10 Δεκεμβρίου 2018
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
- Ιανουάριος
- Φεβρουάριος
- Μάρτιος
- Ιούνιος
- Αύγουστος
- Νοέμβριος
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2011











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις 2002

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





20 Νοεμβρίου 2002

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για την επιτροπή δεοντολογίας του ΔΣΑ (δίκη 17Ν)


  Π Ρ Ο Σ

Τον κ. Πρόεδρο του Δ.Σ.Α. κ. Δημήτρη  Παξινό και τα μέλη του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

  Α Ν Ο Ι Κ Τ Η   Ε Π Ι Σ Τ Ο Λ Η   -   Α Ι Τ Η Σ Η

Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας.

..............................

1. Με την από 17.9.2002 απόφαση του Δ.Σ. συστάθηκε, ύστερα από πρόταση του προέδρου και εν όψει των εξελίξεων πρωτοβουλιών του Δ.Σ. σχετικών με τα ζητήματα που έθεταν με την από 11.9.2002 αναφορά  τους προς το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. ένδεκα εκ των συνηγόρων των κατηγορουμένων για την υπόθεση 17Ν, η -αστόχως και ατυχώς - ονομασθείσα  «Επιτροπή Δεοντολογίας» αποτελούμενη από τους κ.κ. Νίκο Αλιβιζάτο, Χριστόφορο Αργυρόπουλο, Γεώργιο Καμίνη, Γεώργιο Κ. Στεφανάκη και Γεώργιο Ε. Στεφανάκη, με την αρμοδιότητα «να γνωμοδοτεί» με βάση τα ισχύοντα στον κώδικα (προφανώς τον σωφρονιστικό) και τις παραδοχές του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τα μέλλοντα να αναφύονται ζητήματα σχετικά με την παραπάνω υπόθεση.

Η σύσταση της επιτροπής αυτής, την οποία η συντριπτική πλειοψηφία του Δ.Σ, μεταξύ των οποίων και ο γράφων αποδέχθηκε χάριν «τεχνικής» υποβοήθησης του προέδρου του Δ.Σ. στις καθημερινές και επείγουσες ανάγκες τοποθέτησής του σε σωρεία παραβιάσεων και παρανομιών, δεν είχε σε καμμία περίπτωση την έννοια της μεταβίβασης των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. προς αυτήν.

Κάτι τέτοιο θα εσήμαινε απεμπόληση από ένα εκλεγμένο συλλογικό όργανο το Δ.Σ. (με βαρύτατη ευθύνη έναντι του σώματος, το οποίο το έχει εκλέξει) της ύψιστης λειτουργίας του, που είναι η προάσπιση των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών, η διατύπωση παρατηρήσεων και κρίσεων σχετικά με τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης, καθώς και η μέριμνα για την απονομή του οφειλόμενου σεβασμού προς τους δικηγόρους κατά την ενάσκηση του λειτουργήματός του (άρθρο 199 κώδικα δικηγόρων).

Επίσης, το Δ.Σ προσέδωσε γνωμοδοτικό ρόλο στην παραπάνω επιτροπή, την οποία ουδέποτε εξουσιοδότησε να ομιλεί εκ μέρους του Δ.Σ.Α. προς τα Μ.Μ.Ε. χωρίς προηγουμένως να τεθεί προς συζήτηση στο Δ.Σ. η οποιαδήποτε άποψή της.

Τέλος, με την παραπάνω απόφαση ουδεμία αρμοδιότητα δόθηκε σχετικά με ζητήματα δεοντολογικών υποχρεώσεων των δικηγόρων στην παραπάνω επιτροπή και για αυτό χαρακτηρίζω άστοχο και ατυχή τον τίτλο της ως «επιτροπής δεοντολογίας».

2. Μετά από λίγες ημέρες, στις 26.9.2002, σειρά δημοσιευμάτων του ημερήσιου και ηλεκτρονικού τύπου μας πληροφορούσαν εμβρόντητους με παρεμφερείς τίτλους ότι ο Δ.Σ.Α. κρίνει νόμιμες τις συνθήκες κράτησης των εν λόγω κατηγορουμένων, ότι (ενδεικτικά) τα δικαιώματά τους «πρέπει να ασκούνται με μέτρο», «θεμιτές» τις καταγγελλόμενες απαγορεύσεις κλπ, «Ναι στους περιορισμούς», «Μέσα στα όρια του νόμου η κράτηση των φερομένων ως μελών της 17Ν», «Σύννομοι με το ευρωπαϊκό και ελληνικό δίκαιο οι όροι κράτησης των φερομένων ως μελών της 17Ν» κλπ (βλ. δημοσιεύματα 26.9.2002, στη διάθεσή σας).

Ετσι πληροφορηθήκαμε την δραστηριοποίηση της παραπάνω επιτροπής, η οποία μετά την πρώτη της συνεδρίαση, υπό την προεδρία του κ. Παξινού,  εξεπόνησε και απέστειλε αυθωρεί ως θέση του Δ.Σ.Α. στα Μ.Μ.Ε. πριν από κάθε συζήτηση στο Δ.Σ, το από 25.9.2002 «δελτίο τύπου».

Το εν λόγω δελτίο τύπου, γνωστό σε σας, θεωρούσε πράγματι νόμιμη, χωρίς να αιτιολογεί τη νομιμότητα και να παραπέμπει σε οποιασδήποτε διάταξη ή πηγή δικαίου, την επιβολή περιορισμών στους εν λόγω κρατούμενους στην άσκηση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων, θεωρούσε νόμιμη τη «ρύθμιση ιδιαίτερων όρων επικοινωνίας με συνηγόρους αρκεί αν μην δυσχεραίνεται η εκπλήρωση των καθηκόντων τους», πέραν δε τούτων κατά προφανή υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της, επεκτεινόμενη σε θέματα δικηγορικής δεοντολογίας εξέφραζε αφενός την καινοφανή και περίεργη άποψη ότι οι δικηγόροι είναι μεν από το πολίτευμα ελεύθεροι να εκφράζουν τις απόψεις τους στα γενικότερα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα (λες και τους ζητήσαμε την άδεια !!!), αλλά «οφείλουν να τηρούν τον κανόνα του μέτρου (sic) και να μην εκθέτουν την αξιοπρέπεια του σώματος», αφετέρου δε ότι ο ποινικός υπερασπιστής οφείλει πάντοτε (άρα ανεξαίρετα) να τηρεί « τους δικονομικούς κανόνες που διασφαλίζουν τη μυστικότητα της ανάκρισης και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης»

3.Μόλις έλαβα γνώση του πλήρους περιεχομένου του, συνέταξα και απέστειλα τόσο σε εσάς, όσο και στα μέλη της παραπάνω επιτροπής, την 27.9.2002 επιστολή μου, της οποίας το περιεχόμενο έχει ως ακολούθως :

*************************************************** 

Π Ρ Ο Σ

Τον κ. Πρόεδρο του Δ.Σ.Α. κ. Δημήτρη  Παξινό και τα μέλη της Επιτροπής κ.κ. Νίκο Αλιβιζάτο, Χριστόφορο Αργυρόπουλο, Γεώργιο Καμίνη, Γεώργιο Κ. Στεφανάκη και Γεώργιο Ε. Στεφανάκη.

Κοινοποίηση : Στα μέλη του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

Α Ι Τ Η Σ Η

Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας

..............................

Σχετικά το από 25.9.2002 δελτίο τύπου του Δ.Σ.Α. που συντάχθηκε ύστερα από ομόφωνη γνωμοδότησή σας και εν όψει της προφανούς και κατά τη γνώμη μου ανεπίτρεπτης αντίφασης ανάμεσα στην πρώτη και την Τρίτη παράγραφο αυτού, η οποία αξιοποιήθηκε και προβλήθηκε όχι άδικα, όπως ήταν επόμενο σε βάρος της άσκησης των δικαιωμάτων των αναφερομένων κρατουμένων, από μεγάλη μερίδα των Μ.Μ.Ε, παρακαλώ να έχω την απάντησή σας με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια και όχι με ευχολόγια και γενικολογίες στα ακόλουθα ερωτήματα, των οποίων η απάντηση παρίσταται αναγκαία για τη συμπλήρωση των αντιφάσεων και των κενών της γνωμοδότησής σας :

1) Με δεδομένο ότι όπως αναφέρετε στην παράγραφο 1 δεν έχει εκδοθεί προεδρικό διάταγμα, το οποίο να δημιουργεί άλλες κατηγορίες κρατουμένων ή να διαχωρίζει τις υφιστάμενες (άρθρα 17, 11 ν. 2776/1999 «Σωφρονιστικού κώδικα»), ή εσωτερικός κανονισμός φυλακών στον Κορυδαλλό κατ άρθρο 51 παρ. 4 ίδιου νόμου, ρυθμιστικός των επισκέψεων, της επικοινωνίας κλπ παρακαλώ να γνωρίζω σε ποιες κείμενες διατάξεις θεσπίζονται οι περιορισμοί που αναφέρετε στην παράγραφο 3 και ιδίως από ποιες διατάξεις καταργούνται, περιορίζονται ή κάμπτονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 7 παρ. 3, 15 παρ. 2, 51 παρ.1, 52 παρ. 1, 53 παρ, 1 και 2 του ν. 2776/1999 («Σωφρονιστικού κώδικα»), με τις οποίες θεσπίζεται η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων των κρατουμένων, η ευμενής μεταχείριση των υποδίκων έναντι των καταδίκων, το δικαίωμα επισκέψεων από συγγενικά και μη πρόσωπα, το δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας, η κάθε είδους επικοινωνία κρατουμένου με συνήγορο.

2) Εάν οι συνθήκες επικοινωνίας με τους κρατουμένους εντολείς τους που περιγράφουν στην αναφορά τους οι συνάδελφοι είναι σύννομες κατά τα ανωτέρω και ιδίως εάν εξασφαλίζουν την ελεύθερη και απρόσκοπτη προφορική, γραπτή ή τηλεφωνική ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο επικοινωνία με άνεση χώρου και χρόνου χωρίς παρακολούθηση και έλεγχο που αναφέρετε στην παράγραφο 4.

3) Ποια είναι καθ υμάς η έννοια του «μέτρου» εν σχέσει και με τη Συνταγματική ελευθερία του λόγου (άρθρο 14Σ) που κατά τη διατύπωσή σας (παράγραφος 5) οφείλουν να τηρούν οι δικηγόροι στην έκφραση των απόψεών τους επί γενικοτέρων κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων και από ποιες διατάξεις προβλέπεται.

4) Ποιες διατάξεις υποχρεώνουν το δικηγόρο να τηρεί τη μυστικότητα της ανακριτικής διαδικασίας όταν η δημοσιοποίηση στοιχείου της κρίνεται ότι εξυπηρετεί το θεσμικό του λειτούργημα και την υπερασπιστική θέση του εντολέως του.

Παρακαλείται ο κ. Δ/ντής του συλλόγου να μεριμνήσει για την πρωτοκόλληση της παρούσας και τη διανομή της μέλη της επιτροπής και στα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

Επίσης, παρακαλώ εάν υπάρξει απάντηση να συζητηθεί, όπως έχω δικαίωμα κατ άρθρο 234 του κώδικα περί δικηγόρων για την ένταξη του θέματος αυτού στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης.

Αθήνα, 27/9/2002

                                                              Ο αιτών

*************************

Στην επιστολή μου αυτή απάντηση επί της ουσίας δεν υπήρξε. Το θέμα δεν τέθηκε ποτέ στην ημερήσια διάταξη του Δ.Σ. 

Στη συνέχεια ζήτησα από τον πρόεδρο κ. Παξινό να μου επιτραπεί, ως μέλος του Δ.Σ,  η συμμετοχή στις συνεδριάσεις της επιτροπής, με δικαίωμα λόγου ή έστω και χωρίς αυτό, ως παρατηρητής, αλλά δεν μου το επέτρεψε.

Εθεώρησα σκόπιμο τότε (δεν είμαι πλέον βέβαιος ότι έπραξα το ορθό) να μην δημοσιοποιήσω τα παραπάνω για να μην οξύνω τα πράγματα.

Βέβαια, η αλαζονεία της εξουσίας δεν είναι τουλάχιστον έναντι εμού, κάτι καινούργιο. Χειρότερο όμως της όποιας περιφρόνησης προς το πρόσωπό μου και εκείνους που εκπροσωπώ στο Δ.Σ, είναι ότι έκτοτε το Δ.Σ. δεν ξανασχολήθηκε με θέματα παρόμοια, ο πρόεδρος «νομιμοποίησε» στην πράξη την παραπάνω επιτροπή και οι αρμόδιες κρατικές, δικαστικές και σωφρονιστικές αρχές συνέχισαν απερίσπαστες με πολλές, ποικίλλες και καθημερινά κλιμακούμενες ενέργειες το έργο της υπονόμευσης της επικοινωνίας των συνηγόρων και τη συνέχιση των δυσμενών διακρίσεων στους όρους κράτησης των συγκεκριμένων κατηγορουμένων.

4. Ετσι στον μήνα που πέρασε μετά τις 26.9.2002 συνέβησαν χωρίς την παραμικρή αντίδραση του Δ.Σ.Α.  (ενδεικτικά) : Επιβολή περαιτέρω περιορισμών στην έγγραφη επικοινωνία συνηγόρων και κρατουμένων, σειρά δυσμενών περιορισμών στους όρους κράτησης όπως περιορισμός τηλεφωνημάτων, επιβολή πειθαρχικής ποινής σε κρατούμενο που παραχώρησε συνέντευξη σε  εφημερίδα, παρότι αυτός άσκησε το μη περιοριζόμενο από τον σωφρονιστικό κώδικα συνταγματικό δικαίωμα. του της ελεύθερης έκφρασης (βλ. και Κ. Μπέη «Το αυγό του φιδιού επωάζεται», Ελευθεροτυπία, 14.10.2002), ασφυκτικά μικρές προθεσμίες μελέτης των δικογραφιών και απολογιών, κατασχέσεις χειρογράφων σημειώσεων από κρατούμενους κλπ.

Παράλληλα, μία σημαντική μερίδα της λούμπεν, αλλά και κρατούσας δημοσιογραφίας στράφηκε ευθέως και ονομαστικά εναντίον συγκεκριμένων συνηγόρων της υπόθεσης, παρά την αυτονόητη επισήμανση της επιτροπής ότι «δεν συγχωρείται ταύτιση συνηγόρου και εντολέα», πλην όμως ούτε η επιτροπή, ούτε το Δ.Σ. αν και ζητήθηκε με σχετική αίτηση άρθρωσαν υπερασπιστικό για τους συναδέλφους λόγο.

Τέλος, παρά το ότι οι πλείστοι των συνηγόρων υπεράσπισης της υπόθεσης αυτής αυτοπεριοριζόμενοι στα όρια του θεσμικού τους ρόλου παρέβλεψαν το παραπάνω εχθρικό για αυτούς κλίμα και προσάρμοσαν ανάλογα τη στάση τους στα Μ.Μ.Ε αποφεύγοντας ιδίως τις τηλεοπτικές εμφανίσεις χωρίς ιδιαίτερο λόγο, διάφοροι μεγαλόσχημοι και άλλοι συνάδελφοι  εκπροσωπούν πολιτικώς ενάγοντες στην ίδια υπόθεση εμφανίζονται καθημερινώς μαινόμενοι στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά τόσο το Δ.Σ, όσο και η επιτροπή, όσο και τα λοιπά αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Δ.Σ.Α. σιωπούν και τους αφήνουν ανενόχλητους να ασκούν πολιτική παρέμβαση καθημερινά υπό τον τύπο του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, έστω και αν το θέμα στο οποίο εκάστοτε αναφέρονται ουδεμία σχέση έχει με την εντολή τους. Αλλά και άλλοι, μη μετέχοντες στην υπόθεση δικηγόροι, σχολιάζουν καθημερινά κατά τρόπο δυσμενή και ευτελιστικό τους υπερασπιστές συναδέλφους τους, ασκούν με τον τρόπο τους παρέμβαση στη διαδικασία και αφήνονται επίσης ανενόχλητοι.

Ενώ η μόνη ασκηθείσα μέχρι σήμερα πειθαρχική διαδικασία ασκήθηκε κατά συνηγόρων υπεράσπισης για μία τηλεοπτική εμφάνιση, συνήθως την ημέρα σύλληψης η απολογίας του εντολές τους, την ώρα που συνήγοροι πολιτικής αγωγής έχουν υπερβεί τις 100 (εκατό) τηλεοπτικές εμφανίσεις, χωρίς να ενοχληθούν από τα αρμόδια όργανα.

Ολοι αυτοί προφανώς αισθάνονται ότι δρούν εντός των ορίων της γνωμοδότησης της ανωτέρω επιτροπής.

Η οποία επιτροπή σιώπησε επί ένα μήνα παρά το ότι εγένετο καθημερινά αποδέκτης προφορικών και εγγράφων διαμαρτυριών των συνηγόρων της υπόθεσης σχετικά με τα παραπάνω. Το ίδιο και το Δ.Σ.

5. Στις 31.10.2002, η επιτροπή δεοντολογίας εξέδωσε την επόμενη (και τελευταία μέχρι στιγμής) ανακοίνωσή της με την οποία αφού πρώτα διατυπώνει ανέξοδα (πρόκειται για τις γενικολογίες και τα ευχολόγια που χαρακτηρίζω στην προηγούμενη επιστολή μου) τη «μείζονα πρόταση ότι η επικοινωνία συνηγόρου και κρατουμένου πρέπει να γίνεται χωρίς κανενός είδους παρακολούθηση κλπ», ερχόμενη στο δια ταύτα γνωμοδοτεί ότι :

- Προκειμένου περί ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων, όπως η τρομοκρατία, τα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΣΔΑ έχουν από μακρού αποφανθεί ότι η επιβολή ελέγχων (στην ανταλλαγή εγγράφων της δικογραφίας μεταξύ συνηγόρων και κρατουμένων) είναι θεμιτή, υπό τον όρο ότι θα τις διεξάγει δικαστικός λειτουργός και όχι απλός σωφρονιστικός υπάλληλος (λες και αυτό είναι το πρόβλημα).

- Συνιστούν απλώς «αθέμιτες πρακτικές» οι απροκάλυπτες παρανομίες και αυθαιρεσίες όπως η μέσω ταχυδρομείου διαβίβαση εγγράφων από κρατουμένους σε συνηγόρους και καλεί να αντικατασταθούν από άλλες (προφανώς συντομότερες και λιγότερο γραφειοκρατικές, πάντως με το στοιχείο της λογοκρισίας και του ελέγχου των διαβιβαζομένων εγγράφων και του δικαιώματος κατάσχεσής τους).

Εκεί όμως που η γνωμοδότηση «δίνει ρέστα» είναι το ζήτημα των δυσμενών διακρίσεων στις συνθήκες κράτησης των συγκεκριμένων κατηγορουμένων και την επικοινωνία τους με τους οικείους τους.

Κρίνει ότι δεν υπάρχει ουσιώδης απόκλιση από τα ισχύοντα για τους λοιπούς υποδίκους, ότι δεν προσβάλλονται τα δικαιώματά τους ως υπόδικοι και ότι οι περιορισμοί τους δεν είναι υπέρμετροι και δυσανάλογοι εν όψει του επιδιωκομένου σκοπού της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

Εν ολίγοις δεν υπάρχει ουσιώδης απόκλιση όταν : Ο χρόνος επισκεπτηρίων με τους οικείους τους είναι λιγότερος χρονικά από το ½ των κοινών υποδίκων, όταν οι κοινοί υπόδικοι διαβιούν με καθεστώς ανοιχτών κελιών και δυνατότητα προαυλισμού με οποιονδήποτε συγκρατούμενο της πτέρυγάς τους, απεριόριστη δυνατότητα τηλεφωνικής επικοινωνίας με οποιονδήποτε, ακώλυτη επικοινωνία με δημοσιογράφους (βλ. πρόσφατες τηλεοπτικές παρεμβάσεις του χουντικού κρατούμενου Ντερτιλή), όταν η απομόνωση για τους κοινούς υπόδικους και κατάδικους είναι πειθαρχική καταδίκη και για τους κρατούμενους της 17Ν καθημερινός τρόπος κράτησης (άλλοι σε σχετική και άλλοι σε απόλυτη απομόνωση).

