25 Απριλίου 2018
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
- Φεβρουάριος
- Ιούνιος
2011











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις 2008

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





20 Ιουνίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για το σ/ν αναμόρφωσης του ΚΠολΔ


Π Ρ Ο Σ Τον κ. Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ του Δ.Σ.Α

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ

Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας.

Για το σχέδιο νόμου αναμόρφωσης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Δόθηκε στην δημοσιότητα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το σχέδιο νόμου για την τροποποίηση διατάξεων του Κ. Πολ. Δ. και μεταξύ άλλων ζητήθηκε από το Δ.Σ του Δ.Σ.Α να εκφέρει επ' αυτού τις απόψεις του. Από την ανάγνωση και εκτίμηση των διατάξεων που αντικαθίστανται προκύπτουν σημαντικές τροποποιήσεις προς την κατεύθυνση του περιορισμού της έννομης προστασίας των πολιτών και συγκεκριμένα:

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1. Οι κύριες κατευθύνσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι η αποσυμφόρηση και ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δηλαδή των μεγάλης οικονομικής αξίας ένδικων διαφορών. Για τον σκοπό αυτό αυξάνονται τα όρια της καθ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου από 12.000 Ευρώ σε 18.000 Ευρώ και του Μονομελούς Πρωτοδικείου από 80.000 Ευρώ σε 120.000 Ευρώ.

Με δεδομένη την έλλειψη οποιασδήποτε μεταβολής στις υπάρχουσες υποδομές των Ειρηνοδικείων και των Μονομελών Πρωτοδικείων είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η διαφοροποίηση αυτών των αρμοδιοτήτων θα αυξήσει δραματικά τους χρόνους προσδιορισμού των δικασίμων και θα καταστήσει ακόμα περισσότερο απρόσιτη και δαπανηρή τη δικαιοσύνη των μικρών και μεσαίων διαφορών στον Έλληνα πολίτη.

Αντίθετα, λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα για τις διαδικασίες του Πολυμελούς, όπως επέκταση της συμβιβαστικής απόπειρας (άρθρου 208) και για τον Πρόεδρο του Πολυμελούς στο ακροατήριο, καθώς επίσης και ιδιαίτερη ταχύρυθμη πρόβλεψη για την εκδίκαση υποθέσεων  διαφορών αποζημιώσεων από προσβολές που έχουν γίνει από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (άρθρο 681 Δ).

2. Επίσης, καθιερώνονται θεσμοί προδικαστικού ελέγχου των αγωγών αμφίβολης αποτελεσματικότητας και αμφίβολης συνταγματικότητας.

3. Καταργούνται τα ασφαλιστικά μέτρα (και όχι μόνο) για τους εργαζομένους και περιορίζονται για όλους.

4. Η εχθρότητα του νομοθέτη απέναντι στον δικηγόρο εκφράζεται για άλλη μια φορά με την απαξίωση του θεσμικού και κοινωνικού του ρόλου, αφού απαιτείται πληρεξούσιο ιδιωτικό η συμβολαιογραφικό κατά περίπτωση, σε κάθε παράσταση δικηγόρου σε πολιτικά δικαστήρια.

5. Στο όνομα της επιτάχυνσης περιορίζονται προθεσμίες, περιορίζονται αναβολές, θεσπίζονται πειράματα, διευρύνονται υποχρεώσεις απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης κλπ.

Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που δεν παίρνει μέτρα για να λειτουργήσει τη συνταγματική επιταγή της έννομης προστασίας και να βελτιώσει τις υποδομές της, αλλά για να αποθαρρύνει όσους πίστεψαν σε αυτήν.

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

1) Τροποποιείται το άρθρο 14 και αυξάνονται τα όρια της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου σε 18.000 Ευρώ από 12.000 Ευρώ, και των μισθωτικών διαφορών σε 600 Ευρώ από 450 Ευρώ και του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε 120.000 Ευρώ από 80.000 Ευρώ.

2) Με σχετική τροποποίηση του άρθρου 96 απαιτείται πληρεξουσιότητα με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από κάθε δημόσια, δημοτική η άλλη αρμόδια αρχή, και όχι από δικηγόρο, για κάθε παράσταση δικηγόρου.

3) Με ανάλογες τροποποιήσεις των άρθρων 119 και 122 προβλέπεται ηλεκτρονική κατάθεση και ηλεκτρονική επίδοση δικογράφων. Και τα δύο βέβαια εξαρτώνται από την μεταγενέστερη θέσπιση εκτελεστικού προεδρικού διατάγματος. Κατά συνέπεια είναι προφανές ότι τίθεται για λόγους εφέ, δημιουργούν όμως τρομερή ανασφάλεια, ιδίως σε ό,τι αφορά την εγκυρότητα των επιδόσεων, αφού θέτουν ουσιαστικά εκ ποδών όλο το σύστημα επιδόσεων με τους δικαστικούς επιμελητές που  ισχύει μέχρι σήμερα.

4) Διευρύνεται το αποτυχημένο και ανενεργό έτσι και αλλιώς άρθρο 208 με τη δυνατότητα ανάθεσης σε μεσολάβηση τρίτου προσώπου κοινής επιλογής των διαδίκων της επίλυσης της ένδικης διαφοράς. Ορίζονται όργανα διευρυμένης διαμεσολάβησης του άρθρου 208, άλλα πλην δικηγόρων, με αποτέλεσμα την  προφανή αφαίρεση δικηγορικής ύλης. Ενώ προστίθεται άρθρο 208 Α με το οποίο καθιερώνεται υποχρέωση κάθε προέδρου δικαστηρίου να προσπαθεί να συμβιβάσει τους διαδίκους αμέσως μετά την εκφώνηση και πριν τη συζήτηση κάθε υπόθεσης. Είναι προφανές ότι μόνο χρονοτριβή και παρέλκυση μπορεί να δημιουργήσει η διάταξη αυτή.

5) Διευρύνεται η διαδικασία απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης διαφορών του άρθρου 214 Α για όλες τις υποθέσεις αφού, όπως αναφέρεται δεν είναι υποχρεωτική μόνο για παρεμπίπτουσες αγωγές, προσεπικλήσεις, παρεμβάσεις και υποθέσεις πρακτικής διαδικασίας Μονομελούς Πρωτοδικείου.  

6) Επιτέλους προβλέπεται (θετικό για την ασφάλεια των συναλλαγών) επί ποινή απαραδέκτου η εγγραφή την αγωγών διάρρηξης στα υποθηκοφυλακεία (τροποποίηση άρθρου 220).  

7) Τροποποιείται το άρθρο 227 και προβλέπεται ένα ιδιότυπο στάδιο προδικαστικού ελέγχου κατά την κατάθεση της αγωγής, όπου η αγωγή η οποία κατατίθεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, διαβιβάζεται αμέσως μετά την κατάθεση της σε δικαστή η σε εισηγητή δικαστή προκειμένου να εξετάσει αν έχει τυπικές παραλείψεις η ατέλειες η αοριστίες και να διατάξει την διόρθωση η συμπλήρωση της.

Εάν διαπιστώσει την ύπαρξη αυτών, καλεί τον πληρεξούσιο του ενάγοντος  να προβεί σε εύλογο χρόνο στις σχετικές συμπληρώσεις και διορθώσεις και το συμπληρωμένο η διορθωμένο αντίγραφο δίδεται επικυρωμένο προς επίδοση.

Η διάταξη αυτή :

Α) αφενός είναι ατελής δεδομένου ότι δεν προβλέπει προθεσμίες και κυρώσεις στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος διαφωνεί με τις υποδείξεις του εισηγητή δικαστή

Β) Δεν προβλέπει οποιαδήποτε λύση στις περιπτώσεις που η κατάθεση της αγωγής είναι επείγουσα για άμεση λήψη αντιγράφων και επίδοση π.χ περιπτώσεις μεταγραφής.

Γ) Καθιστά τον δικαστή συμμέτοχο στην σύνταξη της αγωγής, πράγμα το οποίο ουσιαστικά αλλοιώνει και μεταβάλει τον θεσμικό του ρόλο.

Δ) Εκτός αυτού, δεν προβλέπει οποιαδήποτε προθεσμία εντός της οποίας υποχρεούται ο εισηγητής δικαστής να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειες , συνεπώς δημιουργεί παρέλκυση.

8) Μειώνονται οι γενικές προθεσμίες κλήτευσης του άρθρου 228 από 60 μέρες γενικά σε 30 μέρες για το Ειρηνοδικείο και το Μονομελές Πρωτοδικείο.

9) Παύει να αποτελεί λόγο απόρριψης καταψηφιστικής αγωγής η μη καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται σιωπηρός περιορισμός του αιτήματος σε αναγνωριστικό.

10) Παραμένουν αμετάβλητες οι προθεσμίες προκατάθεσης των προτάσεων, προσθήκης αντίκρουσης, ο τρόπος υπολογισμού τους, δεκαπέντε ημέρες πριν από την δικάσιμο, η δωδεκάτη ώρα κ.λ.π., ρυθμίσεις παρωχημένες οι οποίες δημιουργούν γραφειοκρατικοποίηση, πονοκέφαλο με τις προθεσμίες, ενώ συχνά είναι άνευ νοήματος, π.χ δεκαπέντε ημέρες πριν από την δικάσιμο, απέχουν συχνά ελάχιστα από την 20ήμερη προθεσμία  κατάθεσης προτάσεων.

11) Επίσης, αντί να καθιερωθεί προθεσμία τεσσάρων ημερών από την ημέρα λήψης των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών στις δίκες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παραμένει η υπάρχουσα προθεσμία ως έχει, με μέγιστο δηλαδή όριο τις 8 ημέρες, με αποτέλεσμα στην πράξη να μειώνεται η προθεσμία αξιολόγησης, δεδομένου ότι ουδέποτε τα πρακτικά δίδονται στην ευχέρεια  των δικηγόρων των διαδίκων 4 εργάσιμες ημέρες μετά τη δίκη.

12) Με τροποποίηση του άρθρου 237 προβλέπεται ρητά η προσκόμιση πληρεξουσίου, τουλάχιστον στις δίκες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκτός αν η πληρεξουσιότητα δοθεί προφορικά κατά τη συζήτηση.

13) Προβλέπεται υποχρεωτική επίδοση των ανταγωγών και όταν αυτές ασκούνται δια των προτάσεων με σχετική τροποποίηση του άρθρου 268.

14)  Αφαιρείται από το άρθρο 270 για άγνωστο λόγο η φράση

«Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και των εκατέρωθεν ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων  και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών» 

15) Επαναφέρεται η παλιά ρύθμιση του άρθρου 271 σύμφωνα με την οποία τεκμαίρεται η σιωπηρή ομολογία της πραγματικής βάσης της αγωγής, όταν ο εναγόμενος δεν εμφανίζεται στην δίκη.

16) Αναβαθμίζονται ως αποδεικτικά μέσα οι ένορκες βεβαιώσεις, αναφερόμενες ρητά στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. Ορίζονται εξατομικευμένες διατυπώσεις για την διενέργεια τους, όπως αυτοτελής ένορκη βεβαίωση για κάθε μάρτυρα, πλήρης αναφορά των στοιχείων του, αναφορά της πηγής της γνώσης του καταθέτοντος για κάθε γεγονός που καταθέτει κ.λ.π.

Να σημειωθεί ότι η επιστράτευση των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων οφείλεται στην διαχρονική άρνηση των πολιτικών δικαστηρίων να εξετάζουν πέραν του ενός μάρτυρα στο ακροατήριο με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία διαδίκων και κυρίων των δικηγόρων οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν κείμενα ενόρκων βεβαιώσεων τα οποία οι μάρτυρες απλώς βεβαιώνουν και ορκίζονται και που είναι γνωστό ότι ελάχιστοι δικαστές τα διαβάζουν, διότι γνωρίζουν ότι δεν καταθέτει ο μάρτυρας, αλλά ο δικηγόρος.

Αντί να καταργηθεί αυτό το αποδεικτικό μέσο το οποίο κατ' ουσία αποτελεί πρόδρομο της υπεύθυνης δήλωσης του ν. 105/1969 και θεσπίστηκε να διαδραματίζει άλλο ρόλο, δηλαδή τη βεβαίωση γεγονότων ληξιαρχικού χαρακτήρα κυρίως σε δυσπρόσιτες περιοχές και σε εποχές που δεν ήταν δυνατή η άμεση λήψη πιστοποιητικών, εφαρμόζεται, αναβαθμίζεται και επεκτείνεται σε βάρος της αμεσότητας της διαδικασίας την οποία προσφέρει η αυτοπρόσωπη εξέταση των μαρτύρων και η δια ζώσης δυνατότητα εξέτασης τους από δικαστές και δικηγόρους όλων των πλευρών.

17) Απαγορεύεται η εμμάρτυρη απόδειξη όχι μόνο για συμβάσεις αλλά και για απλές υλικές πράξεις (π.χ. καταβολές, συναλλαγές κ.λ.π) αξίας ανώτερης των 12.000 Ευρώ (άρθρο 393 ΚΠολΔ). 

18) Αυξάνεται το όριο των μικροδιαφορών στις 2.000 Ευρώ.

19) Μειώνεται η προθεσμία έφεσης και της αναίρεσης σε 2 αντί για 3 χρόνια από την δημοσίευση της απόφασης.

20) Καταργείται η δυνατότητα άσκησης αντέφεσης και πρόσθετων λόγων δια των προτάσεων και με δεδομένου ότι με τροποποίηση του άρθρου 591 προβλέπεται υποχρεωτική επίδοση ανταγωγών, αντεφέσεων, προσθέτων λόγων, ανακοπών, τριτανακοπών, και ενδίκων μέσων να επίδοσε στον αντίδικο 8 ημέρες τουλάχιστον πριν την συζήτηση.

21)  Θεσπίζεται διαδικασία ιδιαίτερης ταχύτητας για τις αγωγές προσβολής από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, πράγμα το οποίο σε αντίθεση με την υπόλοιπη βραδεία δικαστική διαδικασία προνομιοποιεί αδικαιολόγητα και ενθαρρύνει την άσκηση εξωφρενικών αγωγών, οι οποίες μεταξύ άλλων, έχουν ως αποτέλεσμα την αρνητική εξέλιξη των επιδικαζομένων ποσών στις χρηματικές ικανοποιήσεις, λόγω του ότι γίνονται ευρύτερα γνωστές και παρέχουν εμφανές μέτρο αντιπαράθεσης

22) Γενικεύεται η υποχρέωση κλήτευσης του αντιδίκου προκειμένου για να εξεταστεί αίτημα προσωρινής διαταγής. Αυτή τη στιγμή ισχύει (κατά δυσμενή διάκριση) μόνο για τις περιπτώσεις εργατικών διαφορών.

23) Καταργούνται ουσιαστικά τα ασφαλιστικά μέτρα για τους συμβασιούχους, γενικά τους  εργαζομένους, αφού με τη νέα ρύθμιση της παρ. 4 άρθρου 692 προβλέπεται ότι

«τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του όποιου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση ούτε στη συνέχιση ή διατήρηση  σύμβαση ή έννομης σχέσης».

Ενώ διευρύνεται η δυνατότητα αναίρεσης για αποφάσεις οι οποίες έχουν παραβεί τον ανωτέρω περιορισμό οι οποίες αναιρέσεις εκδικάζονται από τριμελές πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο συνεδριάζει ως συμβούλιο.

Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι με παράλληλη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης (βλ. δημοσιεύματα τελευταίου μήνα) ετοιμάζεται και η κατ έφεση κρίση με συνοπτικές διαδικασίες των δικαστικών κρίσεων για τις απεργίες (κλασσικό παράδειγμα επιλεκτικής επιτάχυνσης υποθέσεων όταν η κυβέρνηση θέλει, οι δικαστές «επιτελούν την αποστολή τους»  και η εργοδοσία εξυπηρετείται).

    24) Κατ' ουσίαν καταργούνται και τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, αφού το άρθρο 732 τροποποιείται και τίθεται και αυτό υπό την δαμόκλειο σπάθη της παραγράφου 4 του άρθρου 692.

    25) Μεταβιβάζονται στα ήδη υπερφορτωμένα με την αύξηση της καθ' ύλην αρμοδιότητάς τους ειρηνοδικεία, ορισμένες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων,  κήρυξη αφάνειας, άρνηση υποθηκοφυλάκων, εντολές διαχειριστικών ενεργειών, κήρυξη τίτλου ανίσχυρου (άρθρο 782, 783, 791, 795, 826, 828, 841, 843 επ. Κ. Πολ. Δ.).

    26) Θεσπίζεται προκλητική αύξηση αμοιβών στις διαιτησίες, η οποία αποκαλύπτει αφενός τους φιλοδικαστικούς προσανατολισμούς του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και αφετέρου την υποκριτική αντιμετώπιση ακόμη και της κατά το νομοθέτη ανάγκης αποσυμφόρησης της διαδικασίας εκδίκασης των μεγάλων υποθέσεων, αφού, αντί να μειώνει τις αμοιβές για διαιτησία ενθαρρύνοντας την προσφυγή στην ιδιωτική δικαιοσύνη, και μάλιστα υπέρμετρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για διαιτησία αξίας 150.000 Ευρώ, το σημερινό ύψος συνολικής  αμοιβής διαιτητών ανέρχεται σε 3.484 Ευρώ και μεταβάλλεται σε 22.500 (άρθρο 882 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ), ενώ παραμένει η διάταξη σύμφωνα με την οποία οι δικαστές απαλλάσσονται από την καταβολή του 20% της αμοιβής τους υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.

Τα έσοδα του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. συνεπώς αυξάνονται, ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει ότι σύμφωνα με το πρόσφατο νόμο για τη διοικητική δικαιοσύνη, οι αρμοδιότητες του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. αυξήθηκαν πέραν των ορίων των εξόδων για τα δικαστικά κτίρια για άσκηση «κοινωνικής πολιτικής»  με ξένα κόλλυβα. 

27) Αυξάνονται υπέρμετρα τα ανώτατα όρια των ισχυουσών χρηματικών ποινών στις διατάξεις της έμμεσης εκτέλεσης (945 - 947) από έως 5.900 Ευρώ σε έως 100.000 και έως 150.000 Ευρώ. Είναι προφανές ότι κάποια αύξηση είναι αναγκαία, πλην όμως η συγκεκριμένη υπερβαίνει τα εύλογα όρια και γεννάει διαθέσεις δικομανίας, τις οποίες ο νομοθέτης υποτίθεται ότι προσπαθεί να καταστείλει. 

        28) Περιορίζονται τα προνόμια των απαιτήσεων των εργαζομένων και δικηγόρων στην κατάταξη (άρθρα 975 - 977), αφού οι  πριν την κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ. κατανομή προαφαιρούμενες απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας περιορίζονται σε εκείνες οι οποίες ανέκυψαν τους τελευταίους έξι μήνες πριν από τον πλειστηριασμό η την πτώχευση, αντί της διετίας πριν τις ανωτέρω διαδικαστικές πράξεις (και μάλιστα πριν τον πρώτο πλειστηριασμό και όχι πριν τον τελικό), που ισχύει σήμερα με το άρθρο 31 του νόμου 1545/1985. Ενώ οι τόκοι δεν συμπεριλαμβάνονται ρητά στις απαιτήσεις και το θέμα παραμένει σκόπιμα σε μόνιμη νομολογιακή εκκρεμότητα.

Πρόκειται για ένα ακόμα βήμα συρρίκνωσης των απαιτήσεων των εργαζομένων, σε συνδυασμό με τις τροποποιήσεις για τα ασφαλιστικά μέτρα και τις προσωρινές διαταγές, καθώς επίσης και με τις πρόσφατα επιχειρηθείσες παρόμοιου χαρακτήρα αλλαγές στον νέο Πτωχευτικό Κώδικα. 

     29) Καθιερώνεται το ακατάσχετο για απαιτήσεις του οφειλέτη από χρηματικές απαιτήσεις σε καταθέσεις κατά πιστωτικών ιδρυμάτων μέχρι μόνο του γελοίου ποσού των 1.500 Ευρώ, το οποίο είναι προφανώς δυσανάλογο με την όλη φιλοσοφία των ακατασχέτων του Κ.Πολ.Δ.

Συνολικά, θεωρώ ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος πρέπει να παρέμβει στο σχέδιο Κ.Πολ.Δ. έχοντας κατά νου τις εξής κατευθύνσεις :

1) Η νομοθετική παρέμβαση πρέπει να υλοποιεί και όχι να συρρικνώνει τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα της έννομης προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος.

Η κυβερνητική πολιτική (όχι μόνο της παρούσας κυβέρνησης) αντιμετωπίζει τη δικαιοσύνη σαν ένα μαγαζί που πρέπει να αδειάσει από το στοκ τις πολλές υποθέσεις, τις οποίες θεωρεί προϊόν δικομανίας των Ελλήνων, και όχι προϊόν ανταγωνισμού οικονομικών συμφερόντων και διαφορών, οι οποίες αναφύονται στο έδαφος του κρατούντος κοινωνικού συστήματος, το οποίο η κυβέρνηση υπηρετεί.

Συνεπώς (ενδεικτικά): Ενίσχυση αντί για αποδυνάμωση αμεσότητας διαδικασίας. Απλοποίηση διαδικασιών και μείωση των εξόδων εκτέλεσης, όπως για παράδειγμα η κατάργηση της διαρκούς επανάληψης των δεκάδων επιδόσεων οι οποίες διογκώνουν τα έξοδα προγραμμάτων πλειστηριασμού και των επαναληπτικών περιλήψεων. Καμμία εξωδικαστική απασχόληση σε δικαστές. Όχι στα περιφερειακά Πρωτοδικεία. Γραμματέας, πρακτικά, μαγνητοφώνηση παντού.

2) Ιδιαίτερα, θα πρέπει ο  Δικηγορικός Σύλλογος να επιδιώκει τη δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη των αδύναμων οικονομικά στρωμάτων του πληθυσμού με μείωση του κόστους και του χρόνου απονομής της. 

Συνεπώς (ενδεικτικά): Καμμία αύξηση ορίων αρμοδιοτήτων, καμμία προνομιοποίηση των μεγάλων οικονομικών διαφορών. Καμμία συρρίκνωση «προνομίων» εργαζομένων. Πλήρης κατάργηση δικαστικού ενσήμου και τελών απογράφου για εργατικές διαφορές και αμοιβές.

3) Την ενδυνάμωση της άμεσης, προληπτικής, προσωρινής αποκαταστατικής δικαστικής προστασίας και των ασφαλιστικών μέτρων. Συνεπώς: Πλήρης κατάργηση του άρθρου 692 παρ. 4, γενίκευση δυνατότητας χορήγησης προσωρινών διαταγών χωρίς κλήτευση καθ ών, αλλά με άμεσο προσδιορισμό δικασίμου.

4) Την απλοποίηση των ποικίλλων ειδικών διαδικασιών. Συνεπώς (ενδεικτικά): Διεκδικούμε ενοποίηση των ειδικών διαδικασιών. Τρείς ταχύτητες είναι αρκετές στην Πολ.Δ. (τακτική, ειδικές - εκούσια, ασφαλιστικά μέτρα).

5) Την απογραφειοκρατικοποίηση των διαδικασιών: Κατάργηση εγγραφής στο πινάκιο, προσθήκη αντίκρουση σε επαρκή προθεσμία μετά την κατάθεση των προτάσεων και πάντοτε μέχρι πέρατος ωραρίου, παράσταση με δήλωση κατ επιλογή όπου δεν υπάρχει εξέταση μάρτυρα.

6) Την περιφρούρηση του κοινωνικού και θεσμικού ρόλου του δικηγόρου, ο οποίος επίσης πλήττεται και λοιδορείται από το νομοσχέδιο αυτό. Συνεπώς: Κατάργηση των προτεινομένων υποχρεώσεων πληρεξουσιότητας, συμμετοχή δικηγόρων σε διαιτησίες, διορισμοί δικηγόρων ως δικαστικών αντιπροσώπων σε εκλογές σωματείων (βλ. και σχετική εισήγησή μου).

Υ.Γ. Ξέρετε πόσο είναι αισιόδοξος ο νομοθέτης για την επιτάχυνση των δικών που επιχειρεί;

Η απάντηση παρέχεται στην αιτιολογική έκθεση του ν/σ για το σύμφωνο συμβίωσης (θα ακολουθήσει και επ αυτού εισήγηση):

Μεταβάλλεται, τροποποιουμένου του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ, από τέσσερα χρόνια σε δύο ο χρόνος επέλευσης του «αντικειμενικού κλονισμού» της έγγαμης συμβίωσης (τόσο σέβεται σήμερα η αστική νομοθεσία τον θεσμό του γάμου).

Ο λόγος : «Ο τελικός χρόνος λύσης του γάμου υπερβαίνει την εξαετία. Τούτο οφείλεται στη μεγάλη αύξηση του φόρτου (σ. : Μία φορά την εβδομάδα μόνο συνεδριάζει το τμήμα διαζυγίων στην Αθήνα και τους φταίει ο φόρτος) των υποθέσεων στα δικαστήρια.... (τόσο πιστεύει ο νομοθέτης στην επιτάχυνση που προφασίζεται).

Παρακαλείται ο κ. Διευθυντής του Δ.Σ.Α. να μεριμνήσει των για την πρωτοκόλληση της παρούσας και τη διανομή της στα μέλη του Δ.Σ.

Αθήνα, 19/6/2008

 
   
   
   
   
3 Ιουνίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για τους γάμους ομοφύλων


Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

Του Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της «Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας».

..............................

Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας με αφορμή τους γάμους ομοφύλων και την πρόσφατη παρέμβαση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου επισημαίνει ότι :

1) Ο γάμος των ομοφύλων δεν αντίκειται σε καμμία απαγορευτική διάταξη νόμου. Αντίθετα η απαγόρευση του γάμου μεταξύ ομοφύλων αντίκειται σε σωρεία κοινοτικών και εθνικών διατάξεων που απαγορεύουν κάθε διάκριση με βάση το φύλο η τον γενετήσιο προσανατολισμό.

2) Το δικαίωμα στην ελεύθερη η την έγγαμη συμβίωση ανήκει σε όλους τους πολίτες και η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να το διασφαλίσει. Ο ρατσισμός και ο σεξισμός δεν έχουν θέση ούτε στην κοινωνική ούτε στην ιδιωτική ζωή κανενός.

3) Η παρέμβαση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος δίκην παιδονόμου επιχειρεί να εμποδίσει την τέλεση γάμων ομοφύλων απειλώντας κυρώσεις κατά δημάρχων, δεν καταδεικνύει μόνο επίθεση κατά του δικαιώματος στην προσωπικότητα, αλλά συνιστά προφανή υπέρβαση και εκτροπή από τα όρια του θεσμικού του ρόλου.

Καλούμε το νομικό κόσμο της χώρας να υπερασπίσει το δικαίωμα στην ελεύθερη συμβίωση και τον γάμο, ανεξάρτητα από διακρίσεις φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού και να στηρίξουν εκείνους που από αρμόδια θέση το στηρίζουν.

Αθήνα, 3.6.2008

 
   
   
   
   
12 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Από την κοινοβουλευτική δημοκρατία στον κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό


Η προσπάθεια της ελληνικής πολιτείας και των οργάνων της να καταστρατηγήσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες των πολιτών μέχρις οριστικής καταργήσεως όταν κρινόταν απαραίτητο, ήταν εμφανέστατη την τριετία που πέρασε.  Συνεργάσθηκαν δε σε αυτή την κατεύθυνση και οι τρεις «ανεξάρτητες» εξουσίες του ελληνικού πολιτεύματος: νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία, έχουν επιδοθεί σε αλληλοδιαπλεκόμενη άμιλλα για την ταχύτερη απογύμνωση της ελληνικής «εννόμου τάξεως», από κάθε δημοκρατικό περιεχόμενο.  Από την επιχειρούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος και την δικαστική καταστολή των κοινωνικών αγώνων, έως την αμείλικτη βία των δυνάμεων της τάξης, και από τις κάμερες παρακολούθησης των διαδηλωτών έως τις κάμερες παρακολούθησης εργαζομένων στους χώρους εργασίας, όπου εμφανίστηκε έως και αστυνομικού τύπου φακέλωμα εργαζομένων από εργοδότριες εταιρίες, με συλλογή αποτυπωμάτων τους, δείγματος DNA κλπ.

Θα ήταν άστοχο να παραθέσουμε έναν ατελείωτο κατάλογο παραβιάσεων και παρανομιών, θα ήταν όμως ενδιαφέρον να σκιαγραφήσουμε την κίνηση της εγχώριας κοινοβουλευτικής αστικής «δημοκρατίας», σε συνδυασμό μάλιστα με το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Από την παρακολούθηση της κίνησης των εθνικών κυβερνήσεων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε νομοθετικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο προκύπτει σαφώς η ταυτόχρονη, αλληλοδιαπλεκόμενη κίνηση εσωτερικού και διεθνούς δικαίου και πρακτικής των πολιτικών διοικητικών κέντρων, προς την  κατεύθυνση της διαμόρφωσης του κερδοφόρου για το κεφάλαιο, κοινωνικοπολιτικού και οικονομικού χάρτη της φάσης του συστήματος που διανύουμε. 

Την ήττα των κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ότι αφορά την προώθηση του Ευρωσυντάγματος, ακολούθησαν νέες πρωτοβουλίες τους σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Κεντρικός στόχος τόσο του υπερεθνικού οργανισμού όσο και των εθνικών κρατών, η επαναχάραξη των κοινωνικών συνόρων με τη ριζική αναθεώρηση του κοινωνικού συμβολαίου με στόχο την αναδιάρθρωση του συνόλου των θεσμών, αρχών και διατάξεων (δικαίου, κράτους κλπ)  και την επαναθεμελίωσή τους, επάνω στον κεντρικό πυρήνα της εκμετάλλευσης και της απόδοσης κερδών για το κεφάλαιο.  Θεμελιώδης αρχή των «σύγχρονων» κρατών και της Ε.Ε., ανακηρύσσεται η αγορά και η κερδοφορία των επιχειρήσεων μέσω του ακραίου ανταγωνισμού. Στόχος που αυτή τη φορά «θα πρέπει» να υπηρετείται από  κάθε ιδιωτική, δημόσια ή κρατική δραστηριότητα, οποιουδήποτε είδους. Έτσι κάθε εργασιακό δικαίωμα, κάθε κεκτημένη ελευθερία είτε έχει αποτυπωθεί στο Σύνταγμα είτε όχι, θα πρέπει προληπτικά να κατασταλούν ακόμη και πριν τη νομοθετική τους εξαφάνιση, μέσω της αστυνομικής ράβδου ή και της δικαστικής νομολογίας, στο βαθμό που αποτελούν εμπόδια στο άλμα προς την μεγαλύτερη ακόμη κερδοφορία των επιχειρήσεων, την οποία προωθούν οι κυβερνητικές πολιτικές.

Η ελληνική κυβέρνηση εισήγαγε πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό τη διαμόρφωση ενός νέου συντακτικού χάρτη, ο οποίος θα καταγράφει στις θεμελιώδεις αρχές του την απόλυτη πρωτοκαθεδρία της αγοράς και την εμπορευματοποίηση όλων των τομέων της κοινωνικής δραστηριότητας (παιδεία, υγεία, πρόνοια, περιβάλλον), τη θωράκιση απέναντι στον εσωτερικό εχθρό, την μεγαλύτερη δυνατή κερδοφορία του κεφαλαίου και την εξαγωγή της στο διεθνές περιβάλλον, μέσω του ειδικού ρόλου της χώρας στην περιοχή, και όλα αυτά μεταβαίνοντας σε ένα νέο μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης που πολύ απέχει από την μέχρι σήμερα γνωστή αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία.   Τα παραπάνω δε, σε απόλυτα διαλεκτική σχέση με τη στρατηγική επιλογή της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης και τον εντός αυτής ανταγωνισμό.  Η κατ' όνομα αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, έχοντας ήδη καταθέσει στο κοινοβούλιο την σύμφωνη γνώμη της, υποχώρησε «δι' ασήμαντον» διαδικαστική αφορμή, πιεζόμενη από τις σεισμικές δονήσεις του κινήματος της παιδείας.  

Στην ίδια κατεύθυνση, δύο χρόνια μετά την απόρριψη του Ευρωσυντάγματος, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καταλήγουν στην προώθηση μιας νέας «ευρω - συνθήκης», στα πρότυπα του ευρωσυντάγματος, στην οποία «στρογγύλεψαν» τις αιχμές και με επουσιώδεις τροποποιήσεις, προσπαθούν να αποφύγουν τον σκόπελο των δημοψηφισμάτων και των κοινωνικών συγκρούσεων, μέσω της ψήφισής της από τα εθνικά κοινοβούλια.

Κατά τη διάρκεια των προσωρινών τουλάχιστον ναυαγίων των νομοθετικών σχεδίων, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις εργαζομένων και φοιτητών, αντιμετωπίστηκαν με «παραδοσιακές» μεθόδους. Αστυνομική βία με γκλοπ και σιδηγογροθιές, «ζαρντινιέρες» που επιτίθενται σε διαδηλωτές, μαζικές συλλήψεις με κατασκευασμένα κατηγορητήρια, προφυλακίσεις που ανέβασαν τις πωλήσεις πράσινων παπουτσιών...

Η Δικαιοσύνη, μόνιμη αρωγός της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής, εκδίδει σε ρυθμούς πολυγράφου, αποφάσεις, διατάξεις και γνωμοδοτήσεις που κηρύσσουν παράνομη κάθε απεργία, νομιμοποιούν μαζικές απολύσεις συμβασιούχων και μη, προφυλακίζουν διαδηλωτές,  ποινικοποιούν το φρόνημα των πολιτών, καταδικάζουν φοιτητές διότι τόλμησαν να αμφισβητήσουν το ότι «ζούμε στο καλύτερο κοινωνικοπολιτικό σύστημα της ανθρώπινης ιστορίας» (όπως επί λέξει είπε στην αγόρευσή του εισαγγελέας που ζήτησε και πέτυχε την καταδίκη διαδηλωτών φοιτητών)!!! Η Τρίτη «ανεξάρτητη» εξουσία,  πράγματι εγγυητική του πολιτεύματος (όχι απαραίτητα δημοκρατικού), αναλαμβάνει να εφαρμόσει με τρόπο πανηγυρικό - και διαπαιδαγωγητικό για το κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας- την ποινική καταστολή των κοινωνικών αγώνων και να δηλώσει ότι πλέον το σύστημα είναι ανελαστικό σε οποιαδήποτε αμφισβήτησή του. Άλλωστε,  Τα τελευταία χρόνια, με αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις, ο δικαστικός μηχανισμός απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από το κοινό περί δικαίου αίσθημα και τον λαϊκό έλεγχο και κινείται στον άξονα μιας, διατυπωμένης πλέον, σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των θεσμών (βλέπε δομών του συστήματος) και  των «ύποπτων» δικαιωμάτων των πολιτών. 

Πολύ περισσότερο όμως σήμερα, ο δικαστικός μηχανισμός αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο για την προώθηση συνολικά των επιλογών του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Δεν είναι τυχαία η δραστηριότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος σαν σύγχρονος «υπερήρωας» του συστήματος, εκδίδει, κατά παράβαση κάθε συνταγματικής επιταγής, γνωμοδότηση που επιτρέπει στην αστυνομία την παρακολούθηση των διαδηλώσεων, παράλληλα δε, προσβάλει αναιρετικά, δικαστικές αποφάσεις που έχουν δικαιώσει συμβασιούχους! 

Ενώ η ανυποληψία του πολιτικού προσωπικού, οδηγεί στην αναβαθμισμένη «χρήση» της «ανεξάρτητης Δικαιοσύνης» σε ρόλο εγγυητή  της ομαλής και νόμιμης λειτουργίας του συστήματος.

Τόσο η νομοθετική παραγωγή, όσο και η καθημερινή πολιτική πρακτική κυβερνώντων και μηχανισμών, δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Κινούμαστε με ταχύτητα προς έναν διοικητικό ολοκληρωτισμό ο οποίος δεν επιτρέπει αμφισβητήσεις, μεταρρυθμίσεις, συννενοήσεις. Η ανελαστικότητα του συστήματος είναι τέτοια που μόνο με ένα διαρκές αποφασιστικό κίνημα των εργαζομένων μπορεί να ανατραπεί. Ένα κίνημα που θα υπερασπίζεται κάθε ελευθερία, όπου και αν είναι καταγεγραμμένη, ακόμη και αν δεν είναι καταγεγραμμένη, με στόχο την ικανοποίηση του μοναδικού πλήρους δημοκρατικού δικαιώματος, την κοινωνική απελευθέρωση.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ

ΕΝΕΡΓΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΣΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ, ΣΤΟ ΚΟΥΚΟΥΛΩΜΑ ΤΩΝ ΣΚΑΝΔΑΛΩΝ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑ

ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΜΟΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Ή ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ (LEGAL AID) ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΔΣΑ

 
   
   
   
   
12 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Μόνη Αντιπολίτευση ο διαρκής αγωνιστικός εκβιασμός του κινήματος


Λίγους μήνες μετά τις εκλογές και οι δύο «μονομάχοι», η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δείχνουν εξουθενωμένοι. Η ΝΔ του Καραμανλή ήρθε στην κυβέρνηση έχοντας ως πολιτικό σύνθημα την ηθική, τη διαφάνεια, την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής της, η δημοσιότητα κατακλύζεται από την αποφορά των σκανδάλων. Ανάλογη βέβαια, ήταν η κατάσταση και επί ΠΑΣΟΚ. Αναλυτές και δημοσιογράφοι μιλούν για πολιτική αδυναμία του δικομματισμού, ενώ η Ντ. Μπακογιάννη διέγνωσε πολιτική κρίση. Η αιτία γι' αυτή τη δίδυμη αδυναμία δεν βρίσκεται στα όργια του υπουργείου Πολιτισμού, τόσο στην περίοδο του αντ' Αυτού Ζαχόπουλου, όσο και νωρίτερα του Βενιζέλου.

Οι αιτίες δεν μπορούν να αναζητηθούν σε πρόσωπα. Βρίσκονται στο γεγονός ότι ο πλούτος που έχει κλαπεί από τους εργαζόμενους που τον παράγουν, αποκτά τεράστιες διαστάσεις και η λογική του καπιταλισμού - καζίνο φτάνει σε ακραία όρια.   Το πολιτικό εποικοδόμημα κλονίζεται από βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες, και αυτό επιδρά και στους δύο πυλώνες του δικομματισμού. Το κράτος διαπλέκεται άμεσα με συγκεκριμένα μονοπωλιακά συγκροτήματα μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, των Συμπράξεων Δημοσίου & Ιδιωτικού Τομέα,  της εκχώρησης τομέων κοινωνικής πολιτικής στο κεφάλαιο.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, όλο και περισσότερο αναπτύσσονται άμεσες σχέσεις συναλλαγής και εξάρτησης μεταξύ πολιτικών και επιχειρηματιών. Η σχέση δύναμης μεταξύ του πολιτικού προσωπικού και των καπιταλιστών αλλάζει σε βάρος των πρώτων. Τα αστικά κόμματα, χωρίς όραμα ελκυστικό για την κοινωνία,  επιχειρούν απλώς να προωθήσουν την αντιλαϊκή επίθεση και βουλιάζουν   στη διαφθορά.

Στο βαλτώδες έδαφος των σκανδάλων και των κοινωνικοπολιτικών τριγμών, η «ανεξάρτητη» Δικαιοσύνη αποκτά ρόλο κλειδί για τους εμπλεκόμενους. Από τη μια πλευρά, συγκαλύπτει σκανδαλώδεις παρανομίες ή σφραγίζει δικαιοδοτικά τη νίκη του εκάστοτε επικυρίαρχου στον ενδοεπιχειρηματικό ή ενδοαστικό πολιτικό ανταγωνισμό. Από την άλλη, εξασφαλίζει παγίως την προώθηση των αντιλαϊκών μέτρων καταστέλλοντας τις αντιδράσεις των εργαζομένων, κηρύσσοντας τις απεργίες παράνομες, νόμιμες τις  εκατοντάδες απολύσεις συμβασιούχων ή μη,  αλλάζοντας άρδην τη νομολογία όταν το απαιτεί η πολιτική συγκυρία.  Πεδίον δόξης λαμπρόν δε, έχουν αποτελέσει για τη «Δικαιοσύνη» τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι ελευθερίες, μια που επάξια ανταγωνίζεται την αστυνομία σε παραβιάσεις συνταγματικών διατάξεων και δικονομικών κανόνων που ενσωματώνουν ατομικά και συλλογικά δικαιώματα των, εκ των προτέρων πια, υπόπτων πολιτών.

Η κυβέρνηση Καραμανλή, στην προσπάθειά της να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας και να παρατείνει τη διακυβέρνησή της, γίνεται πιο επικίνδυνη. Επιδιώκει να προωθήσει ταχύτατα την αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση και τα υπόλοιπα αντιλαϊκά μέτρα (ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα, ελαστικοποίηση της εργασίας, επιχειρηματική παιδεία κ.α.) υποσχόμενη ακόμη μεγαλύτερη αύξηση κερδών για τους επιχειρηματικούς ομίλους που τη στηρίζουν.

Αρωγός στην πολιτική της κυβέρνησης, η υποτιθέμενη αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, έχοντας τις ίδιες πολιτικές θέσεις και στοχεύσεις, αδυνατεί να εκφράσει, έστω και στοιχειωδώς, τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Γι' αυτό και μετά και την επανεκλογή του αρχηγού, είναι σε χειρότερη κατάσταση ακόμα και πριν από την εκλογική ήττα του.

Η αγορά και ο άκρατος ανταγωνισμός,  η εμπορευματοποίηση δηλ. κάθε κοινωνικής ανάγκης αλλά και δυνατότητας,  αποτελούν τις βασικές ιδεολογικές σταθερές των δύο κομμάτων εξουσίας, τα οποία, όπως άριστα δηλώνει ο κοινός τους εκπρόσωπος Κ. Μητσοτάκης, «θα έπρεπε να συνεργαστούν αφού ακολουθούν και τα δύο ευρωπαϊκή πολιτική». Όπου βέβαια, ευρωπαϊκή θεωρείται η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  της αποθέωσης του ακραίου ανταγωνισμού και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, σε βάρος κάθε κοινωνικής ανάγκης και δικαιώματος της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αυτές όμως οι ιδεολογικές σταθερές αντιμετωπίζουν ολοένα και μεγαλύτερη αμφισβήτηση από την κοινωνία.

Το μετεκλογικό σκηνικό σφραγίζεται από την τάση όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων και των αντιφάσεων του πολιτικού συστήματος. Από τη μια, το κεφάλαιο πιέζει για την αποφασιστική προώθηση, εφαρμογή και ολοκλήρωση των αντιδραστικών ‘'μεταρρυθμίσεων'',  από την άλλη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, μετρούν ήδη σημαντική χειροτέρευση του βιοτικού τους επιπέδου και δεν φαίνεται ότι θα δεχθούν αδιαμαρτύρητα την παραπέρα συρρίκνωση των δικαιωμάτων τους.

Η ανερχόμενη τάση των κοινωνικών αγώνων, όπως εκφράστηκε και στον απεργιακό σεισμό της 12η Δεκέμβρη και η αυξανόμενη πολιτική διαφοροποίηση φέρνουν στο πολιτικό προσκήνιο την αντιφατική τάση ευρύτερων μαζών για σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική.  Μια τάση που εκφράζεται με την παλινδρομική κίνηση των αγώνων, με τις πλημμύρες και τις αμπώτηδες του κινήματος που αναστατώνουν το πολιτικό σκηνικό τα τελευταία χρόνια, όσο και αν δεν αγκαλιάζουν ακόμα μεγάλα τμήματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Στο διαμορφούμενο πολιτικό σκηνικό υπάρχουν νέες αναβαθμισμένες δυνατότητες για νικηφόρους αγώνες, γεγονός που ήδη τροφοδοτεί μια νέα δυναμική.  Πρόκειται για ένα νέο στοιχείο, ικανό να στιγματίσει ή ακόμη και να καθορίσει τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς.  

Το γεγονός αυτό υποχρεώνει σε μικρότερες ή μεγαλύτερες αναπροσαρμογές, εντός του αστικού πολιτικού συστήματος, για να ενσωματωθεί η από τα αριστερά κριτική των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, το βασικό ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο πολιτικό σκηνικό θα αναπλαστεί ή θα ανατραπεί και αν η Αριστερά θα παίξει σταθεροποιητικό ή ανατρεπτικό ρόλο. Άρα για ποιά Αριστερά μιλάμε;

Αριστερά της διαχείρισης, της κυβερνητικής συμμετοχής, της εναλλακτικής λύσης εντός του συστήματος, ενός νέου ΄89, ή Αριστερά της ανατροπής, των νικηφόρων αγώνων, της μαχητικής λαϊκής αντιπολίτευσης, της πλήρους ανεξαρτησίας και αντιπαλότητας σε ΝΔ ΠΑΣΟΚ και Ευρωπαϊκή Ένωση,  και της επαναστατικής διεξόδου;

Απέναντι στις νέες αυτές προκλήσεις και δυνατότητες η εντός του κοινοβουλίου Αριστερά παραμένει ανεπαρκής.

Ο Συνασπισμός παρεμβαίνει με σκοπό να «ληφθεί υπ' όψη» στις επερχόμενες πολιτικές διεργασίες. Δεν θέτει θέμα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής, αλλά των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Οι  ουτοπικές λογικές του εκδημοκρατισμού της Ε.Ε, και ενός «δημοκρατικού σοσιαλισμού» χωρίς σοσιαλισμό δεν κρύβονται. Εξ ού και η συμπερίληψη του ΠΑΣΟΚ στη «δημοκρατική αντιπολίτευση», μαζί με το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ.  Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ δεν θέτει σαν πολιτικό στόχο της πάλης του κινήματος την ανατροπή της πολιτικής της κυβέρνησης και της Ε.Ε. στα βασικά της μέτωπα και συνολικά. Διασπά την αναγκαία ταξική ενότητα στη βάση των εργαζομένων και  αρνείται τη νικηφόρα προοπτική των κοινωνικών αγώνων, προβάλλοντας ως μοναδική λύση, την εκλογική του ενίσχυση. 

Σημαντική αδυναμία για την ανατροπή του κοινωνικοπολιτικού σκηνικού, αποτελεί η έλλειψη ενός συγκροτημένου ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος στο κεντρικό πολιτικό πεδίο. Παρά ταύτα, η παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς στους κοινωνικούς και επαγγελματικούς χώρους, σε φοιτητικούς και επαγγελματικούς συλλόγους και σωματεία, όλο το προηγούμενο διάστημα, σφράγισε τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις που προηγήθηκαν.  Αναδεικνύεται έτσι σήμερα  η δυνατότητα ανάπτυξης νικηφόρων αγώνων και η δημιουργία ενός κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος λαϊκής αντιπολίτευσης. Ένα ρεύμα ικανό να αποκρούσει μέτρα, να πετύχει υλικές κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων και να διαμορφώσει συνθήκες για μια συνολική αντεπίθεση. Έναν διαρκή πολιτικό και αγωνιστικό εκβιασμό του κινήματος των εργαζομένων και της ανεξάρτητης εργατικής πολιτικής,  με σκοπό την ήττα της κυρίαρχης πολιτικής και την ανατροπή των συσχετισμών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, από τη σκοπιά της πλήρους κοινωνικής απελευθέρωσης.

 
   
   
   
   
7 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Φτάνει πια - Στη σήψη απαντάμε με τους αγώνες μας


H ΠOΛITIKH ΣHΨH

Η δυσώδης ατμόσφαιρα που αποπνέει η πολιτική αρένα με τα σκάνδαλα και την υποταγή της πολιτικής στην τηλεοπτική κυριαρχία συγκαλύπτει την προώθηση των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων στην κοινωνική ασφάλιση, τις ιδιωτικοποιήσεις (της Ολυμπιακής, της ΔΕΗ, των λιμανιών), τη συνεχή εμπορευματοποίηση και υποβάθμιση δημόσιων χώρων και περιβάλλοντος (τσιμεντοποίηση Ελληνικού και Ελαιώνα), τη συνεχιζόμενη λιτότητα και ακρίβεια, τη σκανδαλώδη φοροαπαλλαγή των μεγαλοϊδιοκτητών και την περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων και των μικροαστών (με τελευταίο παράδειγμα το ενιαίο τέλος ακίνητης περιουσίας). Και βέβαια τη συνεχή περιστολή των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων (με τον άθλιο και αντισυνταγματικό νόμο για τις κάμερες και την προώθηση της Ευρωπαϊκής Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης).

Η αδυναμία βέβαια της κυβέρνησης να ξεφύγει από τον κλοιό των σκανδάλων, η τηλεοπτική απαξίωση του πολιτικού και του ηθικού της κύρους τέσσερις μόλις μήνες μετά τις εκλογές, η αδυναμία αντίστοιχα ανάκαμψης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., οι προτάσεις και κινήσεις για αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού αναδεικνύουν ταυτόχρονα και την ουσία της κρίσης του δικομματισμού:  Οταν Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. συμφωνούν απόλυτα σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων και υπέρ του κεφαλαίου, όταν συμπλέουν πλήρως με τις επιλογές της Ε.Ε., τότε η παρουσία των λαϊκών αγώνων στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο οξύνει τις αντιφάσεις της πολιτικής τους. Πράγματι, η παλλαϊκή απεργία της 12/12 ενάντια στην κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης, οι κινητοποιήσεις στα λιμάνια και βέβαια η μεγαλειώδης πανεκπαιδευτική εξέγερση της περσυνής χρονιάς ενάντια στο νέο νόμο πλαίσιο και την αναθεώρηση του Συντάγματος έχουν δημιουργήσει σοβαρό κλίμα ανησυχίας στα κοινωνικά και πολιτικά επιτελεία του κεφαλαίου και θέτουν επί τάπητος το θέμα: ποιος επιτέλους θα κατορθώσει να υλοποιήσει το πρόγραμμά μας

Υπάρχει βέβαια και η αντίστροφη όψη: Οι κοινωνικοί αγώνες, όσο σημαντικοί και αν είναι δεν κατορθώνουν να βρούν την πολιτική έκφραση τους αντιστοιχεί, μια πολιτική έκφραση που δεν θα παραμένει στη διαχείριση της κρίσης ή σε απλές εκλογικές καταγραφές, αλλά θα αναζητεί διέξοδο από αυτή σε μια πορεία ρήξης και ανατροπής με τον καπιταλιστικό μονόδρομο. Η αριστερά, παρά τη σημαντική της άνοδο, είτε εγκλωβίζεται σε έναν απομονωτισμό και δείχνει να ενδιαφέρεται μόνο για την εκλογική της καταγραφή, είτε διαπερνάται από φωνές που ζητούν τη συνδιαχείριση της κρίσης, ενώ καταγράφεται έλλειψη συγκροτημένου αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού ρεύματος στο κεντρικό πολιτικό πεδίο. Το ζήτημα όμως δεν είναι απλά να αναπτυχθούν αντιστάσεις στο νεοφιλελευθερισμό. Δεν υπάρχει σήμερα αντινεοφιλελεύθερη διέξοδος αν δεν είναι αντικαπιταλιστική.

H ΣHΨH TOY ΔIKHΓOPIKOY ΣYNΔIKAΛIΣMOY

Αντίστοιχα, στο χώρο του δικηγορικού συνδικαλισμού, η παντελής σήψη και αδράνεια που αποπνέει το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου καλύπτει την κοινή πολιτική των κυρίαρχων συνδικαλιστικών δυνάμεων. Εάν εξαιρέσει κανείς το ζήτημα των δημοκρατικών δικαιωμάτων στο οποίο, μετά και από τη δική μας πίεση, εκφράστηκαν αντιστάσεις, έστω και σε διακηρυκτικό μόνο επίπεδο, στα ζητήματα του ασφαλιστικού, της θέσης των εμμίσθων συνεργατών και ασκουμένων, στην καθιέρωση συστήματος νομικής βοήθειας, στα καθημερινά προβλήματα της άσκησης του επαγγέλματος, η τελευταία τριετία βρήκε το Δ.Σ.Α. ουραγό των εξελίξεων, καθηλωμένο σε μια απλή διαχείριση της καθημερινότητας και κυρίως πολύ μακριά από τα ίδια τα πληττόμενα στρώματα της δικηγορίας.

Βέβαια και στο θέμα των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων η ηγεσία του Δ.Σ.Α. έκανε κατά την τελευταία τριετία σημαντικές εκπτώσεις και μάλιστα σε μια τριετία σημαντικών κοινωνικών αγώνων που δέχθηκαν βίαια κατασταλτικά χτυπήματα. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης Β. Πολύδωρας έχαιρε ασυλίας από το Δ.Σ.Α. (ίσως λόγω εκλογικής πελατείας του αδελφού του) με αποτέλεσμα η μόνη φωνή που υψώθηκε ενάντια στις πρωτοφανείς παραβιάσεις του δικαιώματος στη διαδήλωση να είναι αυτή της Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων μελών του Δ.Σ.Α.. Ο Σύλλογος απέφυγε να πάρει θέση ακόμα και για τη χρήση χημικών μέσα στο χώρο των δικαστηρίων!  Φαίνεται όμως ότι οι εκπτώσεις αυτές δεν ήταν αρκετές για το κόμμα της Ν.Δ. που φέτος αναζητεί στις εκλογές πιο πειθήνιους εκφραστές της κυβέρνησης.

Στο μεγάλο ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης η παράταξη του Προέδρου (και ο ίδιος προσωπικά) στιγματίστηκε με την προσπάθεια του να (συν)διαλεχθεί με την κυβέρνηση (στα πλαίσια ενός διαλόγου, ο οποίος πολύ γρήγορα κατέρρευσε ως προσχηματικός) όταν όλοι οι άλλοι κλάδοι βρίσκονταν σε απεργιακό αναβρασμό. Η τακτική αυτή, που διαμορφώθηκε σε επίπεδο Προεδρείου -ούτε καν στο Δ.Σ. δεν συζητήθηκε- αναδεικνύει τα αδιέξοδα του φιλοκυβερνητισμού, αλλά και κυρίως της λογικής ότι μπορεί να υπάρξει «καλή» συγχώνευση των ταμείων, «καλή» μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού που δεν θα πλήξει τους δικηγόρους. Αναδεικνύει επίσης τα προβλήματα του προεδροκεντρικού συνδικαλισμού. Όταν φοβάσαι τις συνελεύσεις και ταυτόχρονα απαξιώνεις το Δ.Σ. γιατί δεν μπορείς να στηριχθείς ούτε στους δικούς σου συμβούλους, δεν απομακρύνεις μόνο τον δικηγορικό κόσμο από το Σύλλογο και το συνδικαλισμό, αλλά απομακρύνεσαι και εσύ ο ίδιος από τον κόσμο.

Η λογική της διαχείρισης ήταν ανάγλυφη σε όλη την τριετία. Αντί να πραγματοποιηθούν συνελεύσεις και να διεκδικηθεί -ενόψει και της μερικής κατάργησης του φόρου μεταβίβασης ακινήτων-, η αναπλήρωση των πόρων τόσο των ασφαλιστικών ταμείων, (αλλά και του Ταμείου Συνεργασίας) που παρέχει το μέρισμα με την καθιέρωση γραμματίου προείσπραξης στις ιδιωτικές συμβάσεις μεγάλου αντικειμένου (πρόταση της «Εναλλακτικής Παρέμβασης» από το 1996 που έχει γίνει πλέον στα λόγια αποδεκτή σήμερα από όλες τις παρατάξεις), το Δ.Σ. ανάλωσε συνεδριάσεις επί συνεδριάσεων για την επιλογή ασφαλιστικού συμβούλου (Brodyn ή Eurobrokers?). Αντί να διεκδικήσουμε την σταθεροποίηση της δημόσιας ασφάλισης με ένα τρόπο που θα ρίχνει το βάρος στους μεγάλους επιχειρηματίες που σήμερα εισφοροδιαφεύγουν, αντί να ενεργοποιήσουμε τους νέους συναδέλφους για να καταργηθεί ο ν. Σιούφα και η άθλια διάκριση ασφαλισμένων προ και μετά την 1-1-1993 που οδηγεί στη σύνταξη των 450 ευρώ, συζητούσαμε (με πραγματικά άθλιους τρόπους και μέσα) για το πώς θα εξωθήσουμε τους δικηγόρους στην ιδιωτική ασφάλιση με καλύτερους όρους. Αντίστοιχα καμιά συζήτηση δεν έγινε στο Δ.Σ. για την νομοθετική κατοχύρωση του μισθού των εμμίσθων συνεργατών, πολλώ δε μάλλον για την κατάργηση του άθλιου καθεστώτος της άσκησης, ούτε καν για τον κίνδυνο κατάργησης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των Νομικών Σχολών μέσω της οδηγίας 2005/36 που καθιστά ισότιμα τα πτυχία τους με τα πτυχία των Ι.Ε.Κ.! Ακόμα και προτάσεις που έχουν γίνει αποδεκτές από άλλους δικηγορικούς συλλόγους (π.χ. Θεσσαλονίκη) για δωρεάν ασφάλιση των ασκουμένων δεν τίθενται για συζήτηση στο Σύλλογο.

AΠOΛOΓIΣMOΣ MIAΣ ΣYNEΛEYΣHΣ

Ο κυρίαρχος δικηγορικός συνδικαλισμός αναδεικνύει όλες τις παθογένειες του κεντρικού πολιτικού σκηνικού. Η στάση του στην τελευταία Γ.Σ. καταγράφει ανάγλυφα την κοινή κατεύθυνσή όλων σχεδόν των παρατάξεων παρά τις όποιες επιφανειακές διαμαρτυρίες: Ζαφειρόπουλος, Βερβεσός, Κανελλόπουλος, Σχινάς, Γαλλετσέλης, Χατζημιχάλης, Αναλυτής ψήφισαν την πρόταση του Προέδρου για αποχή 6 και 13/2, τις μέρες δηλαδή που ούτως ή άλλως τα δικαστήρια θα είναι κλειστά λόγω της αποχής των δικαστικών υπαλλήλων στις 6 και της πανεργατικής απεργίας στις 13. Η πρόταση θεωρήθηκε ότι πλειοψηφεί από τον Πρόεδρο της Συνέλευσης κ. Σχινά -χωρίς καν καταμέτρηση-, ο οποίος μάλιστα έκλεισε άρον άρον τη διαδικασία προς μεγάλη ανακούφιση του Προέδρου και όλων των παραγόντων του συνδικαλιστικού κατεστημένου, ενώ ήταν σαφές ότι τουλάχιστον τους ίδιους ψήφους έπαιρνε η πρόταση της Εναλλακτικής Παρέμβασης για εβδομαδιαία αποχή 6-13/2 και νεα Γ.Σ. Το δε Κ.Κ.Ε. παρέμεινε στη γωνία του ψηφίζοντας (ως συνήθως) κυλιόμενες αποχές.

Επίσης σε αυτή τη συνέλευση ακούσαμε από συνδικαλιστές του ΠΑ.ΣΟ.Κ.:

- Να συσταθεί ειδικός λογαριασμός που θα στηριχθεί σε αυξήσεις των ενσήμων (Ν. Κανελλόπουλος), με άλλα λόγια να επιβαρυνθούν όλοι οι πολίτες και όλοι οι δικηγόροι το ίδιο, αντί να επιβαρυνθούν οι μεγάλοι επιχειρηματίες και τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία και να εκπληρώσει το κράτος τις υποχρεώσεις του προς τα ταμεία

- Αντί για αποχή να παρακρατούμε το 15% του φόρου από τα γραμμάτια προείσπραξης (Βερβεσσός), με άλλα λόγια να καθυστερούμε απλώς την απόδοση του φόρου στο Δημόσιο αφού την έχουμε πρώτα εισπράξει. Τουλάχιστον αυτή τη φορά η Αλληλεγγύη δεν έβγαλε τρικάκια όπως το 2003 για να εξηγήσει πόσο επικίνδυνη είναι η αποχή (μήπως, λέμε μήπως, επειδή δεν είναι το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση )

TH ΣHΨH ΓENNA O NEOΦIΛEΛEYΘEPIΣMOΣ

Η κοινή συνδικαλιστική πρακτική των παρατάξεων στη συνέλευση αναδεικνύει την κοινή συνδικαλιστική λογική που τις διαπερνά: Οι παρατάξεις αυτές (ακόμα και της υποτιθέμενης αριστεράς) απευθύνονται σε όλους τους δικηγόρους, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση. Η κοινωνική τους απεύθυνση προσδιορίζει και τη συνδικαλιστική τους ατζέντα. Επίσης η κοινωνική πόλωση μέσα στο χώρο των δικηγόρων εντείνεται επίσης. Ολο και λιγότερο εμφανίζονται πλέον ατομικά δικηγορικά γραφεία, όλο και περισσότερο αναπτύσσονται από τη μια δικηγορικές εταιρείες και από την άλλη δικηγόροι που δουλεύουν ως μισθωτοί σε άλλους δικηγόρους ή απ'ευθείας σε πελάτες. Οι δικηγόροι αυτοί, η γενιά των 400 ευρώ, που μπαίνει στο επάγγελμα με μισθό 400 ευρώ και θα βγεί από το επάγγελμα με σύνταξη 400 ευρώ, αναζητά κυρίως ατομικές διεξόδους είτε για να αποχωρήσει από το επάγγελμα (η συμμετοχή στις εξετάσεις για το δικαστικό ή την σχολή δημόσιας διοίκησης έχει ανέβει κατακόρυφα), είτε για να αναρριχηθεί στην εταιρεία (δουλεύοντας απίθανα ωράρια). Η νεοφιλελεύθερη λογική του «ο θάνατος σου η ζωή μου» και ο πιο ισχυρός ας επιβιώσει διαπερνά αντίστοιχα πλέον όλες τις παρατάξεις.  Τα αδιέξοδα άλλωστε της συντεχνιακής στρατηγικής του κλεισίματος του επαγγέλματος (για να αντιμετωπισθεί ο υπερπληθωρισμός) είναι άλλωστε πλέον προφανή σε όλους, ενώ σιγά σιγά εκλείπει και η κοινωνική της βάση (η κυρίαρχη σήμερα στρατηγική είναι αντίθετα η πλήρης απελευθέρωσή του επαγγέλματος, όλα δε τα μέτρα που αποσκοπούν στην τόνωση των πιο αδύναμων στρωμάτων -παρακρατήσεις από τα γραμμάτια υπέρ των ταμείων, εργοδοτικοί πόροι κ.α.- έχουν μπεί στο στόχαστρο της Ε.Ε.).

Η σήψη μέσα στην οποία λιμνάζει ο δικηγορικός συνδικαλισμός αναδεικνύει με άλλα λόγια την σήψη της ίδιας της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και την κυριαρχία της σε όλες τις παρατάξεις: την ίδια στρατηγική υπηρετεί η κυβέρνηση,αντίδραση στη στρατηγική αυτή δεν υπάρχει, απομένει δε στον εκάστοτε Πρόεδρο -άντε στο Προεδρείο- να διαπραγματεύεται τους όρους και τους ρυθμούς για την προώθηση της. Το Δ.Σ. είναι άχρηστο (και χωρίς ενδιαφέρον), η Γ.Σ. επικίνδυνη. Κατανοούμε πράγματι την αγανάκτηση του Προέδρου για τις τοποθετήσεις στο Δ.Σ. των υπολοίπων παρατάξεων: για ποιο λόγο να υφίσταται κανείς μακροσκελείς τοποθετήσεις όταν ξέρουμε όλοι ότι ακολουθούμε την ίδια στρατηγική Ας κρατήσουμε τις ισορροπίες στο επίπεδο του Προεδρείου και βγάλαμε πάλι την τριετία... Τουλάχιστον κρατάμε την αξιοπρέπεια μας για θέματα δικαιωμάτων.

MONH ΔIEΞOΔOΣ O ΔPOMOΣ TOY AΓΩNA

Υπάρχει άλλος δρόμος Υπάρχει και φάνηκε για άλλη μια φορά την τριετία που πέρασε. Μεγάλος αριθμός νέων δικηγόρων αναζητεί μια άλλη συνδικαλιστική έκφραση στο χώρο των ασκουμένων και εμμίσθων συνεργατών, πολλοί άλλοι δικηγόροι (και όχι μόνο στην Αθήνα) ενεργοποιούνται σε πρωτοβουλίες για την υπεράσπιση των μεταναστών (προσφέροντας εθελοντικά νομική βοήθεια), σε πρωτοβουλίες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των κρατουμένων, σε ενώσεις για τα δικαιώματα και βέβαια στην επιτροπή συνταγματικών δικαιωμάτων μελών του Δ.Σ.Α. Φάνηκε και στη γενική συνέλευση. Η πρόταση για αποχή 6 έως 13/2/2008 που θα αναδείκνυε ότι οι δικηγόροι είναι έτοιμοι να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους δεν ψηφίστηκε μόνο από την Εναλλακτική Παρέμβαση, αλλά από πολλούς συναδέλφους. Oι προτάσεις για καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τους εργοδότες δικηγόρους, για άμεση δωρεάν ασφάλιση των ασκουμένων ανέδειξαν ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις και μέσα στη δικηγορία δεν κρύβονται.Η Εναλλακτική Παρέμβαση άλλωστε δεν εκφράζει μόνο ένα πολιτικό ρεύμα στο Σύλλογο (αυτό της ριζοσπαστικής αριστεράς), αλλά και έναν άλλο δρόμο για το δικηγορικό συνδικαλισμό, αντιπαραθετικό στη νεοφιλελεύθερη κυριαρχία και τις όποιες συντεχνιακές κραυγές: το δρόμο του ανυποχώρητου αγώνα για τη μετατροπή του Συλλόγου από διαχειριστή της κρίσης του επαγγέλματος σε υπερασπιστή των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των συμφερόντων των ασθενέστερων δικηγορικών στρωμάτων, το δρόμο της συλλογικής παρέμβασης για μια δικηγορία αλληλεγγύης. Το δρόμο εντέλει που θεωρεί ότι το να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα των εμμίσθων συνεργατών και των ασκουμένων, καθώς και το δικαίωμα των πολιτών για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, δεν σημαίνει ότι πλήττεις τα ασθενέστερα τμήματα της μαχόμενης δικηγορίας. Αντίθετα, μαζί αυτά τα στρώματα πρέπει να διεκδικήσουν την υπεράσπιση και διεύρυνση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Υπερασπίζοντας τα δικαιώματα των ασθενέστερων λαϊκών στρωμάτων και των ασθενέστερων στρωμάτων της δικηγορίας αναδεικνύουμε το πραγματικό κοινωνικό κύρος που μπορεί να έχει ο δικηγόρος: ως αντίπαλος στις αυθαιρεσίες κάθε εξουσίας και όχι ως υπηρέτης της. Στην τηλεοπτική πολιτική και δικηγορία αντιπαρατάσσουμε την κοινωνική πολιτική και δικηγορία.

Δυστυχώς μέχρι σήμερα σε αυτό το δρόμο δεν έχουμε συναντηθεί με άλλες παρατάξεις. Όχι με ευθύνη δικιά μας. Καμιά από τις παρατάξεις της αριστεράς δεν συμμετέχει στην Επιτροπή Συνταγματικών Δικαιωμάτων μελών του Δ.Σ.Α., ούτε στην Πρωτοβουλία για την δημιουργία σωματείου ασκουμένων και εμμίσθων συνεργατών. Η παράταξη Σχινά πιστή στην στρατηγική Ρουπακιώτη αποτελεί απλά συμπαραστάτη του Προέδρου στη διαχείριση των προβλημάτων, η παράταξη των «Δικηγόρων σε Κίνηση» αποδείχθηκε απλώς φυτώριο παραγόντων που φυλλορροούν προς τις παρατάξεις της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (αποδεικνύοντας ότι θέλει άποψη και στρατηγική ο συνδικαλισμός), η δε παράταξη του Κ.Κ.Ε. έχει επιλέξει ένα δρόμο απομονωτισμού με στόχο την εκλογική του ενίσχυση που, αν στην κοινωνία οδηγεί στην τραγική διάσπαση των αγώνων, στο Σύλλογο αποτελεί απλώς μια καρικατούρα. Εφτασε δε στο σημείο να εξαπολύσει μια άθλια συκοφαντική εκστρατεία λάσπης ενάντια στην Εναλλακτική Παρέμβαση (ότι είμαστε υπέρ της ιδιωτικής ασφάλισης !!!), γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν ευσταθεί με στόχο ποιο Να δικαιολογήσει στα μέλη της γιατί δεν ψηφίζουν κοινή με μας πρόταση στη Γ.Σ. Να τα συσπειρώσει ενώπιον των εκλογών Αγνωστο - μωραίνει ο κύριος ον βούλεται απωλέσαι. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να χαθεί μια συνέλευση που μπορούσε να σηματοδοτήσει μια στροφή στον κυρίαρχο δικηγορικό συνδικαλισμό, να επιβεβαιώσει τους φόβους του Προεδρείου.

Και ενόψει των αγώνων που έρχονται -μιας και η αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση είναι προ των πυλών- και ενόψει των δικηγορικών εκλογών, ας συνεχίσουμε να καλλιεργούμε αυτούς τους φόβους και το επόμενο χρονικό διάστημα.

Σας καλούμε να μας στηρίξετε και να συστρατευτείτε μαζί μας για:

- Την υπεράσπιση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών και την αντίσταση στην καθημερινή απαξίωση του συνηγόρου - υπερασπιστή.

- Την ανάδειξη του συνηγόρου υπερασπιστή απέναντι στο γιάπικο μοντέλο του τηλεοπτικού καρριερισμού και την υποταγή στη δικαστική και εργοδοτική αυθαιρεσία.

- Τη νομοθετική κατοχύρωση των δικηγόρων συνεργατών και ασκουμένων και την αντίσταση των μαχόμενων δικηγόρων στην οικονομική τους εξόντωση (ασφαλιστικό, φορολογικό, καθημερινές συνθήκες, κόστος δικηγορίας).

- Την αναδιάταξη της δικηγορικής ύλης και του συστήματος αμοιβών με κοινωνικά κριτήρια, χωρίς επιβάρυνση των λαϊκών στρωμάτων.

- Την προστασία της κοινωνικής ασφάλισης από την κρατική λεηλασία, την αντίσταση σε κάθε μέτρο που θα επιδεινώνει του όρους ασφάλισης, την άμεση κατάργηση της διάκρισης των μετά την 1/1/1993 ασφαλισμένων και τη διεκδίκηση ρυθμίσεων που να εξασφαλίζουν πλήρη και αξιοπρεπή σύνταξη για όλους.

- Την ενεργή συμμετοχή στη στήριξη των αγώνων για το περιβάλλον, το σωφρονιστικό σύστημα, τα δικαιώματα των αλλοδαπών, την αντίσταση σε κάθε επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στο λαό, τον δημόσιο χώρο, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες.

 
   
   
   
   
6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Να θέσουμε τέρμα στις εκδηλώσεις αυταρχισμού, στην αυθαιρεσία και την καταπάτηση δημοκρατικών δικαιωμάτων


Η παραίτηση του Προέδρου και των μελών της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα, με επίκεντρο ιδίως το βαθιά δημοκρατικό, συνταγματικά κατοχυρωμένο (άρθρο 11 παρ.1 του Σ.) δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητική μάλιστα η τροπή των πραγμάτων, όταν η δικαστική εξουσία εμφανίζεται σε αυτή τη συγκυρία ως εμπροσθοφυλακή της εκτελεστικής.

Ενόψει μιας πολιτικής που επικεντρώνεται στην άρση κοινωνικών κατακτήσεων σε τομείς όπως η Παιδεία, η εργασία, η ασφάλιση, είναι προφανές πως το κυβερνητικό κέντρο έχει επιλέξει μια αυταρχική λογική διακυβέρνησης ως το πλέον πρόσφορο μέσο προκειμένου να επιβληθούν οι επιλογές που δεν αποσπούν την επιθυμητή «συναίνεση». Η κύρια μέριμνα της κυβέρνησης, μοιάζει να αφορά λιγότερο την αποκατάσταση σχέσεων δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου από τους πολίτες και περισσότερο τη θωράκιση απέναντί τους. Στα πλαίσια μιας τέτοιας κατεύθυνσης κινείται η τροπολογία του Υπουργού Δικαιοσύνης, που θεσμοθετεί πλέον την παρακολούθηση των συγκεντρώσεων με μέσα καταγραφής, ενδύοντας με νομοθετικό μανδύα την σχετική γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδά για τη χρήση των καμερών. Παράλληλα, μια τέτοια λογική επιβεβαιώνεται και από την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος για την «προστασία» των δυνάμεων της τάξης, με το οποίο αναβαθμίζεται η υπηρεσιακή εξάρτηση των αστυνομικών δυνάμεων που επιτηρούν τις συναθροίσεις, οι οποίες και εξοπλίζονται ακόμη περισσότερο απέναντι στις εν δυνάμει παρεκτροπές μιας δημόσιας συνάθροισης: η καθιέρωση της χρήσης «κινητών φραγμάτων» και λοιπού «ειδικού εξοπλισμού» (όπως «χρωμοσφαίρες» και πλαστικές σφαίρες), διαγράφει πολύ συγκεκριμένες ιδεολογικές συντεταγμένες, αναφορικά με το πώς γίνεται αντιληπτό ένα συγκεντρωμένο πλήθος πολιτών. Εν τέλει, η πολύπλευρη προσβολή του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, η καχυποψία που υποφώσκει απέναντι σε στοιχειώδη συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως αυτό του συνέρχεσθαι, δεν αποτελεί παρά την έκφραση ενός βαθύτερου δημοκρατικού ελλείμματος: όταν δηλαδή τα κινητά φράγματα, δεν αποτελούν παρά την φυσική επένδυση των πολιτικών φραγμάτων που οι εκάστοτε διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας υψώνουν απέναντι στην κοινωνία.

Εξίσου μεγάλη ανησυχία θα πρέπει να προκαλεί η ανοιχτή, πλέον, αστυνομική χρήση μέσων καταγραφής, όπως οι κάμερες, από φορείς της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Η παρακολούθηση και επιτήρηση της κοινωνικής ζωής και ιδίως των πιο δημοκρατικών εκφάνσεών της, όπως οι δημόσιες συναθροίσεις, συνιστά, εκτός από παραβίαση στοιχειωδών ατομικών δικαιωμάτων ενός εκάστου πολίτη, και προσβολή της ίδιας, εν τέλει της δυνατότητας ελεύθερου πολιτικού και κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού του συνόλου. Η χρήση προσωπικής κάμερας από τα όργανα της τάξης, μάλιστα, ή η «αξιοποίηση» των σχετικών συστημάτων της Τροχαίας, συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της δυνατότητας του πολίτη να επιλέγει δημόσιες μορφές έκφρασης χωρίς να εκτίθεται στους κινδύνους της καταγραφής των δραστηριοτήτων του, δυνατότητα που εν τέλει τίθεται ως θεμελιώδες δημοκρατικό ερώτημα.

Η τοποθέτηση του κ. Σανιδά, ο οποίος φαίνεται πως αντιλαμβάνεται τα συνταγματικά δικαιώματα ως εν δυνάμει πολιτικό προκάλυμμα εγκληματικών ενεργειών, αλλά και η υιοθέτηση των θέσεών του από την ηγεσία του Υπ. Δικαιοσύνης, δημιουργούν άμεσα ερωτήματα για την διασφάλιση της εφαρμογής των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και απαιτούν ευρεία καταδίκη. Δεν είναι νοητή υπό καμία ερμηνευτική προσέγγιση ενός δημοκρατικού Συντάγματος, η αντιμετώπιση των πολιτών που διαδηλώνουν ως υπόπτων.

Αποδοκιμάζουμε πρωτοβουλίες όπως αυτές, που μαρτυρούν μια λάθρα αναβίωση της λογικής του «εσωτερικού εχθρού», και επισφραγίζουν τη δυσπιστία του κράτους προς τις δημοκρατικές πρακτικές των πολιτών, με τις τελευταίες να αντιμετωπίζονται ως εστία εν δυνάμει έκνομης συμπεριφοράς. Καταγγέλλουμε κάθε προσπάθεια παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων και χειραγώγησης της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

 
   
   
   
   
6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η χαμένη μάχη των καθημερινών προβλημάτων


Όταν το 1996 η πρότασή μας για σύσταση και μόνιμη λειτουργία «Επιτροπής Καθημερινών Προβλημάτων»  στο Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. έγινε δεκτή και η επιτροπή ξεκίνησε να λειτουργεί, στεγάζοντας το μεράκι ιδίως των νέων συμβούλων, πιστέψαμε ότι τουλάχιστον ένα πεδίο δευτερευόντων, όπως τότε νομίζαμε, προβλημάτων της δικηγορίας, θα βρεί το δρόμο για τη λύση του. Στόχος δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά λιγότερες ουρές, λιγότερη αυθαιρεσία και ταλαιπωρία στις καθημερινές διαδικαστικές μας διεπεραιώσεις στις γραμματείες και τα ακροατήρια. Πράγματι η επιτροπή λειτούργησε, πέτυχε ορισμένες διευθετήσεις, κατέγραψε το σύνολο των προβλημάτων και προσπάθησε για την επίλυσή τους. Σταδιακά το ενδιαφέρον ατόνησε διότι οι ασχολούμενοι σύμβουλοι συνειδητοποίησαν πόσο «βαρειά είναι η καλογερική», αφού η παρακολούθηση και αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων απαιτεί επίσης καθημερινή παρουσία και παρέμβαση, αφάνταστα χρονοβόρα από τον πολύτιμο χρόνο της μαχόμενης δικηγορίας, την οποία άλλωστε ελάχιστα των μελών του Δ.Σ. σε άλλες του τις συνθέσεις έκτοτε, ασκούν και γνωρίζουν.

Δεν υπήρξε από τότε περίοδος θητείας Δ.Σ. που να μην συσταθεί εκ νέου επιτροπή καθημερινών προβλημάτων. Αλλά η παρέμβαση στο πεδίο υπήρξε όλο και περισσότερο ελλειπτική. Τα τελευταία χρόνια εντελώς ανύπαρκτη. Το αποτέλεσμα το βιώνουμε όλο και εντονώτερα. Η καθημερινή ταλαιπωρία αποτελεί την απόληξη όλων των παθογενειών και προβλημάτων που συνδέονται με τη δικαιοσύνη: Ελλειψη υποδομών και προσωπικού στις γραμματείες, μηδαμινή διάθεση απλοποίησης των λειτουργιών, γραφειοκρατικοποίηση των διαδικασιών, καθυστερήσεις, ουρές και δυσλειτουργίες με την παραμικρή αφορμή,  αυταρχισμοί της κάθε μικρής και μεγάλης εξουσίας. Δημοσίευση, κατάθεση, αναζήτηση, λήψη, εξουσιοδότηση, φωτοτυπία, ένσημα, επικύρωση, «ουρές», τρέξιμο, προθεσμία, πινάκιο είναι τα συνώνυμα του άγχους και της φόρτισης της σημερινής δικηγορίας.

Θα έπρεπε να είμαστε πολύ ελιτίστες για να τα θεωρούμε δευτερεύοντα. Πρόκειται για παράγοντα καθημερινής εξόντωσης, που μαζί με τις συνθήκες κυκλοφορίας στην Αθήνα, εκτοξεύει την ένταση, εκμηδενίζει τον ελεύθερο χρόνο, καταργεί κάθε έννοια χαλαρότητας. Και βέβαια έχει ταξικό πρόσημο, καθώς αυτοί που στέκονται πιο συχνά στις ουρές είναι εκείνοι που δεν διαθέτουν «συνεργάτες» για να τους το αναθέσουν.

Η συμπεριφορά του Δ.Σ.Α. απέναντι στα καθημερινά προβλήματα και την τριετία που πέρασε δεν ήταν απλά μία χαμένη μάχη, Ηταν ολοκληρωτική εγκατάλειψη του πεδίου της, σε μία συγκυρία μάλιστα που οι μηχανισμοί διοίκησης της δικαιοσύνης επιχειρούν την ανάκτηση του κύρους τους επιδεικνύοντας πυγμή και έλλειψη υποχωρητικότητας.

Η άμεση συγκρότηση και λειτουργία ανοιχτής επιτροπής καθημερινών προβλημάτων, με ευρεία πλαισίωση από συναδέλφους και η καθημερινή της παρουσία και παρέμβαση σε κάθε δικαστικό κτίριο είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

 
   
   
   
   
6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Μετανάστες: Ησυχία, τάξη και... αυτασφάλιση


της Αγγελικής Σεραφείμ 

Μεταναστευτικό θέμα. Ιδωμένο για μια φορά χωρίς αριθμούς και προσθαφαιρέσεις. Χωρίς ποσοτικά δεδομένα. Χωρίς να έχει προηγηθεί καμία έρευνα. Ιδωμένο για μια φορά ανθρωπιστικά. Όσο και αν έχει ξεφτιλιστεί η λέξη από τους όποιους «ανθρωπιστές» ελεήμονες χριστιανούς αριστερούληδες. Ανθρωπιστικά με την έννοια της εστίασης στον άνθρωπο και όχι στην αριθμητική ή όποια άλλη ποσοτική αναπαράστασή του.

«Έξω οι ξένοι απ' την Ελλάδα». Με τις πιο σικάτες κρατικές ή κοινωνικές εκδοχές του. Οι ξένοι, δηλαδή ή μη Έλληνες. Από την Ελλάδα, δηλαδή το χώρο που ανήκει στους Έλληνες, που τον κληροδότησαν οι Έλληνες παππούδες και γιαγιάδες και όταν μιλάμε για παππούδες και γιαγιάδες εννοούμε και τους «Έλληνες» πολλών π.Χ. αιώνων που δεν ήξεραν τι σημαίνει Έλληνας αλλά είχαν το ελληνικό αίμα και γονίδια και μας τα κληροδότησαν. Ακούγεται μεταφυσικό αντιεπιστημονικό και παράλογο; Μα σε αυτή την προιδέα στηρίζεται ένα αφηρημένο δικαίωμα που απολαμβάνουμε όλοι οι Έλληνες οι γηγενείς να διεκδικούμε προτεραιότητα στη μάχη για μια θέση (ακόμη και χωροταξικά) κάτω από τον ελληνικό ήλιο.

Ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας έχει οπωσδήποτε επιλογές. Να μείνει (να πεθάνει) στην πατρίδα του ή να φύγει. Και ευτυχώς «επιλέγει» το δεύτερο. Με ποια λογική σκεφτόμαστε (ως κράτη) αν θα τον δεχτούμε; Με τη λογική ότι στη δεινή θέση του είναι αδύναμος και μπορούμε να τον αποδυναμώσουμε περισσότερο ορθώνοντας τα σύνορά μας απέναντι στην «επιλογή» του. Μόνο με τη λογική της χρονικής προτεραιότητας μπορεί να εξηγηθεί η αποβολή του πρόσφυγα από τον εθνικό μας χώρο. «Είμαστε εδώ πριν από σένα, δεν χωράς- φύγε.» Δηλαδή με τη λογική ενός ασανσέρ ή ενός λεωφορείου. Που είναι η λογική των μέσα.

Η κοινωνική συνείδηση είναι ήσυχη όταν εκπορνεύονται με τη βία ανήλικα παιδιά, όταν σκοτώνονται οι εργάτες σε εργατικά ατυχήματα και παραμένει ήσυχη όταν παρακολουθεί την  καταδίκη στην ανέχεια και στο θάνατο των ανθρώπων που γίνονται πρόσφυγες. Που επιζητούν μια βάση για ένα ξεκίνημα, κάτι που τελικά δικαιούνται. Και που κατέφυγαν στο δρόμο της προσφυγιάς γιατί η ανεπτυγμένη Δύση έχει απλώσει το τροφαντό χεράκι της στον τόπο τους. Μήπως έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι οι πρόσφυγες ονειρεύονται τον καπιταλιστικό παράδεισο της ανεργίας και της φτώχειας; Ότι ονειρεύονται να θυσιαστούν στα θεμέλια στης κοινωνικής πυραμίδας για να φέρουν γούρι στη σταθερότητά της; Απλώς δεν μας πολυνοιάζει και τι ονειρεύονται. Δε μας αφορά. Μας αφορούν στο μέτρο που μπορεί να μας χαλάνε τη θέα η καταυλισμοί τους, η ρακένδυτη ένδυσή τους ή στο μέτρο που μπορεί  να ανησυχούμε για μεταδοτικές ασθένειες. (Κοίτα να δεις που δεν προλαβαίνει η γραφίδα να κουνήσει ρούπι χωρίς να κλείσει το μάτι στο ταξικό του θέματος). Μας ενοχλεί ό,τι κραυγάζει τη φτώχεια και την εξαθλίωση.

Το κράτος στέκεται πολύτιμος παράγοντας στη διαιώνιση αυτού του εξευτελισμού ανθρώπινων υπάρξεων. Κύριε Εργοδότη, δεν ασφαλίζεις τον αλλοδαπό εργαζόμενο; Δεν πειράζει, θα τα εξαγοράσει τα ένσημα! Ταχύρρυθμα κυβερνητικά μαθήματα για το πώς μπορούμε να έχουμε και την πίτα ολόκληρη (δηλαδή έσοδα Ταμείων) και το σκύλο χορτάτο (χωρίς «δηλαδή»). Ο μεταναστευτικός πληθυσμός είναι η καλύτερη ευκαιρία για το κράτος να προπονηθεί, τελειοποιώντας τις πολιτικές του για καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων, παραβίαση και έλεγχο της όποιας ιδιωτικότητας και το καλύτερο: εξασφάλιση της πλήρους υποτέλειας.

Το σχέδιο είναι τόσο σατανικό που αποκλείεται κάποιος νους ή και ολόκληρη δεξαμενή σκέψης να το είχε συλλάβει συνολικά εξ αρχής: Χαράσσω μια μεταναστευτική πολιτική νομιμοποίησης- κέντρο διερχομένων (δηλαδή με εισερχόμενους και εξερχόμενους σε τακτά και άτακτα χρονικά διαστήματα). Που το δικαίωμα διαμονής εξαρτάται από την εργασία. Όπου μετακυλύω την ευθύνη ασφάλισης στον εργαζόμενο. Που δεν έχει δικαίωμα οικειοθελούς αποχώρησης, γιατί έτσι δεν μπορεί να εγγραφεί στα Μητρώα Ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ.. Που δεν μπορεί να είναι άνεργος, γιατί πρέπει να εμφανίζει εισόδημα 13.000 ευρώ για να προκύπτει ότι μπορεί να συντηρήσει τη σύζυγο και τα 2 παιδιά του. Όχι - και η σύζυγος εργάζεται. Αλλά «μαύρα», γιατί αφού έχει άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση δεν έχει δικαίωμα να εργαστεί.

Χωρίσατε κύριε; Και το αναφέρετε 2 μήνες μετά; Πρόστιμο 250 ευρώ. Ξαναπαντρευτήκατε ήδη και δεν το αναφέρατε εντός μηνός; Αυτό αποτελεί υποτροπή. Πρόστιμο 500 ευρώ. Είστε προφανώς καθ' έξιν αμελής.

Κι οι ανεχόμενοι και σιωπούντες είμαστε προφανώς ένοχοι χωρίς ελαφρυντικά. Αλλά και ήσυχοι. Κανένας νομοθέτης δεν θα ποινικοποιήσει τη σιωπή μας, κανένα δικαστήριο δεν θα μας καταδικάσει. Θα αρχίσουμε να ανησυχούμε, όταν μάθουμε ότι εκτός από τη μικρή αδερφούλα μας έχουμε και έναν άλλο Αδελφό, πιο Μεγάλο.

 
   
   
   
   
6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Ευρωπαϊκή μεταρρυθμιστική συνθήκη: Η ρεβάνς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου απέναντι στις λαϊκές αντιστάσεις


Τα κινήματα (ιδίως στη Γαλλία και στην Ολλανδία) έριξαν στον κάλαθο των αχρήστων το Ευρωσύνταγμα, που καταγράφηκε στην συνείδηση του κόσμου ως μια σύμβαση σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων και κατακτήσεων.

Σήμερα οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. σε αγαστή συνεργασία με τα δεξιά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα επιχειρούν να πάρουν τη ρεβανς απέναντι στα κινήματα αυτά και μάλιστα πίσω από την πλάτη τους. Η νέα Ευρωπαϊκή Μεταρρυθμιστική Συνθήκη που έρχεται να αντικαταστήσει το απορριφθέν Ευρωσύνταγμα περιέχει σχεδόν αυτούσια τις ρυθμίσεις του, πλην όμως επιχειρείται να συζητηθεί μόνο σε επίπεδο Κοινοβουλίων προκειμένου να αποφευχθεί η άμεση παρέμβαση του λαού μέσα από δημοψήφισμα.

Η επιλογή για την κύρωση μιας ακόμη Συνθήκης, αντί για ένα Σύνταγμα, γίνεται και για συμβολικούς και για ουσιαστικούς λόγους. Η ψήφιση ενός Συντάγματος παραπέμπει σε μια πολιτική ενοποίηση της Ε.Ε. που ακόμα προσκρούει σε αντιδράσεις γιατί αμφισβητεί ανοικτά την κυριαρχία των επιμέρους κρατών μελών. Η υποχώρηση όμως παραμένει κυρίως σε συμβολικό επίπεδο αφού η Συνθήκη ενσωματώνει τις ρυθμίσεις του Ευρωσυντάγματος. Παρά δε το γεγονός ότι αποφασίσθηκε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των διατάξεων που ρυθμίζουν την αλλαγή στο τρόπο λήψης των αποφάσεων (μέχρι το 2014 θα ισχύουν οι σημερινές ρυθμίσεις- της Συνθήκης της Νικαιας-, ενώ μέχρι και το 2017 μια μικρή ομάδα χωρών θα μπορεί να ζητεί την επανεξέταση των ειλημμένων αποφάσεων) στο τέλος αυτού του χρονικού διαστήματος το βέτο θα έχει καταργηθεί και η πλειοψηφία των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών θα επιβάλλει και τυπικά τις αποφάσεις της. Με την κύρωση άλλωστε και εφαρμογή της Συνθήκης ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την κωδικοποίηση πλέον των διαφόρων Συνθηκών σε ένα ενιαίο Σύνταγμα. Από πλευράς ουσίας η επιλογή της Συνθήκης δίνει τη δυνατότητα σε χώρες, όπως η Μ. Βρεταννία να αποφύγουν την εφαρμογή της χάρτας των ατομικών δικαιωμάτων που περιέχει η Συνθήκη.

Ως προς το περιεχόμενό της η Συνθήκη επαναλαμβάνει πολλές από τις βασικές επιλογές του Ευρωσυντάγματος, σε κάποια θέματα είναι λιγότερο επαχθής, σε κάποια άλλα όμως πολύ χειρότερη.

To στίγμα της Συνθήκης (όπως και του Ευρωσυντάγματος) δίνεται μέσω της ερμηνευτικής αρχής του άρθρου 3 παρ. 3, «H Ενωση εργάζεται για μία βιώσιμη ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την  ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών, την άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς με στόχο τη πλήρη απασχόληση και τη κοινωνική πρόοδο και το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος». Η προτεραιότητα της άκρως ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς καθίσταται ακόμη εμφανέστερη από την απουσία κοινωνικού κράτους και την υποταγή ακόμη και των επιχειρήσεων γενικού οικονομικού συμφέροντος στους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού. Τα πάντα υπόκειται στους κανόνες του ανταγωνισμού χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα συλλογικά δημόσια αγαθά, ενώ και η ίδια η εργασία δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό ή ως δικαίωμα αλλά ως ατομική ελευθερία επιλογής. Με δεδομένη την υπερίσχυση του κοινοτικού δικαίου επί του εκάστοτε εθνικού (που κατοχυρώνεται και ρητά) καταλαβαίνει κανείς ότι και οι αντίθετες συνταγματικές ρήτρες των επιμέρους κρατών θα ερμηνεύονται πλέον υπό το πρίσμα αυτής της γενικής στόχευσης.

Γενική επίσης κατεύθυνση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης είναι η μεταφορά του κέντρου λήψης αποφάσεων από τα επιμέρους κράτη μέλη στα όργανα της Ε.Ε.:

1. Κατ'αρχήν αυξάνονται σημαντικά οι τομείς όπου η Ε.Ε. έχει την αποκλειστική ή την κυρίαρχη αρμοδιότητα να λαμβάνει άμεσα δεσμευτικές αποφάσεις για τα κράτη-μέλη. Από τους τομείς νομισματικής πολιτικής (για όσες χώρες έχουν υιοθετήσει το ευρώ), τελωνειακής πολιτικής, κοινής αγροτικής πολιτικής, περιβάλλοντος και εσωτερικής μετακίνησης αγαθών, κεφαλαίων και εμπορευμάτων, ο κυρίαρχος ρόλος της Ε.Ε. επεκτείνεται σήμερα στους τομείς της ασφάλειας, της δικαιοσύνης και της τήρησης της δημόσιας τάξης, άσκησης κοινωνικής πολιτικής (κοινωνική ασφάλιση, υγεία, πρόνοια κλπ), ενέργειας και μεταφορών. Αντίθετα η Ε.Ε. δεν μπορεί να επέμβει έτσι ώστε να εναρμονίζονται οι πολιτικές σε εκείνους τους τομείς που δημιουργούν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα μεταξύ των αστικών τάξεων των κρατών-μελών (έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη, εργασία, βιομηχανία, εκπαίδευση, πολιτισμό).

2. Εκτός από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, εκλέγονται πλέον μια σειρά μονομελών οργάνων που αναλαμβάνουν την προετοιμασία, την άσκηση και την υλοποίηση των πολιτικών (Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εκλεγμένος με ειδική πλειοψηφία για δυόμιση έτη, Ύπατος Εκπρόσωπος της Ε.Ε. για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας). Ο αριθμός των μελών της Επιτροπής περιορίζονται πλέον στα 2/3 του συνόλου των κρατών, ενώ τα υπόλοιπα κράτη-μέλη δεν θα έχουν αποφασιστική επιρροή στην Επιτροπή (στο Ευρωσύνταγμα η αναλογία ήταν χειρότερη: ήταν 50%+1). Ταυτόχρονα οι σημαντικότερες πλέον αποφάσεις (και αυτές που αφορούν τους τομείς ασφάλειας, δικαιοσύνης και δημόσιας τάξης, αλλά και σε αρκετές περιπτώσεις εφαρμογής κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας) θα λαμβάνονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία (με πλειοψηφία 55% των μελών που αντιπροσωπεύουν όμως 65% του πληθυσμού της Ένωσης). Για την άσκηση βέτο απαιτείται τουλάχιστον συνεργασία 4 μελών (η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να εκπροσωπεί το 35% του πληθυσμού).

3. Ισως μια από τις σημαντικότερες μεταβολές είναι η δυνατότητα της Ε.Ε. να υπογράφει διεθνείς συμφωνίες που θα έχουν άμεση εφαρμογή και ισχύ σε όλα τα κράτη-μέλη, χωρίς να προϋποτίθεται η κύρωση των συμφωνιών αυτών από τα εθνικά κοινοβούλια. Οι συμφωνίες αυτές δεν θα αφορούν μόνο τους τομείς της οικονομίας και του εμπορίου, αλλά και της ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής (όπως π.χ. συμφωνίες έκδοσης, καταπολέμησης της τρομοκρατίας κ.λπ.)

