρατών και απόδοση της ιδιότητας του τρομοκράτη στους συμμετέχοντες στους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες, θα αποκάλυπτε στο σύνολο της κοινωνίας το πραγματικό πρόσωπο της πολιτικής «άμυνας και ασφάλειας» και εύλογα θα δημιουργούσε επικίνδυνη πολιτική αναταραχή.  Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι στις εποχές της ολοένα και μεγαλύτερης διολίσθησης προς έναν κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό, εκφραζόμενης καθημερινά και στην πράξη, δεν αναθεωρείται καμία από τις διατάξεις που αφορούν ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει σήμερα αντίστοιχη ανάγκη του ελληνικού κεφαλαίου γι' αυτού του είδους την παρέμβαση, δεδομένου, ότι με τη συμμετοχή του στα κέντρα της ευρωπαϊκής ένωσης έχει προωθήσει τις αντίστοιχες πολιτικές στο εσωτερικό, τόσο με την επικύρωση των σχετικών αποφάσεων της Ε.Ε. στο εσωτερικό δίκαιο, όσο και στην πράξη, με τη συμμετοχή του σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις εντός και εκτός Ένωσης, χωρίς να απαιτείται η αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος, η οποία μπορεί να περιμένει μερικά χρόνια ακόμη.

Δεν ισχύει βέβαια το ίδιο για την θεσμική κατοχύρωση της αγοράς ως θεμέλιο λίθο του σύγχρονου εθνικού κράτους, η οποία άλλωστε αποτελεί και τον κεντρικό πυρήνα των επιδιώξεων του συνόλου του διεθνούς και ελληνικού κεφαλαίου, στον οποίο υποτάσσονται τόσο η «άμυνα» όσο και η «ασφάλεια», και μάλιστα με ιδιαίτερη για το ελληνικό κεφάλαιο σημασία.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι για την Ε.Ε. η στρατιωτική επιχειρησιακή αυτονομία, αποτελεί κρίσιμο κρίκο προκειμένου να διεκδικήσει το ρόλο του δεύτερου, ανταγωνιστικού των Η.Π.Α., πόλου στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, γεγονός που αποτυπώθηκε γλαφυρά στο ευρωσύνταγμα.  Αντίθετα, η Ελλάδα προτάσσει το στρατηγικό στόχο της κυριαρχίας στα Βαλκάνια - και άρα της αναβάθμισής της στον διεθνή ανταγωνισμό - μέσω της οικονομικής, πρωτίστως, διείσδυσης, στην περιοχή, χωρίς, προς το παρόν, βλέψεις αυτόνομης στρατιωτικής δράσης, αρκούμενη, σε ότι αφορά την στρατιωτική δράση, στην αναβαθμισμένη συμμετοχή της στις δυνάμεις της Ε.Ε.

Τόσο από ανάγκη όσο και από επιλογή, η ελληνική κυβέρνηση αναθεωρεί εκείνες τις διατάξεις που αποτελούν φραγμό στην επέκταση της εκμετάλλευσης σε νέα πεδία. Δεδομένου ότι το Σύνταγμα του '75, με κανέναν τρόπο δεν εξασφάλιζε τις εργατικές κατακτήσεις στον τομέα των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων, οι σχετικές αναδιαρθρώσεις και η μετατροπή του εργαζόμενου σε μονάδα παραγωγής κέρδους για το κεφάλαιο, προχωρούν με ταχύτητα τα τελευταία χρόνια, μέσω της αλυσίδας των τυπικών νόμων των υπουργείων εργασίας και οικονομικών, χωρίς να χρειάζεται αναθεώρηση διάταξης του συντάγματος. Οι ίδιες αναδιαρθρώσεις οδήγησαν και στην κατάργηση στην πράξη της μονιμότητας για τους νέους δημοσίους υπαλλήλους, την οποία, η αναθεώρηση απλά θεσμοθετεί εκ των υστέρων.

 Η  εμπορευματοποίηση της παιδείας και η υποταγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις ανάγκες του κεφαλαίου, καθώς και η ολοκληρωτική εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος και του αστικού χώρου, αποτελούν κρίσιμους τομείς στη δραστηριότητα του ελληνικού κεφαλαίου τα επόμενα χρόνια.

Επιπλέον, μέσω της αναθεώρησης των διατάξεων αυτών, εισάγονται στον συντακτικό νόμο της πολιτείας, ως θεμελιώδεις, τόσο η αρχή της «αγοράς και του ανταγωνισμού» όσο και οι βλέψεις του ελληνικού κράτους για κυριαρχικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.  Με αυτόν τον τρόπο, τίθενται οι κατευθυντήριες γραμμές με βάση τις οποίες θα ερμηνεύονται, όχι μόνο οι σχετικές διατάξεις του συντάγματος, αλλά και το σύνολο των σχετικών τυπικών νόμων που θα ακολουθήσουν.  Η απρόσκοπτη λειτουργία του ακραίου ανταγωνισμού - και η προς εξαγωγή κερδοφορία - και όχι η διασφάλιση οποιουδήποτε κοινωνικού αγαθού, θα αποτελεί στο μέλλον το κριτήριο με βάση το οποίο θα καλούνται οι αρχές και τα δικαστήρια να λύνουν ζητήματα που αφορούν την παιδεία, το περιβάλλον, την εργασία κλπ.

Τέλος, στην παρούσα αναθεώρηση, αποτυπώνονται μερικά ακόμη βήματα της μεταβατικής διαδικασίας περάσματος από την (παρωχημένη για το κεφάλαιο και ανυπόληπτη για την εργατική τάξη) αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, σε ένα νέο μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης,

[...]

 
   
   
   
   
9 Νοεμβρίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η Συνταγματική αναθεώρηση και το κίνημα


του Δημήτρη Σαραφιανού 

Όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος ακούστηκαν αρκετές φωνές που χαρακτήρισαν την απόφαση αυτή ως προπέτασμα καπνού για να μετατοπισθεί η συζήτηση από τα τρέχοντα πολιτικά προβλήματα (υποκλοπές, ασφαλιστικό, ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων κλπ.). Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση έχει απόλυτα δίκιο όταν επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πρόταση αναθεώρησης αποτελεί την κορωνίδα των μεταρρυθμίσεων. Το Σύνταγμα αποτυπώνει ένα συσχετισμό δυνάμεων και τον προωθεί ακόμα περισσότερο: με τις συγκεκριμένες αναθεωρητικές προτάσεις αποτυπώνεται η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού σε πολιτικό και νομικό επίπεδο με την άρση κοινωνικών κατακτήσεων μιας προηγούμενης περιόδου. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι βασικότερες από τις προτάσεις αυτές συγκεντρώνουν μια ευρύτερη πολιτική συναίνεση που αγγίζει τμήματα της κοινωνικής βάσης, αλλά και (πρωτίστως) της πολιτικής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα αυτή η ευρύτητα της πολιτικής συναίνεσης σηματοδοτεί και μια ακόμα μεγαλύτερη μετατόπιση του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ προς τον ακραιφνή νεοφιλελευθερισμό (και μάλιστα μια μετατόπιση λίγα μόλις χρόνια μετά την προγενέστερη αναθεώρηση). Αν λοιπόν εξαιρέσει κανείς προωθημένες θέσεις -όπως η παράταση της κυβερνητικής θητείας ή το ασυμβίβαστο υπουργού/βουλευτή- που αλλοιώνουν το πεδίο συγκρότησης της πολιτικής συναίνεσης και περιορίζουν την (όποια-έστω εξ' επαγωγής) δυνατότητα παρέμβασης του λαϊκού στοιχείου στις πολιτικές εξελίξεις, οι βασικές κατευθύνσεις της αναθεώρησης γίνονται αποδεκτές από ευρύτερα πολιτικά και κοινωνικά ακροατήρια.

Οι κατευθύνσεις αυτές επικεντρώνονται γύρω από τρεις πυλώνες: πρώτος πυλώνας είναι η μερική άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και η απαγόρευση της -κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας- αναδρομικής επέκτασης των παροχών που λαμβάνει μια κατηγορία εργαζομένων προς άλλη κατηγορία, εάν δι' αυτού του τρόπου ανατρέπεται ο προϋπολογισμός (πρόταση Αλογοσκούφη, η οποία επανέρχεται σήμερα ενόψη της απόφασης του Μισθοδικείου).  Ήδη ο θεσμός της μονιμότητας έχει υπονομευθεί και από τα δυο κόμματα εξουσίας μέσω του καθεστώτος των συμβασιούχων, αλλά και του θεσμού της μερικής απασχόλησης στο Δημόσιο. Στόχος είναι η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και στο δημόσιο τομέα και το χτύπημα του συνδικαλιστικού κινήματος που σήμερα στηρίζεται πρωτίστως στους εργαζόμενους στο Δημόσιο Τομέα (ακριβώς επειδή διατηρούν κεκτημένα δικαιώματα). Οι κινήσεις αυτές θα δυσχεράνουν συνεπώς ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα ανάπτυξης αντιστάσεων και στον ιδιωτικό τομέα. Η πρόταση ενέχει και σημαντικές νομικές αντιφάσεις, καθώς η πρόταση Αλογοσκούφη έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τα άρθρα 1 Π.Π. ΕΣΔΑ, 4§3 Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ν.1426/84) και 7 του Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα (ν.1532/85) .

Ο δεύτερος πυλώνας είναι η καθιέρωση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Αντίστοιχα εδώ στόχος δεν είναι μόνο να διαμορφωθεί ένα νέο πεδίο κερδοφορίας, αλλά κυρίως να χρησιμοποιηθούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ως μοχλός πίεσης αφενός μεν για την αναδιάρθρωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την ολοένα και μεγαλύτερη πρόσδεσή της προς επιχειρηματικά συμφέροντα που θα χρηματοδοτούν ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα, αφετέρου δε το χτύπημα των φοιτητικών αντιστάσεων (αλλά και των αντιστάσεων των πανεπιστημιακών). Γι' αυτό και η αναθεωρητική πρόταση συνδυάζεται με την πρόταση για την μεταρρύθμιση του νόμου πλαισίου για τα ΑΕΙ-ΤΕΙ. Άμεση πάντως συνέπεια της συνταγματικής αναθεώρησης θα είναι η εξομοίωση των σπουδών που παρέχουν τα κέντρα ελευθέρων σπουδών (ιδίως αυτών που ολοκληρώνονται με τη λήψη πτυχίου από πανεπιστήμιο του εξωτερικού) με τα πτυχία των δημοσίων πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Το επιχείρημα ότι η αναθεώρηση θα συνδυασθεί και με σχετικούς κανόνες που θα ρυθμίζουν το πεδίο της ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης δεν ευσταθεί, καθόσον τα πτυχία αυτά αναγνωρίζονται από άλλες χώρες μέλη της ΕΕ και μόνος λόγος για τον οποίο τα πτυχία αυτά δεν θεωρούνται ισότιμα στην Ελλάδα είναι η υπό αναθεώρηση συνταγματική διάταξη. Βέβαια, η αναθεώρηση του Συντάγματος κα η ίδρυση και ιδιωτικών ΑΕΙ θα καταστήσει ακόμα πιο επιτακτική για τον αστισμό την  αξιολόγηση των ιδρυμάτων και την εξάρτηση της χρηματοδότησής τους από τις επιδόσεις τους 

Τρίτος πυλώνας η μερική άρση των προστατευτικών για το περιβάλλον διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος (κρυφός και ανεκπλήρωτος πόθος και της προηγούμενης αναθεώρησης). Στόχος είναι η υπεραξίωση γαιών με τον αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων και η ανάθεση δημόσιας περιουσίας σε ιδιώτες προς εκμετάλλευση που -άλλωστε- προωθείται ήδη μέσω των ΕΤΑ και των Ολυμπιακών ακινήτων. Ίδιο στόχο έχουν και οι σχετικές προτάσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ για την ανάθεση αρμοδιοτήτων πολεοδομικού σχεδιασμού στους δήμους και στις νομαρχίες.

Εν πολλοίς και οι προτάσεις για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετίζονται με την προσπάθεια χειραγώγησης του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων (καθότι το ΣτΕ κυρίως -και παρά τις αποφάσεις της Ολομελείας εν όψη των Ολυμπιακών Αγώνων- δημιούργησε σημαντικά προσκόμματα στην προσπάθεια των κυβερνήσεων τόσο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της ΝΔ, να προωθήσουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές χωρίς να ορρωδούν ενώπιον των συνταγματικών διατάξεων -και μάλιστα όχι μόνο στο χώρο του περιβάλλοντος, αλλά και στο χώρο της εκπαίδευσης με τις αποφάσεις του ΣτΕ για τα ΠΣΕ ή για την μη αναγνώριση των σπουδών που παρέχονται στα κέντρα ελευθέρων σπουδών). Ήδη με νομοθετικές ρυθμίσεις έχει καταργηθεί η δυνατότητα των τμημάτων των ανωτάτων δικαστηρίων να κρίνουν την συνταγματικότητα των νόμων και παραπέμπουν υποχρεωτικά την επίλυση του θέματος στην Ολομέλεια (για να αποφευχθεί πρωτίστως ο σκόπελος του Ε' Τμήματος του ΣτΕ).   Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου καταργεί στην πράξη το διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας που σήμερα δίνει τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε δικαστήριο να κρίνει για την συνταγματικότητα ενός νόμου. Ο διάχυτος έλεγχος σηματοδοτούσε μια όσο το δυνατόν δημοκρατικότερη και πιο κοντά στο λαϊκό στοιχείο διαδικασία ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, καθώς δεν υπήρχε ένας και μοναδικός αυθεντικός εκφραστής της κρίσης περί συνταγματικότητας (ένας «φύλακας» του Συντάγματος). Έτσι, η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου αποτελεί ένα πρώτο βήμα σε μια κατεύθυνση πιο αυταρχικής πολιτειακής συγκρότησης (στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 28 του Συντάγματος που θα διευκολύνει την εκχώρηση δικαιωμάτων λαϊκής κυριαρχίας σε υπερεθνικά όργανα χωρίς ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις).  Και αποτελεί πρώτο βήμα γιατί η ιστορία των αναθεωρητικών προτάσεων έχει δείξει ότι οι προτάσεις που απορρίπτονται ως «πρωτοποριακές» σε μια αναθεωρητική διαδικασία (όπως σήμερα οι προτάσεις για παράταση της κυβερνητικής θητείας από 4 σε 5 χρόνια) επανέρχονται ως «ώριμες» στην επόμενη αναθεώρηση (όπως ακριβώς έγινε το 2000 με τις προτάσεις για την αναθεώρηση των άρθρων 16 και 24 Σ.).

Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι η συζήτηση για τον φύλακα του Συντάγματος, τον τελικό δηλαδή εγγυητή της συνταγματικής νομιμότητας και ερμηνείας, αποτέλεσε κρίσιμο πολιτικό επιχείρημα για τη συγκρότηση της πολιτικής συναίνεσης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στη Γερμανία του Μεσοπολέμου. Αν και οι κοινωνικοί και πολιτικοί όροι σε καμμία περίπτωση δεν ομοιάζουν και άρα οι όποιοι παραλληλισμοί θα ήταν έωλοι, σε κάθε περίπτωση το ερώτημα γιατί ο φύλακας του συντάγματος πρέπει είναι ένα δικαστήριο που δεν έχει άμεση εκλογική νομιμοποίηση και όχι κάποιο εκλεγμένο όργανο (π.χ. ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας) ενέχουν πάντα  κινδύνους, που η σημερινή δόμηση του ελέγχου της συνταγματικότητας τους έχει επιλύσει με πιο πρόσφορο τρόπο για την ανάπτυξη λαϊκών αντιστάσεων: δεν χρειάζεται καν ένας τέτοιος φύλακας.

Εκτός όμως από την εμφανή ατζέντα της αναθεώρησης υφίσταται και μια λανθάνουσα ατζέντα: η διαρκής αναθεωρητική διαδικασία και μάλιστα η ένταξη στο Σύνταγμα διατάξεων που ταιριάζουν σε απλές ρυθμίσεις νόμου υποβαθμίζουν το  συνταγματικό κείμενο σε ένα απλό νομοθέτημα που στηρίζεται σε μια ευρύτερη -πλην όμως συγκυριακή- πλειοψηφία. Οι αναθεωρητικές π.χ. προτάσεις  για την τροποποίηση των διατάξεων περί βασικού μετόχου και του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών επιχειρούν τη διόρθωση των προχειροτήτων που άφησε πίσω της η προηγούμενη αναθεώρηση (και που προσέκρουαν καταφανώς στο κοινοτικό δίκαιο και την ΕΣΔΑ). Όπως όμως είδαμε και οι τρέχουσα αναθεωρητική διαδικασία οδηγεί σε νέες, ανάλογες συνταγματολογικές περιπέτειες. Η υποβάθμιση αυτή ανοίγει διάπλατα το δρόμο για την αναγωγή του κοινοτικού δικαίου σε ρύθμιση που υπερέχει των διατάξεων του συνταγματικού κειμένου (κατ' εναρμόνιση με τις σχετικές επιταγές του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων).

Τέλος είναι προφανές ότι η αναθεώρηση διατηρεί  σημαντικούς αναχρονισμούς στο συνταγματικό κείμενο (ενδεικτικά αναφέρουμε τις διατάξεις περί επικρατούσας θρησκείας και τον ασαφή διαχωρισμό εκκλησίας/κράτους, την έλλειψη ρητής καθιέρωσης  δικαιώματος στην αντίρρηση συνείδησης, τις διατάξεις περί κατασχέσεως εντύπων, την διατήρηση άκρως αναχρονιστικών διατάξεων, όπως οι σκοποί της παιδείας για την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, η διάκριση καθηγητών και λοιπού διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ, η ρήτρα υπακοής στο Σύνταγμα ως περιορισμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας κ.α.π) που καταδεικνύουν ότι οι όροι της μετεμφυλιακής συγκρότησης της συναίνεσης εξακολουθούν να επιδρούν σε ευρύτερα πολιτικά ακροατήρια.

Έχει νόημα η αντίσταση στην αναθεώρηση   Η γενική αίσθηση  είναι ότι η αναθεώρηση θα περάσει ούτως ή άλλως αφού θα ψηφισθεί από τους βουλευτές της ΝΑ -και σε ορισμένες περιπτώσεις σίγουρα και από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, άρα δεν έχει πραγματικό νόημα η δημιουργία κινηματικών αντιστάσεων. Αυτή είναι π.χ. η στάση του ΚΚΕ που υποβαθμίζει πλήρως τη σημασία αυτού του μετώπου και υπολογίζει ότι οι όποιες κινηματικές αντιστάσεις θα πρέπει να ενσωματωθούν απλώς σε μια πολιτική στρατηγική εκλογικής αποτύπωσης της όποιας δυσαρέσκειας έναντι του δικομματισμού.  Άρα το να ρίξει κανείς δυνάμεις σε ένα ευρύτερο μέτωπο αντίστασης και μάλιστα με δυναμικό τρόπο περισσότερο θα βλάψει αυτήν την εκλογική αποτύπωση παρά θα την ενισχύσει.

Για να απαντήσει κανείς σε αυτή την αντίληψη δεν αρκεί απλώς να καταγγείλει την εκλογικίστικη και γραφειοκρατική βάση της, ούτε να παραλληλίσει την στάση του με αυτή κατά τη διάρκεια της μάχης ενάντια στον ν-π, αλλά να βαθύνει περισσότερο τον προβληματισμό του γύρω από τους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους ανάπτυξης αντιστάσεων απέναντι στην αναθεώρηση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συγκρότηση πολιτικής συναίνεσης γύρω από την αναθεώρηση αντανακλά και κοινωνικές συναινέσεις. Είναι αναμφίβολο ότι στην αναθεώρηση του άρθρου 24 συναινούν όχι μόνο τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα που θα εκμεταλλευθούν την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αλλά και μια σειρά λαϊκών στρωμάτων (από όσους έχουν επενδύσει σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, έως μια σειρά αυθαίρετων οικιστών που επιδιώκουν την ένταξή τους  σε σχέδια πόλης). Αντίστοιχα στο εσωτερικό του δημοσίου τομέα η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων βρίσκει ερείσματα και στο προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που επιδιώκει την εξομοίωσή του με το τακτικό μόνιμο προσωπικό όσον αφορά την υπηρεσιακή του εξέλιξη (σύστημα προαγωγών και τοποθέτησης σε διευθυντικές θέσεις). Αλλά και η αναθεώρηση του άρθρου 16, πέρα από τη γενικότερα ιδεολογικά πλήγματα που έχει δεχθεί η δημόσια εκπαίδευση, στηρίζεται και σε μια σειρά αποφοίτων ή σπουδαστών κέντρων ελευθέρων σπουδών που επιδιώκουν την αναβάθμιση των πτυχίων τους. Η παρέμβαση του κινήματος -και φυσικά της αριστεράς- είναι τόσο κατακερματισμένη  και ελλιπής που δεν έχει καν επιδιώξει να εξηγήσει ότι η ικανοποίηση των υλικών συμφερόντων αυτών των στρωμάτων δεν μπορεί να υλοποιηθεί με έναν νεοφιλελεύθερο (ή ακόμα και συντεχνιακό) κοινωνικό αυτοματισμό (ήτοι με την υποβάθμιση των κατακτήσεων και των συμφερόντων των υπολοίπων λαϊκών στρωμάτων), αλλά ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση μέσα από μια λαϊκή συμμαχία για την ανατροπή των συσχετισμών σε βάρος του κεφαλαίου: με την κατοχύρωση στην πράξη μιας δημόσιας δωρεάν παιδείας για όλους χωρίς αποκλεισμούς,  την υλοποίηση της αρχής ότι όλοι οι υπάλληλοι που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημοσίου  και την πραγματοποίηση ενός πολεοδομικού σχεδιασμού που προστατεύοντας τον δασικό πλούτο και το περιβάλλον θα οδηγήσει σε αγροτικό και αστικό αναδασμό με την απαλλοτρίωση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας (ιδίως π.χ. της εκκλησίας).  

Περαιτέρω, είναι προφανές ότι ακόμα και τα στρώματα που πλήττονται από την αναθεώρηση δεν αντιλαμβάνονται ότι η επιβολή της πλήττει υπαρκτά υλικά κοινωνικά τους συμφέροντα. Η αντιμετώπιση αυτή καταδεικνύει τις κοινωνικές και ιδεολογικές νίκες του αστισμού. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλα τα προς αναθεώρηση άρθρα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, έχουν πίσω τους μια ιστορία άρσης κατακτήσεων που έχουν υποσκάψει το εγγυητικό τους περιεχόμενο. Ακόμα όμως και κινήματα που αναπτύχθηκαν το προηγούμενο χρονικό διάστημα (όπως το φοιτητικό ή των συμβασιούχων) δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μονιμότερους όρους όσμωσης με τα πληττόμενα στρώματα, έτσι ώστε να καθίστανται εμφανείς ακόμα και οι πιο βραχυπρόθεσμες συνέπειες της αναθεώρησης (όπως το χτύπημα στα επαγγελματικά δικαιώματα των φοιτητών που θα επιφέρει η εξομοίωση των πτυχίων τους με αυτά των ΚΕΣ).

Είναι επίσης ενδεικτικό ότι αν εξαιρέσει κανείς το άρθρο 16 δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να υπάρχει οποιαδήποτε πίεση έστω και μειοψηφικών μερίδων κοινωνικών στρωμάτων ενάντια στις άλλες όψεις της αναθεώρησης. Η αναθεώρηση του άρθρου 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων αντιμετωπίστηκε από την ΑΔΕΔΥ με ντουφεκιές στον αέρα, ενώ δεν έχουν υπάρξει κινήσεις συντονισμού για τη δημιουργία οικολογικών αντιστάσεων στην αναθεώρηση του άρθρου 24, όπως είχε συμβεί το 2000.

Ενόψη όλων των ανωτέρω μπορεί να υπάρξουν νικηφόρες συνέπειες από την ανάπτυξη αντιστάσεων Εδώ θα πρέπει κανείς να διακρίνει μεταξύ των κοινωνικών και πολιτικών όρων που έχουν ήδη διαμορφωθεί στη μάχη ενάντια στο άρθρο 16 και στη μάχη ευρύτερα ενάντια στην αναθεώρηση. Οι αγώνες ενάντια στο ν-π της κυβέρνησης για τα ΑΕΙ, οι αγώνες των δασκάλων και των μαθητών έχουν διαμορφώσει τους όρους για την ανάπτυξη ενός πανεκπαιδευτικού μετώπου ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 με υπαρκτούς κοινωνικούς όρους. Οι όροι αυτοί μπορούν να αναπτυχθούν περαιτέρω και οι αντιστάσεις να αποκτήσουν δυναμικό χαρακτήρα (με καταλήψεις και δυναμικές διαδηλώσεις). Κριτήριο θα αποτελέσει η μαζικότητα αυτών των διαδικασιών -ιδίως των συνελεύσεων στα ΑΕΙ. Η πίεση από τέτοιες κινητοποιήσεις προς όλες τις πολιτικές δυνάμεις του αστισμού είναι αδιαμφισβήτητη. Το ΠΑΣΟΚ δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση και αυτή θα εκδηλωθεί και με την καταγραφή της αποστασίας βουλευτών από την επίσημη γραμμή της υπερψήφισης της αναθεώρησης. Ακόμα μεγαλύτερη θα ήταν η πίεση εάν στον αγώνα έμπαιναν και οι μαθητές με καταλήψεις. Εδώ ιδίως καθίσταται προφανές ότι η αντιμετώπιση αυτού του αγώνα ως δεξαμενή ψήφων από το ΚΚΕ -αλλά και η υποτίμηση της παρέμβασης στα σχολεία από τις άλλες δυνάμεις των ΕΑΑΚ- δυναμιτίζει την εμβέλειά του πανεκπαιδευτικού κινήματος. Εάν στο ΠΑΣΟΚ δημιουργείτο μια κρίση νομιμοποίησης στην κυρίαρχη γραμμή είναι πιθανό ότι οι πολιτικές εξελίξεις θα ήταν ακόμα πιο άμεσες και θα μπορούσε ακόμα και να τεθεί υπό αμφισβήτηση το αν θα συγκεντρωνόταν η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 βουλευτών για να  αναθεωρηθεί εν συνεχεία το άρθρο 16 χωρίς κοινωνικά προβλήματα (αφού η εκλογική νίκη του κυβερνώντος κόμματος θα θεωρείτο αυτόματα και ως επικύρωση της αναθεώρησης, αλλά και αφού θα είχε αποκρυσταλλωθεί και η ευρύτερη πολιτική συναίνεση στην ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης). Αυτό θα προϋπέθετε ότι η αντίσταση ενάντια στην αναθεώρηση θα έπαιρνε το χαρακτήρα ενός πολιτικού γεγονότος αντίστοιχου με αυτού του ν.π. Την δημιουργία ενός τέτοιου μαζικού κοινωνικού και πολιτικού γεγονότος δεν επιθυμεί ούτε ο ΣΥΝ που προσανατολίζεται σε διαδηλώσεις καταγραφής της λαϊκής δυσαρέσκειας (και πιέζεται από την κυβέρνηση μέσω του Πολύδωρα να μην παρεκτραπεί σε δυναμικές κινητοποιήσεις).   Αντίθετα η υπερψήφιση της αναθεώρησης με 180 βουλευτές (έστω και με απώλειες από το ΠΑΣΟΚ) οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων στην ανώτατη εκπαίδευση. Εάν συνεπώς δεν δοθεί η μάχη του 16 ή εάν αυτή η μάχη είναι υποτονική τότε ο αστισμός θα έχει πετύχει μια μεγάλη κοινωνική και ιδεολογική νίκη.