Ένα μάλιστα μέλος της επιτροπής, ο κ. Στεφανάκης, χρησιμοποιώντας την ιδιότητά του αυτή, δηλαδή εκπροσωπώντας ουσιαστικά τον ΔΣΑ, εμφανίστηκε μετά την έκδοση της γνωμοδότησης σε τηλεοπτική εκπομπή και στη συνέχεια αρθρογράφησε υποστηρίζοντας ότι η απομόνωση των κρατουμένων είναι σύννομη και θεμιτή για την επιτυχία της ανάκρισης.

Στο θέμα της μεταχείρισης συνηγόρων από τα Μ.Μ.Ε. η επιτροπή αφού και πάλι διατυπώνει τη μείζονα ευχολογική της πρόταση περί σεβασμού και μη ταύτισης συνηγόρου και εντολέα, παρακάμπτει πλήρως όλες τι συγκεκριμένες καταγγελίες χωρίς να πάρει θέση για καμμία, καλύπτοντας έτσι όλες τις ασχήμιες που υπέστησαν οι καταγγείλαντες συνάδελφοι, τουναντίον δε προβαίνει σε υποδείξεις προς τους «λειτουργούς των Μ.Μ.Ε.», να αντιμετωπίζουν «με συγκεκριμένη καταγγελία στα αρμόδια πολιτειακά όργανα και όχι με υπαινιγμούς και χαρακτηρισμούς αφηρημένους και απρεπείς, προφανώς δηλαδή τους υποδεικνύει την τακτική των μηνύσεων, αντί εκείνης της τηλεοπτικής διαπόμπευσης, που οι λειτουργοί αυτοί χρησιμοποιούν.

Τέλος, η επιτροπή ζητά από τους συναδέλφους της παραπάνω υπόθεσης να την αφήσουν ήσυχη. «...η εξέταση ερωτημάτων και παραπόνων.....εκφεύγει της αποστολής της. Αρμόδιοι.........είναι κατ αρχήν ο ανακριτής, το οικείο δικαστικό συμβούλιο......» κλπ

Η κρατούσα δημοσιογραφία έσπευσε πάλι να απονείμει τα εύσημά της στην «Επιτροπή Δεοντολογίας του Δ.Σ.Α.» με νέο γύρο δημοσιευμάτων και μία μερίδα της κλιμάκωσε τις επιθέσεις κατά συνηγόρων της υπόθεσης, θεωρώντας - και σωστά - ότι έχει τα νώτα της καλυμμένα (βλ. ενδεικτικά Ριχ. Σωμερίτη «Λευκά κελιά και μαύρες σκέψεις», Βήμα 10.11.2002, ιδίου «Οι πράκτορες της νέας ανωμαλίας» Βήμα 14.11.2002 κλπ).

Το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. όλο αυτό το χρονικό διάστημα απαξιοί να ασχολείται με το θέμα, αρκούμενο να έχει μετατρέψει τις συνεδριάσεις του σε φιλολογικά απογεύματα κάθε Τρίτη στην «αίθουσα Τάκη Παππά».

6. Με βάση όλα τα παραπάνω, που είτε το θέλουμε είτε όχι αφενός βρίσκονται (εύλογα) στην κορυφαία θέση του κοινωνικού και πολιτικού ενδιαφέροντος και αφετέρου (και κυρίως) αναδεικνύουν σοβαρότατους κινδύνους στην εξέλιξη των συνταγματικών δικονομικών και σωφρονιστικών δικαιωμάτων των πολιτών, που η νομιμοποίηση των αυθαιρεσιών θα λειτουργήσει αύριο erga omnes, αλλά και κινδύνων για τη θεσμική λειτουργία του συνηγόρου και την αξιοπρεπή αντιμετώπισή του από τις αρχές και τα Μ.Μ.Ε, καθώς επίσης και κινδύνων για τον τρόπο αντίληψης των δεοντολογικών υποχρεώσεων των δικηγόρων σε σειρά ζητημάτων (τηλεοπτικές εμφανίσεις, μυστικότητα ανάκρισης κλπ)

Θεωρώ απαράδεκτη τη συνέχιση της ύπαρξης της επιτροπής δεοντολογίας, την δημόσια καθ οιονδήποτε τρόπο εμφάνισή της  και την απεμπόληση από το Δ.Σ. των κορυφαίων αυτών λειτουργιών του. Όλα αυτά υπονομεύουν τις παραδόσεις του σώματος και βρίσκονται σε κραυγαλέα αντίθεση με τα καθήκοντά του απέναντι στους δικηγόρους, την κοινωνία και τη θεσμική και κοινωνική αποστολή του Δ.Σ.Α.

Ζητώ την κατάργηση της επιτροπής και την  άμεση σύγκλιση του Δ.Σ. σε δημόσια συνεδρίαση με μοναδικό και αποκλειστικό θέμα ημερήσιας διάταξης το καθεστώς απειλής δικαιωμάτων και ελευθεριών που διαμορφώνεται με αφορμή την υπόθεση 17Ν και τους τρόπους αντίδρασης του δικηγορικού σώματος.

Παρακαλώ όπως έχω δικαίωμα κατ άρθρο 234 του κώδικα για τη σύγκληση του Δ.Σ. κατά τα ανωτέρω προς συζήτηση του θέματος.

Παρακαλείται ο κ. Δ/ντής του συλλόγου να μεριμνήσει για την πρωτοκόλληση της παρούσας και τη διανομή της στα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

                                                                  Αθήνα, 20/11/2002

 Ο αιτών

 
   
   
   
   
17 Αυγούστου 2002

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η χαμένη αξιοπρέπεια της δημοκρατίας


Το τελευταίο χρονικό διάστημα και με αφορμή την υπόθεση της 17Ν είμαστε όλοι μάρτυρες μιας συντονισμένης εκστρατείας ενάντια σε ιδεολογικοπολιτικούς χώρους, απόψεις και πρακτικές, αλλά και ακύρωσης δημοκρατικών δικαιωμάτων που έχουν καθιερωθεί με μακροχρόνιους αγώνες:

Από τη μια μεριά πάνω στους κατηγορούμενους για τη δράση της 17Ν. δοκιμάζονται για πρώτη φορά -εν είδει πειραματόζωων- μια σειρά κρίσιμων δικονομικών παραβιάσεων. Η δοκιμή αυτή δεν αφορά μόνο τους κατηγορουμένους, αλλά πρωτίστως τις ίδιες τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας.

Ειδικότερα:

•-  παρεμποδίζεται η επικοινωνία των κατηγορουμένων με τους συνηγόρους υπερασπίσεως. Η επικοινωνία αυτή περιορίζεται στη μια ώρα, ενώ ακόμα και το επισκεπτήριο κρατά περισσότερο και μάλιστα υπό συνθήκες (παρακολούθηση, απαγόρευση ανταλλαγής σημειωμάτων) που καθιστούν αδύνατη την προετοιμασία τέτοιου μεγέθους δίκης

•-  οι συνθήκες κράτησης των κατηγορουμένων (και ιδίως όσων δεν «ομολογούν») παραβιάζουν κάθε διάταξη του σωφρονιστικού κώδικα (λευκά κελλιά, απομόνωση, ατομικός προαυλισμός κλπ).

- διατάσσεται χωρίς την συναίνεση του κατηγορουμένου η λήψη δείγματος DNA (και μάλιστα δείγματος αίματος), κατά παράβαση του δικαιώματος στη μη αυτοενοχοποίηση και της αρχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

•-  κατά παράβαση κάθε συνταγματικού κανόνα κατακρατείται παρανόμως ύποπτος χωρίς να του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και χωρίς να επιτρέπεται οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του.

•-  κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου αθωότητας δημοσιεύονται (με θεσμικό σχεδόν τρόπο) στον τύπο οι (μυστικές) προανακριτικές ομολογίες και καταθέσεις των κατηγορουμένων, με σκοπό να (προ)αποδειχθεί η ενοχή των κατήγορου μένων και να διαμορφωθεί στο ευρύ κοινό η πεποίθηση για την ενοχή τόσο αυτών, όσο και των συγκατηγορουμένων τους.

•-  αμφισβητείται άμεσα από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο η αναγνώριση του θεσμού του πολιτικού εγκλήματος σε περίοδο δημοκρατίας, κατά παράβαση των συνταγματικών κανόνων που ρητώς προβλέπουν το θεσμό αυτό. Ενδεικτικό της αντίφασης όσων υπερασπίζονται τη λογική αυτή (μεταξύ αυτών δυστυχώς και ο Πρόεδρος του ΔΣΑ) είναι ότι δικαιολογούν την καθιέρωση της τρομοκρατίας ως αυτοτελούς εγκλήματος επειδή στρέφεται κατά του πολιτεύματος της δημοκρατίας (όπως η εσχάτη προδοσία) και συνεπώς αποτελεί κατ' εξοχήν πολιτικό έγκλημα (ακόμα και με την αντικειμενική θεωρία)!!!

•-  αμφισβητείται ακόμα και το δικαίωμα των κατηγορουμένων να έχουν συνήγορο, όσοι δε αναλαμβάνουν την υπεράσπιση των κατηγορουμένων τίθενται στο στόχαστρο των ΜΜΕ. Ιδιαίτερα αλγεινή μάλιστα εντύπωση προκαλεί η στάση συναδέλφων που εμφανίζονται στα κανάλια και με πομπώδη τρόπο δηλώνουν ότι αυτοί ποτέ δεν θα αναλάμβαναν παρόμοια υπόθεση (μόνο ναρκεμπόρων και ψυχοπαθών βιαστών και δολοφόνων...).

Για να μη μιλήσουμε για τις καταγγελίες περί βασανιστηρίων που αποτελούν κρίσιμο πολιτικό γεγονός και αν αληθεύουν θα πρέπει να οδηγήσουν σε σαρωτικές πολιτικές εξελίξεις.

Τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται με το γνωστό από παλιά επιχείρημα: «όχι δικαιώματα για τους εχθρούς των δικαιωμάτων», «όχι ελευθερία για τους εχθρούς της ελευθερίας», που σήμερα παίρνει και τη λαϊκίστικη μορφή «τα θύματα είχαν δικαιώματα ». Το επιχείρημα αυτό προξενεί βαθιές πληγές στην ίδια τη δημοκρατία που ισχυρίζεται ότι προσπαθεί να προστατεύσει. Η δημοκρατία που θυσιάζει την ελευθερία και τα δικαιώματα του κατηγορουμένου στο όνομα της ασφάλειας μόνο κατ' όνομα δικαιούται να φέρει αυτό τον τίτλο.

