22 Ιανουαρίου 2018
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
- Απρίλης
- Σεπτέμβριος
- Οκτώβριος
- Νοέμβριος
2006
2007
2008
2011











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις 2005

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





9 Νοεμβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Βασανιστήρια


Κυρίες και κύριοι, η απότομη άνοδος της θερμοκρασίας είναι βέβαιο ότι, ανεξάρτητα από την απήχηση της τοποθέτησης που θα ακολουθήσει, θα σας κάνει να φύγετε με μία προσλαμβάνουσα παράσταση βασανιστηρίων, έτσι ώστε σίγουρα κάτι θα μείνει από τη σημερινή μέρα.

Εκείνο λοιπόν το οποίο μου μένει να προσπαθήσω είναι να μην επαυξήσω τη βάσανο με την οποία ήδη έχετε έρθει, στις συνθήκες αυτές εδώ πέρα, όντας σύντομος στην τοποθέτησή μου και προσπαθώντας να είμαι περιεκτικός, σε μια τοποθέτηση η οποία θα παρουσιάσει το νομοθετικό πλαίσιο σε διεθνές και εθνικό επίπεδο γύρω από τα βασανιστήρια και της οποίας ο προβληματισμός περιστρέφεται στην παντοτινή αντίφαση ανάμεσα στην ευημερία των διατάξεων και το πάθος εκείνων τους οποίους υποτίθεται ότι οι διατάξεις αυτές έχουν θεσπιστεί για να προστατεύουν.

Όπως ξέρετε, η εκδήλωση που διοργανώνεται σήμερα από το Δικηγορικό Σύλλογο έχει ως αφορμή τη δημοσίευση, πριν από ένα μήνα περίπου, της ετήσιας έκθεσης της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με την κατάσταση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στον κόσμο. Ανάμεσα σε αυτά, βεβαίως, ένα σημαντικό μέρος των εκθέσεων αυτών, που κάθε χρόνο η Διεθνής Αμνηστία και άλλες οργανώσεις σχετικές με τα ανθρώπινα δικαιώματα συντάσσουν, αφορά το θέμα των βασανιστηρίων.

Των βασανιστηρίων, εναντίον των οποίων, όπως είπα, σειρά εφημερουσών διατάξεων σε πλείστα νομοθετήματα διεθνούς και εθνικού δικαίου απαγορεύουν, πλην όμως δεν παύουν να διαπιστώνονται και μάλιστα με αύξουσα ταχύτητα και με αύξοντα ρυθμό, και όχι μόνο στις χώρες οι οποίες διακρίνονται από ένα υποτιθέμενο χαμηλό δείκτη νομικού πολιτισμού αλλά όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο στις χώρες εκείνες οι οποίες στη διεθνή σκηνή εμφανίζονται ως προστάτες των ανθρώπινων δικαιωμάτων και διοργανώνουν πολέμους και άλλες εκστρατείες για την καθιέρωση του νομικού πολιτισμού εναντίον των απολίτιστων.

Πράγματι, τόσο η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όσο και η Διακήρυξη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Γενική Συνέλευση της 9.12.1935, το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 4 της Συνθήκης της Γενεύης για την προστασία των αιχμαλώτων πολέμου, η Διεθνής Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας του 1984, την οποία η Ελλάδα κύρωσε και κατέστησε εσωτερικό της δίκαιο με το νόμο 1782/1988, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας του 1987, την οποία ομοίως η Ελλάδα κύρωσε με το νόμο 1949/1991 είναι οι βασικές πηγές του διεθνούς δικαίου κατά των βασανιστηρίων.

Με διατυπώσεις ταυτόσημες θα αναφερθώ παρακάτω επί τη ευκαιρία της ανάπτυξης του ελληνικού δικαίου για τα βασανιστήρια, αφού πω ότι στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την πρόληψη των βασανιστηρίων έχει συγκροτηθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης και τιμωρίας, και το λέω αυτό για να σημειώσω ότι τουλάχιστον σύμφωνα με ορισμένες διατάξεις η Επιτροπή αυτή έχει το δικαίωμα να εισέρχεται στα αστυνομικά τμήματα, στους χώρους κράτησης, στις φυλακές και σε όλους τους χώρους άσκησης εξουσίας, μεταφοράς και κράτησης υποδίκων και καταδίκων και να ελέγχει το κατά πόσο τηρούνται ή όχι τα ανθρώπινα δικαιώματά τους και κατά πόσο υποβάλλονται σε εξευτελιστικές ή ταπεινωτικές μεταχειρίσεις, όπως επίσης και η Επιτροπή του Ο.Η.Ε. κατά των βασανιστηρίων.

Στην Ελλάδα, έχουμε μια πλούσια συνταγματική ιστορία εναντίον των βασανιστηρίων, η οποία ξεκινάει από την Α΄ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου το 1822 και φτάνει μέχρι το άρθρο 7 του ισχύοντος συντάγματος, το οποίο απαγορεύει τα βασανιστήρια. Αντίστροφη ήταν όμως η εξέλιξη της νομοθετικής αντιμετώπισης των βασανιστηρίων ως αυτοτελούς αδικήματος στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι, αφ' ενός όλα τα συντάγματα παρέπεμπαν σε κάποιο νόμο ο οποίος θα όριζε τις ειδικότερες, εν πάση περιπτώσει, λεπτομέρειες της τυποποίησης και τιμωρίας των εγκλημάτων αυτών. Παρά το γεγονός ότι - είναι λίγο αστείο αλλά χρειάζεται με τη ζέστη - υπήρξαν τρεις τουλάχιστο νόμοι που απαγόρευαν τους βασανισμούς για τα ζώα, του 1917, του 1919 και του 1932, και παρά το γεγονός - τώρα το πράγμα γίνεται σοβαρό - της τραγικής βιωματικής εμπειρίας από την περίοδο της δικτατορίας και την πάροδο πολλών δικτατοριών στην Ελλάδα, για τα βασανιστήρια μόλις το 1984 με το νόμο 1500, επί υπουργίας, ως Υπουργού Δικαιοσύνης τότε, του Γεωργίου - Αλέξανδρου Μαγκάκη, προστέθηκε στον Ποινικό Κώδικα η σειρά των άρθρων 137Α ως 137Ε, οι οποίες κατέστησαν τα βασανιστήρια αυτοτελές έγκλημα.

Να δούμε λοιπόν τα βασικά στοιχεία του εγκλήματος των βασανιστηρίων : πρώτα απ' όλα είναι ένα ιδιαίτερο αδίκημα του οποίου η άσκηση δεν μπορεί παρά να γίνεται από φορέα εξουσίας. Συγκεκριμένα, υποκείμενο διάπραξης του αδικήματος αυτού είναι υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή ανάκριση ή εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων. Σας διαβάζω το άρθρο 137 το οποίο περιέχει τον ορισμό της πράξης των βασανιστηρίων.

Είναι κακούργημα στη βασική του μορφή × τιμωρείται με κάθειρξη. Εφ' όσον βεβαίως, η υποβολή των βασανιστηρίων γίνεται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών σε πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του υπαλλήλου ή στρατιωτικού που ανέφερα παραπάνω, με σκοπό να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση, ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας, να τιμωρήσει ή να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα.  

Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο της έννοιας των βασανιστηρίων, βασανιστήριο συνιστά κάθε μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, καθώς επίσης και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνητών μέσων, με σκοπό να κάμψουν τη βούληση του θύματος.

Θα πρέπει ακόμη να προστεθεί στον ορισμό μιας προνομιούχας μορφής βασανιστηρίων, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση, η αποδεικτική χρήση ορισμένων στοιχείων όπως η χρησιμοποίηση του ανιχνευτή αλήθειας, επειδή με αυτό ο άνθρωπος υποβιβάζεται σε αποδεικτικό μέσο και μάλιστα, εναντίον του εαυτού του, παραβιάζοντας το δικαίωμα αυτοενοχοποίησης, η παρατεταμένη απομόνωση (η οποία θεωρείται και αυτή βασανιστήριο) και η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Για να κλείσω το άρθρο αυτό θα διαβάσω και μια εξαίρεση στην οποία θα αναφερθώ παρακάτω, η οποία λέει ότι δεν υπάγονται στην έννοια του άρθρου αυτού πράξεις ή συνέπειες σιωπηρής προς τη νόμιμη εκτέλεση ποινής ή άλλου νόμιμου περιορισμού της ελευθερίας, ή προς άλλον μέτρα δικονομικού καταναγκασμού.

Περαιτέρω, προβλέπονται ορισμένες διακεκριμένες περιπτώσεις ιδιαίτερων τρόπων βασανισμού, όπως είναι η φάλαγγα ή έχουν ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή το θάνατο ή αν ο δράστης τελεί κατά συνήθεια τις πράξεις αυτές και κρίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνος κ.λ.π. και έχει ακόμα σημασία να πούμε  ότι στην περίπτωση του αδικήματος των βασανιστηρίων κάμπτεται η κατάσταση ανάγκης καθώς και η προσταγή προϊσταμένου, ως λόγοι που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, επιμηκύνεται η προθεσμία παραγραφής όταν τα βασανιστήρια τελούνται υπό καθεστώς σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας × τότε η παραγραφή αρχίζει όταν αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, και ακόμη διευρύνεται ο έναντι του παθόντος αστικός υπεύθυνος, με κάμψη και εδώ των διατάξεων του άρθρου 38 του Υπαλληλικού Κώδικα και των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ που περιορίζουν την ιδιότητα του αστικού υπευθύνου στον υπάλληλο, εδώ, κατ' εξαίρεση, υπάρχει εις ολόκληρο απαίτηση του παθόντος και από το δράστη και από το Δημόσιο.

Αυτά προβλέπουν τα άρθρα 137Α ως 137Ε. Θα πρέπει να προσθέσω και μια έμμεση κύρωση των βασανιστηρίων, το γεγονός ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 του ΚΠΔ, η οποία έχει προστεθεί με το νόμο 2408/1996, χωρίς να αναφέρονται ρητά τα βασανιστήρια, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπ' όψιν ως αποδεικτικά στοιχεία, στοιχεία τέτοια τα οποία αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις. Κατά συνέπεια, μεταξύ αυτών και δηλώσεις, ομολογίες οι οποίες έχουν αποκτηθεί με βασανιστήρια. Και εδώ βεβαίως, στο άρθρο 177 παρ. 2 υπάρχει η εξαίρεση των περιπτώσεων των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν κακουργήματα, για τις οποίες κρίνεται ad hoc αν θα ληφθούν υπ' όψιν ή όχι.

Σχετικά με το παράδοξο της καθυστερημένης θέσπισης των βασανιστηρίων ως αυτοτελούς αδικήματος στην Ελλάδα, εν όψει και του γεγονότος ότι στις τέσσερις δίκες - είναι γνωστές στην Ιστορία ως δίκες κατά των βασανιστών της δικτατορίας - οι βασανιστές του ΕΑΤ - ΕΣΑ, οι βασανιστές των αγωνιστών του Πολυτεχνείου, οι βασανιστές του πλοίου ΕΛΛΗ και οι βασανιστές της Ασφάλειας Αθηνών δικάστηκαν με τις κοινές διατάξεις της κατάχρησης εξουσίας, των σωματικών βλαβών (απλών, επικίνδυνων ή βαριών, κατά περίπτωση, και των σχετικών συναυτουργικών μορφών) και βεβαίως υπήρχαν στα πρακτικά των δικών εκείνων - όποιος ανατρέξει - πολλές ενστάσεις ακυρότητας του κατηγορητηρίου, ορμώμενες από το αν είχαν οι κατηγορούμενοι την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου, η οποία τους καθιστούσε υποκείμενα διάπραξης των αδικημάτων αυτών.

 Παρά τη θέσπιση του άρθρου 137Α - Ε ..........πως είναι δυνατόν να γίνονται βασανιστήρια και πως είναι δυνατό να νομιμοποιούνται καθημερινά ορισμένες πρακτικές σαν αυτές που θα αναφέρω παρακάτω, ευνοώντας φυσικά ένα καθεστώς ατιμωρησίας.

Είναι η πραγματικότητα σήμερα, στην Ελλάδα και στον κόσμο, πραγματικότητα σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αποτροπής της εξευτελιστικής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης Τι μας λένε οι εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας   Τι μας λέει η εμπειρία και η πληροφόρηση απ' όλο τον κόσμο

Στην Ελλάδα δεν έχουν πάψει να γίνονται όλα αυτά τα χρόνια συχνές αναφορές βασανιστικών ανακριτικών μεθόδων και πρακτικών. Ανακριτικές μέθοδοι και πρακτικές, όπως είναι η σωματική και ψυχολογική εξάντληση, η στέρηση του ύπνου, η απαγόρευση επικοινωνίας με το περιβάλλον και η παρεμπόδιση ή δυσχέρανση άσκησης υπερασπιστικών δικαιωμάτων κρατουμένων, κατά κανόνα μετά την σύλληψή τους με σκοπό και μέχρι να αποσπαστεί η ομολογία ιδίας ενοχής, κακοποιήσεις κρατουμένων κατά τη σύλληψη, μεταγωγή - μεταφορά στον τόπο κράτησής τους ή και στον τόπο κράτησής τους, ιδιαίτερη ρατσιστική βία απέναντι σε αλλοδαπούς, αθίγγανους και ανθρώπους μειωμένης κοινωνικής συμπαράστασης, πληθώρα καταγγελιών αστυνομικών αυθαιρεσιών στο Συνήγορο του Πολίτη, τη Διεθνή Αμνηστία και σε άλλους φορείς για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά δυστυχώς ακόμη μεγαλύτερη πληθώρα αποσιώπησης καταγγελιών λόγω του εκφοβισμού, λόγω αδυναμίας έγκαιρης ενάσκησης των δικαιωμάτων, λόγω στέρησης επικοινωνίας και στέρησης έγκαιρης επικοινωνίας με γιατρούς και δικηγόρους, αδιαφορία εισαγγελικών και ανακριτικών αρχών στην αυτεπάγγελτη υποχρέωση εφαρμογής των άρθρων 37 και 38 του ΚΠΔ, τα οποία επιτάσσουν ρητά τη σύνταξη μηνυτήριας αναφοράς και την άσκηση ποινικής δίωξης όταν διαπιστώνεται ένδειξη τέλεσης αυτεπαγγέλτως διωκόμενου ποινικού αδικήματος - και τέτοια είναι τα βασανιστήρια ή η κακοποίηση κρατουμένων και συλληφθέντων, η οποία παραγγέλλεται και με την επίδειξη σημείων βιαιοπραγιών από κατηγορούμενους κατά την προσαγωγή τους, αλλά οι αρμόδιοι προσποιούνται ότι δεν το ακούνε, ή, στην καλύτερη περίπτωση, τους συνιστούν να κάνουν μια μήνυση, αρνούμενοι ακόμη και να τους παραπέμψουν σε ιατροδικαστή - σπανιότατη εφαρμογή και νομολογιακή εμπειρία από το άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ όσον αφορά βασανιστήρια και κακομεταχείριση συνεπεία των οποίων αποσπάστηκαν ομολογίες και δηλώσεις, συστηματική απόρριψη αιτήσεων πολιτικού ασύλου - και θα πω γιατί συνδέεται με τα βασανιστήρια - παρότι το 2004, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Αρμοστίας του ΟΗΕ, η Ελλάδα δέχτηκε 3450 αιτήσεις χορήγησης πολιτικού ασύλου, ενέκρινε μόλις 11, ποσοστό 0,3% περίπου, οι πλείστες των αιτήσεων αυτών προερχόμενες από Κούρδους, Τούρκους, Αφγανούς, Παλαιστίνιους, Ιρακινούς, ανθρώπους δηλαδή των οποίων η απόρριψη των αιτήσεων θα ήταν πιθανό να τους οδηγήσει σε επαναπροώθηση σε χώρες στις οποίες θα κινδύνευαν να υποστούν βασανιστήρια, πράγμα το οποίο όλες οι διεθνείς συμβάσεις που προανέφερα απαγορεύουν και ρητά επιτάσσουν την απαγόρευση έκδοσης σε χώρα στην οποία ο εκζητούμενος κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια. Και ακόμα συνθήκες κράτησης - στις υποθέσεις της 17Ν και του ΕΛΑ -  οι οποίες έχουν καταγγελθεί και επισημανθεί από τη Διεθνή Αμνηστία, συνδέονται με καθεστώς παρατεταμένης απομόνωσης, η οποία προαναφέρθηκε ότι συνιστά μια ίδια μορφή βασανισμού, με κορυφαία βέβαια περίπτωση πολλών μορφών τέλεσης την περίπτωση του Σάββα Ξηρού, ενός ανθρώπου του οποίου τα δικαιώματα τόσο ως ασθενούς όσο και ως κρατουμένου παραβιάστηκαν ποικιλόμορφα, ενός ανθρώπου ο οποίος τέθηκε κάτω από πολλαπλή ιατρική, ψυχιατρική, ψυχολογική, φαρμακολογική και ποιος ξέρει τι άλλου είδους επέμβαση και υποβιβάστηκε σε πράγμα, προκειμένου να αποσπαστούν από αυτόν κάποιες δηλώσεις.

