Τοποθέτηση – Θέσεις της Εναλλακτικής Παρέμβασης για την ΚΥΑ 120961/30-06-2026 (συνεδρίαση ΔΣ ΔΣΑ, 8/7/2026)
Οι σύμβουλοι Θανάσης Καμπαγιάννης, Κώστας Παπαδάκης και Δημήτρης Σαραφιανός ανέπτυξαν ως εξής τις θέσεις της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας:
Η ΚΥΑ δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδόθηκε. Επομένως, η νομιμότητα, η σκοπιμότητα και η λειτουργικότητά της μπορούν να αξιολογηθούν μόνο σε συνάρτηση με τον εφαρμοστικό νόμο και τους Κανονισμούς του ΕΣΜΑ που καλείται να εξειδικεύσει.
Ήδη κατά την επεξεργασία του ν. 5307/2026, ο Συνήγορος του Πολίτη1 επισήμανε ότι ο εθνικός νομοθέτης αξιοποίησε στο έπακρο τις περιοριστικές επιλογές που επιτρέπουν οι Κανονισμοί του νέου Συμφώνου. Μετά την έκδοση της ΚΥΑ, η Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου2 ζήτησε την απόσυρσή της, η ΕΕΔΑ3 διατύπωσε σοβαρές επιφυλάξεις για κρίσιμες διατάξεις της και η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος4 ζήτησε την κατάργηση των άρθρων 9 παρ. 3 και 13 παρ. 1-2 ως αντίθετων στον πυρήνα του δικηγορικού λειτουργήματος.
Η ΕΠΔΑ υιοθετεί ως αφετηρία τις παραπάνω θεσμικές παρεμβάσεις. Οι επισημάνσεις αυτές αναδεικνύουν μόνο μέρος του προβλήματος. Η ΚΥΑ δεν εμφανίζει απλώς επιμέρους προβληματικές διατάξεις αλλά συγκροτεί έναν συνολικό μηχανισμό δωρεάν νομικής καθοδήγησης, ο οποίος πρέπει να αξιολογηθεί ως προς τη δομή, τη λειτουργία και τις συνέπειές του.
Το περιεχόμενο της νομικής καθοδήγησης είναι εξαρχής προβληματικό, όπως ορίζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348 και στο ν. 5307, με τον οποίο το Υπουργείο Μετανάστευσης & Ασύλου έχει αξιοποιήσει στο έπακρον ορισμένες δυνητικές ρήτρες των Κανονισμών του ΕΣΜΑ για ακόμη πιο περιοριστικές ρυθμίσεις. Με την ΚΥΑ, η νομική καθοδήγηση υποβιβάζεται περαιτέρω σε μια ενημέρωση και απαρίθμηση διατάξεων.
Η προβλεπόμενη διαδικασία απομακρύνεται από την έννοια της ανεξάρτητης νομικής συμβουλευτικής και της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και αιτούντος. Στο μέτρο που περιορίζεται κυρίως σε γενική ενημέρωση για τη διαδικασία, τίθεται ζήτημα αν πρόκειται πράγματι για έργο που προϋποθέτει την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ή για διοικητική ενημέρωση που απλώς παρέχεται από δικηγόρους.
Ι. Τι επιδιώκει η ΚΥΑ
1. Να εμφανίσει ότι η Ελλάδα εκπληρώνει την υποχρέωση παροχής δωρεάν νομικής καθοδήγησης που προβλέπει το νέο ΕΣΜΑ, χωρίς να διασφαλίζει αντίστοιχα ουσιαστική και αποτελεσματική νομική προστασία.
2. Να υποβαθμίσει μια θεμελιώδη διαδικαστική εγγύηση του αιτούντος διεθνή προστασία σε εργαλείο διοικητικής διαχείρισης, όπου προτεραιότητα δεν είναι η προστασία των δικαιωμάτων του αλλά η οργάνωση, ο έλεγχος και η τεκμηρίωση της διαδικασίας.
3. Να αξιοποιήσει τη διακριτική ευχέρεια του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 ώστε να αποκλείσει τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών από το στάδιο της νομικής καθοδήγησης και να το αναθέσει αποκλειστικά σε νέο Μητρώο Δικηγόρων.
4. Να συγκροτήσει έναν κλειστό και πλήρως ελεγχόμενο μηχανισμό, στον οποίο η απόδειξη ότι παρασχέθηκε “δωρεάν νομική καθοδήγηση” αποκτά μεγαλύτερη σημασία από το αν ο αιτών έλαβε πράγματι την ουσιαστική νομική προστασία που απαιτεί το ενωσιακό δίκαιο.
Η παραπάνω επιλογή δεν αφορά μόνο τον τρόπο οργάνωσης του μηχανισμού αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της προβλεπόμενης «νομικής καθοδήγησης». Εκλείπει οποιαδήποτε έννοια ανεξάρτητης συμβουλευτικής και ενέργειας προς το συμφέρον του αιτούντος διεθνή προστασία. Έτσι όπως περιγράφεται, η νομική καθοδήγηση δεν συνάδει με την ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος, τη σχέση εμπιστοσύνης και τη δικηγορική δεοντολογία. Στην ουσία, η προβλεπόμενη καθοδήγηση θα μπορούσε να παρέχεται από την ίδια τη Διοίκηση.