Στην Συνθήκη δεν περιελήφθη βέβαια η διάταξη που καθιστούσε κυρίαρχη νομοθετική πρακτική τους αμέσως δεσμευτικούς κανόνες (κανονισμούς) αντί των οδηγιών. Πλην όμως επιτρέπεται να εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να συμπληρώνει ή να τροποποιεί μια νομοθετική πράξη «σε ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία» της.

Η κατεύθυνση που χαράζει η Συνθήκη για την εναρμόνιση των ποινικών νομοθεσιών των κρατών μελών και των μέτρων προστασίας για την πρόληψη του εγκλήματος,  υπό την γενική μάλιστα κατευθυντήρια αρχή της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας, χαράζει ένα σκοτεινό μέλλον για τα δικαιώματα των πολιτών της Ε.Ε.  Σε αυτή την κατεύθυνση η θεσμοθέτηση γραφείου Ευρωπαϊκού Εισαγγελέα αρμόδιου για την άσκηση διώξεων κατ'αρχήν για εγκλήματα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. - π.χ. ξέπλυμα βρώμικου χρήματος (στο οποίο περιλαμβάνεται και το χρήμα που συμβάλει στην ενίσχυση τρομοκρατικών οργανώσεων), εν συνεχεία δε και για κάθε περίπτωση διασυνοριακής εγκληματικότητας (όπως π.χ. θεωρείται σήμερα και η συμμετοχή στα βίαια κινήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση) οδηγεί στην πλήρη αποστείρωση του κοινού αισθηματος δικαίου από την άσκηση της ποινικής δίωξης. Ταυτόχρονα η Ευρωπόλ αναλαμβάνει πλέον προανακριτική δράση στο έδαφος των κρατών-μελών.

Η μεταφορά αυτή των αρμοδιοτήτων σηματοδοτεί την πλήρη αποστείρωση των κέντρων αποφάσεων από την παρουσία του λαϊκού κινήματος που είτε άμεσα (με τις κινητοποιήσεις σε κάθε χώρα), είτε δι'αντανακλάσεως (μέσω των εθνικών εκλογών) μπορούσε να επηρεάσει τα κέντρα αυτά. Η μεταφορά των βασικων αρμοδιοτήτων σε επίπεδο Ε.Ε. καθιστά τα κέντρα αυτά απρόσβλητα. Η μόνη δυνατή επιρροή τους θα πραγματοποιείται πλέον μέσω των διεθνών λόμπυς που δημιουργούν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Το μοντέλο αυτό άσκησης επιρροής δεν αποκλείει μόνο την παρουσία των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο της πολιτικής απόφασης αλλά επηρεάζει άμεσα και τον τρόπο άσκησης πολιτικής (που ενισχύεται από την υποβάθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου). Θα υπάρξουν έτσι σημαντικές αλλαγές και στο κομματικό φαινόμενο που για την Ελλάδα θα σηματοδοτήσει μια ακόμα μεγαλύτερη στροφή προς τα δεξιά του συνόλου του πολιτικού προσωπικού.

Με την Συνθήκη, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις που διαμόρφωσαν το έδαφος για την κατάρρευση του Ευρωσυντάγματος υπό την πίεση των λαϊκών αντιδράσεων υποχωρούν μπροστά στον κίνδυνο νεων ηττών από τα κινήματα

Πιο ανοιχτά δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί αυτή η κατεύθυνση από το άρθρο 28 της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο με απόφαση του Συμβουλίου (με την ως άνω ειδική πλειοψηφία) μπορεί να αναλαμβάνεται στρατιωτική δράση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στο έδαφος ενός κράτους μέλους!!! Ο εσωτερικός εχθρός αποτυπώνεται πλέον απερίφραστα στο κείμενο της Συνθήκης. Και βέβαια επειδή οι αστικές τάξεις της Ε.Ε. έχουν αποδεχθεί τη στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ, όργανο εφαρμογής αυτής της κοινής στρατιωτικής δράσης είναι ο στρατός του ΝΑΤΟ!! Με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη η εκάστοτε πλειοψηφία των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών αναθέτει στο στρατό του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού να τσακίσει όποια λαϊκή αντίσταση επιθυμεί να χαρακτηρίσει ως τρομοκρατική.

Σε αυτό το πλαίσιο τα λαϊκά στρώματα δεν μπορούν να περιμένουν αντιδράσεις από τις εθνικές αστικές τάξεις.  Μόνο με την ανάπτυξη των δικών τους μαζικών αντιστάσεων μπορούν να αποτρέψουν την κύρωση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης. Όταν μάλιστα αποκαλύπτεται η κοινή συμφωνία των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, οι αντιστάσεις αυτές αναγκαστικά πρέπει να θέσουν το χέρι τους επί τον τύπο των ήλων: σήμερα είναι πολύ πιο καθαρό από ποτέ ότι η ανατροπή της νεοφιλελεύθερης κατασταλτικής πολιτικής της Ε.Ε, περνάει από την ανατροπή της ίδιας της δομής της Ε.Ε.

 
   
   
   
   
6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Κάτω τα χέρια από την κοινωνική ασφάλιση


1. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα επίθεση στα ασφαλιστικά μας δικαιώματα. Δεν πρόκειται για καμμία φιλολαϊκή ή κοινωνική μεταρρύθμιση. Ποτέ δεν ανακοινώθηκαν οι όροι του προβλήματος, τα δεδομένα και οι στόχοι. Μόνο κατά καιρούς επικαλούμενες οι κυβερνήσεις τα πορίσματα διαφόρων επιτροπών «σοφών» τρομοκρατούσαν με καταστροφολογία τους εργαζόμενους για να τους πείσουν για να δεχθούν αύξηση των ορίων και  μείωση των συντάξεων.

2. Η πραγματικότητα είναι ότι επιδιώκεται διεθνώς στα πλαίσια της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης αφενός η μείωση του κόστους εργασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης και αφετέρου η κεφαλαιοκρατική αξιοποίηση των οικονομικών διαθεσίμων των ταμείων προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου. Η τελευταία κατεύθυνση στην Ελλάδα συμβαδίζει σχεδόν με όλη την ιστορία των ταμείων (ν. 1611/1950 κ.ε).

3. Η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί την τελευταία των μεγάλων κατακτήσεων του εργατικού κινήματος τον περασμένο αιώνα. Είναι μέσο αναδιανομής εισοδήματος και μερικής απόδοσης του οικονομικού πλεονάσματος (στην εποχή μας τεράστιου πλούτου) που παράγουν οι εργαζόμενοι. Η υπεράσπισή της αποτελεί αναγκαίο όρο κοινωνικής επιβίωσης και περιλαμβάνει την απόκρουση κάθε μορφής επίθεσης από την πολιτική του κεφαλαίου και της Ε.Ε. (μείωση συντάξεων, αύξηση ορίων, κατάργηση αυτοδιοίκησης ταμείων, κατάργηση εργοδοτικών εισφορών, αφαίρεση αποθεματικών κ.α.).

4. Η εξαγγελία της ενοποίησης των «ευγενών ταμείων» έχει ένα συμβολικό περιεχόμενο, την επίδειξη δήθεν κοινωνικής δικαιοσύνης εκ μέρους της κυβέρνησης που ξεκινάει τη ληστεία από τα «ρετιρέ», ώστε να δικαιολογείται όταν προχωρήσει και στα ελλειμματικά ταμεία. Και ένα πραγματικό περιεχόμενο, που είναι η ίδια η ληστεία, η άμεση αφαίρεση δηλαδή μέρους των αποθεματικών (10 - 15%) και η μόνιμη διαχείριση του συνόλου τους στο μέλλον από διοικήσεις κυβερνητικών και μάνατζερς.

5. Το Ταμείο Νομικών, παρά την ετήσια συμβολή του στο Λ.Α.Φ.Κ.Α. κατά 10 εκατ. Ε, παρά την οφειλή ποσών 383 εκ. Ε (απόδοση παρακρατηθέντων ποσοστών Φ.Μ.Α. 1998 - 2004) και 100 εκ. Ε (οφειλή κρατικής εισφοράς στην ασφάλιση των μετά την 1/1/1993) και παρά την μείωση των κυριότερων κοινωνικών πόρων του (αντικατάσταση Φ.Μ.Α. από Φ.Π.Α. και μείωση ποσοστών του, κατάργηση ποσοστών επί των εταιρικών), και παρότι απειλούνται από την επέχουσα θέση ευρωσυνταγματικής αρχής κατεύθυνση του «ακραίου αθέμιτου οικονομικού ανταγωνισμού» στο άμεσο μέλλον και οι λοιποί, παραμένει πλεονασματικό. Το ίδιο και ο Κ.Ε.Α.Δ. Και εάν το Τ.Ν. δεν ήταν ένα ήδη πολυκλαδικό ταμείο, στις τάξεις του οποίου η συντριπτικά μεγαλύτερη αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους (και άρα εισφορών προς παροχές) είναι οι δικηγόροι, θα ήταν  καλύτερα τα πράγματα.

6. Και όμως ουσιαστική αύξηση των παροχών και των συντάξεων ο εκάστοτε κυβερνητικός επίτροπος δεν επιτρέπει. Οι κυβερνήσεις Ν.Δ  και ΠΑΣΟΚ συναγωνίστηκαν σε αντιασφαλιστικούς νόμους και επιχειρήσεις αφαίρεσης πόρων και διαθεσίμων από το Τ.Ν. Σοβαρή ευθύνη φέρουν και οι διοικήσεις του Τ.Ν. Ανέχονται και εφαρμόζουν την απαράδεκτη διάκριση των ασφαλισμένων σε πριν και μετά την 1/1/1993 (το 1/2 σήμερα των δικηγόρων), την προοπτική της πλήρους σύνταξης των 450 Ε για τους τελευταίους, την σταδιακή αύξηση των ορίων (30 χρόνια δικηγορίας αρκούσαν το 1960 για πλήρη σύνταξη Χ.Ο.Η, σήμερα χρειάζονται 37 και η κυβέρνηση επιδιώκει 39).

7. Η χθεσινή και σημερινή ασφαλιστική πολιτική στη δικηγορία επιδιώκει και επιτυγχάνει, σε συνδυασμό με την έλλειψη κατοχύρωσης της δικηγορικής εργασίας των «δικηγόρων συνεργατών», την βίαιη αποβολή από τη δικηγορία των οικονομικά αδύναμων, την ένταση της εκμετάλλευσής τους και την εξώθησή τους στην ιδιωτική ασφάλιση.

8. Οι δικηγορικές παρατάξεις Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ΣΥΝ ανέχονται, σιωπούν και στηρίζουν αυτήν την κατάσταση. Τα μεγάλα λόγια του «προγραμματικού συνδικαλισμού» που μας αντιπαρέτασσαν την περίοδο των μεγάλων κινητοποιήσεων αποδείχθηκαν κενό γράμμα. Μάταια θα αναζητήσει κανείς μία σοβαρή συζήτηση, πρόταση, εισήγηση όλα αυτά τα χρόνια. Μόνο περιχαράκωση σε αμυντικές διεκδικήσεις όποτε έφτανε ο κόμπος στο χτένι.

9. Προτείνουμε και διεκδικούμε: Υπεράσπιση των «κοινωνικών πόρων» και διεύρυνσή τους με αναδιάταξη της δικηγορικής ύλης, υποχρεωτικές παραστάσεις και απόδοση στην πηγή με κοινωνικά και αναδιανεμητικά κριτήρια. Αμεση απόδοση των οφειλομένων και κατοχύρωση της αυτοδιοίκησης των ταμείων. Κατάργηση του κυβερνητικού επιτρόπου. Αυτοτέλεια - αναβάθμιση του Κ.Ε.Α.Δ. Υποχρεωτική και δωρεάν ασφάλιση των ασκουμένων, δωρεάν υπολογισμός του χρόνου θητείας. Κάλυψη από τους δικηγόρους εργοδότες των  2/3 των εισφορών των «συνεργατών» τους. Κατάργηση της διάκρισης των πριν και μετά την 1/1/1993 ασφαλισμένων. Θέσπιση υποχρεωτικού ορίου εξόδου. Ανακλιμάκωση των εισφορών με τα έτη αλλά και με την εισφοροδοτική ικανότητα. Καμία αύξηση ορίου ηλικίας. Ελάχιστη σύνταξη στο 80% του μισθού Εφέτη. Πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη - αναβάθμιση και όχι ενοποίηση του Τ.Π.Δ.Α. Κατάργηση ν. 2084/1992 και 3029/2002 (νόμοι Σιούφα και Ρέππα).

10. Με τους αγώνες των προηγούμενων χρόνων πετύχαμε τη σταδιακή απόδοση στο Τ.Ν. των παρακρατηθέντων ποσοστών Φ.Μ.Α. 1998 - 2004. Αποτρέψαμε την κατάργηση των παραστάσεων στα μεγάλα συμβόλαια. Πιο παλιά (1991 - 1994) την αναστολή απελευθέρωσης επαγγελματικών μισθώσεων άρθρου 4 ν. 1953/ 91, την ανατροπή περιορισμού θεσμικού ρόλου του συνηγόρου από την ηγεσία του Αρείου Πάγου, τη θέσπιση παραγράφου 2 άρθρου 349 Κ. Ποιν. Δ., τριετή αναστολή του ν. 2084/1992, σταδιακή και όχι ενιαία αύξηση των εισφορών, αποτροπή κατάργησης κλιμάκωσης για τους κάτω της 5ετίας δικηγόρους κ.λπ.). Το νήμα αυτών των αγώνων μας καλεί. Απέναντι στην κυβέρνηση που αγνοεί προκλητικά το μήνυμα των μεγάλων κινητοποιήσεων του περασμένου μήνα θα θυμίσουμε ξανά ότι οι μόνοι χαμένοι αγώνες είναι αυτοί που δεν έγιναν.