Πριν κοιτάξουμε την εικόνα στον κόσμο, τα μηνύματα δεν είναι καθόλου αισιόδοξα. Έγινε ήδη αναφορά για τη φυλακή του Γκουαντανάμο και του Αμπού Γκράιμπ, φυλακές οι οποίες άνοιξαν κατά την περίοδο της σταυροφορίας εναντίον της τρομοκρατίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να φιλοξενήσουν τους «μαχητές του εχθρού». Οι μαχητές του εχθρού, εκτός από τη φαιδρότητα της άποψης, είναι μια διατύπωση την οποία χρησιμοποιεί εντέχνως η Αμερικανική Κυβέρνηση, προκειμένου να αντικαταστήσει την έννοια του «αιχμαλώτου πολέμου», η οποία καθιστά τους ομήρους του Γκουαντανάμο δικαιούχους της όποιας προστασίας τυγχάνουν οι αιχμάλωτοι πολέμου, να τους εξαιρέσει από αυτή την κατηγορία, να τους καταστήσει μια άλλη, ιδιώνυμη κατηγορία κρατουμένων ανθρώπων για να μην έχουν δικαιώματα.

Στο βίντεο και στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών που έγινε το 2004 οι δικηγόροι της Αμερικανικής Κυβέρνησης προσπάθησαν να εξαιρέσουν τους κατηγορούμενους του Γκουαντανάμο ακόμα και από την προσφυγή στη διαδικασία που προβλέπει η νομοθεσία των ΗΠΑ, με το επιχείρημα ότι δεν κρατούνται στο έδαφος των ΗΠΑ - η βάση αυτή, για όσους δεν γνωρίζουν, βρίσκεται στην Κούβα, είναι μισθωμένη από το 1903, πριν βεβαίως η Κούβα να έχει το καθεστώς που έχει τώρα, στις ΗΠΑ, ο Φιντέλ Κάστρο δεν εξαργύρωσε ποτέ καμία επιταγή μισθωμάτων από τις ΗΠΑ αλλά προφανώς δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την πάρει πίσω. Μια φυλακή η οποία άνοιξε τον Ιανουάριο του 2002, η οποία σύμφωνα με στοιχεία πριν από ένα χρόνο - δυστυχώς δεν έχω στη διάθεσή μου νεότερα - φιλοξενούσε 660 κρατούμενους, εκ των οποίων μάλιστα 22 ήταν Ευρωπαίοι (κι αυτό βεβαίως έχει σημασία για το επίπεδο του σεβασμού του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού από τις αμερικανικές αρχές - θα έρθω και σ' αυτό, κάνοντας ένα μικρό σχόλιο εκτός προγράμματος για τη σύμβαση έκδοσης μεταξύ Ε.Ε. - ΗΠΑ), οι κρατούμενοι αυτοί ζουν σε ατομικά κλουβιά 2 επί 2,5 μέτρα, από τα οποία εξέρχονται δέκα λεπτά την ημέρα για να προαυλίζονται, φορώντας πορτοκαλί φόρμες, επικοινωνούν εγγράφως υπό καθεστώς λογοκρισίας με τους δικούς τους, όσοι επικοινωνούν γιατί αρκετοί απ' αυτούς βρίσκονται σε μυστική κράτηση, δεν ξέρει κανένας που βρίσκονται, δεν ξέρουν οι δικοί τους που βρίσκονται και βεβαίως δεν είναι σε θέση να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, βρίσκονται υπό ένα καθεστώς ιδιότυπης εξαφάνισης ή υπό ένα καθεστώς αρπαγής - αν θέλετε να μιλάμε με βάση το ελληνικό ποινικό δίκαιο - για το οποίο κανένας κακούργος δεν έχει να δώσει λόγο.

Βλέπετε, είναι εύκολο να λέμε τρομοκράτες εκείνους που γκρεμίζουν τους Δίδυμους Πύργους αλλά εκείνοι οι οποίοι σκοτώνουν αμάχους και φυλακίζουν ή εξαφανίζουν ανθρώπους θεωρούνται ότι διεξάγουν πόλεμο και διοικούν κυβερνήσεις. Ποια είναι αλήθεια η νομιμότητα του πολέμου στο Ιράκ, διεθνής νομιμότητα, έστω από πλευράς διεθνούς ποινικού δικαίου Θα ξέρετε οι περισσότεροι ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος έχει υποβάλει μήνυση εναντίον του Τζωρτζ Μπους και του Μπλερ για τον πόλεμο αυτό. Αλλά εν πάση περιπτώσει, ποια απόφαση του ΟΗΕ είναι εκείνη η οποία τον έχει νομιμοποιήσει Και ακόμα περισσότερο, ποια δημοκρατική νομιμοποίηση υπάρχει στο εσωτερικό οποιασδήποτε εμπόλεμης χώρας του πολέμου αυτού Το ίδιο και για το Αφγανιστάν. Ποια δικαστική απόδειξη, με τις εγγυήσεις του νομικού πολιτισμού, έχει αποδείξει ότι η Αλ Κάιντα ή οι Ταλιμπάν, όλοι αυτοί τους οποίους έχουν βαφτίσει τρομοκράτες, είναι αυτοί που ευθύνονται για τα λεγόμενα τρομοκρατικά χτυπήματα Και τι είναι εκείνο που μπορεί να πείσει ότι φταίει η 11η Σεπτεμβρίου όταν, εκτός από τα νομοθετήματα που ανέφερε ο εκλεκτός συνάδελφος κ. Φραγκάκης προηγουμένως, είναι γνωστό ότι ο βασικός πυρήνας που στοιχειοθετεί τον ανύπαρκτο, εδώ και τριάντα χρόνια ορισμό της τρομοκρατίας, παρά την ύπαρξη δεκάδων αντιτρομοκρατικών συμβάσεων, ο ορισμός της απόφασης - πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι γραμμένος από τον Ιούνιο του 2001, μήνες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου και τους Δίδυμους Πύργους και ονομάζει τρομοκράτες εκείνους οι οποίοι αγωνίζονται να αποσταθεροποιήσουν τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές ενός κράτους ή ενός διεθνούς οργανισμού, εκείνους δηλαδή οι οποίοι αγωνίζονται για ένα διαφορετικό κοινωνικό σύστημα. Διότι αυτή είναι σήμερα η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αυτή η οποία βαφτίζει τρομοκράτες όλους τους ιδεολογικούς αντιπάλους της, απ' όποια αφετηρία και αν προέρχονται και σε όποια κατεύθυνση κι αν στρέφονται. Και σε αυτόν τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας θυσιάζει και σχετικοποιεί ένα σωρό απόλυτα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα στην ανθρώπινη ζωή και το δικαίωμα στα βασανιστήρια.

Κάποιοι νέοι όροι έχουν κάνει την εμφάνισή τους : «αισθητηριακή χειραγώγηση». Γνωρίζετε τι πάει να πει αισθητηριακή χειραγώγηση για τους Αμερικανούς Είναι αυτό που λένε οι διατάξεις για μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου. «Χειραγώγηση περιβάλλοντος». Έτσι ονομάζεται η απαγόρευση επικοινωνίας με τον κόσμο. «Στάσεις άγχους». Έτσι ονομάζουν τη συμπεριφορά των κρατουμένων οι οποίοι διεκδικούν τα δικαιώματά τους και η οποία δικαιολογεί την κατασταλτική τους επέμβαση.

Παρακάμπτει τη Συνθήκη της Γενεύης για τους «αιχμαλώτους πολέμου», ενώ παράλληλα και με το Patriot Act και με το νέο νόμο της Μεγάλης Βρετανίας, στον οποίο γίνεται η ίδια αναφορά, η έννοια του «υπόπτου» καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέγεθος στο ουσιαστικό και - κυρίως - δικονομικό ποινικό δίκαιο, με πρώτη άμεση συνέπεια την επ' αόριστον κράτηση χωρίς δίκη κάποιου, ο οποίος κατηγορείται ως ύποπτος τρομοκρατίας. Και αυτά όλα αιτιολογημένα με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και του Βρετανικού Δικαστηρίου των Λόρδων.

Για τις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ οι οποίες άνοιξαν στο Ιράκ, έχουν μιλήσει ήδη οι φωτογραφίες που όλοι λίγο ως πολύ έχετε δει στην τηλεόραση και δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι παραπάνω. Το ίδιο και για τις φυλακές Μπακάν στο Αφγανιστάν. Έχουν έρθει στη δημοσιότητα, όχι βέβαια στην πλήρη τους μορφή, εγχειρίδια της CIA με τίτλο «Ανάκριση επί Κατασκοπείας», με υποκεφάλαια όπως «Καταναναγκαστική ανάκριση ................» ενώ μνημόνια του Αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης του 2002 παραθέτουν νομική επιχειρηματολογία για την κάλυψη των βασανιστηρίων από Αμερικανούς στρατιώτες σε υποτιθέμενους τρομοκράτες της Αλ Κάιντα. Αυτή λοιπόν είναι η κατάσταση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από εκείνους που διαπράττουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα στ' όνομά τους.

Και το νέο «Δόγμα του ΝΑΤΟ», με βάση το οποίο έχουν διευρυνθεί οι δυνατότητές του να επεμβαίνει, όχι μόνο προς υπεράσπιση της άμυνας των χωρών - μελών του, αλλά και εκτός του πεδίου αυτών, όποτε κρίνει ότι υπάρχει κίνδυνος παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θεσμοθετεί μια διεθνή αυθαιρεσία η οποία έχει αντικαταστήσει κάθε έννοια του ποινικού δικαίου, έχει καταστήσει ακόμα περισσότερο διακοσμητικό όργανο τον ΟΗΕ και έχει καταστήσει ακόμα πιο ανυπεράσπιστους τους λαούς από τη σαρωτική αυτή μανία.

Ένα νέο συνταγματικό αγαθό, το λεγόμενο αγαθό της «ασφάλειας» αρχίζει να καταλαμβάνει ύπατη θέση στην κλίμακα των αξιών και των δικαιωμάτων, ισότιμη με εκείνη της ελευθερίας, μόνο και μόνο, κατά την ταπεινή μου άποψη, με σκοπό να αναδείξει την παντοδυναμία του φορέα του, γιατί φορέας της ασφάλειας δεν μπορεί να είναι παρά μόνο το κράτος, τα εθνικά κράτη και οι διεθνείς οργανώσεις, και μόνο αυτοί μπορούν να είναι φορείς της τρομοκρατίας γιατί τρομοκρατία χωρίς εξουσία δεν μπορεί να υπάρξει, όπως και βασανιστήριο δεν μπορεί να υπάρξει από άτομο που δεν έχει εξουσία σε εκείνον που βασανίζει. Αυτά τα πράγματα είναι εγγενώς έτσι και δεν μπορούν να είναι διαφορετικά.

Γεννάται το ερώτημα εάν ο νομικός πολιτισμός ο οποίος σήμερα υποτίθεται ότι διαθέτει σειρά διατάξεων που ευημερούν, όπως προανέφερα, μπορεί ή δεν μπορεί να μας προστατέψει. Ας δούμε λίγο πάνω σε αυτό ένα προβληματισμό, και με αυτό θα κλείσω. Ξέρετε καλά ότι οι νομικοί πολιτισμοί δεν είναι αφηρημένα κατασκευάσματα νομικών εγκεφάλων σε δικηγορικά γραφεία ή κάπου αλλού. Οι νομικοί πολιτισμοί εμπεριέχουν κατακτήσεις, υποχωρήσεις, περιορισμούς, οι οποίοι είναι πάντοτε αποτέλεσμα της κοινωνικής πάλης των λαών και των τάξεων. Ανάλογα με την έκβασή τους και ανάλογα με το συσχετισμό των δυνάμεων, η κάθε πλευρά επιτυγχάνει λιγότερα ή περισσότερα. Δεν χρειάζεται μεγάλη φιλοσοφία για να πούμε ότι σήμερα ζούμε σε μια εποχή εκθεμελίωσης σημαντικών δημοκρατικών ελευθεριών και κατακτήσεων. Ούτως ή άλλως σημασία δεν έχει τι λένε οι νόμοι αλλά το ποιος έχει την εξουσία για να τους εφαρμόζει. Όμως και οι νόμοι οι ίδιοι, οι νόμοι οι οποίοι θεσπίζονται από τις αστικές εξουσίες έχουν πάντοτε μια διφορούμενη ερμηνεία. Υπάρχει η πόρτα, υπάρχει και το παράθυρο. Στο κάθε άρθρο του Συντάγματος, η ίδια του αντίθεση, η δική του Άνω και Κάτω Βουλή, δηλαδή στη γενική φράση η ελευθερία και στη σημείωση του περιθωρίου η κατάργηση της ελευθερίας. Η φράση αυτή ανήκει στον Καρλ Μαρξ από ένα σπουδαίο πραγματικά πολιτικό του έργο, «Η 18η του Λουδοβίκου Βοναπάρτη». Είναι ένα έργο το οποίο απομυθοποιεί την αντίφαση δικαίου και καταδεικνύει με μία σειρά παραδείγματα, τα οποία σε κάθε Σύνταγμα μπορεί κανείς να τα διαβάσει, ότι πάντα υπάρχει μια επιφύλαξη, μια εξαίρεση, μια παραπομπή, που δίνει πάντοτε τη δυνατότητα να σαρώσει κανείς όλη τη βασική ρύθμιση η οποία θεσπίζεται με αυτά.

Έτσι, για παράδειγμα στο άρθρο 137 πριν σας διάβασα μια εξαίρεση. Η εξαίρεση αυτή λέει ότι δεν υπάγονται στην έννοια του άρθρου αυτού πράξεις ή συνέπειες σιωπηρής προς τη νόμιμη εκτέλεση ποινής ή άλλου νόμιμου περιορισμού της ελευθερίας, ή προς άλλον μέτρα δικονομικού καταναγκασμού. Είναι ή δεν είναι παράθυρο αυτό αντίθετης ερμηνείας Είναι ή δεν είναι παράλληλο ο σεβασμός της ασφάλειας και ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας για τη σιωπηρή ή και ρητή ακόμα σχετικοποίηση απολύτων κατά τα άλλα, υποτίθεται, ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η θλιβερή διαπίστωση είναι ότι σε μία περίοδο κατά την οποία υπάρχει η παγκοσμιοποίηση, υπάρχει η διεύρυνση της κοινωνικής και οικονομικής βάσης των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, αντί να συνοδεύεται με τη διεύρυνση του νομικού πολιτισμού, με την εξάπλωση του θετικού κεκτημένου του νομικού πολιτισμού κάθε μιας χώρας υπέρ των κατοίκων της άλλης, αντίθετα υπάρχει περιορισμός.

Η εισαγόμενη νομοθεσία των τελευταίων ετών δεν μας φέρνει διεθνείς συμβάσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που προανέφερα ή οι συμβάσεις κατά των βασανιστηρίων. Μας φέρνει τρομονόμους, νόμους δηλαδή οι οποίοι ποινικοποιούν φρονηματικές συμπεριφορές και θεσπίζουν, αναβαθμίζουν ή καθιστούν διακεκριμένες περιπτώσεις αξιοποίνων πράξεων, όταν αυτές συνοδεύονται από κίνητρα αποσταθεροποίησης των υπαρχουσών κοινωνικών και οικονομικών δομών, γυρίζοντάς μας πίσω στο ιδιώνυμο του Ελευθερίου Βενιζέλου, μας φέρνει το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο αποτελεί μια πολλαπλή υποχώρηση από το μέχρι τώρα ισχύον δίκαιο της έκδοσης διότι καταργεί ή περιορίζει κατά περίπτωση τις αρχές της υπηκοότητας, της ημεδαπότητας, της παραγραφής του εθνικού αξιόποινου, της έκδοσης που ζητείται κατόπιν δίωξης που έχει ασκηθεί για συγκεκριμένη πράξη ή καταδίκη και βεβαίως τη Σύμβαση Ε.Ε. και ΗΠΑ, η οποία παραβιάζει έμμεσα την απαγόρευση της θανατικής ποινής που υπάρχει στο Σύνταγμα και στο 13ο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που προαναφέρθηκε, διότι, όταν η σύμβαση αυτή, υπογεγραμμένη από το 2003 από το χέρι του τότε Έλληνα πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, ως προεδρεύοντος της Ε.Ε., δεν επιβάλει στις ΗΠΑ τον σεβασμό των εθνικών συνταγματικών ιδιαιτεροτήτων όσον αφορά την προστασία των εκζητουμένων, περιληπτικά μία απ' αυτές είναι η θανατική ποινή, και συνεπώς η απαγόρευση έκδοσης όταν στην χώρα που τον ζητά απειλείται με θανατική ποινή, η οποία στη χώρα που καλείται να εκδώσει δεν επιτρέπεται, και όταν αυτό δεν τίθεται στη σύμβαση μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ αλλά εναποτίθεται στις κατ' ιδίαν εθνικές συμφωνίες καθενός κράτους της Ε.Ε. με τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι προφανές ότι υπάρχει απεμπόληση του όποιου συλλογικού διαπραγματευτικού κύρους από την υποτιθέμενη ενδυναμωμένη ενότητα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εναπόθεσή της στις μεμονωμένες διαπραγματευτικές ενέργειες των κρατών μελών, οι οποίες προφανώς είναι ασθενέστερες και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να κατοχυρώσουν αυτό το οποίο σύσσωμη η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θέλησε να κατοχυρώσει.

Κατά συνέπεια, τα Γκουαντανάμο και τα αντίστοιχα, εκτός του ότι δείχνουν έναν αέρα σάρωσης και υποβάθμισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο τον κόσμο, ας μην είμαστε βέβαιοι ότι είναι και τόσο πολύ έξω από την πόρτα μας.

Τους νόμους δεν τους φτιάχνουν οι εξουσίες × οι εξουσίες, άλλωστε, δεν έχουν αρχές, έχουν μόνο συμφέροντα. Τους νόμους τους χρησιμοποιούν όπως τους βολεύει και όταν τους βολεύει. Οι λαοί είναι εκείνοι οι οποίοι, με την πάλη και με τον αγώνα τους, δημιουργούν τους νόμους, τις κατακτήσεις, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα. Κι όσο κι αν είναι μια περίοδο ύφεσης, δεν πρέπει να παύουμε ποτέ να είμαστε αισιόδοξοι επειδή έχουμε την ελπίδα όταν εργαζόμαστε για τη βεβαιότητα που την εμπνέει.

Σας  ευχαριστώ    

 
   
   
   
   
7 Νοεμβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Εργασιακές Σχέσεις: ποια έννομη προστασία


Αποτελεί κοινό τόπο πλέον στους νομικούς ότι η παγκοσμιοποίηση στο χώρο του εποικοδομήματος δεν φέρνει τη διεύρυνση κάθε θετικού κεκτημένου δικαιωμάτων και ελευθεριών από τη μια χώρα στην άλλη, αλλά τον περιορισμό και την αποικοδόμηση κάθε εσωτερικού συστήματος νομικού πολιτισμού και η ανατροπή των δημοκρατικών κατακτήσεων, ώστε να υπάρξει τελικά ενοποίηση του δικονομικού και ουσιαστικού ποινικού δικαίου στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο της έλλειψης σεβασμού στοιχειωδών δικαιωμάτων (τρομονόμοι, ευρωφακέλλωμα κλπ).

Αλλο τόσο είναι προφανές ότι στο επίπεδο της οικονομικής βάσης η παγκοσμιοποίηση παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις δεν δημιουργεί ενοποίηση του επιπέδου ευημερίας προς τα πάνω αλλά αντίθετα επιφέρει μετακύληση του κόστους της μισθωτής εργασίας από τις σύγχρονες καπιταλιστικές ενώσεις στις ζώνες χαμηλότερου κόστους, υποβάθμιση των όρων ζωής της εργατικής τάξης και ανατροπή των κεκτημένων δικαιωμάτων της.

Τα ηχηρά «όχι» στο Ευρωσύνταγμα της περασμένης άνοιξης αλλά και οι ακόμα πιο ηχηρές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις που δονούν αυτή τη στιγμή τη Γαλλία αποτελούν την τρανότερη απόδειξη της διάλυσης του μύθου των δήθεν ευεργετημάτων της παγκοσμιοποίησης σε μεγάλες μερίδες των πληθυσμών των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ίσως γι' αυτό και οι εμπνευστές της οδηγίας Μπολκενστάιν, που είναι ό,τι χειρότερο έχει να παρουσιάσει ο νομικός πολιτισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην κατεύθυνση δήθεν του ενιαίου κοινωνικού χώρου, την κρατούν ακόμη στο συρτάρι.

Στην Ελλάδα, την περίοδο αυτή διαλύεται ένας άλλος μύθος : Ο μύθος της δήθεν ισχυρής έννομης προστασίας υπέρ των εργαζομένων στο χώρο του ελληνικού κράτους δικαίου. Σειρά εξελίξεων στο χώρο της οικονομίας και του εργατικού δικαίου το αποδεικνύουν :

1) Παρά το γεγονός ότι η φορολογία του κεφαλαίου στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από την αντίστοιχη στις χώρες της Ε.Ε, όπως επίσης και οι μισθοί των εργαζομένων, παρά το γεγονός ότι ο μέσος όρος απόδοσης κερδών επενδεδυμένων κεφαλαίων είναι αρκετά υψηλότερος από τον μέσο όρο απόδοσης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική αστική τάξη επιμένει να μην επενδύει, να μεταφέρει αλλού τις παραγωγικές της δραστηριότητες.

 Οι γειτονικές χώρες προσφέρουν καταφανώς χαμηλότερο εργατικό κόστος, που είναι αδύνατο να ανταγωνιστεί το ελληνικό όση συμπίεση και να υποστούν οι μισθοί των ελλήνων εργαζομένων, που χρόνια τώρα παραμένουν καθηλωμένοι μέσα από ψευδή τιμαριθμικά δεδομένα που συγκαλύπτουν τις υπέρογκες ανατιμητικές τάσεις ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση του ευρώ και κρατούν τους μισθούς καθηλωμένους με συμβολικά επίπεδα αυξήσεων ανάξια λόγου από κάθε άποψη.

Η μισθωτή βιομηχανική εργασία μετατοπίζεται εκτός των γεωγραφικών ορίων της χώρας, σε «εργοδοτικούς παραδείσους».

 2) Στη συμπίεση έως και κατάργηση της αμοιβής του χρόνου εργασίας έρχονται να εισφέρουν και οι τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις του  ν. 3385/2005 για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, οι οποίες επαναφέρουν σε χαμηλά επίπεδα την αποτίμηση της αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησης, μεταφέρουν επιχειρηματικά ρίσκα στον εργαζόμενο και παρέχουν σοβαρό αντικίνητρο διενέργειας νέων προσλήψεων, έτσι ώστε να αποτελούν παράγοντα εκτόξευσης της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα.

3) Την αποτελεσματικότητα της ταξικής πάλης της εργοδοσίας έρχεται να συμπληρώσει η σκόπιμη πολιτική του δικομματικού νομοθέτη για τους εργαζομένους αλλοδαπούς, που με σειρά διαδοχικούς νόμους και ιδίως τον τελευταίο (ν. 3386/2005) επιμένει να συντηρεί έναν πολυάριθμο στρατό απασχολήσιμων αλλοδαπών ικανών να καλύψουν τα κενά στις παραγωγικές θέσεις εργασίας της χώρας, ανίκανων όμως να διεκδικήσουν οποιοδήποτε δικαίωμά τους καθώς εργάζονται ανασφάλιστοι, χωρίς νόμιμη παραμονή και άδεια εργασίας στη χώρα, κάτω από συνθήκες που εύκολα τους καταστούν όμηρους στα χέρια του οποιουδήποτε εργοδότη που κυριολεκτικά τους «ξεζουμίζει» για ένα μεροκάματο πείνας από το πρωί μέχρι το βράδυ, που αν σταθούν τυχεροί θα το στείλουν στις οικογένειές τους στις τριτοκοσμικές χώρες προέλευσής τους, προκειμένου να τις συντηρήσουν.

Η σκοπιμότητα της διατήρησης αυτού του εφεδρικού στρατού των ανέργων διαπιστώνεται αναμφίβολα από τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος 3386/2005, τόσο όσον αφορά την έλευση νέων οικονομικών μεταναστών για εύρεση εργασίας, αφού απαιτείται κατ' ουσίαν θεσμοθετημένη (οιονεί οργανική) θέση εργασίας προκειμένου να επιτραπεί η είσοδος (άρθρο  14 επ.) ή να φέρει μαζί του το ποσό των 60.000 ευρώ (ποσό αστρονομικό που θα κατείχε μόνο ένας μεγαλοαστός για τα δεδομένα των χωρών προέλευσης των οικονομικών μεταναστών από χώρες τύπου Ιράν, Νιγηρία κλπ, βλ. άρθρο 24) προκειμένου να ασκήσει ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.

4) Στο επίπεδο των νομοθετικών ρυθμίσεων, η εργατική νομοθεσία εξακολουθεί κατά κύριο λόγο να διέπεται από τρία μονοσέλιδα νομοθετήματα του 1920, του 1945 και του 1955 (2120, 690, 3198).

Οι εργαζόμενοι μένουν εντελώς απροστάτευτοι στην κοροϊδία του δανεισμού και την νομιμοποίηση του ανθρωποεμπορίου, στην εναλλαγή εργοδοτών σε ομίλους επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα βλέπουν να μην υφίστανται καμία διοικητική κύρωση οι εργοδότες οι οποίοι οφείλουν χρήματα σε εργαζομένους.

 Ετσι, αντίθετα από ότι συμβαίνει σε περίπτωση οφειλής προς το Δημόσιο ή τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, ανά πάσα στιγμή οι οφειλέτες εργοδότες είναι ελεύθεροι να ιδρύουν νέες επιχειρήσεις, να μεταβιβάζουν τις υπάρχουσες και γενικώς να κυκλοφορούν ως επιχειρηματίες στην αγορά παρά την ύπαρξη χρεών προς εργαζομένους.

Το παράθυρο της «διακοπής λειτουργίας των επιχειρήσεων» έχει νομιμοποιήσει άπειρες ομαδικές απολύσεις χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις

5) Η «νομολογιακή φιλοτιμία» των Ελλήνων δικαστών, που υπό συνθήκες έντονης κοινωνικοπολιτικής πίεσης τις προηγούμενες δεκαετίες, συμπλήρωνε τα κενά, έχει προ πολλού υποχωρήσει. Οι πιέσεις αυτή τη φορά προέρχονται από τα ανώτερα κλιμάκιά της, έχουν τη δική τους ιστορία (βλ. εγκύκλιο Ματθία 1999), στα οποία και σταματά κάθε πρωτόδικη παρέκκλιση.

Ετσι ο έλεγχος της καταχρηστικότητας των απολύσεων διαρκώς χαλαρώνει. Επιδίκαση αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης καταγράφεται σπάνια. Συμβολική παραμένει και η ποινική προστασία των εργαζομένων, καθώς η αυτόφωρη διαδικασία εις βάρος εργοδοτών οι οποίοι καθυστερούν δεδουλευμένες αποδοχές εργαζομένων παραμένει σε αχρησία, και οι προβλεπόμενες ποινές χαϊδεύουν αντί να τιμωρούν.

 Παράλληλα αγγίζουν το 95% οι αποφάσεις των τελευταίων ετών που κηρύσσουν παράνομες και καταχρηστικές τις απεργίες μετά από προσφυγές των εργοδοτών. Εως και η απεργία της Πρωτομαγιάς 2001 κρίθηκε έτσι με απόφαση μάλιστα που εξέδωσε πριν δύο χρόνια συνδικαλιστής και συχνά απεργός δικαστής, σημερινό μέλος του Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

6) Η κατάργηση της έννομης προστασίας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα φαίνεται έκδηλα και από τα πινάκια των εργατικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία ολοένα και αδειάζουν από εργατικές διαφορές στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Το είδος του έλληνα δικηγόρου - εργατολόγου τείνει να καταργηθεί και σταδιακά μετατρέπεται από δικηγόρο - εργατολόγο σε δικηγόρο - «συνταξιολόγο» ή μετακινείται σε μάχες επιδομάτων προς τον χώρο των εργαζομένων στο Δημόσιο τομέα.

Αλλά και από τον τελευταίο δεν λείπουν περιστατικά που κλονίζουν ισχυρά πλέον ακόμη και την παραδοχή της έννομης προστασίας των εργαζομένων στο Δημόσιο.

Η πασίγνωστη πια ομηρία των συμβασιούχων και το κρυφτούλι με τα προεδρικά διατάγματα και την Ε.Ε, η στόχευση της άρσης της νομιμότητας στο Δημόσιο αρχής γενομένης από τις ΔΕΚΟ και ο περιορισμός εκτελεστότητας των αποφάσεων που στρέφονται κατά του Δημοσίου είτε με τη μορφή διαταγής πληρωμής (άρθρο 20 του ν. 3301/2005) είτε με τη μορφή των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 4Ε του ν. 3388/2005) δεν αφήνουν περιθώρια για αντίθετη θεώρηση.

................

Είναι προφανές ότι την κατάρρευση αυτή των δικαιωμάτων των εργαζομένων την έχει προκαλέσει η ήττα στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο όσων τις προηγούμενες δεκαετίες αγωνίστηκαν για ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο χωρίς εκμετάλλευση και με προοπτική κυριαρχία της εργατικής τάξης. Όσο οι κατακτήσεις του περασμένου αιώνα και στο εργασιακό και στο ασφαλιστικό επίπεδο υπήρξαν προϊόντα της νικηφόρας διαδρομής της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της, άλλο τόσο η κατάρρευση και η αποικοδόμηση αποτελούν σημεία της ήττας και της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. 

Ζητείται κίνημα αντίστασης.

7/11/2005

 
   
   
   
   
25 Οκτωβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Πειθαρχικά συμβούλια


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΣΑ

Της 25ης Οκτωβρίου 2005

ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΑΥΤΟΥ

Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΞΙΝΟΥ

  

Θέμα: «Πειθαρχικά  Συμβούλια»

  

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ( Δημήτριος Παξινός):  Ο κ. Παπαδάκης έχει το λόγο.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε και κύριοι Σύμβουλοι,  καταρχήν θα ήθελα να πω ότι η  συζήτηση ξεκίνησε με κάποιους γρίφους.

Το Πειθαρχικό δεν είναι πεδίο αντιπαραθέσεων, για μένα είναι:

•-         ένας θεσμός που  αποτελεί βασικό  πυλώνα της θεσμικής αυτονομίας και αυτοδιοίκησης του  Δικηγορικού Συλλόγου,

•-         ένας πολύ σημαντικός θεσμός μέσω του οποίου επικυρώνεται και η γενική του  αποστολή, η οποία σαφώς περιέχει τον αυτοέλεγχο και την αυτοκάθαρση του Σώματος και τον έλεγχο των επαγγελματικών συμπεριφορών των δικηγόρων,

•-         ένας κυματοθραύστης αβασίμων εγκλήσεων, οι οποίες, υπό άλλες συνθήκες, θα έβγαιναν από το κατώφλι της εισαγγελίας, προξενώντας πολύ μεγαλύτερη ταλαιπωρία εναντίον των δικηγόρων,

•-         μία διαδικασία, η οποία ακριβώς τονίζει την αξιοπιστία του αυτοελέγχου της δικηγορίας.

Σκοπός μας είναι η στήριξή της, η αναβάθμισή της, η προστασία της από την επιδρομή της δικαστικής εξουσίας, η οποία εκδηλώθηκε πριν ένα χρόνο με τις προσωρινές διαταγές των διοικητικών πρωτοδικείων, οι οποίες έθεταν σε αναστολή αποφάσεις  των ανωτάτων πειθαρχικών συμβουλίων και η αυτονομία της από τις υπόλοιπες εξουσίες.

Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε το θέμα του Πειθαρχικού, θεωρώντας  καταρχήν ότι τουλάχιστον στη βασική του δομή το ουσιαστικό πειθαρχικό δίκαιο, όχι μόνο  δεν είναι αναχρονιστικό, είναι, θεωρώ,  και προοδευτικό. Δεν υπάρχει άλλο πειθαρχικό δίκαιο που να ξέρω, το οποίο να περιέχει θεσμό αυτοέγκλησης, για παράδειγμα. Δεν ξέρω πόσοι από εδώ έχουν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει το άρθρο 68 στον Κώδικα περί Δικηγόρων, το οποίο επιτρέπει την άσκηση πειθαρχική εξουσίας ακόμη και μετά από αναφορά του φερομένου ως πειθαρχικώς ελεγκτέου.

Θεωρώ ότι τα σημεία κριτικής είναι τα σημεία εκείνα, τα οποία, είτε υποβαθμίζουν την κοινωνική λειτουργία, είτε δημιουργούν πρίσματα αδιαφάνειας, συγκεντρωτισμού στη διαδικασία, στην οποία θα αναφερθώ αμέσως παρακάτω.

Επειδή θα πω ορισμένες θεσμικές προτάσεις και για τον τρόπο  λειτουργίας των Πειθαρχικών του  Δικηγορικού  Συλλόγου Αθηνών σε σχέση με τα ισχύοντα στην πράξη σήμερα, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω από την αρχή κάτι: όσα θα πω, δεν θα τα πω υπό το πρίσμα μιας κριτικής κατά του Πρώτου, κατά το οποίο ο συγκεκριμένος Πρόεδρος αυτή τη συγκεκριμένη συγκυρία ασκεί τις πειθαρχικές του αρμοδιότητες. Επειδή δεν έχω μάθει να μασάω τα λόγια μου, θα πω ότι όσοι διώκονται, καλώς έχουν διωχτεί και κακώς φωνάζουμε, διότι εγώ δεν έχω διαβλέψει καμία σκοπιμότητα κομματική ή άλλη στα κριτήρια με τα οποία κάποιοι διώκονται ή κάποιοι δεν διώκονται. Βεβαίως και είναι ατελέσφορο το σύστημα καταγραφής όλων των παραβάσεων, ιδίως όσες έχουν σχέση με τηλεοπτικές εκπομπές. Δεν δικαιούται κανείς να καταγγέλλει, αν προηγουμένως δεν έχει κάνει συγκεκριμένη αναφορά για συγκεκριμένη παράβαση συγκεκριμένου συναδέλφου σε  συγκεκριμένη εκπομπή και δεν έχει διαπιστώσει ότι η αναφορά αυτή παραβλέφθηκε.

Οι αλλαγές  -και πιστεύω προσωπικά ότι πρέπει να τις διεκδικήσει ο Σύλλογος- είναι οι εξής:

Ξεκινώ πρώτα από τις θεσμικές αλλαγές.

  1. Αναβάθμιση του Κώδικα  Δεοντολογίας με νόμο. Ο Κώδικας  Δεοντολογίας δεν είναι, παρά μόνο μία απλή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού  Συλλόγου  Αθηνών. Κατά συνέπεια, η πειθαρχική ευθύνη, που ιδρύεται από τη μη συμμόρφωση κάποιων δικηγόρων στον Κώδικα, είναι ίση με εκείνη που ιδρύεται από τη συμμόρφωσή τους σε οποιαδήποτε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του  Δικηγορικού Συλλόγου. Είναι προφανής η αιτία αναβάθμισης, τη στιγμή που ο Κώδικας αυτός θεσπίζει και προστατεύει δεοντολογικά αγαθά υψίστης σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία της δικηγορίας και την εκπλήρωση της κοινωνικής της αποστολής. Και αυτό πρέπει να γίνει, για να ισχύει ο Κώδικας  Δεοντολογίας σε πανελλαδική κλίμακα για όλους τους δικηγόρους. Όχι μόνο γι' αυτό, αλλά και για να ενισχύσει τη νομική του θέση απέναντι στη C.C.B.E και απέναντι σε διάφορες επιχειρούμενες εισαγόμενες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες περιορίζουν τις δεοντολογικές αρχές του Κώδικα και οι οποίες βεβαίως υποστηρίζονται και από πολλούς συναδέλφους.
  1. Κατάργηση του άρθρου 39  του Κώδικα  Δεοντολογίας, το οποίο ανεπίτρεπτα καθιστά τον ιδιωτικό βίο του δικηγόρου αντικείμενο πειθαρχικού ελέγχου και κολασμού.  Δεν χρειάζεται αυτή η ρύθμιση στον Κώδικά μας -σήμερα  παραπέμπεται κάποιος διότι χρωστάει, αύριο θα παραπεμφθώ εγώ γιατί θα πάω σε μία διαδήλωση, ή κάποιος άλλος γιατί θα κάνει άλλο- και πρέπει να καταργηθεί.
  1. Κατάργηση των προεδρικών υπερεξουσιών που είναι μία θεσμική μας θέση και για τις συνδικαλιστικές προεδρικές εξουσίες και για τις υπερεξουσίες που έχει ο Πρόεδρος με το Πειθαρχικό Δίκαιο. Ενδεικτικά αναφέρομαι στις κυριότερες από αυτές, οι οποίες είναι:

•-         η  εξουσία του εισαγγελέα στο  άρθρο 72, άποψη στην οποία προφανώς και συντάσσομαι με την εναλλαγή στη χρέωση υποθέσεων -εφαρμογή της αρχής του άκοντος ή φυσικού δικαστή-  σε εισηγητές με έναν τρόπο, ο οποίος να είναι δυνατόν να διαγνωστεί η διαφάνειά του και να αποσυνδεθεί από οποιεσδήποτε υποψίες που του αποδίδουν, αλλά και

•-         η εκτελεστική αρμοδιότητα του άρθρου 79.

  1. Αναλογικοποίηση αύξησης χρηματικών ποινών και η διάθεσή τους, κατά το μέτρο που υπερκαλύπτουν τα έξοδα λειτουργίας του Πειθαρχικού, στο Ταμείο Περιθάλψεως του  Δικηγορικού Συλλόγου.
  1. Χορήγηση αντιγράφων της διαδικασίας σε κάθε ενδιαφερόμενο που έχει έννομο συμφέρον. Εδώ δεν υπάρχουν ούτε εκπτώσεις, ούτε προσωπικά δεδομένα και άρθρο Χ' και νόμος 1599, υπάρχει αναλογική εφαρμογή του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος έχει δικονομικά και συνταγματικά δικαιώματα. Όσο είναι αδιανόητο να πας σε μία εισαγγελία, στην οποία μηνύεσαι, μηνύεσαι, μηνύεσαι  και να μη μπορείς να πάρεις αντίγραφα όλης της δικογραφίας χωρίς όρους και προϋποθέσεις και περιορισμούς για τη χρήση, άλλο τόσο είναι αδιανόητο να συμβαίνει αυτό στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Με αυτό τον τρόπο να ανοίγουμε το δρόμο για τη νομιμοποίηση παρομοίων αυθαιρεσιών που έπρεπε να ρυθμιστούν στα δικαστήρια.
  1. Εκλογή των πειθαρχικών συμβούλων από το Σώμα με ανώτατο όριο θητειών. Πιστεύω ότι η πρόταση αυτή είναι η μόνη που πραγματικά  καθιστά ένα Πειθαρχικό Συμβούλιο ισχυρό. ‘Όμως,  αύριο τους ίδιους ανθρώπους με τις ίδιες διαδικασίες και τις ίδιες συμμαχίες θα προτείνετε πάλι για τα Πειθαρχικά Συμβούλια και ενδεχομένως μετά να υπάρξει εισήγηση της Γραμματείας για τους ίδιους ανθρώπους ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους.  Αν η θεσμική αυτή μεταρρύθμιση της εκλογής των  πειθαρχικών συμβούλων δεν είναι αποδεκτή ως κατεύθυνση από το  Διοικητικό Συμβούλιο, τουλάχιστον να μην επανεκλέγονται οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν συμπληρώσει εύλογο χρόνο παραμονής στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

 

  1. Δυνατότητα άμεσης θέσης στο αρχείο προδήλως αβασίμων αναφορών με δικαιώματα προσφυγής του εγκαλούντος στο Πειθαρχικό  Συμβούλιο. Αυτό γίνεται με πράξη του εισηγητή και μόνο και όχι με συλλογική απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Είναι δικαίωμα του εγκαλούντος να προσφεύγει στο Πειθαρχικό  Συμβούλιο κατά της απόφασης με την οποία τέθηκε η υπόθεση στο αρχείο, προκειμένου να εξετάζεται συνολικά αν ορθώς, ή όχι, τέθηκε στο αρχείο η υπόθεση, γιατί είμαστε σε μία περίοδο κατά την οποία γενικώς είναι εύκολο να εξαπολύονται κατηγορίες αδιαφάνειας.

 

  1. Προσπάθεια συγκεκριμένης και αντικειμενικής τυποποίησης σε πειθαρχικά ελεγκτέες συμπεριφορές (π.χ. εμφανίσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές). Είναι προφανές ότι ο Κώδικας  Δικηγόρων, όσον αφορά τις «τηλεδίκες», δεν ορίζει σαφώς τα όρια της ελεγκτέας ή της μη ελεγκτέας πειθαρχικής συμπεριφοράς. Το Διοικητικό Συμβούλιο το ίδιο, πολλές φορές,  βρίσκεται σε μία σύγχυση ως προς το είδος του προστατευόμενου έννομου δεοντολογικού αγαθού. Ποιο είναι, αλήθεια, ως προς τις «τηλεδίκες» Είναι, για παράδειγμα, όπως έλεγε ο προηγούμενος πρόεδρος,  παραβίαση της μυστικότητας της διαδικασίας της δίκης Για μένα, όχι, διότι ο συνήγορος είναι υπερασπιστής. Το υπερασπιστικό του καθήκον υπερισχύει της προάσπισης της μυστικότητας της διαδικασίας και του επιβάλλει να δημοσιοποιηθεί καταγγελίες οι οποίες προωθούν τα δικαιώματα του εντολέα. Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η διαφήμιση και συνεπώς,  αν κάποιος βγαίνει στην τηλεόραση και περιφέρεται από κανάλι σε κανάλι, πρέπει να ερευνάται αν το κάνει για άγρα πελατείας.

 

  1. Αυτοδιοίκηση Πειθαρχικών Συμβουλίων και κατάργηση συμμετοχής δικαστών στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο και  με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγο με το άρθρο 243 να εκκαλεί  όλες τις αποφάσεις των πρωταβαθμίων πειθαρχικών συμβουλίων. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε αν θέλουμε πραγματικά ένα αυτοδιοικούμενο Δικηγορικό Σώμα και ένα αυτοδιοικούμενο Δικηγορικό και Πειθαρχικό Δίκαιο, αν θέλουμε την εξάρτησή του από δικαστήρια, τη στιγμή μάλιστα που ακόμα οι αποφάσεις των Ανωτάτων Πειθαρχικών Συμβουλίων αμφισβητούνται από το αν είναι ανέλεγκτες ακυρωτικά ή υπάγονται στον  ακυρωτικό έλεγχο του  Συμβουλίου της  Επικρατείας.

 

  1. Προσδιορισμός του χρόνου παραγραφής, ενόψει και της εξέλιξης που υπάρχει στο Ποινικό Δίκαιο με την αντίστιξη του χρόνου τέλεσης  και του χρόνου κατά τον οποίο λαμβάνει γνώση επ' αυτών. Για παράδειγμα, η υπεξαίρεση που έγινε σε άλφα χρόνο, αλλά ελήφθη γνώση ευθύς από τον παθόντα σε βήτα χρόνο, αν ο άλφα ή ο βήτα χρόνος αποτελεί από εκείνου του σημείου χρόνο παραγραφής.

 

Αυτές είναι οι θεσμικές προτάσεις που κάνω.

Τρόπος λειτουργίας Πειθαρχικών Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

  1. Ευλαβική τήρηση των κανόνων της Ποινικής  Δικονομίας στις συνεδριάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων και όχι να ευημερεί μόνο στους Κώδικες. Αυτό σημαίνει τάξη στη διαδικασία, συγκεκριμενοποίηση της σειράς με την οποία εξετάζεται ο καθένας προσερχόμενος εκεί πέρα και ασκεί τα δικαιώματά του και προηγούμενη πλήρη γνώση της διαδικασίας από μέρους του και συνεννόηση για τον τρόπο θέσης στο αρχείο.
  1. Νομολογιακή αρχειοθέτηση και ευρετήριο ανά άρθρο ουσιαστικού, δικονομικού, πειθαρχικού, δικηγορικού δικαίου. Είναι πάρα πολύ ευχερές -δεδομένου ότι οι  συνθέσεις δικηγορικού δικαίου δεν αριθμούν περισσότερα από 20-30 άτομα-  να γίνει αυτό  και να δημοσιεύονται μία, δύο,  ή περισσότερες αποφάσεις σε κάθε ΝοΒ,  για να υπάρχει ένα ελεύθερο αρχείο νομικού προβληματισμού και διαλόγου και διαφάνειας των υποθέσεων του Πειθαρχικού, το οποίο θα χρησιμεύει και στους συμβούλους και στους διαδίκους.
  1. Υποδειγματοποίηση  δικογράφων (αποφάσεις, κατηγορητήρια): δεν θα είναι περιοριστική, αλλά θα βοηθάει πάρα πολύ στην υλοποίηση των εργασιών του Πειθαρχικού.
  1. Ενιαία αποδεκτός τρόπος τακτοποίησης δικογραφίας. Είναι απαράδεκτο να θέλεις να βρεις ένα έγγραφο και να ψάχνεις  επί δέκα λεπτά σε μία δικογραφία για το βρεις. Είναι  πάρα πολύ απλό να διαχωρίζονται τα έγγραφα -αυτά που κατέθεσε ο εγκαλών, αυτά που κατέθεσε ο εγκαλούμενος, αυτά που είναι διαδικαστικά- σε υποφακέλους ενός συγκεκριμένου χρώματος για τον καθένα.
  1. Καθορισμός «ευλόγου χρόνου» διεκπεραίωσης διαιτησιών. Να σταματήσει η μουρμούρα, «ο άλλος καθυστερεί, ο άλλος κάνει γρήγορα». Είναι εφικτό μέσα 3, 4, 5 μήνες η υπόθεση να έχει τελειώσει, όσον αφορά το στάδιο της διαιτησίας. Και βέβαια σε κάθε φάκελο να υπάρχει πλήρης αναγραφή διαδικαστικού υλικού της κάθε υπόθεσης και υπογραφή του εισηγητή και των προσώπων τα οποία συμπράττουν εκεί, για να είναι ελέγξιμη η διαγωγή τους σε χρονική ανά πάσα στιγμή.
  1. Να μη γίνονται συνεδριάσεις Πειθαρχικών Συμβουλίων χωρίς κλητεύσεις των διαδίκων. Είναι μία μεθόδευση που γίνεται από ορισμένους εισηγητές για να προκαλέσει διάσκεψη, όμως αυτό δημιουργεί πρόβλημα έλλειψης ακρόασης, έχει δημιουργήσει «πνίξιμο» ορισμένων υποθέσεων. Κι αν προκληθώ, θα πω συγκεκριμένα για πρόσωπα και για όλα. Συνεδριάσεις χωρίς κλητεύσεις δημιουργούν ερήμην αποφάσεις, χωρίς να λαμβάνεται γνώση του περιεχομένου της συνεδρίασης. Όταν αυτές γίνονται σε συνδυασμό με μία ταχεία επίσπευση της διαδικασίας, δημιουργούν υποψίες. Συγκεκριμένη καταγγελία για την υπόθεση αναφοράς Ιπποκράτη Μυλωνά κατά Ιωάννας Μάνδρου. Δικάστηκε σε ένα μήνα χωρίς κλήτευση και βγήκε απόφαση και η απόφαση αυτή...

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ: Σε ποιο Τμήμα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΠΑΠΑΔΑΑΚΗΣ: Του κυρίου Φαρμακίδη.

Επί τη ευκαιρία, για το ενιαίο της κρίσης, είναι απαράδεκτο να αναφέρονται είτε εκφράσεις υπέρμετρης δυσμενούς κριτικής σε κατηγορητήρια και αναφορές,  όπως -δεν μιλάω για τη συγκεκριμένη περίπτωση- «δικηγορική γυρολογία»  και άλλες σε κατηγορητήρια και αποφάσεις, πολύ περισσότερο να λαμβάνουν και να αποτελούν κριτήρια  λήψης αποφάσεων ή σύνταξης κατηγορητηρίων στοιχεία «ιδιωτικών γνώσεων» των εισηγητών και όχι στοιχεία τα οποία εισάγονται νόμιμα μέσα στη δικογραφία.

  1. «Σύμβουλος υπηρεσίας» για επείγοντα δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα για ένα τρίωρο δοκιμαστικά τουλάχιστον στο χώρο της Γραμματείας για την υποδοχή επειγουσών αναφορών. Είναι  έτοιμη λύση επειγουσών ζητημάτων.
  1. Να μην εκδίδονται γραμμάτια προείσπραξης με ανάλογη εφαρμογή του Συλλόγου και της  Συντονιστικής σε πανεπιστημιακούς για ανεπίτρεπτες, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Κώδικα  Δικηγόρων, παραστάσεις σε δικαστήρια για τα οποία δεν επιτρέπεται παράσταση.
  1. Να υπάρχει ιδιαίτερη αιτιολόγηση  για την ασυνήθιστη υπέρμετρη χρονική επίσπευση εκδίκασης υποθέσεων.  Εγώ δεν λέω ότι κάποιες υποθέσεις δεν στερούνται  δημοσίου ή μείζονος ενδιαφέροντος και πρέπει για διάφορους λόγους, εν πάση περιπτώσει, να δικάζονται ταχέως. Διαδικασία, βέβαια, το Πειθαρχικό δεν έχει, ούτε και θέλω να αποκτήσει, αλλά νομίζω ότι είναι απαίτηση και του Δικηγορικού  Σώματος και των πολιτών να γνωρίζουμε ποιοι είναι οι λόγοι.
  1. Ωράριο λήξης συνεδριάσεων Πειθαρχικού Συμβουλίου - κατάτμηση πινακίων. Καλώς, κακώς ξεκινούν στις 19.00', δεν μπορούμε να είμαστε εδώ μέχρι μεσάνυκτα, ή να μένουμε τέσσερις και πέντε ώρες, να περιμένει ο κόσμος. Νομίζω ότι πρέπει να τελειώνει στις 22.00', αφού αρχίζει στις 19.00' και να είναι γνωστό αυτό.

 

Επειδή έγινε πολλή συζήτηση για τα sites, τις διαφημίσεις κλπ,  νομίζω ότι έκανε καλό η συνάντηση αυτή, για να απαλλάξει τις  περαιτέρω αψιμαχίες και τα φληναφήματα άνευ αιτίας και να δώσει εντολή στους αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες του Συλλόγου να μας ζητήσουν και να θέσουμε υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου όλες τις διαφημίσεις  που υπάρχουν στα sites, προκειμένου, αν υπάρχει ένα θέμα συνολικής στάσης του  Διοικητικού Συμβουλίου, να έλθει εδώ πέρα και να εξεταστεί.

 

Αυτά είχα να πω και συγγνώμη για τη μακρηγορία.

 

 

 
   
   
   
   
13 Οκτωβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Μαρκύς ακόμη ο δρόμος για μια ουσιαστική και πλήρη νομιμοποίηση των μεταναστών στην Ελλάδα


Ύστερα από αλλεπάλληλες χρονικές αναβολές ψηφίστηκε τελικά και τέθηκε επισήμως σε ισχύ με τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23 Αυγούστου 2005  ο Νόμος 3386/2005 (με αριθμό ΦΕΚ Α212 ), που ρυθμίζει θέματα μετανάστευσης και παράλληλα ενσωματώνει στην εθνική έννομη τάξη τις Οδηγίες 2003/86/ΕΚ (σχετικά με το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης) και 2003/109/ΕΚ (σχετικά με το καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων), χωρίς όμως να  έχει προηγηθεί ούτε ενδελεχής και χρονικά επαρκής διαδικασία διαβούλευσης με τους συναρμόδιους φορείς, αλλά ούτε και  ένας ευρύτερος και εκτεταμένος κοινωνικός διάλογος, όπως θα απαιτείτο κανονικά για ένα ζήτημα ύψιστης σημασίας ως προς τη ζωή, την εργασία, τα δικαιώματα και την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών, που έχουν εκ των πραγμάτων καταστεί αναπόσπαστο πλέον τμήμα της κοινωνίας υποδοχής και έχουν συνεισφέρει τα μέγιστα στην οικονομική ζωή της χώρας.

Αν θελήσει κανείς να κωδικοποιήσει τις σημαντικότερες ρυθμίσεις ή παραλείψεις του καινούριου Νόμου, θα μπορούσε να επισημάνει τα ακόλουθα :

1) Η βασική θεσμική μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας δεν φαίνεται να αλλάζει, και εξακολουθεί και πάλι να διέπεται από το σύστημα της διαδικασίας μετάκλησης μεταναστών, που δυστυχώς ισχύει απαρέγκλιτα από το 1991 όντας πρακτικά ανεφάρμοστο : Ουδείς εργοδότης δέχεται να προσλαμβάνει υπαλλήλους εκ του μακρόθεν. Οι ανάγκες για εργασία στην ελληνική κοινωνία δεν μπορούν εύκολα να καθοριστούν και να καταγραφούν εκ των προτέρων, καθώς χαρακτηρίζονται από μια κινητικότητα και μια αστάθεια που δεν μπορεί να συγκριθεί με τις αντίστοιχες ανάγκες των βιομηχανικών χωρών της υπόλοιπης Ευρώπης, όπου λειτουργούν άλλου τύπου δομές και προνοιακά δίκτυα. Συνεπώς, χρήσιμο θα ήταν ένα σύστημα διαρκούς νομιμοποίησης των οικονομικών μεταναστών υπό προϋποθέσεις. Για αυτό το λόγο, θα μπορούσε να θεσπιστεί ένας πρόσθετος τύπος άδειας που θα λέγεται " άδεια προς αναζήτηση εργασίας" . Δυστυχώς, δεν έχει ανοίξει ακόμη διάλογος για το σοβαρό αυτό ζήτημα.

2) Με το νέο νομοθετικό πλαίσιο έμεινε αμετάβλητη η προβληματική ρύθμιση με βάση την οποία συνδέεται άρρηκτα η ανανέωση της άδειας διαμονής με την προηγούμενη καταβολή ενσήμων, παρόλο που οι πάντες γνωρίζουν ότι σε καμία περίπτωση δεν ευθύνονται οι μετανάστες για το γεγονός ότι οι περισσότεροι εργοδότες είναι συνήθως απρόθυμοι να καταβάλουν τις ασφαλιστικές εισφορές που ορίζει η νομοθεσία. Μια χρηστή Διοίκηση όμως οφείλει να βρει εναλλακτικούς τρόπους για να διαπιστώνει αν τυχόν ο μετανάστης εργάστηκε για κάποιο εύλογο διάστημα, ενώ οι ελεγκτικές  αρχές που διασφαλίζουν την τήρηση της ασφαλιστικής νομοθεσίας θα πρέπει να στραφούν κατά των εργοδοτών με αυστηρότερους ελέγχους. Σε κάθε περίπτωση, αν δεν γίνει δεκτό αυτή η πρόταση, λόγοι ασφάλειας δικαίου επιτάσσουν ο αριθμός των ενσήμων  τα οποία θα απαιτούνται για την ανανέωση της  ενιαίας πλέον άδειας διαμονής και εργασίας  να μην επαφίεται σε Υπουργικές Αποφάσεις αλλά τουλάχιστον να ορίζεται ρητά από τη νομοθεσία.

3) Στις θετικές ρυθμίσεις του νέου Νόμου συγκαταλέγεται οπωσδήποτε η συνένωση των αδειών εργασίας και παραμονής σε μια ενιαία άδεια διαμονής η οποία μάλιστα θα έχει ως ελάχιστη διάρκεια τη διετία , γεγονός που μειώνει τη γραφειοκρατία και την ταλαιπωρία των μεταναστών. Αναμφίβολα θετική εξέλιξη συνιστά και η απαγόρευση απέλασης εγκύου μέχρι και έξι μήνες μετά τον τοκετό.

4) Δεν αναγνωρίζεται νομικά  η αυτονόητη πραγματικότητα μιας λελογισμένης περιόδου ανεργίας για τον κάτοχο της άδειας. Η έλλειψη αυτή παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

5) Ο Νόμος δεν θεσπίζει μια χρονική περίοδο πραγματικής διαμονής στη χώρα μετά την πάροδο της οποίας να προστατεύεται απόλυτα ο παράνομος αλλοδαπός από την ακραία και αυθαίρετη κύρωση της διοικητικής απέλασης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η διοικητική απέλαση θα έπρεπε να αντικαθίσταται υποχρεωτικά από ηπιότερα μέτρα.

6) Ένας αδιευκρίνιστος αριθμός μεταναστών που βρίσκονται για πολλά χρόνια στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνει στην παρανομία, αφού,  με βάση τις νέες διατάξεις, στην τρίτη ευκαιρία νομιμοποίησης εντάσσονται μόνο όσοι είχαν θεώρηση εισόδου ή είχαν κάνει αίτηση σε ασφαλιστικό φορέα ή σε Εφορία,  και όχι όσοι μπορούν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο (π.χ. με βεβαίωση εργοδότη ή ιδιοκτήτη κατοικίας) να αποδείξουν το πραγματικό γεγονός ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα πριν από τις 31/12/2004, ενώ αποκλείονται εντελώς οι αιτούντες άσυλο.

7) Δεν προβλέπεται κανένα εξειδικευμένο μέτρο για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι θεσπίζονται «όροι ενσωμάτωσης» που μπορεί να οδηγήσουν στον αποκλεισμό των μεταναστών από το δικαίωμα της μακροχρόνιας διαμονής (π.χ. γνώση γλώσσας), ασχέτως της διάρκειας προηγούμενης παραμονής τους στη χώρα. Την τελευταία στιγμή, απαλείφθηκε ευτυχώς η πρόβλεψη περί εξέτασης «ήθους και προσωπικότητας» των μεταναστών, ενώ παρέμεινε η δυνατότητα «εξέτασης» τους σε θέματα «ιστορίας και πολιτισμού». Είναι πάντως θετικό ότι ύστερα από παρέμβαση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής έγινε ορθή ερμηνεία της Οδηγίας 109/2003, με αποτέλεσμα η έναρξη προσμέτρησης της χρονικής διάρκειας των αδειών παραμονής να ξεκινάει από το έτος 2001 και όχι  από το έτος 2004, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο νόμου.

8) Είναι αμφίβολης χρησιμότητας η  μεταφορά της αρμοδιότητας επί προσφυγών κατά των απελάσεων από την Περιφέρεια στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Ορθή λύση θα ήταν η πρόσληψη -  και η συνεχής κατάρτιση -  εξειδικευμένου προσωπικού από τις Περιφέρειες.

9) Καμία ειδική πρόβλεψη δεν υπάρχει για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς που έχουν γεννηθεί ή έχουν μεταναστεύσει ανήλικοι στην Ελλάδα τόσο ως προς τα πολιτικά δικαιώματα ή την κτήση της ιθαγένειας, όσο και ως προς τη στοιχειώδη προστασία από απέλαση.

10) Το κόστος των παραβόλων παραμένει το υψηλότερο στην Ε.Ε., ενώ τα αυστηρά εισοδηματικά όρια που θεσπίζονται για το βασικότατο δικαίωμα της οικογενειακής συνένωσης την καθιστούν ουσιαστικά ένα άπιαστο όνειρο.

11) Ο ασκών ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα δεν να μπορεί να τη μεταβάλλει τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της ανανέωσης της άδειας, δηλαδή δεν μπορεί να ασκήσει μια άλλη ανεξάρτητη δραστηριότητα για την οποία υπάρχει ζήτηση από την κοινωνία. Το όριο των 60.000 ευρώ για την έναρξη μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι ουσιαστικά απαγορευτικό.

12) Το στοιχειωδέστατο δικαίωμα στην πρόσβαση στην Υγεία θα συνεχίσει να το αρνείται  η Πολιτεία στον παράνομο αλλοδαπό, ενώ ο νέος Νόμος επαναλαμβάνει ρυθμίσεις που αποτελούν βαριά κληρονομιά από τον προγενέστερο 1975/91 και που δεν αρμόζουν σε μια δημοκρατική πολιτεία καθώς προβλέπουν την ποινικοποίηση Ελλήνων πολιτών που βοηθούν φτωχούς παράνομους αλλοδαπούς να επιβιώσουν με διάφορους τρόπους συμπαράστασης και κοινωνικής αλληλεγγύης (π.χ. δεχόμενοι να τους ενοικιάζουν σπίτια).

Με ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον αναμένονται και οι μελλοντικές Υπουργικές Αποφάσεις που θα συγκεκριμενοποιούν πολλά ουσιώδη ζητήματα της ισχύουσας νομοθεσίας (π.χ. απαραίτητος αριθμός ενσήμων), δεδομένου ότι πολύ συχνά η λειτουργικότητα ενός νομοθετικού πλαισίού κρίνεται και από τις ρυθμίσεις που κατ' εξουσιοδότηση ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες του περιεχομένου του.

Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι θα είναι μακρύς ακόμη ο δρόμος που θα οδηγήσει σε μια πλήρη και ουσιαστική νομιμοποίηση των μεταναστών αλλά και στην άκρως αναγκαία κοινωνική τους ένταξη. Η ενεργοποίηση και η διαρκής επαγρύπνηση των αριστερών δικηγόρων θα αποτελούσε ένα καλό εχέγγυο για την ευόδωση μιας τέτοιας μακροχρόνιας προσπάθειας.

 
   
   
   
   
9 Οκτωβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Εκλογικές δαπάνες 2005


Π Ρ Ο Σ

Τον κ. Πρόεδρο και το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

  

Γ Ν Ω Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η   -   Α Ι Τ Η Σ Η

  

Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της «Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας».

..............................

Όπως είχε πράξει και μετά τις εκλογές του 1999 και του 2002 χωρίς να βρεί μιμητή (βλ. αριθμ. πρωτ. 2821/22.3.1999 και 2996/27.3.2002 αιτήσεις στο Δ.Σ.) η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας αισθάνεται την ηθική και συνδικαλιστική υποχρέωση να γνωστοποιήσει και πάλι στο δικηγορικό σώμα (συμβολικά μέσω του Δ.Σ. αλλά και άμεσα) το ύψος, την κατανομή και την προέλευση των εκλογικών της δαπανών.

Επειδή όπως γνωρίζετε το απελθόν Δ.Σ. για άλλη μία φορά απέφυγε να θέσει οποιουσδήποτε κανόνες στην προεκλογική περίοδο, με αποτέλεσμα την αποδέσμευση από κάθε νομικό και δεοντολογικό φραγμό της προεκλογικής συμπεριφοράς παρατάξεων, υποψηφίων προέδρων και υποψηφίων συμβούλων, πιστεύουμε ότι όλοι οι παραπάνω έχουν την ίδια υποχρέωση και ότι η άρνηση ή παράλειψη ανταπόκρισής τους, στην οποία ως τώρα μας έχουν συνηθίσει θα εκτιμηθεί δεόντως από το δικηγορικό σώμα.

Διότι και αυτές οι εκλογές ένα σημαντικό ερέθισμα συζήτησης που προκάλεσαν στους δικηγόρους (και όχι μόνο) ήταν το που βρίσκονται τόσα χρήματα και (ακόμη χειρότερα) το γιατί «επενδύονται».

Αναδείχθηκε ακόμη από την προεκλογική περίοδο ως επιτακτικό και άμεσο καθήκον του Δ.Σ. η αποτίμηση του επιπέδου της προεκλογικής εκστρατείας, του τρόπου με τον οποίον υποψήφιοι πολιτεύθηκαν και «επικοινώνησαν» με τους ψηφοφόρους και βέβαια την καθιερωμένη «πολιορκία του διαδρόμου», με σκοπό την άμεση θέσπιση κανόνων δεοντολογίας με κυρώσεις ως προς τον τρόπο διενέργειας του εκλογικού αγώνα που θα διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια της εκλογικής διαδικασίας, την αξιοπιστία όσων ασχολούνται με τα κοινά απέναντι στο εκλογικό σώμα και τη διαφάνεια, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσουν τη συμβολή του συνδικαλιστικού διαλόγου και του συνδικαλισμού αρχών αντί της προσωπικής προβολής.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει το νωρίτερο δυνατό, τώρα και μακρυά από συγκυρίες νέας προεκλογικής περιόδου.

Διαφορετικά και πάλι το Δ.Σ. αναλαμβάνει απόλυτα την ευθύνη της νομιμοποίησης της μετατροπής των εκλογών σε πασαρέλα υποψηφίων που σήμερα με το χρήμα, αύριο (ιδίως στο «ενιαίο ψηφοδέλτιο») και με την προβολή των Μ.Μ.Ε, και των εκδοτών του χώρου θα υποκαταστήσουν τον προγραμματικό λόγο με τις δεξιώσεις και τις αποστολές βιογραφικών και λοιπών εντύπων με αποτέλεσμα την αλλοτρίωση του δικηγορικού συνδικαλισμού, με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία και την εκπροσώπηση του θεσμικού εκφραστή των δικαιωμάτων της.

Παρακαλώ όπως έχω δικαίωμα κατ άρθρο 234 του κώδικα περί δικηγόρων για την ένταξη του θέματος αυτού στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης.

Παρακαλείται ο κ. Δ/ντής του συλλόγου να μεριμνήσει για την πρωτοκόλληση της παρούσας και τη διανομή της στα λοιπά μέλη του Δ.Σ. Επίσης ζητάμε να δημοσιευθεί η παρούσα και το παρακάτω προσάρτημά της στο προσεχές «Βήμα του Δικηγόρου» και στην ιστοσελίδα του Δ.Σ.Α.

Αθήνα, 17.3.2005

                                                                                  Ο αιτών

  

           ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ

 

- Παράβολο Δ.Σ.Α. για τη συμμετοχή                    ΕΥΡΩ 1.000

- Κόστος κουπονιών οικονομικής ενίσχυσης                      200

- Αφίσσα τετράχρωμη 400 τεμ.«ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ»                     250

- Αφίσσα τετράχρωμη 400 τεμ. «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ»                                                                      200

- Αφίσσα τετράχρ. 1000 τεμ. «ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ»       1.000

- Φυλλάδιο (16σέλιδο, διχρ.) 3.000 τεμ                            850

- Εφημερίδα «Παρέμβαση»   (8σέλιδη διχρ.) 5.000 τεμ                                                                           1.300

- Προσκλήσεις πάρτυ                                                      150

-Αφίσα πάρτυ                                                                 10

- Εξοδα πάρτυ                                                               600

- Αμοιβή αφισσοκολλητή (Ευελπίδων και

διανομέα φυλλαδίου )                                                     300

-Διάφορα μικροέξοδα                                                      100

 

                                                          Σ Υ Ν Ο Λ Ο         ΕΥΡΩ       5.960

 

Το κόστος των δαπανών καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από εισφορές μελών,  πωλήσεις προσκλήσεων για το πάρτυ και από κυκλοφορία κουπονιών οικονομικής ενίσχυσης σε μέλη και φίλους της παράταξης καθώς και άλλους συναδέλφους. Η αφισσοκόλληση και η διανομή των εντύπων μας κατά κανόνα έγιναν από εμάς τους ίδιους. Ανώτατο όριο οικονομικής βοήθειας είχε ορισθεί για τα μέλη και φίλους το ποσό των 150 ΕΥΡΩ . Ευχαριστούμε θερμά όλους όσους μας βοήθησαν.

Τέλος είναι γνωστό ότι οι υποψήφιοι της «Εναλλακτικής Παρέμβασης» δεν διενεργούν ατομικές εκλογικές εκστρατείες και κατά συνέπεια δεν υφίστανται αντίστοιχες δαπάνες προς δημοσιοποίηση.

Και επειδή στις εκλογές αυτές περίσσεψε και η οικονομική στήριξη, εκτός από την εκλογική που μας επιφυλάχθηκε από το σώμα, αισθανθήκαμε υποχρέωσή μας ένα μέρος του πλεονάσματός μας να διατεθεί για την έκδοση των επομένων φύλλων της εφημερίδας μας και ένα ακόμη μεγαλύτερο (1.500 ΕΥΡΩ) να το διαθέσουμε στο «Ταμείο Περίθαλψης Δ.Σ.Α.» (αριθμός παραστατικού 2003/10.3.2005) ενεργώντας σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση των εκατοντάδων συναδέλφων από τους οποίους προέρχεται και να σας θυμίσουμε με την ευκαιρία ότι το Ταμείο αυτό, του οποίου η κοινωνική χρησιμότητα είναι αυτονόητη, αξίζει τον κόπο αντί να φυτοζωεί και να αναμένει τη φιλοτιμία των συνδικαλιστών (και οφείλουμε να πούμε ότι δεν είμαστε οι μόνοι που έχουν  προβεί σε ανάλογες δωρεές), να έχει σταθερά έσοδα από τον προϋπολογισμό του Δ.Σ.Α, του οποίου το πλεόνασμα προπαγάνδιζαν χιλιάδες έντυπα τις μέρες αυτές.

Αθήνα, 17.3.2005

 
   
   
   
   
19 Σεπτεμβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Δικηγορικές εταιρείες


  

  

Π Ρ Ο Σ

Τον κ. Πρόεδρο και το Διοικητικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α.

  

Α Ι Τ Η Σ Η

  

Kωνσταντίνου Παπαδάκη του Αλεξάνδρου, δικηγόρου

Αθηνών, οδός Κάνιγγος 23, εκπροσώπου της  Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας.

..............................

Με το νεοσύστατο Προεδρικό Διάταγμα 81/2005 με τον τίτλο «Δικηγορικές Εταιρίες" που  δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 120 της 23 Μαίου 2005, οπότε και η έναρξη ισχύος του, καταργήθηκε εξ ολοκλήρου το προγενέστερο Π.Δ. 518/1989 και επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς των δικηγορικών εταιριών οι οποίες βαίνουν προς την κατεύθυνση άρσης των εμποδίων για τη μετατροπή τους σε κεφαλαιουχικές, καθώς επίσης και στοιχειωδών προβλέψεων κατοχύρωσης της θέσης του έμμισθου συνεργάτη δικηγόρου.

Ενδεικτικά θα αναφέρω :

Α) Την κατάργηση του άρθρου 10 του Π.Δ. 518/89 σύμφωνα με το οποίο

 

«Οι εισφορές των εταίρων συνίστανται απαραίτητα σε εργασία, με την οποία θα εκδηλώνεται η επαγγελματική τους δραστηριότητα. Δεν απαγορεύονται όμως οι συμπληρωματικές εισφορές σε χρήματα ή σε άλλα κινητά πράγματα καθώς και σε χρήση ακινήτου με αυστηρό προορισμό τη στέγαση των γραφείων της εταιρίας χωρίς όμως οι εισφορές αυτές να αποτελούν κριτήριο προσδιορισμού του ύψους της μερίδας συμμετοχής του εταίρου που τις κατέχει.»

Με το άρθρο 10 του νέου Προεδρικού Διατάγματος η ρύθμιση περί εισφορών των εταίρων διατυπώνεται ως ακολούθως :

«Οι εταίροι υποχρεούνται να εισφέρουν στην εταιρία την εργασία τους. Επιτρέπονται  όμως οι συμπληρωματικές εισφορές σε χρήματα ή σε κινητά πράγματα καθώς επίσης και σε χρήση κινητών και ακινήτων αποκλειστικά για τις ανάγκες στέγασης της εταιρίας».

Όπως είναι προφανές από τη νέα διάταξη έχει απαλειφθεί αφενός μεν η απαραίτητη εισφορά σε εργασία προς εκδήλωση της επαγγελματικής δραστηριότητας και αφετέρου ο αποκλεισμός των πέραν της εργασίας άλλου είδους εισφορών ως κριτηρίου προσδιορισμού του ύψους της μερίδας συμμετοχής των εταίρων στα κέρδη και τις ζημιές της εταιρίας.

Η ρύθμιση αυτή άλλωστε ολοκληρώνεται και με τη ρητή διατύπωση του άρθρου 25 του Π.Δ. 81/2005 σύμφωνα με το οποίο

«Οι μερίδες των εταίρων ορίζονται ελευθέρως σε εκατοστιαία ποσοστά ασυνδέτως προς την εισφορά εκάστου. Με βάση τα ποσοστά αυτά οι εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημιές της εταιρίας.»

 

Όπως είναι προφανές με το νέο νομικό καθεστώς αποδεσμεύεται εντελώς η μερίδα εταιρικής συμμετοχής από την οποιαδήποτε εισφορά του εταίρου, πολύ δε περισσότερο καταργείται η απαγόρευση συνυπολογισμού στον προσδιορισμό του ύψους της μερίδας συμμετοχής του εταίρου των λοιπών πλην της εις εργασία εισφορών.

Ετσι λοιπόν καταργείται μία σοβαρή κατάκτηση του Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία απέτρεπε τη μετατροπή των δικηγόρων σε επενδυτές, πολύ δε περισσότερο την είσοδο μη δικηγόρων επενδυτών στο τομέα των νομικών υπηρεσιών και περιόριζε το ρόλο του κεφαλαίου σε μία δικηγορική εταιρία ως δανείου προς απόδοση και μόνο και όχι ως κεφαλαίου προς επένδυση.

Β) Πέραν αυτού στο νέο Προεδρικό Διάταγμα δεν περιέχεται ρύθμιση αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 44 του Π.Δ. 518/89 σύμφωνα με το οποίο :

«Οι δικηγόροι που εργάζονται σε δικηγορική εταιρία με πάγια μηνιαία αντιμισθία σύμφωνα με τους όρους του Ν. 1093/80 μετά τη πάροδο τριετίας από τη πρόσληψή τους και το περιορισμό του άρθρου 1 παρ. 3 του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος καθίστανται εφόσον το επιθυμούν με έγγραφη δήλωσή τους προς την εταιρία εταίροι της ίδιας δικηγορικής εταιρίας με ποσοστό τέτοιο που να μην είναι κατώτερο των απολαβών τους του τελευταίου έτους σε σχέση με τα αντίστοιχα καθαρά έσοδα της εταιρίας στον ίδιο χρόνο.

 

Και η διάταξη αυτή παρά τα όποια προβλήματα εφαρμογής της στη πράξη και τις δυνατότητες καταστρατήγησης που θα είχε, προέβλεπε τη δυνατότητα των συνεργατών δικηγόρων να καθίστανται εταίροι έτσι ώστε οι δικηγορικές εταιρίες να μην είναι οχήματα εκμετάλλευσης των δικηγόρων συνεργατών.

Ωστόσο και αυτή η διάταξη καταργήθηκε χωρίς να έχει θεσπιστεί παρόμοιά της στο νέο Προεδρικό Διάταγμα.

Εν όψει αυτών και με δεδομένο το ότι οι κατευθύνσεις αυτές βρίσκονται σε αντίθεση με πάγιες κατευθύνσεις των δικηγορικών συλλόγων,

Παρακαλώ πολύ να τεθεί προς συζήτηση το θέμα στο Διοικητικό Συμβούλιο προκειμένου ο Δικηγορικός Σύλλογος να πάρει θέση στο παραπάνω Προεδρικό Διάταγμα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε να ετίθεντο υπόψη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και η από 4-11-2004 γνωμοδότηση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων του κράτους, η οποία αναφέρεται στο προοίμιο του Προεδρικού Διατάγματος, προκειμένου να διαπιστώσουμε εάν η γνωμοδότηση αυτή έχει λάβει υπόψη της τις εν λόγω ρυθμίσεις πολύ δε περισσότερο εάν τις εγκρίνει και βεβαίως αυτοί οι οποίοι την υπογράφουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στους δικηγόρους.  

Παρακαλώ να τεθεί σε συζήτηση το θέμα στη προσεχή συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατ' άρθρο 234 του Κώδικα περί Δικηγόρων,

Επίσης παρακαλώ με τη μέριμνα του κ. Δ/ντή η παρούσα να πρωτοκολληθεί και να διανεμηθεί στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.    

Αθήνα, 3-6-2004

Ο αιτών

 
   
   
   
   
10 Απριλίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Υαλόφρακτα και φυλακές: Οι διακηρύξεις ευημερούν - οι διατάξεις πάσχουν


του Κώστα Παπαδάκη

Η άξια πρωτοβουλία όσων είχαν τη σκέψη να ανακινήσουν επιτέλους το απάνθρωπο και αυταρχικό καθεστώς  του υαλόφρακτου και του περιορισμού επικοινωνίας μεταξύ κρατουμένων και συνηγόρων στις φυλακές και στα αστυνομικά καταστήματα, έφερε ήδη τα πρώτα της αποτελέσματα καθώς ο Υπουργός Δικαιοσύνης εξήγγειλε την κατάργησή τους και ξεκίνησε την έμπρακτη αποξύλωση. Είναι όμως αυτό αρκετό

Στην Ελλάδα, πληθώρα διακηρυκτικών διατάξεων θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει ως πηγή από την οποία απορρέει το δικαίωμα ελεύθερης και αδιαμεσολάβητης επικοινωνίας μεταξύ συνηγόρου και κρατουμένου. Ενδεικτικά κατονομάζονται οι κυριότερες πηγές.

1) Το άρθρο 6 παρ. 3, περίπτωση β΄ ης Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με το οποίο «κάθε κατηγορούμενος δικαιούται να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του». Και η παράγραφος γ΄ σύμφωνα με την οποία «κάθε κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της εκλογής του». Είναι προφανές ότι και στην έννοια της υπεράσπισης και στην έννοια των αναγκαίων ευκολιών συμπεριλαμβάνεται και η επικοινωνία του κρατουμένου με το δικηγόρο του, η οποία, για να μπορέσει να εκπληρώσει το σκοπό της θα πρέπει να είναι άμεση, δηλαδή αδιαμεσολάβητη, ελεύθερη, δηλαδή χωρίς περιορισμό  και απαγόρευση, απόρρητη και εμπιστευτική.

2) Το άρθρο 20 παρ.1 του Ελληνικού Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «καθένας έχει δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει».

3) Οι διατάξεις των άρθρων 96 και επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με κυριότερη αυτή του άρθρου 100 παρ. 4 σύμφωνα με την οποία «σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να απαγορευτεί η επικοινωνία του κατηγορουμένου με το συνήγορό του».

4) Από τη σκοπιά του δικηγορικού δικαίου τα άρθρα 38 και 45 του ν.δ. 3026/54 (Κώδικα περί Δικηγόρων) επιβάλλουν στις δικαστικές και στις υπόλοιπες αρχές της χώρας πλήρη σεβασμό, τιμή και ελευθερία στους δικηγόρους υπερασπιστές. Ενώ με το άρθρο 49 του Κώδικα περί Δικηγόρων καθιερώνεται η υποχρέωση του  δικηγορικού απορρήτου ως λειτουργική υποχρέωση της δικηγορίας, η οποία μάλιστα φθάνει και στο σημείο να εξαιρεί το δικηγόρο από την υποχρέωση σωματικής έρευνας, κατασχέσεων εγγράφων, ερευνών κατ' οίκον και στο γραφείο του εφόσον ο δικηγόρος είναι πληρεξούσιος του κατηγορουμένου ή συνήγορος αυτού.

Ωστόσο, η ευημερία των παραπάνω διατάξεων δεν εγγυάται δυστυχώς κατ' ανάγκην και την εφαρμογή τους. Η κοινή πείρα στην καθημερινή ζωή με τις δεδομένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, πολύ δε περισσότερο η πείρα από την καθημερινή μαχόμενη δικηγορία, καταδεικνύει ότι οι εξουσίες είτε μικρές είτε μεγάλες δεν εφαρμόζουν διακηρύξεις και αρχές, αλλά υπηρετούν συμφέροντα. Και δεν λειτουργούν μέσα από το στόχαστρο οποιασδήποτε κοσμοθεωρίας, αλλά μέσα από τους δαιδάλους του καταναγκασμού και των κυρώσεων. Χωρίς αυτές, οι διακηρυκτικές διατάξεις απολήγουν ευχολόγια και περίγελοι.

Στη χώρα μας. η πληθώρα των διακηρύξεων αποδείχθηκε ανεπαρκής για να καλύψει την πολύ σοβαρή νομοθετική αντινομία, που οδήγησε στην ύψωση των υαλόφρακτων, με μεγάλη μάλιστα ευθύνη τόσο από το σύνολο του κοινοβουλευτικού κόσμου όσο και από την ελίτ της - ελλειμματικής και ενσωματωμένης στην πλειονότητά της - νομικής διανόησης, που είτε μετείχε στη σύνταξη και εκπόνηση του περιεχομένου του σημερινού Σωφρονιστικού Κώδικα, είτε ανέχθηκε την εφαρμογή του.

Το δικαίωμα επισκέψεων σε κρατουμένους διέπεται από το άρθρο 52 του νόμου 2776/1999 (Σωφρονιστικός Κώδικας). Σύμφωνα με αυτό (§1) :

 «Κάθε κρατούμενος δικαιούται να δέχεται...... επισκέψεις του συνηγόρου του χωρίς αριθμητικό ή χρονικό περιορισμό με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου»

Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 4 του άρθρου 52 :

«Ο μέγιστος αριθμός των επισκέψεων, η διάρκεια και ο τρόπος επικοινωνίας, ο έλεγχος των επισκεπτών για λόγους ασφαλείας καθώς και άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται από τον εσωτερικό Κανονισμό του καταστήματος ».

  

Η αρμοδιότητα για την σύνταξη του εσωτερικού κανονισμού δόθηκε με τον ίδιο νόμο στο Συμβούλιο Φυλακής, το οποίο υποβάλλει σχετική πρόταση στο Κεντρικό Επιστημονικό Συμβούλιο Φυλακών. Το τελευταίο με τη σειρά του υποβάλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης (άρθρα 8 παρ. 3 και 10 παρ. 5 ν. 2776/1999) το σχέδιο κανονισμού και ο Υπουργός είναι αρμόδιος για την έγκριση και κύρωσή του.

Όπως εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει ο νομοθέτης του Σωφρονιστικού Κώδικα απεμπόλησε με πολύ μεγάλη ευκολία τις παραπάνω Συνταγματικές αρχές και διακηρύξεις και υπήγαγε στοιχειώδεις ελευθερίες και δικαιώματα που αφορούν τόσο τον κατηγορούμενο και τα υπερασπιστικά του δικαιώματα όσο και το συνήγορο και την εκπλήρωση του θεσμικού και κοινωνικού του ρόλου αλλά τελικά και την ίδια τη δικαιοκρατική λειτουργία της δικαιοσύνης, στον κανονιστικό έλεγχο του Υπουργού Δικαιοσύνης, του Κ.Ε.Σ.Φ. και της διεύθυνσης των σωφρονιστικών καταστημάτων και μάλιστα τους παρείχε ευρύτατη νομοθετική εξουσιοδότηση χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό.

  

Το ακώλυτο της επικοινωνίας υποβιβάστηκε σε «λεπτομέρεια», καλύφθηκε πίσω από την γενική διατύπωση «τρόπος επικοινωνίας», ενώ οι συνήγοροι βαπτίστηκαν και νομοθετικά ως εξ ορισμού επικίνδυνοι για την ασφάλεια και δόθηκε το πράσινο φώς για τα περαιτέρω.

  

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στα παραπάνω συμβούλια απουσιάζει κάθε έννοια κοινωνικού ελέγχου, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται η συμμετοχή εκπροσώπων των Δικηγορικών Συλλόγων ή οποιουδήποτε άλλου κοινωνικού φορέα ευρύτερης αποδοχής. Σχετικά αιτήματα είχε υποβάλει ο Δικηγορικός Σύλλογος στον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης παράλληλα και με την υποβολή του αιτήματος για κατάργηση των υαλόφρακτων  τουλάχιστον από το Νοέμβριο του 2004, όταν αντιπροσωπεία της Επιτροπής για το σωφρονιστικό σύστημα του Δ.Σ.Α. είχε επισκεφθεί το σημερινό Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Αναστάσιο Παπαληγούρα και του είχε θέσει τα ζητήματα αυτά συναντώντας την ευθεία και κάθετη άρνησή του.

Λίγα χρόνια μετά τη θέσπιση του ν. 2776/1999 προστέθηκε και η Υπουργική Απόφαση 58819/7.4.2003 Δικαιοσύνης «Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α΄ και Β΄ (ΦΕΚ Β΄463/17.4.2003).

Με την παράγραφο 7 του άρθρο 21 αυτής («Επισκέψεις») ορίστηκε ότι :

«Οι επισκέψεις πραγματοποιούνται σε ειδικό κατάλληλο χώρο του καταστήματος στον οποίο υπάρχει μόνο οπτικός έλεγχος. Οι επισκέψεις συζύγων και τέκνων πραγματοποιούνται σε ιδιαίτερο κατάλληλο χώρο του καταστήματος. Υστερα από αίτημα κρατουμένου και άδεια του Συμβουλίου Φυλακής επιτρέπεται επισκεπτήριο σε χώρο χωρίς πλέγμα η άλλο διαχωριστικό μέσο.»

  

Δύο οι βασικές καινοτομίες της ρύθμισης :

Α) Η καθιέρωση των διαχωριστικών και των πλεγμάτων σε κανόνα του τρόπου άσκησης επικοινωνίας και η δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μόνο κατ εξαίρεση και

Β) Η απροκάλυπτη και χωρίς όρους μεταβίβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του ν. 276/1999 από τον Υπουργό προς το Συμβούλιο της Φυλακής.

Με την ελληνική εκδοχή της τρομοϋστερίας σε απόλυτη έξαρση, τη δίκη για την υπόθεση 17Ν να έχει μόλις αρχίσει, τους Ολυμπιακούς αγώνες σε αναμονή και την κοινή γνώμη εξουθενωμένη από την καθημερινή επικοινωνιακή πλύση και τον «προοδευτικό κόσμο» σε απόλυτη αδράνεια δεν θα μπορούσε κανείς να περιμένει κάτι διαφορετικό.

Δεν είναι τυχαίο ότι με αυτό το θεσμικό καθεστώς και την απόλυτη κοινωνική και πολιτική ανοχή του, το γεγονός ότι τα υαλόφρακτα άρχισαν να υψώνονται σε όλες τις ελληνικές φυλακές τη μία μετά την άλλη : Κορυδαλλός, Διαβατά, Κέρκυρα, Λάρισα, Μαλανδρίνο, Πάτρα είναι μερικές από τις μεγαλύτερες σε πληθυσμό κρατουμένων φυλακές της Ελλάδας που έχουν στηθεί υαλόφρακτα. Αλλά και το ίδιο συμβαίνει και σε κάθε φυλακή, η οποία κατασκευάζεται εκ νέου, εξαρχής  ή ανακαινίζεται. Το ίδιο συμβαίνει και στα αστυνομικά τμήματα, αρχής γενομένης από τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, (Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173, 7ος όροφος), όπου η επικοινωνία συνηγόρου και κρατουμένου πραγματοποιείται και εκεί μέσω υαλόφρακτου.

Εξάλλου είναι γνωστό σε όσους ασκούν την καθημερινή μαχόμενη δικηγορία ότι οι αστυνομικοί και ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, είτε προσποιούνται ότι αγνοούν, είτε αγνοούν πραγματικά το δικαίωμα του κρατουμένου να συνομιλεί κατ' ιδίαν, εμπιστευτικά και απόρρητα με το δικηγόρο του. Έτσι και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες λείπει το υαλόφρακτο και είναι δυνατή η άμεση επικοινωνία, συχνά οι συνήγοροι χρειάζεται να δίνουν μάχη με τον αξιωματικό Υπηρεσίας και με τους  φρουρούς, οι οποίοι θεωρούν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον τους σε πολλές περιπτώσεις να παρακολουθούν φανερά τις συζητήσεις μεταξύ συνηγόρου και κρατουμένου. Είναι προφανές ότι η επικοινωνία μέσω του υαλόφρακτου εμποδίζει την άμεση και αδιαμεσολάβητη συνεργασία μεταξύ συνηγόρου και κρατουμένου. Είναι αδύνατη η πρακτική συνεργασία επί εγγράφων και η ανταλλαγή σημειώσεων και εγγράφων κατά τη διάρκειά της ενώ η πρόσθετη χρήση τηλεφωνικής συσκευής αφενός δημιουργεί την τεχνική υποδομή για την καταγραφή των  σχετικών ακροάσεων και συνομιλιών και αφετέρου εύλογα επιτείνει το συναίσθημα ανασφάλειας των συνδιαλεγομένων ως προς τη μυστικότητα της συνομιλίας τους.

Τα ερεθίσματα άλλωστε των εποχών που ζούμε κάθε άλλο παρά το αντίθετο διαμηνύουν. Τόσο η εγχώρια και όσο και η εισαγόμενη τάση δεν είναι τάση διεύρυνσης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, αλλά τάση συρρίκνωσης και περιορισμού τους σε μία εποχή όπου τα κυρίαρχα μοντέλα πολιτισμού και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προβάλλουν σωφρονιστικά πρότυπα τύπου Ιμραλί, Γκουαντανάμο και Αμπου - Γκράιμπ, ανοχή στα βασανιστήρια και τις σύγχρονες «επιθετικές ανακριτικές τεχνικές» κ.λ.π. με το άλλοθι της τρομοκρατίας.

Είναι λοιπόν φανερό ότι το γκρέμισμα των τζαμιών δεν είναι υπόθεση οικοδομικών υλικών, αλλά υπόθεση θεσμών, καθώς οι νομικές μήτρες που γέννησαν τα υαλόφρακτα παραμένουν ολοζώντανες. Οι κοινοβουλευτικοί που συντάχθηκαν με το αίτημα  οφείλουν να προχωρήσουν στη λήψη άμεσης νομοθετικής πρωτοβουλίας προκειμένου να τροποποιηθεί το άρθρο 52 του νόμου 2776/1999, έτσι ώστε να προβλεφθεί ρητά η κατάργηση κάθε παρεμβολής στην αμεσότητα της επικοινωνίας των δικηγόρων και των κρατουμένων και η παροχή των αναγκαίων ευκολιών που είναι απαιτούμενες για την ουσιαστική ευόδωση της συνεργασίας τους, καθώς και η απαγόρευση με απειλή πειθαρχικών και ποινικών κυρώσεων στους παραβάτες, σωφρονιστικούς η αστυνομικούς, της παρεμπόδισης της ελευθερίας και του απόρρητου της επικοινωνίας συνηγόρου και κρατουμένου.

 
   
   
   
   
5 Απριλίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Εισήγηση για το "ευρωσύνταγμα"


  Π Ρ Ο Σ

Τον κ. Πρόεδρο και το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

Ε Ι Σ Η Γ Η Σ Η

 Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της «Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας».

ΓΙΑ  ΤΟ   «ΕΥΡΩΣΥΝΤΑΓΜΑ»

Το ευρωσύνταγμα αποτελεί κορυφαίο θεσμικό εποικοδόμημα της πολιτικής πλέον μετά την οικονομική ενοποίηση της Ευρωπαικής Ενωσης. Πρόκειται για ένα νομοθέτημα υπερεθνικής ισχύος όπως θα φανεί από τις παρακάτω επισημάνσεις, το οποίο επισφραγίζει την υπερεθνική εξουσία των οργάνων της Ευρωπαικής Ενωσης απέναντι στα εσωτερικά δίκαια και στις εσωτερικές έννομες τάξεις και το οποίο συνταγματοποιεί τους οικονομικοπολιτικούς στόχους των αρχουσών τάξεων των κυρίαρχων χωρών της Ε.Ε.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ

•1)    ΙΣΤΟΡΙΚΟ

ΓΕΝΙΚΑ

Το ζήτημα της θέσπισης Ευρωπαϊκού συνταγματικού κειμένου τέθηκε για πρώτη φορά στη διακυβερνητική διάσκεψη της Νίκαιας το 2000, ενώ στη Σύνοδο Κορυφής του Λάακεν το 2001 συγκροτήθηκε η λεγόμενη «Συνέλευση για το μέλλον της Ευρώπης» που ήταν ουσιαστικά η συντακτική επιτροπή του κειμένου του ευρωσυντάγματος.

Η επιτροπή υπέβαλε το σχέδιο στη σύνοδο κορυφής της Θεσσαλονίκη το 2003. Το κείμενο εγκρίθηκε τελικά στη διακυβερνητική διάσκεψη της Ρώμης, τον Οκτώβριο του 2004, ενώ έχει οριστεί ως απώτατος χρόνος έναρξης εφαρμογής του σε κάθε χώρα μέλος της Ε.Ε. που θα το κυρώσει η 1-11-2006.

Μέχρι σήμερα οι χώρες που το έχουν κυρώσει είναι η Σλοβενία, Ουγγαρία, Λιθουανία  και Ισπανία. Από τις υπόλοιπες χώρες τρείς τουλάχιστον πρόκειται να διενεργήσουν δημοψήφισμα για την αποδοχή της κύρωσής του ή όχι. Οι χώρες αυτές είναι Γαλλία, Ολλανδία και Βρετανία.

Από άποψη περιεχομένου και «θεσμικής αρχιτεκτονικής» το ευρωσύνταγμα ενσωματώνει σε ενιαίο κείμενο και κωδικοποιεί όλες τις προηγούμενες γνωστές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Μάαστριχτ, Αμστερνταμ, Νίκαιας, Λισσαβώνα, Σένγκεν).

  Στις συνθήκες αυτές όπως είναι γνωστό κατοχυρώνεται η πολιτική της μερικής απασχόλησης, της απελευθέρωσης των κεφαλαίων, της εμπορευματοποίησης κοινωνικών αγαθών, του ηλεκτρονικού φακελλώματος, της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης κ.λ.π.

Το κείμενο των παλαιών συνθηκών καταλαμβάνει ολόκληρο το τρίτο μέρος του συντάγματος δηλαδή τριακόσια 322 από τα 448  άρθρα τα οποία αυτό συνολικά περιέχει.

Συνολικά το κείμενο του ευρωσυντάγματος διαρείται σε τρία μέρη. Το πρώτο (ΜΕΡΟΣ Ι άρθρα 1 - 60) περιέχει τον ορισμό και τους στόχους της Ε.Ε., τις αρμοδιότητες, τα όργανα και τον τρόπο λειτουργίας τους. Το δεύτερο (ΜΕΡΟΣ ΙΙ άρθρα 61 - 114) περιέχει το λεγόμενο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ένωσης.

Το τρίτο (ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ άρθρα 115 - 448), όπως προελέχθη περιέχει τις πολιτικές και τη λειτουργία της Ενωσης.

Το όλο κείμενο συμπληρώνεται από γενικές και τελικές διατάξεις, καθώς και από πρωτόκολλα και δηλώσεις  (ΜΕΡΟΣ IV).

 ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην Ελλάδα η κύρωση του ευρωσυντάγματος από την Ελληνική Βουλή έχει ανακοινωθεί ότι θα έχει τελειώσει μέσα στον Απρίλιο 2005.

Υπάρχει διαφωνία μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. ως προς τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία κύρωσής του,  γιατί η μεν Ν.Δ. όπως τουλάχιστον έχει τοποθετηθεί στη Βουλή με τον Υπουργό Εσωτερικών κ. Προκόπη Παυλόπουλο, υποστηρίζει ότι είναι αρκετή η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 28Σ, με το σκεπτικό ότι η κύρωση του ευρωσυντάγματος ενέχει περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας, κατά συνέπεια απαιτείται η ειδική πλειοψηφία που προβλέπει η διάταξη αυτή.

Το ΠΑΣΟΚ με τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο υποστηρίζει ότι η διάταξη πρέπει να κυρωθεί με πλειοψηφία 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών - παρ. 2 του άρθρου 28 του Συντάγματος - με το σκεπτικό ότι με το ευρωσύνταγμα αναγνωρίζονται αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Ελληνικό σύνταγμα σε όργανα διεθνών οργανισμών.

Στο τελευταίο αυτό επιχείρημα η κυβέρνηση ανταπαντά ότι η αναγνώριση των αρμοδιοτήτων αυτών έχει γίνει ήδη με προηγούμενα νομοθετήματα και με την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε. και τη κύρωση των προηγουμένων συνθηκών της έτσι ώστε δεν θα παρέχεται κάποια νέα αρμοδιότητα που να δικαιολογεί την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 28.

Σύμφωνα με πολιτικούς παρατηρητές η διαφωνία σχετικά με το θέμα χειρισμού της διαδικασίας κύρωσης του ευρωσυντάγματος δεν είναι πρωτογενώς νομική αλλά υποκρύπτει διαφωνία πολιτικού χειρισμού που σχετίζεται με την αντιμετώπιση του ζητήματος του νόμου για το βασικό μέτοχο (3310/2005) στα όργανα της Ε.Ε. ως προς τον οποίο το μεν ΠΑΣΟΚ επιζητά μία αναβαθμισμένη διαδικασία κύρωσης του ευρωσυντάγματος έτσι ώστε να καθίσταται σαφής η υπεροχή του απέναντι στο εσωτερικό δίκαιο και κατ' επέκταση και απέναντι στις ρυθμίσεις του νόμου για το βασικό μέτοχο ενώ η κυβέρνηση επιζητά το αντίθετο.

Με άλλα λόγια το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αγωνίζεται για να υποστηρίξει την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, ενώ η Ν.Δ. την εθνική κυριαρχία. Τι άλλο θα δούμε !!!

Είναι αυτονόητο ότι το παιχνίδι των εντυπώσεων αυτών ελάχιστη σχέση έχει με τα πραγματικά προβλήματα του Ελληνικού λαού και τις βασικές συνέπειες από τις ρυθμίσεις του ευρωσυντάγματος.

Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης μιλούν για δημοψήφισμα, ως προς το οποίο είναι αρκετά παράδοξη η θέση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., το οποίο επιζητά να γίνει μεν δημοψήφισμα αλλά αφού πρώτα κυρωθεί το ευρωσύνταγμα από την ελληνική Βουλή, δηλαδή να γίνει το δημοψήφισμα με το εκλογικό σώμα να βρίσκεται μπροστά σε τετελεσμένο.

•2)    ΒΑΣΙΚΕΣ  ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

(Εντελώς ενδεικτικά)

1) Υπεροχή του ευρωσυντάγματος απέναντι στο εσωτερικό δίκαιο.

Καθιερώνεται με το άρθρο I - 6 παρ. 1 του ευρωσυντάγματος η αρχή της υπεροχής του συντάγματος και των κανόνων δικαίου που θεσπίζονται από τα όργανα της ένωσης στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται απέναντι στο δίκαιο των κρατών μελών. Συνεπώς το Ελληνικό κοινοβούλιο ετοιμάζεται να απεμπολήσει την υπεροχή του εθνικού συντάγματος σε άλλα νομοθετικά κείμενα υπερεθνικά καταπατώντας τη συντακτική εξουσία του ελληνικού λαού.

Οσο για τις κατηγορίες των αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της άσκησης των οποίων  έχει πεδίο εφαρμογής η παραπάνω αρχή της υπεροχής, αυτές είναι οι αποκαλούμενες «αποκλειστικές» αλλά και οι «συντρέχουσες» αρμοδιότητες, εκείνες δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες κατά τα άρθρα I - 11 έως και I  - 14 του κειμένου αντίστοιχα, η Ενωση διαθέτει αντίστοιχα, είτε αποκλειστική αρμοδιότητα να νομοθετεί, είτε συντρέχουσα αρμοδιότητα που σημαίνει προτεραιότητα της Ενωσης να νομοθετεί, εφόσον προηγείται χρονικά του κράτους μέλους. Στη κατηγορία αυτή μάλιστα ανήκουν οι περισσότεροι τομείς της συνθήκης.

Ενδεικτικά στις αποκλειστικές αρμοδιότητες εντάσσονται όλα όσα σχετίζονται με την οικονομική και νομισματική πολιτική και στις συντρέχουσες μεταξύ άλλων όσα σχετίζονται με τον λεγόμενο «χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» αλλά και με το περιβάλλον, την κοινωνική πολιτική, την ενέργεια, την εσωτερική αγορά, την υγεία και τη προστασία των καταναλωτών.

Κατ' αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζονται και απεμπολούνται εθνικές συνταγματικές νομοθετικές αρμοδιότητες σε διεθνή όργανα μεταξύ των οποίων και στον λεγόμενο χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης όπου ως γνωστόν ανήκουν οι θεμελιώδεις ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα, ενώ δυνατότητα διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων παρέχεται με το άρθρο I - 18  του ευρωσυντάγματος ακόμα και χωρίς σχετική συνταγματική πρόβλεψη υπό τον όρο της ομόφωνης απόφασης του Συμβουλίου των Υπουργών.

2) Η καπιταλιστική οικονομία ανάγεται σε ύπατη συνταγματική αξία. 

Για πρώτη φορά παραβιάζοντας την πάγια και παγκόσμια συνταγματική παράδοση, η οποία θέλει να εμφανίζεται φαινομενικά ουδέτερη απέναντι στο κρατούν κοινωνικό καθεστώς, το κείμενο του ευρωσυντάγματος προσδιορίζει με ρητό και περιοριστικό τρόπο τα όρια της οικονομικοπολιτικής φυσιογνωμίας της διακρατικής ένωσης την οποία εκφράζει. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 «η Ενωση εργάζεται για μία βιώσιμη ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα μία ισόρροπη οικονομική μεγέθυνση, μία άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς με στόχο τη πλήρη απασχόληση και τη κοινωνική πρόοδο, ένα υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος».

Η προτεραιότητα της άκρως ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς καθίσταται ακόμη εμφανέστερη από την απουσία κοινωνικού κράτους και την υποταγή ακόμη και των επιχειρήσεων γενικού οικονομικού συμφέροντος στους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού (Μέρος ΙΙΙ άρθρο 166 παρ. 2).  

Η αντιστροφή της σχέσης οικονομίας και πολιτικής είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Η πολιτική δεν εξουσιάζει πλέον την οικονομία ούτε την οικονομική πολιτική. Η δημοκρατία δεν εξουσιάζει ούτε μπορεί να θίξει την οικονομία της αγοράς. Ο συνταγματικά και πραγματικά κυρίαρχος δεν είναι ο δήμος, αλλά η αγορά. 

Τα πάντα υπόκειται στους κανόνες του ανταγωνισμού χωρίς να εξαιρούνται ούτε τα συλλογικά δημόσια αγαθά, ενώ και η ίδια η εργασία δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό ή ως δικαίωμα αλλά ως ατομική ελευθερία επιλογής.

Η ίδια η συνταγματοποίηση όλων των παλαιών συνθηκών που καθορίζουν τις οικονομικές πολιτικές της Ευρωπαικής Ενωσης συντείνει ακόμη περισσότερο στην ενίσχυση του πρωταρχικού συνταγματικού ρόλου της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς,  ενώ η συνταγματοποίηση της τελευταίας καθιστά το υπάρχον καθεστώς οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων προστατευτέο  συνταγματικό έννομο αγαθό και κατά συνέπεια αφήνει ανοιχτό το δρόμο για τη ποινικοποίηση όσων αγωνίζονται για ένα διαφορετικό κοινωνικό οικονομικό σύστημα, καθώς και όσων αγωνίζονται ενάντια στην ίδια την Ευρωπαική Ενωση.

Ογδόντα χρόνια μετά το ιδιώνυμο του Ελευθερίου Βενιζέλου ο νομικός πολιτισμός της Ευρωπαϊκής Ενωσης θεμελιώνει πρωτογενώς το έννομο αγαθό και είναι έτοιμος νομικά να γεννήσει και άλλα παρόμοια ποινικά μορφώματα όπως εξάλλου έχει δώσει δείγματα γραφής (Τρομονόμοι, Συνθήκη έκδοσης Ευρωπαικής Ενωσης - ΗΠΑ, Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.λ.π ).

3) Η ασφάλεια ανάγεται σε ισότιμο συνταγματικό αγαθό με την ελευθερία και κύριο στόχο εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής.

Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου I -  41 παρ. 1 «η κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας αποτελεί εγγενές στοιχείο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Εξασφαλίζει στην Ενωση επιχειρησιακή ικανότητα βασισμένη σε μη στρατιωτικά και στρατιωτικά μέσα. Η Ενωση μπορεί να κάνει χρήση των μέσων αυτών σε αποστολές της Ενωσης προκειμένου να διασφαλίζει την διατήρηση της ειρήνης, τη πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας σύμφωνα με τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». 

Ενώ σύμφωνα με το άρθρο I -  43 που επιγράφεται με τον τίτλο «Ρήτρα Αλληλεγγύης», «η Ενωση και τα κράτη μέλη της ενεργούν από κοινού με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ανθρωπογενή καταστροφή η Ενωση κινητοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών μέσων που θέτουν στη διάθεσή της τα κράτη μέλη για την πρόληψη μίας τρομοκρατικής απειλής στο έδαφος των κρατών μελών, για τη προστασία των δημοκρατικών θεσμών και του άμαχου πληθυσμού από την ενδεχόμενη τρομοκρατική επίθεση, για την παροχή συνδρομής σε κράτος μέλος στο έδαφός του μετά από αίτηση των πολιτικών αρχών του σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης».

Με τις διατάξεις αυτές είναι προφανές ότι ανοίγει ο δρόμος για να καταλύεται η εσωτερική αυτονομία των μελών κρατών της Ενωσης, αφού μπορούν αυτές να είναι αντικείμενο επέμβασης στρατιωτικής της Ευρωπαικής Ενωσης αλλά και τρίτων χωρών με βάση τον αόριστο στόχο της ασφάλειας όπως αυτός θεσμοθετείται στα παραπάνω άρθρα του ευρωσυντάγματος.

Είναι εντυπωσιακό ότι δεν προβλέπεται ρητά η στρατιωτική επέμβαση προς υπεράσπιση κράτους μέλους της Ευρωπαικής Ενωσης σε περίπτωση εξωτερικής επίθεσης που είναι κάτι συγκεκριμένο και μέχρι τώρα συμβατό με τους υποτιθέμενους στόχους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προβλέπεται όμως ρητά η δυνατότητα επέμβασης για τη προώθηση της κοινής πολιτικής ασφάλειας καθώς και για την αποτροπή τρομοκρατικών επιθέσεων και για την άμυνα από τρομοκρατικές επιθέσεις.  

Με την παραπάνω ποικιλία συνταγματικών διατυπώσεων καλύπτονται όλων των ειδών οι επεμβάσεις που βρίσκονται στην επικαιρότητα σήμερα των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών κρατών της Ευρωπαικής Ενωσης. Από στρατιωτικές αποστολές μέχρι πολεμικές επιδρομές σε τρίτες χώρες.

Με το πρόσχημα της ανθρωπιστικής βοήθειας, της πρόληψης συγκρούσεων, της διαχείρισης κρίσεων, της αποστολής αποκατάστασης της ειρήνης  και των επιχειρήσεων σταθεροποίησης οι Ευρωπαϊκοί στρατοί συμμετείχαν στο διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και τμήματά τους έχουν εγκατασταθεί μόνιμα σε βαλκανικά εδάφη και Νατοϊκές βάσεις.

Με το πρόσχημα των κοινών δράσεων αφοπλισμού και αποστολών βοήθειας σε στρατιωτικά θέματα η Ευρωπαϊκή Ενωση συνήργησε στην επέμβαση στο ΙΡΑΚ από την αρχή της δεκαετίας του '90 παίρνοντας μέρος και στρατιωτικά στον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά του ΙΡΑΚ, στηρίζοντας την ιμπεριαλιστική εκστρατεία για τα δήθεν όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεϊν, εκπαιδεύοντας τώρα στρατό, τάγματα ασφαλείας και στελέχη της δωσίλογης κυβέρνησης κατοχής του ΙΡΑΚ. Συμμεριζόμενη το δόγμα του προληπτικού πολέμου συνεργάστηκε με τις ΗΠΑ στη πολεμική επιδρομή κατά του Αφγανιστάν.

    Αντίστοιχες διατυπώσεις όπως είναι γνωστό περιέχει και το λεγόμενο «νέο δόγμα» του ΝΑΤΟ το οποίο δίνει τη δυνατότητα στη Βορειοατλαντική συμμαχία να επεμβαίνει σε οποιαδήποτε χώρα κρίνει ότι θίγονται ή κινδυνεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ετσι διευρύνεται και η αποστολή των εθνικών ενόπλων δυνάμεων κάθε κράτους μέλους από τα εθνικά συνταγματικά της όρια τα οποία συνήθως εξαντλούνται στις ανάγκες υπεράσπισης και άμυνας της χώρας τους.

4) Καθίσταται έννομο αγαθό συνταγματικής περιωπής η προτεραιότητα καταπολέμησης της τρομοκρατίας, η οποία παρέχει το δικαίωμα επέμβασης σε κράτη μέλη ή σε τρίτες χώρες με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, την πρόληψη τρομοκρατικής απειλής και τη προστασία των δημοκρατικών θεσμών.

Είναι προφανές ότι με τις έννοιες, το περιεχόμενο και την ερμηνεία που δίνεται στη τρομοκρατία από την Ευρωπαϊκή Ενωση οι διατάξεις αυτές αποτελούν συνταγματικές επιταγές που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για να πληγούν και να παταχθούν δημοκρατικά και λαϊκά κινήματα στις χώρες αυτές.

Το θέμα ήδη αναπτύχθηκε στο αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο, ενώ η νομοθετική εμπειρία των τρομονόμων και η χρήση του ιδεολογικού κωδικού της τρομοκρατίας από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων είναι αρκετή για να καταδείξει το είδος της στόχευσης.

5) Καταργείται η τριμερής διάκριση των εξουσιών με τη δημιουργία ενός υπεροργάνου της Ευρωπαικής Επιτροπής γνωστής ως Κομισιόν, με υπερεξουσίες και αποκλειστική αρμοδιότητα υποβολής πρότασης νόμου στο Ευρωκοινοβούλιο.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προεδρεύεται πλέον από μόνιμο Πρόεδρο και όχι εκ περιτροπής από τους αρχηγούς των κρατών που ασκούν ανά εξάμηνο την Προεδρία, ενώ καθιερώνεται και ο θεσμός του ενιαίου Υπουργού Εξωτερικών. Επίσης αποδίδεται πολιτικός ρόλος στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην οποία δίδεται η αποκλειστική αρμοδιότητα χάραξης της ενιαίας πλέον νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

6) Καθιερώνεται η λεγόμενη «Χάρτα των δικαιωμάτων του ανθρώπου», η οποία όμως ενώ θέτει ως στόχο τη προσχώρησή της στη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), θεσπισμένη από το έτος 1953 και κυρωμένη στις περισσότερες εσωτερικές έννομες τάξεις, διστάζει να αντιγράψει το περιεχόμενό της (όπως κάνει με τις συνθήκες, τις οποίες ενσωματώνει), με αποτέλεσμα να μένουν εκτός του περιεχομένου της Χάρτας στοιχειώδη δικαιώματα των κατηγορουμένων που προβλέπονται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως είναι η εν λεπτομερεία πληροφόρηση των εναντίον του κατηγοριών, η διάθεση του χρόνου και των αναγκαίων ευκολιών για τη προετοιμασία της υπεράσπισής του, το δικαίωμα να τύχει δωρεάν παράστασης διερμηνέως κ.λ.π.

Εξάλλου με ρητή πρόβλεψη στο άρθρο I - 112 παρ. 2 τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τον παρόντα Χάρτη και τα οποία διέπονται από διατάξεις άλλων μερών του Συντάγματος ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτά τα μέρη.

Συνεπώς και τα δικαιώματα της Χάρτας υποτάσσονται στους περιορισμούς των διατάξεων της συνταγματικής συνθήκης, και παρατίθενται μ' έναν διακηρυκτικό τρόπο, μένουν όμως απροστάτευτα και δικαστικά και νομοθετικά χωρίς κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασής τους, έτσι ώστε να αποτελούν κατ' ουσίαν ένα μέσον για τον εξωραισμό και την ωραιοποίηση της οικονομικοπολιτικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της οποίας η ουσία βρίσκεται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.

        

7) Ως προς την εργασία, αφ ενός όπως προαναφέρθηκε δεν καθίσταται προστατευόμενο έννομο κοινωνικό αγαθό αλλά απλώς ατομικό δικαίωμα (μέρος ΙΙ άρθρο 75), ως ελευθερία δηλαδή προσώπου το οποίο έχει δικαίωμα να εργάζεται και να ασκεί επάγγελμα και όχι ως προστατευόμενο έννομο αγαθό όπως για παράδειγμα από το Εθνικό Σύνταγμα, σε αντίθεση με την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία όχι μόνο αναγνωρίζεται με αυτοτελές άρθρο (μέρος ΙΙ άρθρο 76) αλλά όπως προαναφέρθηκε αποτελεί βασικό συνταγματικό πυλώνα της οικονομικοπολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Εμμέσως δε πλην σαφώς, με το άρθρο  88 μέρους ΙΙ νομιμοποιείται το δικαίωμα της ανταπεργίας (lock out), καθώς σύμφωνα με τη διατύπωσή του «οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες ή οι αντίστοιχες οργανώσεις τους έχουν σύμφωνα με το δίκαιο της Ενωσης και τις Εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις στα ενδεδειγμένα επίπεδα καθώς και να προσφεύγουν σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων σε συλλογικές δράσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους συμπεριλαμβανομένης και της απεργίας».

Η ενδεικτική συμπερίληψη της απεργίας είναι προφανές ότι σιωπηρά και έμμεσα αφήνει ανοιχτό το περιθώριο της ανταπεργίας ως συλλογική δράση για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργοδοτών των οποίων τα συμφέροντα κατοχυρώνονται «ισότιμα » με εκείνα των εργαζομένων.

Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο

Συνολικά εκείνο το οποίο μπορεί κανείς να παρατηρήσει μετά από την εκτίμηση όλων όσων αναφέρθηκαν παραπάνω είναι ότι και  το ευρωσύνταγμα είναι ένα κλασικό παράδειγμα που αποδεικνύει όπως πάρα πολλά άλλα (συμφωνία έκδοσης Ε.Ε.-ΗΠΑ, νέο δόγμα ΝΑΤΟ κ.λπ, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, απόφαση πλαίσιο για τρομοκρατία και επακολουθήσαντες τρομονόμοι) ότι η διεθνοποίηση του δικαίου στα πλαίσια των σημερινών κρατικών ενώσεων και οργανισμών όχι μόνο δεν συμβάλει στην εξάπλωση του νομικού πολιτισμού όπως υπόσχονταν οι ιθύνουσες τάξεις των χωρών αυτών, αλλά αντίθετα το δίκαιο διεθνοποιείται προκειμένου όχι να διευρυνθεί κάθε θετικό κεκτημένο δικαιωμάτων και ελευθεριών από την μία χώρα στην άλλη, αλλά  για να περιοριστεί και να αποικοδομηθεί το κάθε εσωτερικό σύστημα νομικού πολιτισμού, να ανατραπούν οι δημοκρατικές κατακτήσεις και τελικά να υπάρξει ενοποίηση του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο της έλλειψης σεβασμού στοιχειωδών δικαιωμάτων. Το άλλοθι της τρομοκρατίας έτσι και αλλιώς είναι αρκετά ισχυρό, όσο μπορεί να κυριαρχεί ιδεολογικά και πολιτικά, για να νομιμοποιεί στη συνείδηση των μαζών αυτή την αποικοδόμηση.    

Ο Δ.Σ.Α. στα πλαίσια του θεσμικού του ρόλου (άρθρο 199 κώδικα δικηγόρων) οφείλει να αντισταθεί. 

Αθήνα, 5.4.2005