Άλλωστε αυτές οι επιθέσεις ενάντια στα δικαιώματα δεν αποτελούν ένα συγκυριακό φαινόμενο. Έρχονται ως συνέχεια (και ως προχώρημα) των θεσμικών τομών που έχουν τα τελευταία χρόνια προωθηθεί σε Ευρώπη και Ελλάδα και αίρουν πλήρως τις συνταγματικές εγγυήσεις διαμορφώνοντας ένα νέο «αντισύνταγμα»: νόμος για το ηλεκτρονικό φακέλλωμα, συνθήκες Σένγκεν και Ευρωπόλ, τρομονόμος, ευρωτρομονόμος, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ήδη με τον νέο τρομονόμο που ετοιμάζει το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιχειρείται η οριοθέτηση του εγκλήματος της τρομοκρατίας βάσει μιας αόριστης έννοιας που θα οδηγεί σε ένα δεύτερο παράλληλο ποινικό κώδικα (αυστηρότερες ποινές, παραγραφή στα 30 έτη κλπ). Με άλλα λόγια, όποιος κατά τη γνώμη των διωκτικών αρχών -και στην πραγματικότητα βάσει του φρονήματος του- εμπίπτει στην αόριστη αυτή έννοια θα αντιμετωπίζεται βαρύτερα από κάθε άλλο κατηγορούμενο, παρότι θα έχουν τελέσει το ίδιο αδίκημα.

Τα μέτρα αυτά που ασμένως προωθεί το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ σε αγαστή σύμπνοια με την ΝΔ ανατρέπουν τις φιλελεύθερες εγγυήσεις του ποινικού συστήματος και διαμορφώνουν μια νέα ποινική πραγματικότητα που έχει ως στόχο το φρόνημα και όχι την πράξη, την συλλογική αντί για την ατομική ευθύνη. Αυτή η επιστροφή στις καλύτερες παραδόσεις του ναζιστικού ποινικού οπλοστασίου -όσο και αν σήμερα φαίνεται να αφορά κάποιες περιθωριακές ομάδες- στην πραγματικότητα στοχεύει κάθε πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική αντίσταση στην εκσυγχρονιστική λαίλαπα και στην τρομοκρατία της νέας τάξης πραγμάτων, στοχεύει το ίδιο το δικαίωμα να αγωνίζεσαι.

Στα ίδια πλαίσια και με την ίδια στόχευση επιχειρείται σήμερα από την άλλη μεριά η διαμόρφωση ενός ιδεολογικοπολιτικού κλίματος τρομοϋστερίας, κατατρομοκράτησης και κατασυκοφάντησης ανθρώπων, πολιτικών χώρων, και πρακτικών με τον οργουελικού τύπου βομβαρδισμό της νοημοσύνης των πολιτών από τα ΜΜΕ.

Έτσι, η πάλη ενάντια στην κοινωνική ανέχεια, οι αγώνες των αγροτών, των εργαζομένων, των σπουδαστών για την υπεράσπιση και την διεύρυνση των δικαιωμάτων τους, που δεν περιορίζονται στα όρια του «κοινοβουλευτικού διαλόγου», ταυτίζονται με τη δράση της 17Ν σε ένα γενικό ιδεολογικό τσουβάλι «πολιτικής βίας, που δεν νομιμοποιείται στα πλαίσια της βασιζόμενης στο διάλογο δημοκρατίας»...

Η κρατική βία και αστυνομοκρατία σε κάθε κινητοποίηση, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων, η συμμετοχή σε άδικους πολέμους, οι παρακολουθήσεις στο δρόμο και στο χώρο εργασίας, η εκατόμβη των εργατικών ατυχημάτων, φαίνεται ότι δεν αποτελούν βία για τους θιασώτες του κυρίαρχου πολιτικού λόγου...

Αντίστοιχα η αριστερά -και ιδίως η ριζοσπαστική αριστερά- φέρεται ως το προαύλιο της «τρομοκρατίας» (όπως τα μαλακά με τα σκληρά ναρκωτικά), ενώ την ίδια ώρα τα κανάλια επωάζουν το αυγό του φιδιού, νομιμοποιώντας μια σειρά γνωστούς ακροδεξιούς.

Φαίνεται μάλιστα ότι στην Ελλάδα του σήμερα δεν υπάρχουν άλλα θέματα προς προβολή από τα μέσα, εκτός από την υπόθεση της 17Ν !

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δράση της 17Ν ήταν ξένη προς τους αγώνες και τις επιδιώξεις των μαζικών κινημάτων στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τέτοιες πρακτικές όχι μόνο δεν έχουν προωθήσει τα συμφέροντα των πληττόμενων στρωμάτων, αλλά έχουν χειροτερεύσει τη θέση του. Είναι όμως ταυτόχρονα αναμφίβολο ότι η δράση της 17Ν ποτέ δεν έβαλε τη σφραγίδα της στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, δεν αποτέλεσε ποτέ ένα φαινόμενο που ακουμπούσε σε υπαρκτούς κοινωνικούς αγώνες.

Εμείς θα συνεχίσουμε να αμφισβητούμε τους νέους μύθους της εποχής μας.

Δεν μας πείθει η θωράκιση των κατασταλτικών μηχανισμών ως μέσο για τη θωράκιση της δημοκρατίας.

Δεν μας πείθει η «αποτελεσματικότητα» των διωκτικών αρχών, που μέχρι να προκύψουν τυχαία γεγονότα αποδεικνύουν την (αν)αποτελεσματικότητά τους μόνο στο στήσιμο σκευωριών (βλ. και τις πρόσφατες μεθοδεύσεις στην υπόθεση Λεσπέρογλου).

Δεν μας πείθει η ανάγκη για τον ασφυκτικό περιορισμό του δικαιώματος να αγωνιζόμαστε όταν αυξάνονται οι κοινωνικές ανισότητες, η περιθωριοποίηση κοινωνικών τμημάτων, η οικολογική καταστροφή.

Θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και τον θεσμικό ρόλο του συνηγόρου υπεράσπισης ως στέρεα εχέγγυα για την κατοχύρωση και την διεύρυνση της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης.

Θα πρωτοστατήσουμε για τη λειτουργία της Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων στο ΔΣΑ.

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΑΘΗΝΑΣ

 
   
   
   
   
23 Ιουνίου 2002

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Δικηγορικός πληθωρισμός - Μύθοι και πραγματικότητα


Σύσσωμος ο κυρίαρχος συνδικαλισμός στον Δ.Σ.Α. (η " κρατούσα άποψη" θα μπορούσαμε να πούμε) τα τελευταία χρόνια έχει ανακαλύψει τον λεγόμενο " δικηγορικό υπερπληθωρισμό" ως αιτία όλων των προβλημάτων και δεινών της δικηγορίας. Πρόκειται για μιά θεώρηση που σπάνια συναντά αμφισβητήσεις, χαΪδεύει αυτιά καθώς συντηρεί την κρυφή και ενίοτε φανερή ελπίδα πολλών ότι κάποτε θα περιοριστεί η είσοδος στη δικηγορία και συνεπώς θα ανοίξει η τύχη όσων έχουν προλάβει να μπούν, και κυρίως μεταθέτει σε άλλες πλευρές την ευθύνη για όσα συμβαίνουν στη δικηγορία.

Ελπίζουμε ότι οι απόψεις μας, που προέρχονται από διαφορετική κοινωνικοπολιτική θεώρηση και εκφράζουν κάποια σημαντική μερίδα δικηγόρων συμβάλλουν στην προσέγγιση των δικηγορικών ζητημάτων χωρίς συντεχνιακές αυταπάτες, σκιαμαχίες και κατασκευές εχθρών κοινής αποδοχής ως άλλοθι για τη συγκάλυψη υπαρκτών προβλημάτων και σοβαρών συνδικαλιστικών ευθυνών για τη διαιώνισή τους.

-----------------

 

1. Η ανεργία, πτυχιούχων καί μη, η περιορισμένη απασχόληση και η ετεροαπασχόληση, είναι διεθνές κοινωνικοικονομικό φαινόμενο με δομικά πλέον χαρακτηριστικά στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές xώρες, για τις οποίες εδώ και χρόνια γίνεται λόγος για την κοινωνία των 2/3. Η συζήτηση για τις αιτίες (κρίση υπερσυσσώρευσης, ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, αναδιάρθρωση και διεθνοποίηση καπιταλιστικής παραγωγής) είναι φυσικά ανεξάντλητη.

Οπωσδήποτε όμως η εν Ελλάδι απόδοση του φαινομένου στην " αθρόα παραγωγή πτυχιούχων" , όσο και άν ουδέποτε υπήρξε σχετικός προγραμματισμός, είναι αβασάνιστα επιφανειακή.

Επιτέλους τι θα άλλαζε άν η Νομική είχε λιγότερους εισακτέους, από πόρτες και παράθυρα, τα προηγούμενα χρόνια Οτι οι μισοί και πλέον από τους σημερινούς δικηγόρους θα είχαν σπουδάσει στην Ιταλία και αλλού, όπως συνέβη με τους γιατρούς, τους φαρμακοποιούς, τους μηχανικούς κλπ Και από ποιά οικονομικά στρώματα του πληθυσμού θα προέρχονταν Μήπως μόνο από εκείνα που θα μπορούσαν να συντηρούν τις σπουδές των παιδιών τους στο εξωτερικό

2. Δεν είναι μόνο η δικηγορία που παραπονείται για επαγγελματικό πληθωρισμό. Ολα τα επαγγελματα, από τα πιό παραδοσιακά και φθίνοντα (εργάτες, μικροεπαγγελματίες, κλπ) μέχρι τα πιό σύγχρονα και ανερχόμενα (δημοσιογράφοι, χειριστές Η/Υ και νέων τεχνολογιών κλπ) θεωρουνται κορεσμένα και σίγουρα έχουν να παρουσιάσουν μεγάλες λίστες ανέργων, χαμηλά αμειβόμενων κλπ.

Τι θα γίνει άν όλοι αυτοί επιβάλλουν το " numerus clausus " στο χώρο τους Ο υπόλοιπος πληθυσμός θα καταλήξει στον Καιάδα

Η μήπως μας αρκεί να φύγει η ανεργία από τον χώρο μας και ότι ήθελε προκύψει

Δυστυχώς αυτό το επίπεδο κοινωνικής συνείδησης, απόλυτα διαπερατό σε " συντηρητικές " και " προοδευτικές " παρατάξεις και κατά τα λοιπά υπεύθυνους κοινωνικούς παράγοντες, φιλόδοξους ενίοτε να διαδραματίσουν πολιτικό ρόλο εκφράζοντας ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα, διακρίνει τον κυρίαρχο δικηγορικό συνδικαλισμό.

3. Υπάρχει δικηγορικός πληθωρισμός στην Ελλάδα

Πόσο επαρκείς επιστημονικά και αξιόπιστες είναι οι στατιστικές που οδηγούν στο σχετικό συμπέρασμα όταν :

α) Βασίζονται στους αριθμούς των εγγεγραμμένων δικηγόρων στον ΔΣΑ και όχι όσων ασκούν πράγματι ενεργή δικηγορία (πολύ λιγότερων κατά γενική ομολογία, αλλά και σύμφωνα με τους πίνακες προεισπράξεων του μηχανογραφικού ΔΣΑ των τελευταίων χρόνων), στους οποίους μάλιστα περιλαμβάνονται και οι έμμισθοι (άνω των 3.500), που στις άλλες χώρες δεν ασκούν δικηγορία.

β) Λαμβάνουν υπόψη την -στρεβλή ως πρός την Ελλάδα κατά τα παραπάνω - αναλογία δικηγόρων - πληθυσμού κάθε χώρας, χωρίς να συνυπολογίζουν τον πολύ μεγαλύτερο αριθμό υπαλλήλων ανά ξένο δικηγόρο σε σχέση με τους Ελληνες και τελικά τον πολύ μεγαλύτερο αριθμό νοικοκυριών που αποζούν από τη δικηγορική ύλη, της οποίας η συμμετοχή στο Α.Ε..Π. επίσης δεν συνυπολογίζεται, αφού για διάφορους λόγους δεν είναι προσεγγίσιμη.

γ) Παραθέτουν ως μέτρο δυσκολίας για την πρόσβαση στη δικηγορία τις πολλαπλές μεταπανεπιστημιακές εξετάσεις και τη συνολική διάρκεια σπουδών και πρακτικής, αλλά αποσιωπούν το ότι η πρόσβαση στις πανεπιστημιακές σχολές των χωρών αυτών γίνεται ελεύθερα και συνήθως με απλή αίτηση εγγραφής στις περισσότερες και όχι με numerus clausus όπως στην Ελλάδα..

  

4. Είναι καινούργιο το φαινόμενο του " πληθωρισμού"

 

Αποδίδουν όλοι το φαινόμενο  στη  μαζικοποίηση των ΑΕ.Ι. στις δεκαετίες 1960 και 1970, η οποία  - ειρήσθω εν παρόδω - υπήρξε μεταξύ άλλων και καρπός αγώνων της νεολαίας σε όλο τον κόσμο και στην οποία ενεργά συμμετείχε και η γενιά των μελών του προεδρείου του ΔΣΑ και οι ίδιοι (και καλώς κατά την άποψή μας) με το σύνθημα " Οχι φραγμούς στην μόρφωση" που κάποτε υιοθετήθηκε και από το σημερινό κυβερνών κόμμα.

Είναι κρίμα που αγνοούν ή παραβλέπουν ότι ανέκαθεν στην Ελλάδα ο δικηγορικός κόσμος παραπονιόταν για επαγγελματικό πληθωρισμό, οι ανάγκες μάλιστα περιστολής του οποίου επέβαλαν την καθιέρωση της άσκησης με το ν. 1017/1911, που τροποποιήθηκε με το ν. 4980/1931 και στη συνέχεια με το ν. 3026/1954 (ισχύων δικηγορικός κώδικας), στις Εισηγητικές εκθέσεις των οποίων, καθώς και στις αγορεύσεις των βουλευτών κατά τη διαδικασία ψήφισης η προτεραιτότητα αυτή μονοπωλεί τη σκοπιμότητα της θέσπισής της (βλ. Ραπτάρχη τόμο 6 σελ. 323 επ.). Δεν είναι δε τυχαίο το ότι η άσκηση (περί την οποία η συζήτηση είναι άλλο τεράστιο κεφάλαιο) ακολούθησε το σημερινό της κατάντημα, αφού υπήρξε μόνο για να καθυστερεί (ή και να αποτρέπει) την ένταξη στη δικηγορία.

Τηρουμένων λοιπών των αναλογιών, στις οποίες πάντως πρέπει να συνεκτιμηθεί και η άνοδος της δικηγορικής ύλης από τις αρχές προς το τέλος του αιώνα, μάλλον τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ.

  

5. Μήπως το πρόβλημα βρίσκεται αλλού

 

Ποιές (θεσμικές τουλάχιστον) πρωτοβουλίες έλαβε ποτέ ο ΔΣΑ για την αναδιάταξη της δικηγορικής ύλης και τον περιορισμό της άνισης κατανομής της: Την αναστολή δικηγορίας για τους έμμισθους, τους πανεπιστημιακούς και τους βουλευτές, την καθιέρωση ορίου εξόδου, το legal aid, την κατοχύρωση της αμοιβής του έμμισθου συνεργάτη δικηγόρου και του εργαζόμενου ασκούμενου σε μιά συγκυρία αυξανόμενης υπαλληλοποίησης και δημιουργίας εργασιακών σχέσεων μεταξύ δικηγόρων

Ποιές πρωτοβουλίες πήρε απέναντι σε μέτρα βίαιης αποβολής των αδύναμων οικονομκά από τη δικηγορία και γενικά επιβάρυνσης του κόστους πρόσβασης στη δικαιοσύνη (ασφαλιστικό, φορολογικό κλπ) μετά τη λήξη της αποχής

Ποιές επεξεργασίες του Κώδικα περί δικηγόρων διεκδίκησε στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού του και της αποδυνάμωσης του αυταρχικού προεδροκεντρικού συνδικαλισμού, όπως είχαν υποσχεθεί οι περισσότερες παρατάξεις και ο σημερινός πρόεδρος

Μήπως τελικά όλη η κατασκευή του προβλήματος του δικηγορικού πληθωρισμού σε συνδυασμό με την κατεύθυνση της " αναβάθμισης των νομικών σπουδών" αποσκοπεί κύρια στον αποπροσανατολισμό των δικηγόρων από τη διεκδίκηση λύσεων στα υπαρκτά προβλήματα του σήμερα και του αύριο, στη μετάθεση της ευθύνης του ΔΣ του ΔΣΑ σε άλλους φορείς και στη συγκάλυψη των ογκούμενων κοινωνικών ανισοτήτων εντός του δικηγορικού χώρου, οι οποίες συντηρούνται και από την έλλειψη αντίθετης συνδικαλιστικής βούλησης και παρέμβασης του ΔΣΑ

 

...................................

Δεν αποτελεί όραμά μας μία κοινωνία ολίγων και εκλεκτών. Δεν επιθυμούμε ένα δικηγορικό επάγγελμα κλειστό, ελιτίστικο, χωρίς κοινωνική ευαισθησία και αλληλεγγύη, απρόσιτο σε όσους δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα να αντιμετωπίσουν το κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη.

Η συντεχνιακή απόδραση και ο λαϊκισμός έχουν θέση σε όσους συγχωρούν στον εαυτό τους αυταπάτες αριστοκρατικής αναβίωσης και σε εκείνους που συνειδητά τις καλλιεργούν.

Είμαστε ευτυχείς που διαπιστώνουμε καθημερινά ότι όλο και περισσότεροι δικηγόροι τις αποβαλλουν.

 
   
   
   
   
26 Μαρτίου 2002

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Εκλογικές Δαπάνες 2002


    Π Ρ Ο Σ

Τον κ. Πρόεδρο και το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

Γ Ν Ω Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η   -   Α Ι Τ Η Σ Η

Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας.

..............................

Όπως είχε πράξει και μετά τις εκλογές του 1999 χωρίς να βρεί μιμητή (βλ. αριθμ. πρωτ. 2821/22.3.1999 αίτηση στο Δ.Σ.) η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας αισθάνεται την ηθική και συνδικαλιστική υποχρέωση να γνωστοποιήσει στο δικηγορικό σώμα (συμβολικά μέσω του Δ.Σ.) το ύψος, την κατανομή και την προέλευση των εκλογικών της δαπανών.

Ανεξάρτητα από την απόφαση σκοπιμότητας του απελθόντος Δ.Σ., το οποίο με το αναξιόπιστο σκεπτικό της προστασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων είχε απορρίψει την υπ. αριθμ. πρωτ.  542/22.1.2002 πρότασή μας κατά την προεκλογική περίοδο, με αποτέλεσμα την αποδέσμευση από κάθε νομικό και δεοντολογικό φραγμό της προεκλογικής συμπεριφοράς παρατάξεων, υποψηφίων προέδρων και υποψηφίων συμβούλων, πιστεύουμε ότι όλοι οι παραπάνω έχουν την ίδια υποχρέωση και ότι η άρνηση ή παράλειψη ανταπόκρισής του θα εκτιμηθεί δεόντως από το δικηγορικό σώμα.

Ιδίως σε αυτές τις εκλογές, που το μόνο ερέθισμα συζήτησης που  προκάλεσαν στους δικηγόρους (και όχι μόνο) ήταν που βρίσκονται τόσα χρήματα και (ακόμη χειρότερα) γιατί «επενδύονται».

Αναδείχθηκε ακόμη από την προεκλογική περίοδο ως επιτακτικό και άμεσο καθήκον του Δ.Σ. η αποτίμηση του επιπέδου της προεκλογικής εκστρατείας, του τρόπου με τον οποίον υποψήφιοι πολιτεύθηκαν και «επικοινώνησαν» με τους ψηφοφόρους, με σκοπό την άμεση θέσπιση κανόνων δεοντολογίας με κυρώσεις ως προς τον τρόπο διενέργειας του εκλογικού αγώνα που θα διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια της εκλογικής διαδικασίας, την αξιοπιστία όσων ασχολούνται με τα κοινά απέναντι στο εκλογικό σώμα και τη διαφάνεια, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσουν τη συμβολή του συνδικαλιστικού διαλόγου και του συνδικαλισμού αρχών αντί της προσωπικής προβολής.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει το νωρίτερο δυνατό, τώρα και μακρυά από συγκυρίες νέας προεκλογικής περιόδου.