Τα ανωτέρω οριοθετούν και τον τρόπο ανάπτυξης των αντιστάσεων: Πρώτον, η μάχη πρέπει να δοθεί με τους ευρύτερους κοινωνικούς όρους, μέσα από τους φοιτητικούς συλλόγους και τους συλλόγους των εκπαιδευτικών. Δεύτερον πρέπει να εμπλακεί στη μάχη όποιος είναι αντίθετος στην αναθεώρηση χωρίς αποκλεισμούς. Συνεπώς και οι πρωτοβουλίες προσωπικοτήτων που εκφράζουν τμήματα πολιτικών χώρων του αστισμού ή ιδεολογικές αντιστάσεις διανοουμένων είναι χρήσιμες και πρέπει να ενθαρρυνθεί η έκφρασή τους. Είναι όμως άλλο αυτό και άλλο η αντικατάσταση του κινήματος από κίνημα προσωπικοτήτων. Συνεπώς, τρίτον η μάχη αυτή πρέπει να καθοδηγηθεί από τους συλλόγους, έτσι ώστε να αναπτύσσεται με υπαρκτούς κοινωνικούς όρους η αντιπαράθεση των γραμμών και όχι μέσω τεχνικών εθνικών επιτροπών που πέραν του ότι θα έδιναν χαρακτήρα αντίστασης προσωπικοτήτων θα οδηγούσαν σε μια de facto συντηρητικοποίηση την πολιτική  έκφραση των αντιστάσεων (έχουμε δει στο παρελθόν τέτοιες επιτροπές να καταγγέλουν τις δυναμικές κινητοποιήσεις ακριβώς επειδή θεωρούν την ριζοσπαστικοποίηση των αντιστάσεων περισσότερο επικίνδυνη από τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις). Σε κάθε περίπτωση η ανάπτυξη (δήθεν ευρύτερων) πολιτικών πρωτοβουλιών από την αριστερά ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16-όπως επιχειρεί ο ΣΥΝ ή όπως εσφαλμένα προτάθηκε από τμήματα του μλ χώρου- που θα διεκδικούν την καθοδήγηση του κινήματος κινείται σε λανθασμένες κατευθύνσεις. Τέταρτον, δεν θα πρέπει κανείς να υποτιμά, αλλά ούτε και να υπερτιμά τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται από το χώρο του ΠΑΣΟΚ. Είναι πολύ πιθανό η πολιτική έκφραση αυτών των αντιστάσεων (με την καταψήφιση της αναθεώρησης από ορισμένους βουλευτές) να αποτελέσει απλώς μια κίνηση ενσωμάτωσης των αντιστάσεων στην κυρίαρχη αναδιαρθρωτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ (δεν είναι τυχαίο ότι κύριος εκφραστής των αντιδράσεων είναι ο Βενιζέλος που παρά το λεκτικό κοινωνικό του προφίλ κινείται σε ακόμα πιο συντηρητική κατεύθυνση από τον Παπανδρέου). Υπάρχουν όμως κοινωνικές δυνάμεις που εκφράζονται μέσα από το ΠΑΣΟΚ (ιδίως στους χώρους της εκπαίδευσης και της νεολαίας) στις οποίες μπορεί να ασκηθεί πολιτική πίεση, καταδεικνύοντας τους ότι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για αναθεώρηση του 16 συνιστά πολιτική τομή με το παρελθόν του και όριο ρήξης τους με αυτού του είδους την πολιτική έκφραση.

Αντίθετα, στο πεδίο ενός ευρύτερου μετώπου ενάντια στην αναθεώρηση δεν υπάρχουν σήμερα κοινωνικοί όροι ανάπτυξης ενός κινήματος που θα μπορούσε να έχει νικηφόρες συνέπειες. Γι' αυτό το λόγο ορθά συγκροτήθηκε η αγωνιστική πρωτοβουλία της ριζοσπαστικής αριστεράς ενάντια στην αναθεώρηση που έχει ως στόχο να συγκροτήσει και να συντονίσει τις όποιες -έστω και μειοψηφικές- αντιστάσεις σε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο. Το βάθος χρόνου της συνολικής αναθεώρησης δεν είναι προφανώς ούτε η 10η Ιανουαρίου, ούτε καν η ολοκλήρωση τον Μάρτιο της πρώτης αναθεωρητικής διαδικασίας. Εκτείνεται μέχρι και την ολοκλήρωση του συνόλου της αναθεώρησης μετά τις εκλογές, αφού τυπικά ακόμα και άρθρα των οποίων η αναθεώρηση θα υπερψηφισθεί σήμερα, μπορούν υπό την πίεση κινητοποιήσεων να μείνουν ως έχουν αύριο. Για να συμβεί βέβαια αυτό θα πρέπει να αναπτυχθούν υπαρκτές αντιστάσεις σε κοινωνικό και τοπικό επίπεδο. Η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση. Από το εύρος μάλιστα των δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτή την πρωτοβουλία φαίνεται ότι μετά από χρόνια όλες οι δυνάμεις- παρά τις διαφορές τους- καταλαβαίνουν αυτή την αναγκαιότητα και ότι αυτό δεν συμβαίνει σε κανένα άλλο πολιτικό χώρο. Σε ένα βάθος χρόνου φυσικά αυτό θα πρέπει να σημαίνει ότι εάν αναπτυχθούν κοινωνικές αντιστάσεις η πρωτοβουλία θα πρέπει να επιδιώκει τον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ενιαιομετωπικό συντονισμό τους.  Και αυτό μπορεί να συμβεί εάν δεν εξηγεί απλώς το ρόλο της αναθεώρησης, αλλά καταδεικνύει ότι απέναντι σε αυτή υπάρχει ένας άλλος δρόμος, ο δρόμος της ενότητας των λαϊκών αντιστάσεων και συμφερόντων, χωρίς όμως να καταρτίζει χάρτες δικαιωμάτων που απευθύνονται σε μειοψηφικά και ήδη πεισμένα σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση τμήματα λαϊκών στρωμάτων και που εν τέλει αποπροσανατολίζουν τις λαϊκές αντιστάσεις σε λογικές κόκκινων συνταγμάτων. Η ριζοσπαστική αριστερά θα έχει να κερδίσει από το ότι ήταν η πρώτη και η μόνη που κατάλαβε τη σημασία αυτών των αντιστάσεων και που ανέδειξε  ότι η αναθεωρητική διαδικασία αποτελεί συμπύκνωση της αναδιαρθρωτικής στρατηγικής. Και βέβαια θα έχει επίσης να αναμετρηθεί με τον ίδιο της τον εαυτό, γιατί θα τίθεται ενώπιον των ευθυνών της να συγκροτήσει έναν αντικαπιταλιστικό πολιτικό πόλο ικανό να εκφράσει πολιτικά τις αντιστάσεις ενάντια σε αυτή την αναδιαρθρωτική στρατηγική. 

 
   
   
   
   
9 Νοεμβρίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος ως προς τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα


του Νάσου Θεοδωρίδη

Προοίμιο

Καταργείται η υπάρχουσα θρησκευτική επίκληση, και αντικαθίσταται ως εξής

«Με συνείδηση της ευθύνης του και διαπνεόμενος από τη θέληση να υπηρετήσει τις αξίες της Ελευθερίας , της Δημοκρατίας και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, καθώς και την παγκόσμια Ειρήνη ως ισότιμο μέλος σε μια Ενωμένη Ευρώπη, ο Ελληνικός Λαός θέσπισε, δυνάμει της συντακτικής του εξουσίας , το παρόν Σύνταγμα».

Μορφή του πολιτεύματος

Άρθρο 2

Προστίθενται εδάφια β και γ ως εξής

« Η Ελλάδα αποκηρύσσει τον πόλεμο ως επιθετικό μέσο κατά της ελευθερίας των άλλων λαών και ως μέσο επίλυσης των διεθνών διαφορών. Πράξεις που διενεργούνται για να προετοιμάσουν τη διεξαγωγή επιθετικού πολέμου απαγορεύονται, όπως νόμος ορίζει»

Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας

Άρθρο 3

Καταργείται και αντικαθίσταται ως εξής

«Το Ελληνικό Κράτος είναι διαχωρισμένο από κάθε θρησκευτική ένωση και τηρεί την αρχή της ουδετερότητας έναντι όλων των θρησκειών. Οι θρησκευτικές ενώσεις αποφασίζουν ελεύθερα για την εσωτερική οργάνωσή τους».

 

Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα

 

α) Άρθρο 4 παρ. 1

Προστίθεται εδάφιο β που έχει ως εξής

«Αποτελεί καθήκον του Κράτους η άρση των εμποδίων οικονομικής και κοινωνικής φύσης που περιορίζοντας στην πράξη την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών, παρακωλύουν την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπου και την ενεργό συμμετοχή του στον κοινωνικό βίο.»

β) Άρθρο 4 παρ2

Προστίθεται εδάφιο γ που έχει ως εξής

Το Κράτος μεριμνά για την εφαρμογή και την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Απαγορεύεται οιαδήποτε διακριτική μεταχείριση, ιδίως λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ψυχικής ασθένειας, εξάρτησης από ψυχοτρόπους ουσίες, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού,  ταυτότητας κοινωνικού φύλου ή προγενέστερης εκτιθείσας ποινής, όσον αφορά τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής, των όρων πρόσληψης και των προαγωγών, ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριότητας, τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών, την πρόσβαση σε όλα τα είδη επαγγελματικού προσανατολισμού και κατάρτισης, την κοινωνική προστασία συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης, τις κοινωνικές παροχές, την εκπαίδευση, την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που είναι διαθέσιμα στο κοινό, και στην παροχή αυτών, συμπεριλαμβανομένης και της στέγασης

γ) Άρθρο 4 παρ. 6

Καταργείται η παρ. 6 (μαζί με την Ερμηνευτική Δήλωση) και αντικαθίσταται ως εξής

«Νόμος δύναται να ορίζει στρατιωτική θητεία για τους Έλληνες πολίτες. Το δικαίωμα στην άρνηση παροχής στρατιωτικής υπηρεσίας οποιασδήποτε μορφής είναι απαραβίαστο και δεν υπόκειται σε κρίση γνωμοδοτικής ή άλλης επιτροπής. Όποιος αρνείται για λόγους συνείδησης την στρατιωτική υπηρεσία, δύναται να κληθεί σε εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία που επιτελείται εκτός στρατιωτικού σχεδιασμού και μόνο σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, Δημόσιες Υπηρεσίες, Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου των οποίων τον έλεγχο ασκεί το Κράτος,  καθώς και σε αναγνωρισμένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όπως ορίζει ο νόμος. Η διάρκεια της εναλλακτικής υπηρεσίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη διάρκεια της στρατιωτικής υπηρεσίας ούτε να έχει χαρακτήρα τιμωρίας. Για το αδίκημα της ανυποταξίας επιτρέπονται μόνο διοικητικές κυρώσεις σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας».

Προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής

«Κάθε τέκνο που γεννιέται στην εδαφική επικράτεια της Ελλάδας από ημεδαπούς ή από αλλοδαπούς γονείς αποκτά αυτοδικαίως την ελληνική ιθαγένεια.  Αλλοδαποί που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον οκτώ χρόνια νόμιμης διαμονής στη Χώρα  αποκτούν, αφού υποβάλουν σχετικό αίτημα, αυτοδικαίως την ελληνική ιθαγένεια, εκτός αν έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για την τέλεση κακουργημάτων ή αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιας τάξης, ασφάλειας και υγείας που τεκμηριώνονται με πληρότητα και επάρκεια από τις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες του Κράτους και τελούν οπωσδήποτε υπό τον δικαστικό έλεγχο της διοικητικής δικαιοσύνης, ως νόμος ορίζει. Η ανωτέρω ρύθμιση περιλαμβάνει και τους ομογενείς από οποιαδήποτε χώρα προέλευσης εφόσον αναγνωριστούν ως γόνοι ανιόντων ελληνικής ιθαγένειας, ως νόμος ορίζει». 

Άρθρο 5

Καταργείται από την παράγραφο 1 ο όρος «χρηστά ήθη».

Παράγραφος 2

Προστίθεται εδάφιο α ως εξής

«Κανένας Έλληνας δεν επιτρέπεται να εκδοθεί στο εξωτερικό παρά τη θέληση του».

 Εδάφιο β

 «Όσοι διώκονται για τους λόγους που περιγράφονται στην παρ.2 του Άρθρου 5 απολαμβάνουν το δικαίωμα ασύλου».

Εδάφια  γ , δ, ε και στ

«Το Υπουργείο Δικαιοσύνης από κοινού με το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας και άλλων διεθνών οργανισμών αρμόδιων για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και ειδικότερα των προσφύγων, καταρτίζουν ετήσιο κατάλογο χωρών για πολίτες για τους οποίους θεσπίζεται τεκμήριο ύπαρξης δίωξης για λόγους πεποιθήσεων, εφόσον έχει υποβληθεί από αυτούς σχετικό αίτημα παροχής ασύλου. Η παροχή πολιτικού ασύλου για πολίτες προερχόμενους από τις ανωτέρω χώρες είναι καταρχήν υποχρεωτική, εκτός αν σοβαρά στοιχεία αποδεικνύουν το αβάσιμο των σχετικών αιτημάτων. Σε καμία περίπτωση οι αιτήσεις ασύλου που απορρίπτονται δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ήμισυ των αιτήσεων που υποβάλλονται αρμοδίως. Δευτεροβάθμια εξέταση ασύλου γίνεται μόνο από ανεξάρτητα όργανα του Κράτους που δεν υπάγονται οργανικά σε Υπουργείο οι υπηρεσίες του οποίου είχαν ασχοληθεί με την πρωτοβάθμια εξέταση τους».

Προστίθεται νέα Παράγραφος 5Β ως εξής

Νόμος προστατεύει τα γλωσσικά και πολιτισμικά δικαιώματα του ατόμου και ομάδων πολιτών και ειδικότερα το δικαίωμα στο σεβασμό και στη διατήρηση της γλωσσικής τους ταυτότητας, το δικαίωμα στη χρήση της δικής τους γλώσσας, δημόσια και ιδιωτικά, με την παράλληλη προστασία από κάθε προσπάθεια αφομοίωσης, το δικαίωμα να απευθύνονται στη δική τους γλώσσα στις πολιτικές , διοικητικές και δικαστικές αρχές το δικαίωμα στη χρήση επωνύμων, κυρίων ονομάτων και τοπωνυμίων,  το δικαίωμα στην εκμάθηση και μελέτη της μητρικής τους γλώσσας σε δημόσια σχολεία, καθώς και το δικαίωμα στη δημιουργία και διαχείριση σχολείων και άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Προστίθεται νέα Παράγραφος 5Γ ως εξής

«Η διαπίστωση ρατσιστικού κινήτρου σε οποιαδήποτε πράξη που τιμωρείται από τις διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας λειτουργεί ως ιδιώνυμη επιβαρυντική περίσταση για την επαύξηση του αξιοποίνου της συγκεκριμένης πράξης».

Προστίθεται νέα Παράγραφος 5Δ ως εξής

« Νόμος ορίζει τις αυστηρές εγγυήσεις και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ασκείται το δικαίωμα του ατόμου στην ευθανασία».

Άρθρο 6

Καταργείται το εδάφιο β της παραγράφου 4 (δηλαδή καταργείται η εξαίρεση που ορίζει ότι «σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου»), ώστε να μειωθεί το επιτρεπτό όριο προφυλάκισης στους 12 μήνες.

Άρθρο 7

Καταργείται η εξαίρεση της περιόδου πολέμου για την επιβολή της θανατικής ποινής και τροποποιείται η παράγραφος 3 ως εξής

«Θανατική ποινή δεν επιβάλλεται σε καμία απολύτως περίπτωση».

Προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής

«Κανένας δεν καταδικάζεται πάνω από μία φορά για την ίδια κατ' ουσία πράξη, ασχέτως του τυπικού χαρακτηρισμού της από το νόμο ως εγκλήματος διαρκείας».

Προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής

«Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης δεν μπορεί αθροιστικά να υπερβαίνει τα δεκαέξι χρόνια εγκλεισμού σε σωφρονιστικό ίδρυμα. Το Κράτος μεριμνά για το διαρκή εκσυγχρονισμό του σωφρονιστικού συστήματος και για την προώθηση του θεσμού της ημιελεύθερης διαβίωσης υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.

Άρθρο 9Α

Προστίθεται εδάφιο γ ως εξής

«Καμία καταγραφή ή αποθήκευση της μορφής και του περιεχομένου των τηλεφωνικών, ηλεκτρονικών ή τηλεομοιοτυπικών επικοινωνιών δεν επιτρέπεται ούτε για ελάχιστο χρονικό διάστημα χωρίς δικαστική εγγύηση».

Άρθρο 11

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής

«Καθένας έχει το δικαίωμα να συνέρχεται ήσυχα και χωρίς όπλα».

Το εδάφιο β της παραγράφου 2 (που προβλέπει δυνατότητα απαγόρευσης συναθροίσεων με απόφαση αστυνομικής αρχής) τροποποιείται  ως εξής

Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν μόνο με αιτιολογημένη απόφαση ειδικού τριμελούς δικαστικού συμβουλίου αποτελούμενου από ένα δικαστή της ποινικής δικαιοσύνης, ένα δικαστή της πολιτικής δικαιοσύνης και ένα δικαστή της διοικητικής δικαιοσύνης, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος, κλπ».

Άρθρο 13

Προσθήκη εδαφίου γ στην παράγραφο 1

«Καθένας έχει το δικαίωμα να αποσιωπά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να τις μεταβάλλει ελεύθερα και χωρίς τύπους».

Προσθήκή εδαφίου β στην παράγραφο 2

«Όλες οι θρησκευτικές ενώσεις και οι λειτουργοί τους έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».

Καταργείται το εδάφιο γ της παραγράφου 2, που ορίζει ότι «ο προσηλυτισμός απαγορεύεται».

Τροποποίηση παραγράφου 3 ως εξής

Αφαιρείται η έκφραση «λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας».

Τροποποίηση παραγράφου 5 ως εξής

«Κανένας όρκος ενώπιον κρατικού οργάνου δεν επιτρέπεται να έχει θρησκευτικό χαρακτήρα»

Προσθήκη παραγράφου 6 ως εξής

«Η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στη Δημόσια Εκπαίδευση είναι απολύτως προαιρετική, και παρέχεται μόνο κατόπιν αίτησης των ενδιαφερομένων. Η ύλη του μαθήματος δεν έχει ομολογιακό χαρακτήρα και περιλαμβάνει ισότιμη εισαγωγή στην ιστορία, την κοινωνιολογία και την δογματική όλων των θρησκειών».

Προσθήκη παραγράφου 7 ως εξής

«Απαγορεύεται η αναγραφή του θρησκεύματος σε δημόσιο έγγραφο, τίτλο σπουδών ή βεβαίωση δημόσιας αρχής».

Προσθήκη παραγράφου 8 ως εξής

«Κάθε προγενέστερος Νόμος που αντίκειται στο διαχωρισμό Κράτους και θρησκευτικών ενώσεων κηρύσσεται ανίσχυρος».

Άρθρο 14

Προσθήκη εδαφίου β στην παράγραφο 1

«Το δικαίωμα στην ελεύθερη κριτική όταν αφορά δημόσια πρόσωπα ή όταν άπτεται οποιουδήποτε θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος υπερτερεί πάντοτε του έννομου αγαθού της προστασίας από εξύβριση, απλή δυσφήμηση, συκοφαντική δυσφήμηση ή άλλη πράξη προσβολής της τιμής και της υπόληψης, και παραμένει ποινικά ατιμώρητο χωρίς παράλληλη δυνατότητα αποζημίωσης ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης, με μόνη επιφύλαξη τη διεκδίκηση δικαιώματος απάντησης σε ανακριβές δημοσίευμα, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος».