ΙΙ. Τι συνεπάγεται για τους αιτούντες διεθνή προστασία
1. Η νομική καθοδήγηση παύει να στηρίζεται στην εξατομικευμένη υπόθεση του αιτούντος. Αντί γι’ αυτό, η ΚΥΑ εισάγει κατηγοριοποιήσεις, όπως το «ισχυρό» και το «μη ισχυρό προσφυγικό προφίλ», έννοιες που δεν προβλέπονται στους Κανονισμούς του ΕΣΜΑ και ενδέχεται να επηρεάσουν την ίδια την πορεία της διαδικασίας πριν ακόμη εξεταστούν τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.
2. Οι αιτούντες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη ουσιαστικής νομικής υποστήριξης είναι εκείνοι που κινδυνεύουν περισσότερο να μη τη λάβουν: ευάλωτα πρόσωπα, θύματα βασανιστηρίων ή έμφυλης βίας, κ.α., και όσοι εμπλέκονται σε σύνθετες διαδικασίες ή οικογενειακές υποθέσεις.
3. Χωρίς πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο, χωρίς συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς προετοιμασία της προσωπικής συνέντευξης και χωρίς συνέχεια προς εξατομικευμένη νομική συμβουλευτική ή εκπροσώπηση, ο αιτών στερείται στην πράξη τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικά τα διαδικαστικά του δικαιώματα ήδη από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας.
4. Η διαδικασία διακόπτεται ακριβώς στο σημείο όπου αρχίζει η πραγματική ανάγκη νομικής υποστήριξης. Η ΚΥΑ δεν προβλέπει κανέναν μηχανισμό μετάβασης από τη γενική ενημέρωση στην εξατομικευμένη νομική συμβουλευτική και εκπροσώπηση.
5. Έτσι αυξάνεται ο κίνδυνος να μη διαγνωστούν εγκαίρως οι ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας του, να υπαχθεί σε διαδικασία που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική του κατάσταση, να μην μπορέσει να αμφισβητήσει την υπαγωγή του στη διαδικασία που αποφασίστηκε κατά το screening και να στερηθεί τις διαδικαστικές εγγυήσεις που του αναγνωρίζει το ενωσιακό δίκαιο.
6. Η ευθύνη για τα σφάλματα της διαδικασίας μετακυλίεται ουσιαστικά στον ίδιο τον αιτούντα. Αν τα κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσής του δεν αναδειχθούν εγκαίρως, οι συνέπειες (πχ., υπαγωγή σε ακατάλληλη/λανθασμένη διαδικασία, απώλεια διαδικαστικών εγγυήσεων, απόρριψη της αίτησης ή επιστροφή) βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο.
ΙΙΙ. Τι διακυβεύεται για τον θεσμικό ρόλο της δικηγορίας
1. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι παύουν να λειτουργούν αποκλειστικά ως θεσμικοί εγγυητές της ανεξαρτησίας του δικηγορικού λειτουργήματος. Με την ΚΥΑ εντάσσονται οργανικά στον μηχανισμό εφαρμογής της κρατικής πολιτικής ασύλου, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στη λειτουργία και τη νομιμοποίησή του.
2. Η Ολομέλεια αναλαμβάνει την επιλογή, εκπαίδευση, πιστοποίηση, ανάθεση, αξιολόγηση και διαγραφή των δικηγόρων του Μητρώου. Με τον τρόπο αυτό δεν περιορίζεται πλέον στον θεσμικό της ρόλο, αλλά καθίσταται συνδιαχειριστής του νέου μηχανισμού και συνυπεύθυνη για τη λειτουργία και τα αποτελέσματά του.
3. Η συμμετοχή των Δικηγορικών Συλλόγων και των δικηγόρων δεν αποτελεί ουδέτερη οργανωτική επιλογή. Μπορεί να εκληφθεί ως θεσμική επιβεβαίωση ότι η προβλεπόμενη νομική καθοδήγηση συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο και παρέχει αποτελεσματικές διαδικαστικές εγγυήσεις, ακόμη και αν αυτό αμφισβητηθεί στο μέλλον.
4. Εάν το σύστημα κριθεί από τα εθνικά ή τα ευρωπαϊκά δικαστήρια ότι δεν εξασφαλίζει αποτελεσματική πρόσβαση στη νομική προστασία, η ευθύνη δεν θα αφορά μόνο τη Διοίκηση αλλά και τους θεσμικούς φορείς της δικηγορίας που επέλεξαν να συμμετάσχουν στην οργάνωση, εφαρμογή και νομιμοποίησή του.
5. Η σύνδεση της αμοιβής του δικηγόρου με την οικειοθελή επιστροφή αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ανεξάρτητης νομικής καθοδήγησης. Ενώ η ενημέρωση και η υλοποίηση του προγράμματος Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης (AVRR) αποτελούν θεσμική αρμοδιότητα του ΔΟΜ, η ΚΥΑ δημιουργεί οικονομικό κίνητρο για τον δικηγόρο ως προς την επιλογή του αιτούντος, θολώνοντας τα όρια μεταξύ ανεξάρτητης νομικής συνδρομής και πολιτικής επιστροφών.