Διαφορετικά το Δ.Σ. αναλαμβάνει απόλυτα την ευθύνη της νομιμοποίησης της μετατροπής των εκλογών σε πασαρέλα υποψηφίων που σήμερα με το χρήμα, αύριο (ιδίως στο «ενιαίο ψηφοδέλτιο») και με την προβολή των Μ.Μ.Ε, και των εκδοτών του χώρου θα υποκαταστήσουν τον προγραμματικό λόγο με τα πάρτυ και τις αποστολές βιογραφικών και λοιπών εντύπων με αποτέλεσμα την αλλοτρίωση του δικηγορικού συνδικαλισμού, με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία και την εκπροσώπηση του θεσμικού εκφραστή των δικαιωμάτων της.

Παρακαλώ όπως έχω δικαίωμα κατ άρθρο 234 του κώδικα περί δικηγόρων για την ένταξη του θέματος αυτού στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης.

Παρακαλείται ο κ. Δ/ντής του συλλόγου να μεριμνήσει για την πρωτοκόλληση της παρούσας και τη διανομή της στα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

Αθήνα, 26.3.2002

  

                                                                                  Ο αιτών

  

ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ

 

- Παράβολο Δ.Σ.Α. για τη συμμετοχή                      δρχ 330.000

- Κόστος κουπονιών οικονομικής ενίσχυσης             δρχ 60.000

- Αφίσσα τετράχρωμη 600 τεμ. «ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ»        δρχ 75.000

- Αφίσσα τετράχρωμη 600 τεμ. «BIG BROTHER»     δρχ 75.000

- Αφίσσα τετράχρ. 600 τεμ. «ΣΤΡΟΦΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ» δρχ100.000

- Φυλλάδιο (24σελίδο, διχρ.) 5.000 τεμ                    δρχ 550.000

- Εφημερίδα «Παρέμβαση»   5.000 τεμ                    δρχ 230.000

- Αμοιβή διανομέα φυλλαδίου - εφημερίδας             δρχ  250.000

-  Αμοιβή αφισσοκολλητή (Ευελπίδων)                     δρχ   60.000

- Προσκλήσεις συνέντευξης τύπου                            δρχ  10.000

- Τρύκ κάλπης προέδρου                                           δρχ 10.000

- Αμοιβή σκιτσογράφου                                              δρχ 50.000

- Διάφορα μικροέξοδα (κατά προσέγγιση)                 δρχ 50.000

 

                                                        Σ Υ Ν Ο Λ Ο         Δ Ρ Χ  1.850.000

                                                                           ΕΥΡΩ  5.429,2

 

Το κόστος των δαπανών καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από εισφορές μελών και από κυκλοφορία κουπονιών οικονομικής ενίσχυσης σε μέλη και φίλους της παράταξης καθώς και άλλους συναδέλφους. Ανώτατο όριο οικονομικής βοήθειας είχε ορισθεί για τα μέλη το ποσό των 150 ΕΥΡΩ και για  τους λοιπούς τα 100 ΕΥΡΩ. Ευχαριστούμε θερμά όλους όσους μας βοήθησαν.

Τέλος είναι γνωστό ότι οι υποψήφιοι της Εναλλακτικής Παρέμβασης δεν διενεργούν ατομικές εκλογικές εκστρατείες και κατά συνέπεια δεν υφίστανται αντίστοιχες δαπάνες προς δημοσιοποίηση.

Αθήνα, 26.3.2002

 
   
   
   
   
10 Φεβρουαρίου 2002

εκτύπωση του άρθρου pdf
   ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 12 χρόνια συνεχούς παρουσίας στο δικηγορικό συνδικαλισμό


[άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Εποχή» της 10.2.2002, με υπογραφή: «Π.Π.»]  

Οι εκλογές για την ανάδειξη των Διοικητικών Συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων διεξάγονται την τελευταία Κυριακή αυτού του Φλεβάρη (24 Φεβρουαρίου). Στο σύλλογο της Αθήνας η ψηφοφορία θα συνεχιστεί και τη Δευτέρα 25 Φλεβάρη. Ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας έχει περί τα 16.000 μέλη και οι εκλογές των δικηγόρων παραδοσιακά θεωρούνται ως αρχαιρεσίες με ευρύτερη πολιτική σημασία.

Στις εκλογές του Συλλόγου της Αθήνας λαμβάνουν μέρος δώδεκα (12) συνδυασμοί υποψηφίων συμβούλων, ενώ δεκατρείς (13) υποψήφιοι διεκδικούν τη θέση του Προέδρου του Δ.Σ.Α. Εάν κάποιος βιαστεί να πανηγυρίσει μια θεαματική επιστροφή στο συνδικαλισμό και την πολιτική, θα του λέγαμε να είναι λίγο επιφυλακτικός/η.

Σε ένα κλάδο χωρίς ουσιαστικές μαζικές διαδικασίες και με ελάχιστους δημόσιους χώρους διαλόγου, η προοπτική της ατομικής ανάδειξης, η χρησιμοποίηση του συνδικαλισμού ως εφαλτηρίου για μια πολιτική ή συνδικαλιστική «καριέρα» υποκαθιστά την πολιτική και τον προγραμματικό συνδικαλισμό. Η προκλητική σπατάλη εκατομμυρίων από τους υποψήφιους συμβούλους, η ξαφνική εμφάνιση ανθρώπων απόντων από κάθε είδους κοινωνική δράση, το παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων και των προνομιακών σχέσεων με ορισμένα ΜΜΕ δημιουργούν ένα πλαίσιο εντός του οποίου κάθε αριστερός προγραμματικός λόγος ασφυκτιά.

Οι κυρίαρχοι τα τελευταία χρόνια συνδυασμοί «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ» και «ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ (ΕΝΕΡΓΩΝ) ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ», που εκφράζουν τις επιλογές των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ στο Σύλλογο, αλλά και η «ΕΝΩΤΙKH ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ» του προέδρου του Δ.Σ.Α. Ρουπακιώτη δεν αποτελούν συνδικαλιστικές παρατάξεις με την έννοια των κυττάρων συλλογικής λειτουργίας και παραγωγής πολιτικής, αλλά αθροίσματα προσώπων δίχως άλλη συνεκτική ουσία παρά την επιθυμία της ατομικής συμμετοχής στη διοίκηση του Συλλόγου. Η απουσία της επεξεργασίας πολιτικής στους χώρους αυτούς υπογραμμίζεται από γεγονότα όπως η πρόσφατη (άτυπη μεν πολύ ουσιαστική όμως) στήριξη που φαίνεται ότι παρέχει ο πρόεδρος της ΝΔ στο Ρουπακιώτη. H κίνηση ξενίζει ίσως όποιον/α δεν έχει μια άμεση επαφή με το δικηγορικό χώρο, είναι ωστόσο σε απόλυτη συμφωνία με το «πνεύμα Ρουπακιώτη», δηλαδή με την επαγγελία μιας προεδρικής πρακτικής που μπορεί «ενωτικά» και δίχως συγκρούσεις (ούτε εσωτερικές ούτε με την εξουσία) να αντιμετωπίζει τα «κοινά» προβλήματα του κλάδου.

Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών στον κλάδο έχουν καταστήσει την ανάγκη μιας συγκροτημένης αριστερής προγραμματικής αντιπολίτευσης επιτακτική. Η πλειοψηφία των νέων δικηγόρων σήμερα εργάζονται σε μεσαία ή μεγάλα δικηγορικά γραφεία κάτω από ένα ασαφές εργασιακό πλαίσιο που ενθαρρύνει την υπερεκμετάλλευση και δεν εξασφαλίζει ούτε ένα ελάχιστο επίπεδο αποδοχών. Ο θεσμικός ρόλος του δικηγόρου υποβαθμίζεται και αμφισβητείται από τις δυνάμεις της αγοράς που έχουν προκρίνει το χώρο των νομικών υπηρεσιών ως προνομιακό για τον προσπορισμό κερδών, ενώ η γενικότερη τάση περιστολής των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων υπονομεύει τον υπερασπιστικό ρόλο του δικηγόρου.

Η «ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΑΘΗΝΑΣ», παράταξη με δωδεκαετή πλέον συνεχή (και όχι προεκλογική) παρουσία στο δικηγορικό συνδικαλισμό, συμμετέχει και σε αυτές του Δ.Σ.Α. με ψηφοδέλτιο υποψηφίων συμβούλων και δίχως υποψήφιο πρόεδρο. Το ψηφοδέλτιό της αποτελείται κυρίως από νέες και νέους δικηγόρους, που αναφέρονται στην ανένταχτη, ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά. Αντιπολιτεύεται τις νεοφιλελεύθερες αλλά και τις συντεχνιακές στρατηγικές για το νομικό επάγγελμα και διατυπώνει θέσεις για ριζικές αλλαγές στο νομικό επάγγελμα από τη σκοπιά των στρωμάτων που σήμερα αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της κρίσης με οξύ τρόπο, δηλαδή από τη σκοπιά των μαχόμενων, των νέων και των συνεργατών δικηγόρων.

 
   
   
   
   
26 Ιανουαρίου 2002

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Μετανάστευση - μεταναστευτική πορνεία - trafficking: η νομοθεσία στην υπηρεσία των δουλεμπόρων


του Κώστα Παπαδάκη

Κυρίες και κύριοι,

Ο αρχικός υπότιτλος «Υπάρχουσα νομοθεσία : Νέοι νόμοι περί μετανάστευσης και πορνείας και η σχέση τους με τα ανθρώπινα δικαιώματα» που οι οργανωτές της ημερίδας ανέγραψαν ως θέμα της εισήγησής μου δεν ανταποκρίνεται δυστυχώς στην πραγματικότητα κατά το μέρος που αναφέρεται σε νέους νόμους ως προς τη μετανάστευση και την πορνεία, διότι νόμοι νέοι περί αυτών δεν υπάρχουν.

Προφανώς η αναφορά περί νέων νόμων εξέφραζε τον ευσεβή πόθο των οργανωτών ότι κάποιο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, που πράγματι επιχειρεί τροποποιήσεις στις υπάρχουσες διατάξεις περί πορνείας, θα είχε θεσπιστεί και θα είχε καταστεί νόμος μέχρι τη σημερινή διοργάνωση, όμως δεν έχει επακολουθήσει ψήφισή του.

Οσο για τη μετανάστευση, ο νόμος 2910/2.5.2001 είναι πράγματι νέος σχετικά, όμως οι διατάξεις του ρυθμίζουν συνολικά τα θέματα της εισόδου, παραμονής, εργασίας, απελάσεων και άλλων ρυθμίσεων για αλλοδαπούς στην Ελλάδα, δεν υπεισέρχεται όμως σε ζητήματα μεταναστευτικής πορνείας και συνεπώς ο σχολιασμός του, όσο ενδιαφέρον και αν παρουσιάζει,  μάλλον βρίσκεται έξω από τα όρια του σημερινού μας θέματος.

Ωστόσο καθόλου δεν στερείται ενδιαφέροντος η παρουσίαση, ο σχολιασμός και η αξιολόγηση των ισχυουσών διατάξεων κατ αρχήν για την πορνεία γενικά, χωρίς διάκριση ανάμεσα σε εγχώρια και μεταναστευτική ή εισαγόμενη, για να δούμε με ποιο τρόπο ο Ελληνας νομοθέτης αντιμετωπίζει την πορνεία και κυρίως την κατά διαφόρους τρόπους προώθηση και εκμετάλλευσή της. Και στη συνέχεια για να ιχνηλατήσουμε τις απαιτούμενες μεταβολές, καθώς και το εάν το νομοσχέδιο που τις επιχειρεί βρίσκεται σε σωστή κατεύθυνση.

Οι ρυθμίσεις της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με την πορνεία διέπονται σήμερα από τα εξής βασικά νομοθετήματα :

α) Το 19ο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 336 έως και 353), υπό τον τίτλο «Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής»

Σημαντικότερες διατάξεις του αναφορικά με την πορνεία και την οικονομική της εκμετάλλευση είναι εκείνες του άρθρου 348 (διευκόλυνση ακολασίας άλλων) 349 (μαστροπεία), 350 (εκμετάλλευση πόρνης) και 351(σωματεμπορία), στις οποίες θα αναφερθώ αναλυτικά παρακάτω.

β) Ο νόμος 2734/1999, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά το ν. 2839/2000 με τον τίτλο «Εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα» Με το νόμο αυτό, καθώς και με διάφορες Υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ εξουσιοδότησή του ρυθμίζονται κυρίως οι προϋποθέσεις για την έκδοση, λειτουργία οίκων ανοχής, τρόπο ιατρικού ελέγχου των εκδιδομένων και οργανωτικά ζητήματα.

Μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνοντας τη ρύθμιση του προγενέστερου νόμου 1193/1981, ποινικοποιεί την πορνεία στους δρόμους με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4, σύμφωνα με την οποία «Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών όποιος δημοσία παρενοχλεί το κοινό, προκαλώντας αυτό σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες κινήσεις, στάσεις, φράσεις ή κινήσεις».

Αλλά ας ασχοληθούμε με τις διατάξεις του ποινικού κώδικα. Το μέτρο της αναλογίας των προβλεπομένων ποινών προς την κοινωνική απαξία της πράξης μας το δίνει κατά τη γνώμη μου η σύγκριση με τις προβλεπόμενες ποινές για αδικήματα των οποίων ο βασικός πυρήνας ταυτίζεται με αυτόν των διατάξεων που θα σχολιάσω ή και με άλλων, υποδεέστερης κοινωνικής απαξίας.

1. Μαστροπεία :

Σύμφωνα με το άρθρο 349 Π.Κ. «1. Οποιος για να εξυπηρετήσει ακολασία άλλων προάγει στην πορνεία ή εξωθεί στη διαφθορά ανήλικα πρόσωπα ή υποθάλπει η διευκολύνει την πορνεία ή τη διαφθορά των ανηλίκων τιμωρείται με φυλάκιση εννέα μηνών μέχρι τριών ετών και με χρηματική ποινή, εάν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί για βαρύτερη αξιόποινη πράξη.

2. Η ποινή επιτείνεται σε φυλάκιση ενός έτους και σε χρηματική ποινή αν το έγκλημα τελέστηκε : α) εναντίον προσώπου νεώτερου από δεκαέξι χρόνων β) με απατηλά μέσα γ) από τον ανιόντα συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας η από θετό γονέα, σύζυγο, επίτροπο ή άλλον στον οποίον έχουν εμπιστευθεί τον ανήλικο για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη, έστω και προσωρινή.

3. Οποιος κατ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή».

Παρατηρήσεις : α. Ακόμη και στη διακεκριμένη, δηλαδή τη βαρύτερη μορφή της η μαστροπεία (παρ. 2, 3) διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος. Μάλιστα μόνο σε μία περίπτωση, εκείνη της παραγράφου («κατ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία», λές και θα μπορούσε να υπάρχει και άλλο κίνητρο) είναι δυνατή η επιβολή του μέγιστου ορίου της ποινής φυλάκισης (για τους μη νομικούς επισημαίνω ότι όταν δεν προβλέπεται ανώτατο όριο φυλάκισης, αυτή μπορεί να φθάσει μέχρι τα πέντε χρόνια και βεβαίως όταν προβλέπεται, το ανώτατο προβλεπόμενο όριο είναι πάντα χαμηλότερο από τα πέντε χρόνια, αλλιώς δεν έχει λόγο θέσπισης).

β. Η ύπαρξη της ρύθμισης αυτής κατ ουσίαν χαϊδεύει τους μαστροπούς ανηλίκων τιμωρώντας τους με ποινή εννέα μηνών - τριών ετών, όταν για παράδειγμα η κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια, που είναι έγκλημα στιγμιαίο  (Π.Κ. 342) τιμωρείται με ποινή τουλάχιστον ενός (άρα μέχρι και πέντε ετών).

Ενώ εκείνος που εξωθεί στην πορνεία το παιδί του τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους !!!

γ. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η κρατούσα νομολογία δέχεται ότι το αδίκημα της μαστροπείας δεν στοιχειοθετείται όταν το εξωθούμενο πρόσωπο έχει εκπορνευθεί και στο παρελθόν και κατατάσσει την εξώθηση αυτών των προσώπων στο αδίκημα της διευκόλυνσης ακολασίας άλλων (Π.Κ. 348), η οποία τιμωρείται ακόμη ελαφρύτερα, με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.

2. Σωματεμπορία :

 Σύμφωνα με το άρθρο 351 Π.Κ. παρ. 1 «Οποιος για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων : α) προσλαμβάνει ή παρασύρει , έστω και με τη συναίνεσή της, ανήλικη γυναίκα με σκοπό την πορνεία β) με τη βία, με απατηλά μέσα, με απειλές, με επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας ή με κάθε άλλο εξαναγκαστικό μέσο προσλαμβάνει ή παρασύρει ενήλικη γυναίκα με σκοπό την πορνεία γ) με τα προαναφερόμενα μέσα κατακρατεί παρά τη θέλησή της σε οίκο ανοχής μία γυναίκα ή την εξαναγκάζει να παραδοθεί σε πορνεία τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους μέχρι τριών ετών και με χρηματική ποινή, αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης

2. Το πιο πάνω όριο φυλάκισης επιτείνεται έως πέντε έτη, αν το έγκλημα το διέπραξε ένα από τα πρόσωπα του άρθρου 349 παρ. 2 στοιχ. γ (δηλαδή αν έχει διαπραχθεί από τον ανιόντα συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας η από θετό γονέα, σύζυγο, επίτροπο ή άλλον στον οποίον έχουν εμπιστευθεί τον ανήλικο για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη, έστω και προσωρινή).

Παρατηρήσεις : Εδώ τα πράγματα είναι τραγικά.

α) Αδίκημα, το οποίο συγκεντρώνει όλα τα πραγματικά στοιχεία του δουλεμπορίου (και αναφέρομαι στις περιπτώσεις των εδαφίων β και γ της πρώτης παραγράφου, δηλαδή τον βίαιο εξαναγκασμό σε πορνεία και τη βίαιη κατακράτηση και εκπόρνευση σε οίκο ανοχής) αντί να αντιμετωπίζεται ως κακούργημα και να τιμωρείται με κάθειρξη (πάλι για τους μη νομικούς : κάθειρξη σημαίνει στέρηση ελευθερίας τουλάχιστον για πέντε και μέχρι είκοσι χρόνια), τιμωρείται ως πλημμέλημμα και μάλιστα με μέγοστο όριο ποινής εντός των ορίων εξαγοράς.

Τι περισσότερο αλήθεια κάνει ένας δουλέμπορος, που τιμωρείται με κάθειρξη Π.Κ. 323 παρ. 2 (ορισμός του δουλεμπορίου) : «Το εμπόριο δούλων περιλαμβάνει κάθε πράξη σύλληψης, απόκτησης και διάθεσης ενός ατόμου, η οποία σκοπεύει να το κάνει δούλο, κάθε πράξη απόκτησης δούλου με σκοπό τη μεταπώληση η την ανταλλαγή του, την πράξη της παραχώρησης με πώληση η την ανταλλαγή αποκτημένου δούλου και γενικά κάθε πράξη εμπορίου η μεταφοράς δούλων.»

Ο καθένας μπορεί να κρίνει εάν όχι μόνο στη σύγχρονη μεταναστευτική πορνεία, αλλά ακόμη και στην εγχώρια παραδοσιακή, οι πράξεις που προανέφερα και προβλέπονται στο άρθρο περί σωματεμπορίας συνιστούν ή όχι εμπόριο δούλων και εάν ναι, τότε τίθεται το μέγα ερώτημα γιατί ο νομοθέτης τις αποσπά από την υπαγωγή στην κακουργηματική διάταξη περί δουλεμπορίου και τις καθιστά προνομιούχες ως προς την οινική αντιμετώπιση.

β) Όπως ακόμη τίθεται το ερώτημα γιατί όλες αυτές οι πράξεις, όταν τουλάχιστον ενέχουν το στοιχείο της βίας δεν αντιμετωπίζονται ως εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας, έννομο αγαθό που θεωρείται πρώτιστο μεταξύ αυτών που προστατεύονται ποινικά, αφού κυρίως αυτήν βλάπτουν, όπως π.χ. τα αδικήματα της αρπαγής, εμπορίου δούλων, αρπαγής ανηλίκων, παράνομης κατακράτησης, απαγωγής, παράνομης βίας κλπ, αλλά εντάσσονται στην προφανώς υποδεέστερης σημασίας κατηγορία αδικημάτων με τον χαρακτηρισμό «Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής»

γ) Σύμφωνα με το άρθρο 325 Π.Κ. «Οποιος με πρόθεση κρατεί άλλον χωρίς την θέλησή του η του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κίνησής του τιμωρείται με φυλάκιση και αν η κατακράτηση διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών».

Αυτό είναι το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης, το οποίο μάλιστα τελείται χωρίς την άσκηση βίας και τιμωρείται όπως ακούσατε με φυλάκιση δύο ετών (άρα μέχρι και πέντε) αν η κατακράτηση διήρκεσε μακρύ χρονικό διάστημα.

Συγκρίνατε την ποινή αυτή με την ποινή ενός έτους μέχρι τριών ετών που προβλέπεται για όποιον χρησιμοποιώντας βία όχι μόνο κατακρατεί παρά τη θέλησή της σε οίκο ανοχής μία γυναίκα αλλά και την εξαναγκάζει να εκπορνεύεται.

3. Γενικές παρατηρήσεις Τέλος, είναι γνωστό σε όλους σας, νομικούς και μη ότι βαρύτερες ποινές από ότι στα σχολιαζόμενα άρθρα προβλέπονται και συχνά επιβάλλονται και εκτελούνται για αδικήματα όπως οφειλές σε Ασφαλιστικά ταμεία ή στο Δημόσιο, έκδοση ακάλυπτων επιταγών κλπ. Και ο πληθυσμός των φυλακών έχει μεγαλύτερη πληθώρα τέτοιου είδους «εγκληματιών», που μάλιστα συχνά αδυνατούν να εξαγοράσουν τις ποινές τους, σε αντίθεση φυσικά με τους μαστροπούς και τους σωματέμπορους που κατά τεκμήριο δύνανται και των οποίων οι προβλεπόμενες ποινές, ακόμη και οι κατά περίπτωση ανώτατες είναι πάντα σχεδόν εξαγοράσιμες.

Εξ άλλου είναι φρικτό να διαπιστώνει κανείς ότι μόλις το 1999, με το νόμο 2734/1999 απαγορεύθηκε για πρώτη φορά σε μαστροπούς και σωματεμπόρους να λειτουργούν οίκους ανοχής, ενώ μέχρι τότε ο προϊσχύσας νόμος (1193/1991) άφηνε το θέμα του καθορισμού των σχετικών προϋποθέσεων εν λευκώ σε Υπουργικές αποφάσεις των Υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Υγείας.

Συμπερασματικά, όσο και αν ακούγεται βαρύ, πιστεύω ακράδαντα ότι η υπάρχουσα νομοθεσία προστατεύει τη μαστροπεία και τη σωματεμπορία.

3. Το νομοσχέδιο

  Τις αυτονόητες αυτές αντιφάσεις και αναγκαιότητες έρχεται να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο, για το οποίο μίλησα πριν.

Καθιστά επιτέλους κακουργηματικές τις πράξεις της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια (βλ. βιασμό), τροποποιώντας το άρθρο 342,  ποινικοποιεί σε βαθμό πλημμελήματος (τιμ. με φυλάκιση) τις ροζ αγγελίες, μόνο όμως όταν πρόκειται για ανήλικους, καθιστά κακουργηματική την πράξη της μαστροπείας (Π.Κ. 349) και μάλιστα με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών όταν τελέστηκε κατά προσώπου νεωτέρου των 16 ετών, από συγγενή κλπ, καθώς και τη σωματεμπορία, με τις ίδιες κλιμακώσεις.

Στη διάταξη του νομοσχεδίου περί σωματεμπορίας περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία η πράξη συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα (εκμετάλλευση μεταναστευτικής πορνείας) μεταξύ των διακεκριμένων μορφών του αδικήματος, που τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

Αντιμετωπίζεται συνεπώς για πρώτη φορά η μεταναστευτική πορνεία, μου γεννάται όμως το ερώτημα γιατί ο σωματέμπορος που έχει τη δυνατότητα να εισάγει με άδεια παραμονής (π.χ. ως καλλιτέχνιδα, άρα όχι παράνομα) το θύμα του στη χώρα πρέπει να τυγχάνει επιεικέστερης αντιμετώπισης καθώς επίσης και γιατί δεν προβλέπονται ποινές συνέργειας για αστυνομικούς και υπαλλήλους, οι οποίοι διευκολύνουν αυτές τις νομιμοποιήσεις ώστε να προσεγγισθεί και η πανθομολογούμενη διαφθορά

Και ακόμη γιατί δεν προβλέπεται καμμία έστω και στοιχειώδης κύρωση κατά των «πελατών», που γνωρίζουν ότι απολαμβάνουν επι πληρωμή σεξουαλικές υπηρεσίες από θύματα σωματεμπορίας ή ακόμη χειρότερα δουλείας

Επίσης, στα υπέρ του νομοσχεδίου είναι ότι επιχειρεί έστω και δειλά κάποια ρύθμιση κοινωνικής επανένταξης των θυμάτων της μεταναστατικής πορνείας.

Πράγματι προβλέπεται το στοιχειώδες : Η αναστολή απέλασης με διάταξη του εισαγγελέα (βλ. και άρθρο 44 παρ. 7 ν. 2910/2001) μέχρι την αμετάκλητη ποινική καταδίκη των υπαιτίων ή η αναστολή επαναπατρισμού με απόφαση του Γ.Γ. της περιφέρειας και η δυνατότητα αρωγής, περίθαλψης, φιλοξενίας και ψυχολογικής υποστήριξης των θυμάτων.

Οσο και αν η πρόσφατη μεταχείριση των λαθρομεταναστών του Αφγανιστάν από το ελληνικό κράτος ελάχιστα με πείθει για την ειλικρίνεια των προθέσεών του, οι παραπάνω προτεραιότητες είναι αναμφισβήτητα θετικές.

Και ας μου επιτραπεί να προσθέσω από ιδιαίτερο χρέος ως νομικός άλλη μία : Νομική συνδρομή (legal aid), που κάποτε πρέπει να νομοθετηθεί και να τύχει εφαρμογής σε αυτόν τον τόπο. Διότι κράτος πρόνοιας (για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν σε αυτό μετά τις νεοφιλελεύθερες και εκσυγχρονιστικές επιδρομές) σημαίνει, όσο και αν αυτό στη χώρα μας επαφίεται ακόμη στη φιλοτιμία ορισμένων δικηγόρων, δωρεάν πρόσβαση στη δικαιοσύνη , όπως θα λέγαμε δωρεάν υγεία και δωρεάν παιδεία.

4. Η σκυτάλη στην κοινωνία

Είναι όμως καιρός, εκτός από το νομοθέτη, να πάρει τον λόγο η κοινωνία.

Κοινός τόπος νομικών και μη είναι ότι καμμία ποινικοποίηση, όσο αυστηρή και αν είναι, όσο και αν αντιστοιχηθεί στην πραγματική αναλογία ποινής και απαξίας,  δεν έχει τη δύναμη να λύσει κοινωνικά προβλήματα.

Η ελληνική κοινωνία, «συντηρητική» και «προοδευτική» δεν στερείται ευθυνών για τη συντήρηση του φαινομένου.

Είναι δυσθεώρητο μέγεθος ο αριθμός του 1.200.000 Ελληνικών αρσενικών (σχεδόν το μισό του ενεργού σεξουαλικά πληθυσμού), που ακούστηκε από πρόσφατη και έγκυρη τηλεοπτική εκπομπή, και με ενδιαφέρον βλέπω μεταξύ των επόμενων ομιλητών βασικό της συντελεστή για να επιβεβαιώσει την εκτίμηση) που έχει έλθει σεξουαλική επαφή μόνο το 2001 με θύματα μεταναστευτικής πορνείας.

Η «ζήτηση» αυτή, εάν η στατιστική είναι ακριβής, δείχνει πόσο ισχυρά συμφέροντα συγκροτούν την ιδιόρρυθμη αυτή αγορά και πόσο δύσκολη θα είναι η καταστολή τους.

Δείχνει όμως και κάτι άλλο, ακόμη χειρότερο, και ας μην κρυβόμαστε, ότι κάτι δεν πάει καλά στις ανθρώπινες σχέσεις, στη σεξουαλικότητα, στις οικογένειες. Και είναι θέμα πολύ σοβαρό για να το συζητούν μόνον οι ψυχαναλυτές, οι ψυχολόγοι, οι σεξολόγοι ή έστω οι οποιοιδήποτε επαϊοντες.

Οφείλει η κοινωνία να ευαισθητοποιηθεί και να αναζητήσει τα στοιχεία της πρόληψης που σταδιακά θα καταστήσουν άνευ αντικειμένου την καταστολή.

Και ακόμα οφείλει να αντικαταστήσει την υποκρισία και τον ρατσισμό της με την αλληλεγγύη και την επανένταξη των θυμάτων της πορνείας. Ωστόσο τα λόγια δεν φθάνουν αν μια ολόκληρη καθημερινή νοοτροπία και πρακτική από την κορυφή μέχρι τη βάση δεν αλλάξει.

Θυμάστε ίσως κάποιοι παλιότεροι ότι πριν δέκα χρόνια ο εκλιπών τότε πρόεδρος του Ελληνικού Κοινοβουλίου Γιάννης Αλευράς προσέλαβε ως καθαρίστρια στη Βουλή μία πρώην πόρνη. Βουλευτές της αντιπολίτευσης (και όχι μόνο) δημιούργησαν σκάνδαλο και για πολλές ημέρες το θέμα ήταν πρωτοσέλιδο στον τύπο.

Εύχομαι η εποχή που μία τέτοια είδηση δεν θα αποτελεί πλέον σκάνδαλο να μην είναι πολύ μακριά.

Σας ευχαριστώ.   

Αθήνα, 26.1.2002