Προσθήκη εδαφίου γ στην παράγραφο 1

«Ποινικές διατάξεις που περιορίζουν την ελευθερία της έκφρασης και δεν έχουν ως αντικείμενο προστασίας συγκεκριμένο άτομο ως φορέα προσβολής έννομου αγαθού είναι ανίσχυρες».

Κατάργηση των περιπτώσεων κατάσχεσης εντύπων που αριθμούνται ως α, β και δ, ενώ από την περίπτωση γ παραμένει μόνο το πρώτο σκέλος, δηλαδή η κατάσχεση «για δημοσίευμα που αποκαλύπτει πληροφορίες για τη σύνθεση, τον εξοπλισμό και τη διάταξη των ενόπλων δυνάμεων ή την οχύρωση της Χώρας».

Άρθρο 16

Από την παράγραφο 2 απαλείφεται ο όρος «ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» .

Τροποποιείται η παράγραφος 3 ως εξής

Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από δώδεκα. Η πρόσβαση στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα είναι ελεύθερη και γίνεται χωρίς εξετάσεις».

Προστίθεται εδάφιο γ στην παράγραφο 4

« Η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε απολύτως δωρεάν εκπαίδευση από τα κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαμέσου της θέσπισης διδάκτρων ή άλλων τελών και διαμέσου άρνησης χορήγησης δωρεάν βιβλίων και συγγραμμάτων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο κατόπιν ειδικού ενδίκου μέσου στρεφόμενου κατά του Κράτους, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται εδάφιο ε στην παράγραφο 5

«Η συμμετοχή εκπροσώπων των φοιτητικών συλλόγων στη διοίκηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ορίζεται με νόμο».

Προστίθεται έκτο εδάφιο στην παράγραφο 5

«Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι απαραβίαστο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αρθεί χωρίς σύμφωνη γνώμη των εκπροσώπων των πρυτανικών αρχών και των εκπροσώπων των φοιτητικών συλλόγων στη διοίκηση του εκπαιδευτικού ιδρύματος».

Προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής

«Όσον αφορά την απόλαυση του δικαιώματος πρόσβασης στα κρατικά εκπαιδευτήρια και ειδικότερα τη δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας».

Προστίθεται παράγραφος 11 ως εξής

«Το Κράτος μεριμνά για την παροχή σίτισης και στέγασης υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών για φοιτητές και σπουδαστές. Ενδεχόμενη αδυναμία του κράτους για ικανοποίηση του κοινωνικού δικαιώματος σε παροχή σίτισης και στέγασης θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα του φοιτητή και του σπουδαστή σε παροχή χρηματικού ποσού ίσου με τον κατώτατο βασικό μισθό όπως αυτός προσδιορίζεται από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας».

Προστίθεται παράγραφος 12 ως εξής

  «Το Κράτος θεσπίζει υποχρεωτικά θετικά μέτρα διάκρισης για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης παιδιών που προέρχονται από γονείς που ανήκουν σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, και ειδικότερα Ρομά, Μουσουλμάνους της Θράκης και αλλοδαπούς που είναι οικονομικοί μετανάστες ή πολιτικοί πρόσφυγες. Σε κάθε σχολική μονάδα της Χώρας παρέχεται η δυνατότητα λειτουργίας τάξεων υποδοχής και προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας για παιδιά ευπαθών κοινωνικών ομάδων, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται παράγραφος 13 ως εξής

«Νόμος δύναται να ορίζει διαδικασίες μετάβασης όλων των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε Φορείς υπό δημόσιο ή κοινωνικό έλεγχο».

Άρθρο 21

Στην παράγραφο 1 απαλείφεται ο όρος «θεμέλιο της προαγωγής του έθνους», και όλη η παράγραφος αντικαθίσταται ως εξής

«Η οικογένεια υπό όλες τις μορφές της, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. Δεν επιτρέπονται διακρίσεις, ιδίως λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, εξάρτησης από ψυχοτρόπους ουσίες, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας κοινωνικού φύλου, όπως νόμος ορίζει. Θρησκευτικοί κώδικες και εθιμικοί κανόνες που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς Συνθήκες και που έρχονται σε αντίθεση με τα δικαιώματα του ανθρώπου και ειδικότερα της γυναίκας όπως αυτά προστατεύονται από το παρόν Σύνταγμα και από Διεθνείς Συμβάσεις κυρωμένες από τη Βουλή των Ελλήνων είναι ανίσχυροι μετά την ψήφιση και δημοσίευση του παρόντος». 

Προστίθεται εδάφιο β στην παρ. 3 ως εξής

«Το δικαίωμα στην υγεία εξασφαλίζεται με την απολύτως δωρεάν ιατρική περίθαλψη που παρέχεται από τα κρατικά υγειονομικά ιδρύματα, ασχέτως καθεστώτος ασφάλισης, με την ανάπτυξη του δικτύου των ιδρυμάτων που προορίζονται για τη θεραπεία και την ενίσχυση της υγείας των πολιτών, με την ανάπτυξη και βελτίωση των μέτρων προστασίας από ατυχήματα και των υγιεινών συνθηκών της παραγωγής, με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων, και με την ανάπτυξη ιατρικών ερευνών που αποβλέπουν στην πρόληψη και μείωση των ασθενειών και στην εξασφάλιση στους πολίτες μιας μακρόχρονης και δραστήριας ζωής.

Προστίθεται στην παρ.3 εδάφιο γ ως εξής

«Όσον αφορά την απόλαυση του δικαιώματος στην υγεία και ειδικότερα τη δωρεάν ιατρική περίθαλψη απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας».

Προστίθεται στην παρ.3 εδάφιο δ ως εξής

« Η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε απολύτως δωρεάν ιατρική περίθαλψη από τα κρατικά υγειονομικά ιδρύματα, ασχέτως καθεστώτος ασφάλισης, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο κατόπιν ειδικού ενδίκου μέσου στρεφόμενου κατά του Κράτους, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται στην παρ.3 εδάφιο δ ως εξής

«Νόμος δύναται να ορίζει διαδικασίες μετάβασης όλων των ιδιωτικών υγειονομικών ιδρυμάτων σε Φορείς υπό δημόσιο ή κοινωνικό έλεγχο».

Στην παράγραφο 4 προστίθενται εδάφια β,  γ , δ , ε ,στ, ζ , η και θ ως εξής

«Το Κράτος μεριμνά για την επαρκή χρηματοδότηση στεγαστικών προγραμμάτων υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών. Νόμος ορίζει το ύψος του ατομικού και οικογενειακού εισοδήματος κάτω από το οποίο καθένας έχει δικαίωμα απόκτησης εντελώς δωρεάν πρώτης κατοικίας χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση εκ μέρους του. Η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε απολύτως δωρεάν πρώτη κατοικία υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο κατόπιν ειδικού ενδίκου μέσου στρεφόμενου κατά του Κράτους, όπως νόμος ορίζει. Διεξαγωγή πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας απαγορεύεται όταν ο ιδιοκτήτης της δεν διαθέτει άλλη. Η κληρονομική μεταβίβαση πρώτης κατοικίας δεν φορολογείται όταν αφορά εισοδήματα που δεν έχουν την αντίστοιχη πραγματική φοροδοτική ικανότητα, όπως νόμος ορίζει. Για τις ενοικιάσεις ακινήτων που χρησιμεύουν ως πρώτη κατοικία καθορίζεται με νόμο αναλογική σύνδεση, υπό τύπον αριθμητικού κλάσματος, μεταξύ οικογενειακού ή ατομικού εισοδήματος αφενός και ποσού ενοικίου αφετέρου. Κατά παρέκκλιση της ελευθερίας των συμβάσεων το ποσό ενοικίου που αφορά την πρώτη κατοικία δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα πέμπτο του εισοδήματος του ενοικιαστή. Για την υλοποίηση της ανωτέρω ρύθμισης την ευθύνη κατάρτισης των συμβάσεων ενοικίασης έχει Δημόσιος Οργανισμός Διαχείρισης Ενοικίων, στον οποίο απευθύνονται υποψήφιοι εκμισθωτές και ενοικιαστές για να συνάψουν σύμβαση μίσθωσης».

Προστίθεται στην παράγραφο 6 εδάφιο β ως εξής

«Το επίδομα αναπηρίας ορίζεται σε ύψος τουλάχιστον διπλάσιο από αυτό του βασικού μισθού όπως αυτός προκύπτει από την εκάστοτε Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή τις ευνοϊκότερες κλαδικές συμβάσεις εφόσον υπάρχουν».

Προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής

« Το Κράτος μεριμνά για την ύπαρξη και λειτουργία μίας τουλάχιστον Δημόσιας Επιχείρησης Κοινής Ωφέλειας στους τομείς των οδικών, ακτοπλοϊκών, σιδηροδρομικών και αεροπορικών συγκοινωνιών, της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου, των τηλεπικοινωνιών, της ύδρευσης, της παραγωγής, εμπορίας και αποθήκευσης φαρμάκων, και της ραδιοτηλεόρασης, και επιβάλλεται η δημοκρατική ανασυγκρότησή τους με κοινωνικό έλεγχο. Κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα της Κοινής Ωφέλειας οφείλει να εκπονεί τιμολόγιο προσιτό σε καταναλωτές χαμηλού εισοδήματος διαμέσου της σύνδεσης του ύψους των λογαριασμών των επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας με το εκάστοτε εισόδημα του καταναλωτή τους, όπως νόμος ορίζει. Για μεσαία και χαμηλά εισοδήματα παρέχεται κατά τους μήνες της χειμερινής περιόδου επαρκές επίδομα θέρμανσης, που είναι δικαστικά αγώγιμο, όπως νόμος ορίζει.».

Προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής

«Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής ανάλογα με την εισοδηματική του κατάσταση, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής

«Ο κατώτατος βασικός μισθός που περιλαμβάνεται στην Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας δεν μπορεί να υπολείπεται του μέσου όρου του κατώτατου βασικού μισθού των Κρατών -Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νόμος ορίζει τη σύσταση ειδικής επιτροπής αποτελούμενης από εκπροσώπους του Υπουργείού Οικονομικών, της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου που θα είναι αρμόδια σε ετήσια βάση για τον προσδιορισμό του ως άνωθεν σχετικού ποσού».

Προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής

«Το Κράτος εγγυάται εισόδημα αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους τους πολίτες που. δεν αμείβονται ικανοποιητικά και βρίσκονται κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, όπως αυτό προσδιορίζεται σε ετήσια βάση από ειδική επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών και έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, υπό την προεδρία του τελευταίου, ως νόμος ορίζει. Εάν ο πραγματικός μισθός μαζί με τα υπόλοιπα τυχόν ατομικά εισοδήματα προκύπτει να είναι χαμηλότερος από το εκάστοτε καθοριζόμενο αποδεκτό όριο Αξιοπρεπούς Διαβίωσης, τότε το Κράτος υποχρεούται να καταβάλλει τη διαφορά μεταξύ πραγματικών εσόδων και αποδεκτού ορίου. Εάν τα ατομικά εισοδήματα αποδεδειγμένα υπερβαίνουν το Εγγυημένο Εισόδημα Αξιοπρεπούς Διαβίωσης, τότε το Κράτος δεν θα υποχρεούται σε αντίστοιχη καταβολή, αλλά αντιθέτως, μέσω της γενικής φορολογίας, θα μεριμνά για τη διασφάλιση των απαιτούμενων εσόδων για τη λειτουργία του θεσμού του Εγγυημένου Εισοδήματος Αξιοπρεπούς Διαβίωσης. Το ύψος του Εγγυημένου Εισοδήματος Αξιοπρεπούς Διαβίωσης μπορεί να κυμαίνεται σε ανώτερα επίπεδα από τον εκάστοτε κατώτατο μισθό.

Προστίθεται παράγραφος 11 ως εξής

«Το Κράτος προωθεί μέτρα για τη συμφιλίωση της οικογενειακής ζωής και της εργασίας των γυναικών διαμέσου της ενίσχυσης του δικτύου Δημόσιων και δωρεάν παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών καθώς και διαμέσου της θέσπισης στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα επιπρόσθετου αριθμού γονικών αδειών τουλάχιστον διπλάσιου του αριθμού κανονικής άδειας που ισχύει καθ' ολοκληρία και εις το ακέραιο για τον καθένα από τους γονείς».

Άρθρο 22,

Τροποποιείται η παράγραφος 1 στο εδάφιο α ως εξής

Η έκφραση «που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης» απαλείφεται και αντικαθίσταται με την έκφραση ««που μεριμνά για την εξεύρεση κατάλληλης και αποδεκτής από το άτομο εργασίας».

Προστίθενται στην παρ.1 εδάφιο β και γ ως εξής

«Σκοπός του Κράτους είναι η εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης σε όλους τους πολίτες με ριζική μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών. Η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε κατάλληλη και αποδεκτή από το άτομο εργασία υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο κατόπιν ειδικού ενδίκου μέσου στρεφόμενου κατά του Κράτους, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται στην παρ.1 εδάφιο δ και ε ως εξής

«Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την ενίσχυση της απασχόλησης των νέων, των γυναικών και των μακροχρόνια ανέργων ηλικίας άνω των 50 ετών διαμέσου προώθησης ειδικών προγραμμάτων πλήρους απασχόλησης τους σε κοινωνικές υπηρεσίες, υπηρεσίες περιβάλλοντος και ποιότητας ζωής, και σε Δήμους και Νομαρχίες, καθώς και αποτελεσματικής επαγγελματικής κατάρτισης που να τους οδηγεί σε πλήρη απασχόληση, όπως νόμος ορίζει. Ειδικά για τους άνεργους ηλικίας άνω των 50 ετών παρέχεται δυνατότητα προαιρετικού καθεστώτος πρώιμης συνταξιοδότησης. Εργαζόμενοι ηλικίας άνω των 50 ετών απολύονται μόνο για ιδιαίτερα σπουδαίο λόγο, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται στην παρ.1 εδάφιο στ ως εξής

 «Το Κράτος μεριμνά για ετήσιες μαζικές προσλήψεις πλήρους απασχόλησης στους τομείς της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής φροντίδας και πρόνοιας με δαπάνες που καλύπτονται από έσοδα προερχόμενα από την επιβολή φόρου υπεραξίας ποσοστού δεκαπέντε τοις εκατό στις πωλήσεις μετοχών και από τέλος ποσοστού δέκα τοις χιλίοις σε δάνεια που χορηγούνται από Τράπεζες, όπως νόμος ορίζει.

Προστίθεται στην παράγραφο 2 εδάφιο β ως εξής

«Καμία νομοθετική αλλαγή δεν επιτρέπεται όσον αφορά την επιμήκυνση των ημερήσιων και εβδομαδιαίων ωραρίων λειτουργίας των καταστημάτων και των επιχειρήσεων χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του πρωτοβάθμιου, δευτεροβάθμιου και τριτοβάθμιου σωματείου των εργαζομένων. Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας του μισθωτού και ειδικότερα η επιλογή των συγκεκριμένων ωρών και ημερών εργασίας του και η επιλογή του χρόνου λήψης των κανονικών αδειών του  εξαιρούνται από το πεδίο άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και ρυθμίζονται καταρχήν ελεύθερα από τον ίδιο το μισθωτό, εκτός αν του παρασχεθούν εκ μέρους του εργοδότη ειδικώς προσδιορισμένα και δικαστικώς ελέγξιμα προσαυξημένα κίνητρα και οφέλη, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται στην παράγραφο 4 εδάφιο β ως εξής

«Απαγορεύεται η πολιτική επιστράτευση εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα τους στην απεργία».

Προστίθεται στην παρ. 5  εδάφιο β ως εξής

« Το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα που αφορά τους μισθωτούς στηρίζεται στην τριμερή χρηματοδότηση, σύμφωνα με την οποία το Κράτος εισφέρει κατά τα τρία ένατα, ο εργοδότης κατά τα τέσσερα ένατα και ο μισθωτός κατά τα δύο ένατα. Το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών των μικρών και μεσαίων επαγγελματιών συνδέεται με την πραγματική εισοδηματική τους ικανότητα, όπως αυτή προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις τους, όπως ορίζει ο νόμος. Συνένωση επικουρικών ασφαλιστικών ταμείων επιτρέπεται μόνο αν έχει εθελοντικό χαρακτήρα και αν δεν παραβιάζει κεκτημένα ασφαλιστικά δικαιώματα»

Προστίθεται στην παρ. 5 εδάφιο γ ως εξής

«Το ύψος της σύνταξης που προκύπτει από το άθροισμα των παροχών των κύριων και των επικουρικών ταμείων δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τον τελευταίο μεγαλύτερο μισθό του μισθωτού εργαζόμενου κατά το διάστημα της τελευταίας τριετίας πριν από τη λήψη της σύνταξης ή το αντίστοιχο μηνιαίο εισόδημα όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική δήλωση του ελεύθερου επαγγελματία κατά το διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν από τη λήψη της σύνταξης. Το Κράτος υποχρεούται σε συμπλήρωση του ανωτέρω ποσού σε περίπτωση αδυναμίας του οικείου ασφαλιστικού φορέα. Επιδείνωση των όρων συνταξιοδότησης απαγορεύεται. Το ανώτατο όριο εργάσιμης περιόδου πριν από τη λήψη της σύνταξης ανέρχεται στην 35ετία χωρίς όριο ηλικίας, εκτός εξαιρέσεων που ορίζονται από νόμο».

Προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής («δικαίωμα για ανάπαυση»)

«Καθένας έχει δικαίωμα για ανάπαυση με πληρωμένες αποδοχές. Το δικαίωμα αυτό εξασφαλίζεται με τη θέσπιση μέγιστης εργάσιμης εβδομάδας 35 ωρών για τους εργάτες και υπαλλήλους και με αντίστοιχη μείωση της εργάσιμης ημέρας για ελεύθερα επαγγέλματα και κλάδους παραγωγής, με αντίστοιχη μειωμένη διάρκεια της νυχτερινής εργασίας, με τη χορήγηση κάθε χρόνο πληρωμένων αδειών που ανέρχονται σε τουλάχιστον σαράντα εργάσιμες ημέρες κατ΄ έτος., με την καθιέρωση τουλάχιστον δύο συνεχόμενων ημερών ανάπαυσης για όλους κάθε εβδομάδα,  με τη διεύρυνση του δικτύου των πολιτιστικών και μορφωτικών ιδρυμάτων, καθώς και με τη δημιουργία ευνοϊκών δυνατοτήτων για ανάπαυση και άλλων συνθηκών αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου. Το ετήσιο επίδομα διακοπών δεν μπορεί να ανέρχεται σε ποσό που ισούται με λιγότερους από τρεις επιπρόσθετους μηνιαίους μισθούς ή αντίστοιχα ημερομίσθια, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής

«Το επίδομα ανεργίας χορηγείται τουλάχιστον επί διετία στο ύψος του 75% του τελευταίου μισθού που είχε ο εργαζόμενος πριν την απόλυση του ή στο ύψος του 85% του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη εφόσον είτε δεν είχε εισέλθει στην αγορά εργασίας είτε αμειβόταν με τον κατώτερο βασικό μισθό. Το ανωτέρω επίδομα θα δίδεται για δύο τουλάχιστον επιπλέον χρόνια στο ύψος του 60%, του τελευταίου μισθού που είχε ο εργαζόμενος πριν την απόλυση του ή στο ύψος του 80% του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη εφόσον είτε δεν είχε εισέλθει στην αγορά εργασίας είτε αμειβόταν με τον κατώτερο βασικό μισθό, εφόσον δεν έχει βρεθεί κατάλληλη για τον άνεργο εργασία με σύμφωνη δική του γνώμη. Δικαιούχοι του επιδόματος είναι και οι άνεργοι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως νόμος ορίζει. Για την ικανοποίηση του κοινωνικού δικαιώματος στο επίδομα ανεργίας η συμμετοχή του Κράτους στα έσοδα του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού δεν μπορεί να ανέρχεται σε ποσοστό κατώτερο από το ένα τοις εκατό του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος».

Προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής

« Κάθε απόλυση στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα για συμβάσεις αορίστου και ορισμένου χρόνου οφείλει να είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Σε επιχειρήσεις των οποίων οι ισολογισμοί παρουσιάζουν κέρδη κάθε απόλυση εργαζόμενου είναι άκυρη και επισύρει σοβαρές ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, εκτός αν οφείλεται σε λόγους που δεν σχετίζονται με την περαιτέρω αύξηση της κερδοφορίας τους, όπως νόμος ορίζει. Τα περιουσιακά στοιχεία ιδιωτικών επιχειρήσεων που έχουν λάβει επιδοτήσεις για πρόσληψη ανέργων και στη συνέχεια είτε δηλώνουν πτώχευση είτε μετεγκαθίστανται σε άλλες χώρες μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο Δημόσιο ή σε συλλογικά όργανα των εργαζομένων, και τίθενται υποχρεωτικά υπό εργατικό έλεγχο, όπως νόμος ορίζει. Σε περίπτωση μετεγκατάστασης, οι καταβληθείσες επιδοτήσεις επιστρέφονται και επιβάλλονται στους λήπτες αυστηρές ποινικές, διοικητικές και φορολογικές κυρώσεις, όπως νόμος ορίζει Η  λειτουργία των επιχειρήσεων συνεχίζεται με υποχρεωτικές πιστωτικές διευκολύνσεις εκ μέρους των Τραπεζών και κρατική αρωγή και στήριξη, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής

«Το Κράτος μεριμνά για ίσα ασφαλιστικά, μισθολογικά και εργασιακά δικαιώματα μεταξύ των εργαζόμενων μερικής και πλήρους απασχόλησης. Κάθε ώρα μερικής απασχόλησης αμείβεται με επιπρόσθετη προσαύξηση που ισούται τουλάχιστον με το ήμισυ της αμοιβής που αντιστοιχεί σε μια ώρα πλήρους απασχόλησης, και οποιαδήποτε υπέρβαση αμείβεται ως υπερωρία. Οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν ελαστικές μορφές απασχόλησης όταν αυτό δικαιολογείται αντικειμενικά λόγω της φύσης τους και εφόσον υπάρχει σύμφωνη γνώμη των συνδικάτων υποχρεώνονται να περιορίσουν αθροιστικά την κάθε είδους ελαστική μορφή απασχόλησης στο 10% του συνόλου. Κάθε μορφή απασχόλησης που καλύπτει πάγιες ανάγκες και αποτελεί εξαρτημένη εργασία μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Δύο διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που η συνολική τους διάρκεια υπερβαίνει τους δέκα μήνες μετατρέπονται αυτοδικαίως σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα αν έχει μεσολαβήσει χρονική διακοπή. Νόμος ορίζει τις νομικές ευθύνες των υπεργολάβων, ως άμεσων πραγματικών εργοδοτών,  για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας και των σχετικών συμβάσεων με εργαζόμενους που παρέχουν υπηρεσίες προς αυτούς».

Καταργούνται τα συναφή εδάφια γ και δ της παραγράφου 8 του Άρθρου 103, που ορίζουν «Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της  παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου.

Προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής

« Το Κράτος μεριμνά για την παροχή δικαιώματος αυτοδιαχείρισης της εργασίας του καθενός ως ζωτικής βιοτικής ανάγκης, διαμέσου της θέσπισης ενός παράλληλου κοινωνικού τομέα ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής. Ο κοινωνικός τομέας ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής υπάγεται στη δημοκρατική παρεμβατική διαχείριση των εργαζομένων διαμέσου ελεύθερα ανακλητών Συμβουλίων και Επιτροπών, όπως νόμος ορίζει. Σκοπός του κοινωνικού τομέα ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής είναι να εξασφαλίζει την πλήρη χρησιμοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, να προάγει και να αυξάνει την κοινωνική και οικονομική ευημερία και την ποιότητα ζωής , να προβαίνει στην αναγκαία αποκατάσταση των ανισοτήτων κατανομής του πλούτου και του εισοδήματος, να εμποδίζει το σχηματισμό ιδιωτικών μονοπωλίων και να καταστείλει τις καταχρήσεις της οικονομικής εξουσίας και κάθε πρακτική ικανή να βλάψει το γενικό συμφέρον. Το Κράτος ενισχύει τα βιώσιμα πειράματα αυτοδιαχείρισης θεσπίζοντας φορολογικά και οικονομικά ευεργετήματα καθώς και ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τη λήψη πιστώσεων και τεχνικής βοήθειας, όπως νόμος ορίζει».

Άρθρο 23

Τροποποιείται η παράγραφος 2 ως εξής

Καταργείται το εδάφιο 2 της παρ. 2 που ορίζει ότι « απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ' αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας».

Το εδάφιο 3 της παρ. 2 συμπληρώνεται ως εξής  «Το δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δικαστικών λειτουργών, των υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας,  των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του.

Προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής

«Η ανταπεργία απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση. Η απεργία αλληλεγγύης ως έκφανση του δικαιώματος στην απεργία διέπεται από το ίδιο νομικό πλαίσιο που ισχύει για την απεργία γενικά. Στο Δημόσιο Τομέα το δικαίωμα για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις κατά κλάδο είναι απαραβίαστο».

Άρθρο 24

Προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής

«Το Κράτος μεριμνά για τη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην εξοικονόμηση και ορθολογική χρήση της, για το δραστικό περιορισμό της χρήσης οχημάτων με μηχανές εσωτερικής καύσης, για την προνομιακή βελτίωση, ενίσχυση και χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς, ιδιαίτερα σταθερής τροχιάς, για τον περιορισμό της χρήσης ιδιωτικών αυτοκινήτων στο κέντρο των μεγάλων πόλεων, για πολλαπλασιασμό των μονάδων βιολογικού καθαρισμού και για επιβολή ειδικού οικολογικού φόρου σε οποιοδήποτε προϊόν ή δραστηριότητα κριθεί ότι έχει αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον, όπως νόμος ορίζει».

Προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής

Απαγορεύεται η παραγωγή , εμπορία και χρήση μεταλλαγμένων προϊόντων στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας.

Προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής

Απαγορεύεται η παραγωγή , εμπορία και χρήση πυρηνικής ενέργειας στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας είτε για ειρηνικούς είτε για στρατιωτικούς σκοπούς.

Άρθρο 25

Καταργείται η παράγραφος 3 (περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος).

Προστίθεται παράγραφος 5 («θεωρία του πυρήνα των δικαιωμάτων») ως εξής

«Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να θιγεί ένα δικαίωμα του ανθρώπου κατά το ουσιώδες περιεχόμενο του».

Προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής

«Κοινωνικές παροχές που συνδέονται με κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται ως κεκτημένες και αναπαλλοτρίωτες. Οποιαδήποτε μείωση τους από τη νομοθετική εξουσία δεν είναι επιτρεπτή χωρίς αντικατάσταση τους από άλλες παροχές ισάξιες σε μορφή και περιεχόμενο που να διασφαλίζουν εξίσου το κοινωνικό δικαίωμα».

Άρθρο 27

Η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής

«Σε καμία περίπτωση δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ' αυτή ή να περάσει μέσα από αυτή. Αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων εκτός των συνόρων της ελληνικής επικράτειας δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση».

Άρθρο 29

Προστίθεται στην παράγραφο 1 εδάφιο γ ο

«Αλλοδαποί μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν στα πολιτικά κόμματα όπως προσδιορίζονται ανωτέρω».

Προστίθεται στην παράγραφο 1 εδάφιο δ

«Αλλοδαποί που έχουν συμπληρώσει πέντε χρόνια νόμιμης διαμονής στη Χώρα έχουν δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές όλων των βαθμίδων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκτός αν έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για την τέλεση κακουργημάτων, ως νόμος ορίζει».

Άρθρο 33, παρ. 2

(Όρκος Προέδρου της Δημοκρατίας)

Απαλείφεται η φράση «στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας».

Άρθρο 78

Προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής

«Οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το ποσοστό που ανέρχεται στο ένα τοις εκατό επί του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος».

Άρθρο 97

Προστίθεται, στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο ως εξής

«Πράξεις ανθρωποκτονίας, εσχάτης προδοσίας, στάσης καθώς και πράξεις που τιμωρούνται με βάση νόμους για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα εκδικάζονται υποχρεωτικά από Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια».

[...]