Για τους λόγους αυτούς, ως ΕΠΔΑ ζητάμε:
Α. Την άμεση απόσυρση της ΚΥΑ και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Διοίκησης, την άσκηση αίτησης ακύρωσής της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η ΚΥΑ παρουσιάζει δομικές ασυμβατότητες με το ενωσιακό δίκαιο, τον ν. 5307/2026, τις αρχές της αποτελεσματικής νομικής προστασίας και τον θεσμικό ρόλο του δικηγόρου. Τα προβλήματα που ανακύπτουν δεν περιορίζονται σε επιμέρους διατάξεις, αλλά αφορούν τον ίδιο τον σχεδιασμό του μηχανισμού και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με αποσπασματικές τροποποιήσεις.
Β. Τη διενέργεια συντονισμένων αυτοψιών του ΔΣΑ στους χώρους εφαρμογής του νέου ΕΣΜΑ που υπάγονται στην εδαφική του αρμοδιότητα (ενδεικτικά ΚΥΤ Μαλακάσας, ΠΡΟΚΕΚΑ Αμυγδαλέζας κ.λπ.), με τη συμμετοχή δικηγόρων που διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία στο προσφυγικό δίκαιο. Και πρόταση στην Ολομέλεια για αυτοψία των κατά τόπους ΔΣ στο ΚΥΤ Διαβατών, στην ΚΜΚΣΜ Σιντικής, στις ΚΕΔ Κω, Λέρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου.
Η αξιολόγηση της ΚΥΑ δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στο κανονιστικό της κείμενο. Προϋποθέτει ιδία αντίληψη των πραγματικών συνθηκών εφαρμογής του νέου ΕΣΜΑ, των συνθηκών κράτησης ή περιορισμού της ελευθερίας και της λειτουργίας των νέων διαδικασιών, πριν ο ΔΣΑ λάβει οποιαδήποτε θεσμική θέση ως προς τη συμμετοχή του στον νέο μηχανισμό.
Γ. Την πλήρη θεσμική αποτίμηση του υφιστάμενου Μητρώου Νομικής Συνδρομής πριν από οποιαδήποτε επέκταση του ίδιου μοντέλου.
Η ΚΥΑ δεν δημιουργεί έναν νέο θεσμό. Επεκτείνει το ήδη λειτουργούν Μητρώο Νομικής Συνδρομής (για το στάδιο της προσφυγής) στον πρώτο βαθμό, εξαιρεί ρητά τους δικηγόρους του από το ασυμβίβαστο και, ταυτόχρονα, αποκλείει από το ίδιο στάδιο τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Η επιλογή αυτή προϋποθέτει ότι το υφιστάμενο μοντέλο έχει αξιολογηθεί και έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό.
Για τον λόγο αυτό ζητείται η δημοσιοποίηση, τουλάχιστον σε συγκεντρωτική μορφή, στοιχείων σχετικά με τον αριθμό των ανατεθεισών υποθέσεων, τον αριθμό των ασκηθεισών προσφυγών, τα ποσοστά επιτυχίας, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που επιτρέπει αντικειμενική αξιολόγηση της λειτουργίας του συστήματος.
Δεν είναι θεσμικά αποδεκτό να επεκτείνεται ένα ήδη εφαρμοζόμενο μοντέλο σε ακόμη πιο περιοριστική εκδοχή του, χωρίς να έχει προηγηθεί δημόσια αποτίμηση της αποτελεσματικότητας και των αποτελεσμάτων του.
Δ. Δωρεάν, εξατομικευμένη, υψηλής ποιότητας και ανεξάρτητη νομική συνδρομή και εκπροσώπηση αιτούντων άσυλο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης.
Η προστασία του δικαιώματος στο άσυλο και η ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος δεν μπορούν να διασφαλιστούν μέσω ενός μηχανισμού που υποκαθιστά την ουσιαστική νομική προστασία με την τυπική πιστοποίηση ότι αυτή παρασχέθηκε. Η δικηγορία οφείλει να παραμείνει θεσμικός εγγυητής των δικαιωμάτων και όχι μέρος του διοικητικού μηχανισμού που καλείται να ελέγχει.
Η ΚΥΑ δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως διεύρυνση της δικηγορικής ύλης ή ως νέα επαγγελματική ευκαιρία. Αφορά τον πυρήνα της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον θεσμικό ρόλο της δικηγορίας απέναντι στη Διοίκηση.
Ως μίνιμουμ απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ θα πρέπει να αποφασίσει την αποχή των μελών του που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Δικηγόρων που τηρείται στην Υπηρεσία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, από τη νομική συμβουλευτική αλλά και από την οποιαδήποτε κατάρτιση του νέου Μητρώου, μέχρι την κατάργηση των άνω διατάξεων.
Παραπομπές
1 Σχόλια ΣτΠ επί του ελληνικού εφαρμοστικού νόμου
3 Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ)
4 Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος


