17 Νοεμβρίου 2017
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

έμμισθοι συνεργάτες και ασκούμενοι

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Τα δικαιώματά μας στο προσκήνιο


Ένα πέπλο ένοχης σιωπής καλύπτει την εργασιακή πραγματικότητα του κλάδου μας. Ο κυρίαρχος συνδικαλιστικός λόγος φαίνεται πως, είτε ανήμπορος, είτε απλώς απρόθυμος, επιμένει να κλείνει τα μάτια μπροστά σε μια πραγματικότητα που είναι πλέον αντιληπτή από τον καθένα:

Μια ολοένα διογκούμενη μερίδα του δικηγορικού κόσμου έχει οδηγηθεί και διαρκώς οδηγείται στη μισθωτοποίηση, η οποία μάλιστα, ελλείψει σχετικού πλαισίου και πολιτικής βούλησης από την πλειοψηφία του συνδικαλιστικού κόσμου, πραγματοποιείται με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Εργαζόμενος ως «έμμισθος συνεργάτης», ο δικηγόρος στερείται των στοιχειωδών κατοχυρώσεων του εργατικού δικαίου, ακόμη και της ίδιας αυτής της αναγνώρισής του ως εργαζομένου. Πρόκειται για μια «συνεργασία», οι όροι της οποίας καθορίζονται φυσικά από το ένα μόνο από τα μέρη και με γνώμονα τους δικούς του «προγραμματισμούς», και η οποία εν τέλει αποβλέπει στο δικό του κέρδος. Το αποτέλεσμα είναι λίγο έως πολύ γνωστό. Οι έμμισθοι συνεργάτες εργάζονται κάτω από ένα ανέλεγκτο καθεστώς, με μισθούς που στην καλύτερη περίπτωση αγγίζουν τα 600 ή 700 ευρώ, επί 11 μήνες το χρόνο, χωρίς επιδόματα και δώρα, με ανεξέλεγκτα ωράρια που κινούνται στα όρια των φυσικών αντοχών τους (το 12ωρο αποτελεί αρκετά συνήθη εκδοχή), συχνά καταλαμβάνοντας και μη εργάσιμες μέρες (σαββατοκύριακο) και φυσικά χωρίς αναγνώριση υπερωριακής απασχόλησης. Οι έμμισθοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν οι ίδιοι το σύνολο των ασφαλιστικών τους εισφορών, αφού η «συνεργασία» τους με τον εργοδότη δεν θεμελιώνει φυσικά καμιά σχετική υποχρέωση συμμετοχής του τελευταίου. Επιπλέον, είναι υποχρεωμένοι να υφίστανται τον καθημερινό δεσποτισμό στο χώρο της εργασίας τους, μια και, εκτός από τη σχέση εργοδότη/εργαζόμενου, το καθεστώς εργασίας τους επενδύεται και με τον μανδύα της αυθεντίας του γηραιότερου, που αναλαμβάνει -με το αζημίωτο- άτυπα χρέη διδασκάλου. Η κατάσταση φτάνει στην πιο χυδαία εκδοχή της, όταν οι νέες συνάδελφοι -καθόλου σπάνια!-  έρχονται αντιμέτωπες με τον σεξισμό του εργοδότη που συχνά πιστεύει πως τα διευθυντικά δικαιώματά του εκτείνονται μέχρι την στενή σφαίρα της αξιοπρέπειάς τους.

Οι τάσεις της δικηγορικής αγοράς εργασίας εξωθούν σε αυτό το καθεστώς την μεγάλη πλειοψηφία των νεοεισερχόμενων στο επάγγελμα, αλλά και διαρκώς περισσότερους μεγαλύτερους σε ηλικία συναδέλφους, των οποίων η δυνατότητα να ασκούν αυτόνομα το επάγγελμα συμπιέζεται κάτω από τον ανταγωνισμό των μεγαλοδικηγορικών γραφείων και εταιρειών. Μια τέτοια πραγματικότητα άλλωστε δεν εκπλήσσει, από τη στιγμή που το σύνολο της ζωής του δικηγορικού κόσμου έχει ήδη αρχίσει να αρθρώνεται γύρω από μια τέτοια σχέση, παρά την από ποικίλες κατευθύνσεις καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση, πως αυτό το καθεστώς δεν αποτελεί παρά προσωρινό στάδιο μιας πολλά υποσχόμενης μελλοντικής καριέρας. Ο «έμμισθος συνεργάτης» αποτελεί στην ουσία εκείνο το κομμάτι του κλάδου, που καλείται να επωμιστεί το μεγαλύτερο φόρτο εργασίας, και ιδίως τις πιο «πρακτικές» πτυχές του, ενώ ο εργοδότης απολαμβάνει τους καρπούς μιας αναγνωρισμένης νομικής «αυθεντίας». Στα πλαίσια μιας τέτοιας σχέσης, η κατανομή των ρόλων είναι σχεδόν προφανής - από την αναμονή σε ουρές έως την παρασκευή του καφέ της ημέρας για τον μεν, «επιτελική» και «καθαρή» δουλειά για τον δε. Ο «έμμισθος συνεργάτης», άλλωστε, αποτελεί μια αρκετά συμφέρουσα λύση από οικονομική άποψη, αφού ένας γραμματέας ή ένας τηλεφωνητής θα αξίωναν (φευ!) τα δικαιώματα ενός εργαζομένου.

Ο έμμισθος δικηγόρος έχει γνωρίσει αυτή την πραγματικότητα ήδη ως ασκούμενος, σε μια 18μηνη «θητεία», που έχει κληθεί να υπηρετήσει, παρέχοντας ολοήμερη φτηνή εργασία (300 ευρώ είναι μια τάξη μεγέθους) υπό την ιδιότητα του «μαθητευόμενου». Στην περίπτωση των ασκουμένων, το καθεστώς μαύρης εργασίας βρίσκεται στον Κολοφώνα της δόξας του: εκεί μά-λιστα, ο νέος απόφοιτος Νομικής εργάζεται επιπλέον εντελώς ανασφάλιστος, ενώ θεσμός έχει προφανώς προϋποθέσει ότι ο ασκούμενος διαθέτει κάποιες κρυφές πηγές εισοδήματος: διότι με 300 ευρώ μηνιαίο μισθό και πλήρη απασχόληση, κανείς προφανώς δεν είναι δυνατόν να καλύψει ούτε τις στοιχειώδεις βιοτικές του ανάγκες. Ο θεσμός της άσκησης είναι στην ουσία του απαράδεκτος, εθίζει τον νεοεισερχόμενο στο επάγγελμα σε όρους εργασίας δυσμενέστερους από κάθε άλλο χώρο εργασίας (άλλωστε και ως έμμισθος αργότερα δεν θα υπερβεί το μισθό του ανειδίκευτου εργάτη) και εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη των μεγάλων δικηγορικών γραφείων για φτηνή και χωρίς δικαιώματα εργασία, αλλά και την ύπαρξη ενός μεταβατικού σταδίου, που θα επικυρώνει την αποσύνδεση του πτυχίου των νομικών σχολών από τα επαγγελματικά δικαιώματα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ύπαρξη μιας περιόδου «άσκησης» που θα καταλήγει σε εξετάσεις για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος, εξυπηρετεί και τις κρυφές βλέψεις των πιο συντεχνιακών φωνών του κλάδου για μείωση των ροών των αποφοίτων και σταδιακό κλείσιμο του επαγγέλματος.

Η αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση

Η εργασιακή πραγματικότητα αναδύθηκε με τον πιο διαυγή τρόπο κατά την τελευταία περίοδο, με αφορμή την επίθεση που εξαπολύθηκε από πλευράς κυβέρνησης στα ασφαλιστικά δικαιώματα και τις πρώτες κινητοποιήσεις του κλάδου μας.

Οι έμμισθοι και ασκούμενοι δικηγόροι αποτελούν την πλέον πληττόμενη μερίδα του κλάδου, αφού το απαράδεκτο καθεστώς υποβάθμισης, πέρα από τους γενικούς όρους εργασίας, αντανακλά και στα  ασφαλιστικά τους δικαιώματα. Αν και εργάζονται ως έμμισθοι, καλούνται να καταβάλουν αυτοί τις (παχυλές) ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς άμεση ή έμμεση συμμετοχή του δικηγόρου εργοδότη. Επιπλέον, οι εισφορές δεν κλιμακώνονται βάσει της εισφοροδοτικής ικανότητας, ούτε του καθεστώτος εργασίας, αλλά με κριτήριο τον χρόνο άσκησης του επαγγέλματος, γεγονός που συσκοτίζει την πραγματική οικονομική κλιμάκωση στο εσωτερικό του κλάδου και οδηγεί στο απαράδεκτο αποτέλεσμα, άνισα εισοδήματα να οφείλουν ίσες εισφορές, ενώ η διάκριση σε δικηγόρο/εργοδότη και δικηγόρο/εργαζόμενο φυσικά απουσιάζει από το σύστημα υπολογισμού των εισφορών. Τέλος, η μεγάλη μερίδα των έμμισθων δικηγόρων έχει ασφαλιστεί μετά την 1-1-1993, δηλαδή μετά την εφαρμογή του «νόμου Σιούφα» (ν. 2084/92), ο οποίος επιφυλάσσει σύνταξη... 450 ευρώ (!) περίπου. Στα πλαίσια της συνολικής υποβάθμισης των ασφαλιστικών δικαιωμάτων του δικηγορικού κλάδου, για τους έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους επιφυλάσσεται η δυσμενέστερη θέση: οι μισθοί των 600-700 ευρώ, που ήδη επιβαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών, θα κληθούν να αποδώσουν ακόμη περισσότερα, για ακόμη μικρότερες συντάξεις!

Παρά τις διακηρυγμένες από τον Δικηγορικό Σύλλογο αποχές, και τις προγραμματισμένες συνελεύσεις, οι έμμισθοι και ασκούμενοι δικηγόροι βίωσαν την πιο απροκάλυπτη μορφή εργοδοτικού αυταρχισμού. Η πλειοψηφία των μεγάλων γραφείων, σε μια προσπάθεια επίδειξης εργοδοτικής ισχύος, παραβίασε τις αποφάσεις του Συλλόγου και εξανάγκασε τους εργαζόμενους συναδέλφους να δουλέψουν τις ημέρες της αποχής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την ελλιπή εκπροσώπηση του πιο σκληρά εργαζόμενου κομματιού του κλάδου μας στις αποφάσεις του Συλλόγου, και αποτελεί απαράδεκτη πρακτική αυθαιρεσίας. Είναι μια πρακτική που πρέπει να καταδικαστεί - και οι παρατάξεις του Συλλόγου να πάρουν θέση, ειδάλλως να λογοδοτήσουν.

Κάτω από διαρκείς πιέσεις, το ΔΣ του ΔΣΑ αναγνώρισε πρώτη φορά, με στρεβλό έστω τρόπο, την ύπαρξη του προβλήματος και μια κατεύθυνση προς την επίλυσή του.

Με την από 4/7/06 απόφαση του ΔΣ συνδέθηκε για πρώτη φορά το καθεστώς έμμισθης συνεργασίας με την αμοιβή που προσδιορίζεται στον ν. 1093/80. Μια τέτοια σύνδεση παρέχει συγκεκριμένα δικαιώματα στον συνεργάτη δικηγόρο: Τα χρόνια δικηγορίας παίζουν πλέον ρόλο για τον προσδιορισμό της αμοιβής: οι δικηγόροι παρά Πρωτοδίκαις δικαιούνται ως βάση το 75% του μισθού του 15ου μισθολογικού κλιμακίου (σήμερα 850 ευρώ),  οι δικηγόροι παρ' Εφέταις το 75% του μισθού του 8ου μισθολογικού κλιμακίου (σήμερα 1.050 ευρώ). Ο δικηγόρος συνεργάτης δικαιούται επιδομάτων ανάλογα με την προσωπική του κατάσταση: α) επιδόματα συζύγου - τέκνων, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα χειρισμού Η/Υ. Οι έμμισθοι δικηγόροι δικαιούνται δώρα Χριστουγέννων- Πάσχα και επίδομα αδείας. Αντίστοιχα πλέον και οι συνεργάτες δικηγόροι βάσει της αποφάσεως του ΔΣ πρέπει να λαμβάνουν τα δώρα και επιδόματα που τους αναλογούν. Και στους συνεργάτες δικηγόρους μερικής ή πλήρους απασχόλησης πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας κατά τους όρους του άρθρου 94 Κώδικα Δικηγόρων. Τέλος, το κατώτατο όριο αμοιβής για τους ασκούμενους δικηγόρους που απασχολούνται σε δικηγορικά γραφεία αυξήθηκε από 440 σε 600 ευρώ.

Διεκδικούμε όρους αξιοπρέπειας με μια νικηφόρα κατεύθυνση!

Το ζήτημα της εφαρμογής των πρώτων αυτών κατακτήσεων και της διεύρυνσής τους δεν είναι τεχνικό. Είναι κυρίαρχα πολιτικό, και είναι πρωτίστως ένα ζητούμενο που τίθεται για τους έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους, ένα διακύβευμα  των συλλογικών διεκδικήσεων για μια διαφορετική δικηγορία. Είναι το αντικείμενο της πάλης για συνθήκες συνεργατικές, για ένα επάγγελμα που δεν θα είναι ανθρωποφαγικό και για τη θεμελίωση πραγματικών όρων αξιοπρέπειας στη εργασία.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΤΑ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ

ΡΗΤΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΜΜΙΣΘΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ, ΩΡΑΡΙΟΥ, ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΤΩΝ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ - ΜΟΝΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟ ΠΤΥΧΙΟ

 
   
   
   
   
9 Σεπτεμβρίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Προκήρυξη για τους έμμισθους συνεργάτες


ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

O ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ - ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε σε αφίσα του ΔΣΑ (για πρώτη φορά) η απόφαση του Δ.Σ. του ΔΣΑ που αφορά το καθεστώς και τις αμοιβές των ασκουμένων και των εμμίσθων συνεργατών δικηγόρων που δουλεύουν σε άλλα δικηγορικά γραφεία (ως γνωστόν στο παρελθόν οι αποφάσεις του ΔΣ για το θέμα παρέμεναν αδημοσίευτες για να μην τρομάξουν οι εργοδότες!).

Με την απόφαση αυτή επαναλαμβάνεται κατ'αρχήν η (και νομολογιακά αναγνωρισμένη) αναλογική εφαρμογή του ν. 1093/80 για τις αμοιβές των εμμίσθων του δημοσίου στους δικηγόρους συνεργάτες που εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε δικηγορικά γραφεία.

Τομή όμως αποτελεί ο προσδιορισμός της αμοιβής του συνεργάτη δικηγόρου που δεν εργάζεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως ποσοστό (75%) επί της αμοιβής που προσδιορίζεται για τους έμμισθους συνεργάτες.

Πλέον η αμοιβή του συνεργάτη (ακόμα και μερικής απασχόλησης) δεν εξαρτάται από τις εκάστοτε αναπροσαρμογές των κατώτατων αμοιβών που ορίζει ο Σύλλογος ανά τριετία περίπου (ή όποτε αποφασίσει η πλειοψηφία του ΔΣ να επιτελέσει έργο φιλανθρωπίας...), αλλά αναπροσαρμόζονται αυτόματα ανάλογα με τις αυξήσεις που παίρνουν οι δικηγόροι του δημοσίου. Η σύνδεση μάλιστα με την αμοιβή που προσδιορίζεται στον ν. 1093/80 παρέχει συγκεκριμένα άμεσα δικαιώματα στον συνεργάτη δικηγόρο:

• τα χρόνια δικηγορίας παίζουν πλέον (έστω και έμμεσα) χρόνο για τον προσδιορισμό της αμοιβής: οι δικηγόροι παρά πρωτοδίκαις δικαιούνται ως βάση το 75% του μισθού του 15ου μισθολογικού κλιμακίου (ήτοι σήμερα 850 ευρώ),  οι δικηγόροι παρ' εφέταις το 75% του μισθού του 8ου μισθολογικού κλιμακίου (ήτοι σήμερα 1050 ευρώ)

ο κάθε δικηγόρος συνεργάτης δικαιούται επιδομάτων ανάλογα με την προσωπική του κατάσταση: α) επιδόματα συζύγου - τέκνων, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα χειρισμού Η/Υ. Ετσι π.χ. ο δικηγόρος συνεργάτης παρά πρωτοδίκαις που εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, είναι έγγαμος, κατέχει μάστερ και χειρίζεται Η/Υ δικαιούται ποσό 958 ευρώ και όχι 850 ευρώ. Ο κάθε ένας (εργοδότης δικηγόρος ή συνεργάτης δικηγόρος μερικής απασχόλησης) μπορεί να υπολογίσει πολύ εύκολα την αμοιβή που δικαιούται μέσα από την ιστοσελίδα του ΔΣΑ βάζοντας τα προσωπικά τους στοιχεία στον πίνακα «αμοιβές εμμίσθων» και πολλαπλασιάζοντας το ποσό αμοιβής επί 75%.

• και σημαντικότερο: οι έμμισθοι δικηγόροι δικαιούνται δώρα χριστουγέννων-πάσχα και επίδομα αδείας. Αντίστοιχα πλέον και οι συνεργάτες δικηγόροι βάσει της αποφάσεως του ΔΣ πρέπει να λαμβάνουν τα δώρα και επιδόματα που τους αναλογούν. Με αυτό τον τρόπο το καθεστώς που αντιμετωπίζουν όλοι οι δικηγόροι συνεργάτες να αμοίβονται επί 12 και μάλιστα συνήθως επί 11 (με την αιτιολογία ότι το γραφείο παραμένει κλειστό τον Αύγουστο) αναγνωρίζεται ως μη σύννομο.

• και στους συνεργάτες δικηγόρους μερικής ή πλήρους απασχόλησης πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας κατά τους όρους του άρθρου 94 Κώδικα Δικηγόρων

Τέλος το κατώτατο όριο αμοιβής για τους ασκούμενους δικηγόρους που απασχολούνται σε δικηγορικά γραφεία αυξήθηκε από 440 σε 600 ευρώ.

Παραμένει πάντα βέβαια το ερώτημα πώς θα εφαρμοσθεί αυτή η απόφαση. Κατ'αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχουν και νομικοί τρόποι για να διεκδικηθεί η εφαρμογή της απόφασης. Οσοι δικηγόροι συνεργάτες προσέφυγαν στα δικαστήρια και απέδειξαν ότι εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε δικηγορικό γραφείο δικαιώθηκαν και έλαβαν αναδρομικά τις αμοιβές τους βάσει του ν. 1093/80. Περαιτέρω, βάσει του κώδικα περί δικηγόρων, η παραβίαση των αποφάσεων του Δ.Σ. του ΔΣΑ αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα. Μπορεί συνεπώς ο συνεργάτης δικηγόρος να καταγγείλει την αντίθετη προς την ως άνω απόφαση συμπεριφορά του εργοδότη του στα οικεία πειθαρχικά συμβούλια.

Ο κίνδυνος καταστρατήγησης βέβαια δεν εκλείπει και η τελική εφαρμογή μιάς ρύθμισης επαφίεται πάντα στη συμπεριφορά των συμβαλλομένων. Αν π.χ. η σ.σ.ε προβλέπει ένα ημερομίσθιο και ο εργάτης πηγαίνει και εργάζεται με χαμηλότερο χωρίς να καταγγέλλει τον εργοδότη του, δεν φταίει η σ.σ.ε, αλλά ο ίδιος που σταθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα συμφέροντά του.

Γι'αυτό το μεγάλο πάντα διακύβευμα αποτελεί η συλλογική διεκδίκηση των δικαιωμάτων. Με δεδομένο ότι η Ενωση Ασκουμένων και Νεων Δικηγόρων αποτελεί πλέον μόνο μηχανισμό παραγοντισμού και διοργάνωσης πάρτυ θα πρέπει οι ασκούμενοι και οι δικηγόροι να αποκτήσουν τη δική τους φωνή μέσα από την συγκρότηση ενός συλλογικού διεκδικητικού φορέα.

Αλλωστε και η σημαντική αυτή απόφαση εκδόθηκε μετά από αγώνες χρόνων και σημαντική πίεση. Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας από την ίδρυσή της το 1990 θέτει ως στόχο της την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ασκουμένων και των εμμίσθων συνεργατών (στην Εναλλακτική Παρέμβαση άλλωστε συμμετέχουν πάντοτε με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες μεγάλος αριθμός συνεργατών δικηγόρων). Η ΕΠΔΑ συνέβαλε αποφασιστικά μέσα από τη δράση της στην (τότε διεκδικητική) Ενωση Ασκουμένων και Νεων Δικηγόρων προς αυτή την κατεύθυνση, ανάγκασε όλες τις παρατάξεις να πάρουν θέση για το ζήτημα (έστω διακηρυκτικά και προεκλογικά) και πίεζε πάντα το ΔΣ προς αυτή την κατεύθυνση, παρότι το ζήτημα αντιμετωπιζόταν συνήθως υπό καθεστώς ιεράς εξέτασης (και σε αυτή τη συνεδρίαση άλλωστε πολλά μέλη του ΔΣ αντέδρασαν στην εισήγηση της ΕΠΔΑ)! Μέλη της ΕΠΔΑ συμμετέχουν και στηρίζουν την Πρωτοβουλία για την ίδρυση σωματείου εμμίσθων συνεργατών.

Και η ατομική ενεργοποίηση κάθε ασκούμενου και συνεργάτη δικηγόρου είναι αναγκαία για να επιτευχθούν ακόμα περισσότερα:

• ναι μεν αυξήθηκε το ποσό που πρέπει να λαμβάνουν οι ασκούμενοι, πλην όμως το καθεστώς δουλείας και ακύρωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων που αποτελεί η άσκηση πρέπει να καταργηθεί

• ο διαχωρισμός πλήρους-μερικής απασχόλησης δεν είναι σαφής. Είναι γνωστό ότι οι έμμισθοι συνεργάτες εργάζονται οι περισσότεροι πάνω από δέκα ώρες ημερησίως (και μετά αν έχουν χρόνο ασχολούνται και με δικές τους υποθέσεις). Θα πρέπει να διεκδικηθεί συγκεκριμένος προσδιορισμός ωραρίου (35ωρο) που θα αποδεικνύει την πλήρη απασχόληση.

• ως γνωστόν ο εργοδότης του δικηγόρου με παγία αντιμισθία υποχρεούται να καταβάλει τα 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών του. Το ίδιο καθεστώς θα πρέπει να απολαμβάνει και ο έμμισθος συνεργάτης

• θα πρέπει τέλος να καθιερωθεί νομοθετικά ότι για την απόδειξη της μερικής απασχολήσεως του συνεργάτη πρέπει να κατατίθεται σχετική σύμβαση στο ΔΣΑ, άλλως να θεωρείται η απασχόληση πλήρης

Είναι αναγκαία τέλος η απάντηση σε δυο συχνά επαναλαμβανόμενα ερωτήματα.

1. Μήπως με αυτά τα μέτρα υπαλληλοποιείται ο δικηγόρος; Η υπαλληλοποίηση είναι μια πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι αν ο υπάλληλος δικηγόρος θα παραμένει έρμαιο των διαθέσεων του κάθε εργοδότη του. Αντίσταση στην υπαλληλοποίηση μπορεί να αποτελέσει μόνο η ενίσχυση των μορφών συνεργατικής δικηγορίας, η οποία όμως και αυτή εξαρτάται από την βούληση των δικηγόρων.

2. Τι θα κάνει ο δικηγόρος που θα υποχρεωθεί να πληρώνει με τα παραπάνω ποσά τους συνεργάτες του;

(το φοβερό ερώτημα της αντίθετης άποψης, ρητορικό, για να καταλήξει στην απάντηση: θα τους διώξει και δεν θα βρίσκουν δουλειά)

Να τι θα κάνει :

α) Ή πράγματι θα τους πληρώνει. Οπότε θα γίνει περισσότερο παραγωγικός και θα πάψει να παρέχει κάποιες εξυπηρετήσεις στους πελάτες του δωρεάν χάρις στην δωρεάν διεκπεραίωσή τους από τους απλήρωτους συνεργάτες. Θα βγάζει λιγότερα χρήματα, αλλά αυτό είναι περισσότερο δίκαιο από το να εργάζεται ο συνεργάτης απλήρωτος.

β) Ή θα τους διώξει και θα τρέχει μόνος του, οπότε και θα δουλεύει τα λεφτά που βγάζει. Και στην περίπτωση αυτή ή θα δουλεύει όλη την ημέρα ή πολύ γρήγορα θα ψάχνει για άλλον συνεργάτη, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι και τόσο τραγικό να τον πληρώνει.

γ) Ή θα τους διώξει και θα προσλάβει στη θέση τους υπάλληλο γραφείου, στον οποίο θα πληρώνει τα προβλεπόμενα ποσά (πλέον εργοδοτικής εισφοράς ΙΚΑ), δηλαδή τουλάχιστον 600 ΕΥΡΩ τον μήνα πλέον επιδόματος Η/Υ για τους χειριστές, επιδόματος κούριερ για εξωτερικές εργασίες, επιδόματος πτυχίου, ξένης γλώσσας, οικογενειακού, αποδοχών υπεργασίας, υπερωρίας, άδεια, επίδομα κλπ) αντί πολύ κατώτερων και φυσικά όχι εξειδικευμένων παροχών.

Προς το παρόν, η υπάρχουσα κατάσταση και η άσκηση, με τη σημερινή μορφή της, δεν χρησιμεύει παρά μόνο σε όσους δικηγόρους αναζητούν φτηνό υπαλληλικό δυναμικό και στον ταξικό αποπληθωρισμό της δικηγορίας, καθώς αποθαρρύνει και αποτρέπει την ένταξη στη δικηγορία όσων δεν μπορούν να λύσουν το βιοποριστικό τους πρόβλημα παράλληλα με την άσκηση και βέβαια και ως συνεργάτες.

Είναι στο χέρια μας λοιπόν να διεκδικήσουμε τον τρόπο ένταξής μας στο επάγγελμα. Ατομικά και χωρίς διαπραγματευτική ισχύ ή μέσω της συλλογικής εργασίας και διεκδίκησης.

 
   
   
   
   
4 Ιουλίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Απόφαση του ΔΣ του ΔΣΑ της 4/7/2006 για τους έμμισθους συνεργάτες - ασκούμενους


Από ανακοίνωση του ΔΣΑ (της 6/7/2006):

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 4/7/2006 

Ο έμμισθος συνεργάτης δικηγόρος που παρέχει τις υπηρεσίες του σε άλλο δικηγόρο οφείλει να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον ν. 1093/1980 για τους έμμισθους δικηγόρους του Δημοσίου.

Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν η παροχή των υπηρεσιών δεν πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση η αμοιβή του συνεργάτη δικηγόρου δεν δύναται να είναι κατώτερη από το 75% της αμοιβής που προβλέπεται στο ν. 1093/1980, και η οποία ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 850 ευρώ για το δικηγόρο παρά Πρωτοδίκαις (χωρίς οικογενειακά βάρη και τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών) και 1.050 ευρώ για το δικηγόρο παρ' Εφέταις.

Για τους ασκούμενους δικηγόρους που εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία, το ποσό της αμοιβής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 600 ευρώ.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 
   
   
   
   
1 Δεκεμβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Εκλογές ΕΑΝΔΑ 2005... και η κυνική πραγματικότητα της δικηγορίας


Εκλογές Ε.Α.Ν.Δ.Α. 2005...

Αληθινά ευτυχής περίσταση! Χαμογελαστά πρόσωπα, πολύχρωμες εκδόσεις και προπάντων, εκείνη η μεθυστική αύρα της προσωπικής και επαγγελματικής επιτυχίας των υποψηφίων, στην οποία όλοι ανεξαιρέτως καλούμαστε να γίνουμε κοινωνοί απλώς επενδύοντας, φαντασιακά ή και έμπρακτα, στην εκλογή τους. Μια παρέλαση νέων επαγγελματιών στην οποία αναπαράγεται με μοναδικό τρόπο εκείνο το μοντέλο συνδικαλισμού που αποθεώνεται και στις εκλογές του Δ.Σ.Α. Τι απομένει για όλους εμάς; Ο ρόλος ενός παθητικού παρατηρητή ενός «κοσμικού γεγονότος», ο οποίος με κριτήρια αντίστοιχα με εκείνα σχολιαστή μεσημβρινής ζώνης (ποιος είναι ο «πιο επιτυχημένος επαγγελματίας», ο πιο «καταρτισμένος επιστήμονας» κλπ) επιλέγει και ταυτίζεται ψυχικά με τον υποψήφιο που «πέτυχε στη ζωή του» και κατάφερε ό,τι η δικηγορία στέρησε από αυτόν. Ή, από την άλλη, η προοπτική μιας μοναχικής προσπάθειας να «επενδύσει στον σωστό άνθρωπο», να ενταχθεί «στα κατάλληλα δίκτυα» με την ελπίδα ότι θα ανήκει στο κύκλο των προνομιούχων λίγων που θα αποκατασταθούν για να ανατροφοδοτηθούν και να συντηρηθούν οι ψευδαισθήσεις των πολλών...

...και η κυνική πραγματικότητα της δικηγορίας.

Όλο αυτό το δημoσιοσχεσίτικο πανηγύρι, αν το απομόνωνε κανείς από οποιαδήποτε κοινωνική και εργασιακή αναφορά, μόνο γέλια ή συγκατάβαση θα προκαλούσε. Πλαισιωμένο όμως από το φόντο της πραγματικότητας που βιώνει η συντριπτική πλειοψηφία των νέων (και όχι μόνο) δικηγορών είναι προκλητικό και μας εξοργίζει. Τα στοιχεία είναι συντριπτικά και όλοι έχουν πλέον αναγκαστεί λίγο πολύ να τα αποδεχθούν: η παραδοσιακή αντίληψη που επιμένει να θεωρεί όλους τους δικηγόρους ως ισότιμους μεταξύ τους ελεύθερους επαγγελματίες είναι φανερό -σήμερα περισσότερο από ποτέ- ότι αδυνατεί έστω να περιγράψει στοιχειωδώς τη δικηγορική κοινότητα.

Η νέα πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από την επέκταση όψεων εξαρτημένης εργασίας κατά την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, εξάρτηση η οποία συνήθως παίρνει την μορφή μιας -απόλυτης ή σχετικής- υπαλληλοποίησης. Σε αυτό το διαρκώς διευρυνόμενο τμήμα μισθωτοποιημένων κατ' ουσίαν δικηγόρων υπερεκπροσωπεύονται οι νέοι δικηγόροι, παρόλο που σιγά σιγά η έμμισθη δικηγορία αποδεικνύεται μια όχι-και-τόσο-προσωρινή κατάσταση, κάτι μονιμότερο και βαθύτερο από απλό «μεταβατικό στάδιο για τα πρώτα χρόνια της δικηγορίας». Πράγματι, η θεαματική ανισοκατανομή της δικηγορικής ύλης και η οικονομική κρίση που επιδρά αρνητικά τόσο στη δυνατότητα συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων να προσφύγουν στη δικαιοσύνη όσο και στη δυνατότητα ενός νέου δικηγόρου να επωμιστεί το βάρος των εξόδων ενός δικηγορικού γραφείου (έστω και σε συστέγαση) έχουν διαμορφώσει ένα πιεστικό σκηνικό για τους άπορους -νέους κυρίως- δικηγόρους, που, ελλείψει άλλης προοπτικής, προσδένονται με ένα μονιμότερο τρόπο στο καθεστώς της «έμμισθης συνεργασίας» με δικηγορικά γραφεία.

Όσο για τους όρους αυτής της συνεργασίας, αυτοί είναι λίγο ως πολύ γνωστοί: μισθοί κάτω από αυτόν του ανειδίκευτου εργάτη, ανύπαρκτο ωράριο, υπαγωγή σε ένα ιδιότυπο «διευθυντικό δικαίωμα» του δικηγόρου εργοδότη και ασφυκτικός περιορισμός των περιθωρίων ιδίας πρωτοβουλίας, υποβιβασμός σε προσωπικό που προορίζεται για τη διεκπεραίωση δευτερευουσών ή «παρανομικών» υπηρεσιών (καταθέσεις δικογράφων, αναβολές, εργασίες σε δημόσιες υπηρεσίες, καθήκοντα τηλεφωνητή κλπ). Το ελευθεροεπαγγελματικό status των εμμίσθων συνεργατών αναβιώνει βέβαια όταν έρχεται η ώρα της καταβολής από το μισθό τους των υπέρογκων ασφαλιστικών εισφορών τους.

Εύκολα μπορεί κανείς πλέον να διαπιστώσει ότι το καθεστώς της εξαρτημένης απασχόλησης γίνεται πλέον δομικό στοιχείο στο δικηγορικό επάγγελμα, όσο επεκτείνεται η συγκέντρωση της δικηγορικής ύλης στα χέρια λίγων, μεγαλώνει το κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη και προωθείται, από πλευράς Ε.Ε. και ελληνικής κυβέρνησης, η «απελευθέρωση» της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών και το άνοιγμα της αγοράς στις μεγάλες δικηγορικές εταιρίες. Ιδίως στη σημερινή συγκυρία, όπου η διαφαινόμενη επέλαση του μοντέλου της δικηγορικής εταιρίας -μετά και τη «μεγάλη κατάκτηση» που συνιστά το π.δ. 81/2005- προβλέπεται ότι θα δημιουργήσει μια μάζα δικηγόρων - συνεργατών αποκλειστικής απασχόλησης με συμβατικά αποκλεισμένο το δικαίωμα άσκησης ιδίας δικηγορίας, πλήρως δεσμευμένους στην εσωτερική κάθετη ιεραρχία της εταιρίας.

Είναι επίσης σαφές ότι όλα τα παραπάνω ισχύουν -και σε επαυξημένο μάλιστα βαθμό- για τους ασκούμενους δικηγόρους, οι οποίοι, παραμένοντας για ενάμιση χρόνο δέσμιοι ενός αναχρονιστικού καθεστώτος που τους αποκλείει θεσμικά από την άσκηση του επαγγέλματος και τους επιφυλάσσει το θλιβερό ρόλο ενός επικουρικού δυναμικού που εκτελεί ως επί το πλείστον μη νομικές εργασίες έναντι εξευτελιστικού ανταλλάγματος, «προετοιμάζονται» ιδεολογικά, εθίζονται, διαπαιδαγωγούνται κατά τρόπο ώστε να θεωρούν «λογική» και «κανονική» την καθημερινότητα της έμμισθης δικηγορίας.

Αυτήν την πραγματικότητα, τέλος, βιώνουν πολύ πιο έντονα οι γυναίκες δικηγόροι, οι οποίες πέρα από όλα τα παραπάνω, έχουν να αναμετρηθούν και με το σεξισμό που καθημερινά αντιμετωπίζουν στην άσκηση του επαγγέλματος αλλά και με έναν παραδοσιακό καταμερισμό καθηκόντων στα πλαίσια της οικογένειας που τις υποχρεώνει να επωμίζονται αποκλειστικά τα βάρη του σπιτιού με αποτέλεσμα την επαγγελματική τους περιθωριοποίηση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα ποσοστά της υπαλληλοποίησης είναι πολύ υψηλότερα για τις γυναίκες δικηγόρους.

2 χρόνια πέρασαν από τις εκλογές του 2003...

Και έτσι απλά, μετά από 2 χρόνια σιωπής και απουσίας της πεφωτισμένης αφρόκρεμας των νέων (και ανερχόμενων) δικηγόρων, καλούμαστε να συναποφασίσουμε για το ποιοι μωροφιλόδοξοι θα γαντζωθούν για την νέα θητεία στις καρέκλες του προεδρείου της Ένωσης και θα θέσουν τους όρους για την δικαίωση ενός ανιδιοτελούς και δίκαιου αγώνα που μας αφορά όλους: να γίνουν ΟΙ ΙΔΙΟΙ κάποια στιγμή σύμβουλοι του Δ.Σ.Α.! Και όλα αυτά ενώ η Ε.Α.Ν.Δ.Α. τα τελευταία χρόνια δεν έχει αρθρώσει λέξη έστω για να περιγράψει την πραγματικότητα που βιώνουν οι νέοι δικηγόροι και ασκούμενοι. Όταν ακόμα προσπαθεί να μας πείσει ότι αποτελεί ορόσημο στη δράση της για την βελτίωση της θέσης μας ο Διανεμητικός Λογαριασμός, ενώ η όλη υπόθεση έχει μετατραπεί σε πρωτοφανές φιάσκο (170 € μοιράζονται αυτές τις ημέρες σε κάθε εκστασιασμένο από το ιλιγγιώδες ποσό δικαιούχο). Όταν δεν έχει πάρει μια πρωτοβουλία για την εφαρμογή στην πράξη των κατά τα άλλα αποφάσεων - ευχολογίων του Δ.Σ.Α. για τα κατώτατα όρια αμοιβών ασκουμένων και συνεργατών δικηγόρων (που προβλέπουν 450 και 700 € αντίστοιχα) και την σχετική ενεργοποίηση των ελεγκτικών και πειθαρχικών μηχανισμών του. Όταν θεωρεί την ίδια «αναρμόδια» να πάρει θέση για τη συρρίκνωση των ατομικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών και την οικοδόμηση μιας «σιδερόφρακτης» δημοκρατίας (βλ. ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συμφωνία έκδοσης Η.Π.Α.-Ε.Ε., αντιτρομοκρατική νομοθεσία, διάχυση των μέσων επιτήρησης και καταγραφής της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας), αποθεώνοντας το πρότυπο του τεχνοκράτη δικηγόρου, ψυχρού χειριστή δικονομικών εργαλείων και νομικών εννοιών. Τι μένει να αναφέρει κανείς; Τους απίστευτους βυζαντινισμούς που προηγήθηκαν και σφράγισαν την ανάδειξη του τελευταίου προεδρείου! Και εις ανώτερα...

Αναζητώντας μια εναλλακτική προοπτική!

Και ενώ, αφενός, η Ε.Α.Ν.Δ.Α. αναπαράγει στο εσωτερικό της μια θλιβερή συμπύκνωση των επιμέρους προσωπικών φιλοδοξιών και ενός απολίτικου «δικηγορικού» τεχνοκρατισμού, αφετέρου, οι κυρίαρχες συνδικαλιστικές δυνάμεις στο Σύλλογο περί άλλα τυρβάζουν -εκφράζοντας τα συμφέροντα εκείνων των κομματιών της δικηγορίας που επωφελούνται από την τωρινή κατάσταση-, εμείς επιμένουμε να μιλάμε πολιτικά και να θέτουμε ως άξονα της συζήτησης το κεντρικό αίτημα που άπτεται των συμφερόντων της συντριπτικής πλειοψηφίας των νέων δικηγόρων: την εργασιακή κατοχύρωση των εμμίσθων συνεργατών ως αναγκαία ελάχιστη εγγύηση για μια πιο ανθρώπινη καθημερινότητα. Κόντρα σε όσους προσπαθούν να αποφύγουν το ζήτημα, αναπαράγοντας συνειδητά μια ψευδαίσθηση περί «προσωρινότητας της έμμισθης σχέσης» ως αναγκαίου «πρώτου σταδίου» για κάθε νεοεισερχόμενο στο επάγγελμα, μετά το οποίο αργά ή γρήγορα ακολουθεί η αναβάθμιση του προσωπικού και επαγγελματικού του «status». Σε πείσμα όσων «καλοθελητών» αναμασούν δεξιά και αριστερά ότι κατοχύρωση των ελαχίστων σημαίνει και απώλεια της ελευθεροεπαγγελματικής ιδιότητας, καταλήγοντας να συντηρούν, αν όχι κατ' ουσίαν να ευλογούν, το άθλιο καθεστώς των 400 € το μήνα.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ:

• Νομοθετική αναγνώριση του καθεστώτος της έμμισθης δικηγορίας στον Κώδικα περί Δικηγόρων. Υπαγωγή στο καθεστώς έμμισθης σχέσης σε κάθε περίπτωση που στη σχέση εργασίας είναι δεσπόζων ο εξαρτημένος χαρακτήρας. Κατοχύρωση όρων εργασίας του εμμίσθου και των δικαιωμάτων του έναντι του δικηγόρου- εργοδότη. Ενεργοποίηση των ελεγκτικών και πειθαρχικών μηχανισμών που προβλέπει ο Κώδικας.

• Κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη δικηγόρο.

• Κατοχύρωση κατώτατων ορίων αμοιβών, ωραρίου, επιδομάτων κλπ  σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το ν. 1093/80 για τους δικηγόρους που απασχολούνται σε Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., σε ετήσια αναπροσαρμογή με απόφαση του Δ.Σ.Α. και ανεξάρτητα από τον αποκλειστικό ή μη χαρακτήρα τη απασχόλησης στον δικηγόρο - εργοδότη.

• Σε κάθε περίπτωση άμεση εφαρμογή της απόφασης του Δ.Σ.Α. της 24/9/2002 περί των κατωτάτων ορίων αμοιβής των ασκουμένων και συνεργατών δικηγόρων και δικηγόρων με αποκλειστική απασχόληση.

• Κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού της άσκησης και των εξετάσεων για την άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Όλα τα εργασιακά δικαιώματα στο πτυχίο.

Ως συμμετέχοντες στην Πρωτοβουλία για τη συγκρότηση Σωματείου ασκουμένων και εμμίσθων δικηγόρων σας καλούμε να συνδιαμορφώσουμε στις φετινές εκλογές της Ένωσης ένα ρεύμα αμφισβήτησης. Ένα ρεύμα που στόχο θα έχει την ρήξη με τον εξισωτικό - συντεχνιακό λόγο που παραμένει κυρίαρχος σε ένα χώρο ακόμα προσηλωμένο στις μυθολογίες του ομοιοεπαγγελματισμού και την ανάδειξη των πραγματικών διαιρέσεων και ανταγωνιστικών συμφερόντων μέσα στη δικηγορική «κοινότητα», πάντα από τη σκοπιά των υποβαθμιζόμενων κομματιών της τελευταίας. Στόχος μας συνεχίζει να αποτελεί η συνολική ανασυγκρότηση των συνδικαλιστικών πρακτικών και σχέσεων στη βάση των πραγματικών διαιρέσεων και ιεραρχιών στο εσωτερικό της δικηγορίας, μέσα από τη προοπτική συγκρότησης ενός Σωματείου ασκουμένων και εμμίσθων δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζουμε την προσπάθεια συγκρότησης μιας συλλογικής κίνησης στους νέους δικηγόρους, γιατί πιστεύουμε ότι η ατομική διαπραγμάτευση και η απομόνωση στο μικρόκοσμο του γραφείου δεν μπορεί να δώσει λύσεις. Αντίθετα, η επικοινωνία και η αλληλεγγύη μεταξύ μας μας φέρνουν σε καλύτερες θέσεις. Για το λόγο αυτό σας καλούμε να συμμετάσχετε και εσείς σε αυτό το εγχείρημα, για να συνδιαμορφώσουμε όλοι μαζί ένα πλαίσιο συλλογικής διεκδίκησης για μια πιο ανθρώπινη καθημερινότητα. Έτσι κι αλλιώς, μετά τις εκλογές, αφού διαλυθεί ο κουρνιαχτός και όλο αυτό το πλήθος υποψηφίων με τις κουστωδίες τους επιστρέψει για άλλα δυο χρόνια στη γνωστή χειμερία νάρκη του -μέχρι τις επόμενες εκλογές πάντα- εμείς θα παραμείνουμε εδώ και θα έχουμε την ευκαιρία να τα ξαναπούμε.

Στις εκλογές για την ανάδειξη του Δ.Σ. της Ε.Α.Ν.Δ.Α. στις 15/12 στηρίζουμε τους Ευσταθίου Μαρία, Ζώρα Λύσανδρο και Παπαγιάννη Βαγγέλη.

Αντωνίου Πένυ

Βουρεκάς Μιχάλης

Ευσταθίου Μαρία

Ζώρας Λύσανδρος

Κανελλοπούλου Αφροδίτη

Κουμπούρας Γιώργος

Κωστόπουλος Νάσος

Λιόκουρας Μιχάλης

Παλαιολόγου Παλαιολόγος

Παπαγιάννης Βαγγέλης

Σαράκη Άρτεμις

Συμεωνίδης Θόδωρος

Τσούτσουβας Γεώργιος

Χωριανοπούλου Ειρήνη

 
   
   
   
   
18 Σεπτεμβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Έμμισθος συνεργάτης


Εισήγηση της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας στο ΔΣ του ΔΣΑ (από τον τότε εκπρόσωπό της Κώστα Παπαδάκη). Η αίτηση κατατέθηκε ξανά τον επόμενο χρόνο (με αριθ. πρωτ. 6634/13.6.2006), από τον επόμενο εκπρόσωπο της Εναλλακτικής Δημήτρη Σαραφιανό, συζητήθηκε και πάρθηκε η απόφαση του ΔΣ της 4/7/2006 (βλ. στην ίδια κατηγορία).

1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το κείμενο αυτό γράφεται στα πλαίσια της συζήτησης που πρόκειται να διεξαχθεί άμεσα στο Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. μετά από την από 28.6.2005 αίτησή μου (αριθμός πρωτοκόλλου Δ.Σ.Α. 6085/28.6.2005)  σχετικά με τα ελάχιστα όρια μηνιαίων αμοιβών των εμμίσθων συνεργατών και ασκουμένων, που απασχολούνται σε δικηγόρους και δικηγορικές εταιρίες.

Είναι βασισμένο σε παρόμοια εισήγηση που κατέθεσα στις 6.12.1999 στα πλαίσια όμοιας συζήτησης, με στοιχεία επικαιροποίησης.

Τα ερωτήματα που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο σχετικός προβληματισμός πρέπει κατά τη γνώμη μου να είναι (ενδεικτικά) τα ακόλουθα :

1) Σε ποιά έκταση και με ποιά μορφή εμφανίζεται το φαινόμενο της έμμισθης συνεργασίας σήμερα και με ποιούς τρόπους διευθετούνται στην πράξη υπό συνθήκες αγοράς οι σχέσεις μεταξύ των μερών.

2) Ποιο είναι το εύλογο ύψος του ποσού της μηνιαίας αμοιβής εμμίσθων συνεργατών και δικηγόρων και σε ποιές υπηρεσίες αντιστοιχεί.

3) Ποιες άλλες ρυθμίσεις χρειάζεται να θεσπιστούν στις σχέσεις δικηγόρων και συνεργατών.

4) Με ποιον τρόπο πρέπει να αμείβονται νομικές υπηρεσίες δικηγόρων προς δικηγόρους μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται κατ ανάγκην η συστέγαση και η σχέση έμμισθης (ή τακτικής) συνεργασίας.

5) Πώς αποτιμάται η "εις είδος" παροχή του δικηγόρου - εργοδότη προς τον δικηγόρο - συνεργάτη (γραφείο, υποδομή, βοήθεια προς άσκηση ιδίας δικηγορίας).

6) Πώς διασφαλίζεται η εφαρμογή της οποιαδήποτε απόφασης του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και σε ποιο βαθμό μπορεί να προληφθεί η καταστρατήγησή της.

Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση. Επιδίωξη του κειμένου είναι να αποτελέσει ερέθισμα προβληματισμού και διαλόγου με σκοπό τον εμπλουτισμό των ρυθμίσεων και τον προσανατολισμό στη λήψη των πιό πρόσφορων αποφάσεων.

2. Ε Ν Η Μ Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Α - Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο

Το θέμα τέθηκε για πρώτη φορά στο συνδικαλιστικό προσκήνιο την περίοδο 1990 - 1991 μετά την επανίδρυση και δραστηριοποίηση της Ενωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων. Από τις δικηγορικές παρατάξεις που μετείχαν στις εκλογές του 1990, μόνο η Εναλλακτική Παρέμβαση έχει σχετική κατεύθυνση στο πρόγραμμά της.

Η δυναμική συμμετοχή των νέων δικηγόρων στις κινητοποιήσεις του χώρου την περίοδο αυτή (αποχή 1991), σε συνδυασμό με τη δραστηριότητα της Ε.Α.Ν.Δ.Α. αναγκάζει το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. να ασχοληθεί σοβαρά με το ζήτημα.

Αντιμετωπίζεται αρχικά με τρόπο... Ιερής Εξέτασης, ιδίως από παλιούς και παραδοσιακούς συνδικαλιστές, αλλά τελικά υπό την πίεση των παραπάνω ο συνδικαλιστικός οππορτουνισμός κατισχύει της ιδεολογικής καθαρότητας του ιερατείου   και έτσι στις 25/2/1992 το Δ.Σ. παίρνει σχεδόν ομόφωνα την πρώτη απόφαση για :

α) Θέσπιση ορίων μηνιαίας αμοιβής δρχ 80.000 για τους έμμισθους συνεργάτες (μη πλήρους απασχόλησης) και 60.000 δρχ για τους ασκούμενους που παρέχουν πραγματικά υπηρεσίες.

β) Ιδρυση υπηρεσίας ελέγχου των σχέσεων συνεργασίας στον Δ.Σ.Α. και τήρηση βιβλίου συνεργασιών.

γ) Πειθαρχική παραπομπή προς επιβολή κυρώσεων στους δικηγόρους εργοδότες που παραβιάζουν την απόφαση.

Στην πράξη, παρά τις προσπάθειες της Ε.Α.Ν.Δ.Α, η απόφαση αυτή ούτε καν δημοσιοποιείται στοιχειωδώς (π.χ. με δημοσίευση στο ΝοΒ) και παραμένει ανενεργή.

Ακολουθεί μία μακρά περίοδος αποχών για το ασφαλιστικό και το φορολογικό (1992, 1993, 1994) που μοιραία επισκιάζει τις εσωτερικές αντιθέσεις στη δικηγορία και στη συνέχεια η ηττοπάθεια και παθητικοποίηση που ακολουθεί δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια για επανεμφάνιση του θέματος.

Στο μεταξύ όλες πια σχεδόν οι δικηγορικές παρατάξεις στις εκλογές που ακολουθούν (1993, 1996) περιλαμβάνουν πιά την κατοχύρωση του έμμισθου συνεργάτη στις προγραμματικές τους υποσχέσεις, αλλά μετά τις εκλογές τίποτε.

Το θέμα συζητείται ξανά στο Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. στις 17.4.1997 και αποφασίζεται η αναπροσαρμογή των παραπάνω ποσών στις 150.000 δρχ για τους δικηγόρους συνεργάτες και δρχ 100.000 για τους ασκούμενους.

Μετά από λίγες μέρες, το Δ.Σ. σε νέα συνεδρίασή του στις 19.5.1997 διευκρινίζει ότι το ποσό των 150.000 δρχ εφαρμόζεται σε δικηγόρους "που δεν παρέχουν αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στους δικηγόρους, στους οποίους στεγάζουν τη δική τους επαγγελματική δραστηριότητα", εκτιμώντας ότι οι αποκλειστικής απασχόλησης δικηγόροι προστατεύονται από τις διατάξεις για τους δικηγόρους του δημοσίου (ν. 1093/1980) κατ ανάλογη εφαρμογή.

Κατά τα λοιπά ακολουθείται η τακτική του 1992, δηλαδή αποσιώπηση της απόφασης και μη υλοποίηση των υπολοίπων (ίδρυση γραφείου κλπ).

Και φτάνουμε στη συνεδρίαση της 21/6/1999, όπου ο κ. Ρουπακιώτης, που έχει θέσει το ζήτημα στην Η.Δ. προτείνει την αναπροσαρμογή των ορίων στις 200.000 και 150.000 αντίστοιχα. Επικρατεί η, έστω και από διαφορετικές αφετηρίες, άποψη της ουσιαστικής επανεξέτασης του θέματος στο σύνολό του και εφ όλης της ύλης και έτσι το θέμα παραπέμπεται στην επιτροπή αυτή.

Ακολουθεί η συνεδρίαση της 16/10/2000 χωρίς να μεσολαβήσει εισήγηση της επιτροπής που ορίστηκε (ήταν τετραμελής, από τους οποίους οι δύο: Δ. Φίλης, Γ. Μπούρας, ήσαν εξ αρχής αντίθετοι στο αίτημα, οπότε μετά την καταγραφή της διαφωνίας έπαυσε κάθε λειτουργία), οπότε και λαμβάνεται άλλη μία απόφαση για αναπροσαρμογή των παραπάνω ποσών στις 200.000 δρχ για τους δικηγόρους συνεργάτες και δρχ 150.000 για τους ασκούμενους.

Οι αποφάσεις ελήφθησαν, η πρώτη με ψήφους 15 υπέρ και 5 λευκά (μεταξύ των οποίων και οι σύμβουλοι κ.κ. Γαλετσέλης, Κοκκινάκης και Βερβεσός) και η δεύτερη (για τους ασκούμενους) με ψήφους 10 υπέρ, 3 υπέρ μιάς πρότασης κλιμάκωσης αποδοχών, 1 κατά και 2 αποχών (απείχαν με δήλωση οι σύμβουλοι κ.κ. Γαλετσέλης, Κοκκινάκης).

Τέλος, επί θητείας Παξινού (24/9/2002), λαμβάνεται μία ακόμη απόφαση αναπροσαρμογής στα 700 ΕΥΡΩ για τους δικηγόρους συνεργάτες και 450 ΕΥΡΩ για τους ασκούμενους. Αυτή ισχύει μέχρι σήμερα.

Διατυπώνεται μάλιστα ρητά στην απόφαση ότι στους δικηγόρους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση ισχύει ο ν. 1093/1980.

Κατά τα λοιπά ακολουθείται η ίδια τακτική, δηλαδή αποσιώπηση της απόφασης και μη υλοποίηση των υπολοίπων (ίδρυση γραφείου κλπ).

Στα χρόνια που ακολουθούν, το αίτημα υιοθετείται με τη μία η την άλλη διατύπωση ρητά πια από όλες τις παρατάξεις στις τελευταίες εκλογές του 2005 (όταν ακόμη και το 2002 δεν υπάρχει στο πρόγραμμα της «Δ.Α.Σ. - Μαχόμενοι Δικηγόροι»), έχει όμως εγκαταλειφθεί από την «Ενωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων», η οποία προσανατολίζεται στο φιάσκο του αναδιανεμητικού λογαριασμού.

3. Ε Π Ι   Τ Η Σ   Ο Υ Σ Ι Α Σ

1) Σε ποιά έκταση και με ποιά μορφή εμφανίζεται το φαινόμενο της έμμισθης συνεργασίας σήμερα και με ποιούς τρόπους διευθετούνται υπό συνθήκες αγοράς οι σχέσεις μεταξύ των μερών

Δεν υπάρχει πουθενά ακριβής καταγραφή και στατιστική επεξεργασία ασφαλής για τον σχηματισμό συνολικής εικόνας. Οι ετήσιες δηλώσεις προς τον ΔΣΑ δεν αναφέρουν την πραγματικότητα. Το ιδεολόγημα του ελεύθερου επαγγελματία και ακόμα περισσότερο  η αίσθηση κύρους του δικηγόρου, που χρόνια και ενσάρκωνε και συμβόλιζε το όνειρο της κοινωνικής ανόδου πολλών γενεών, σε συνδυασμό με τη μικροαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας  εμποδίζει τον δικηγόρο συνεργάτη να πιστέψει ότι είναι υπάλληλος για να διεκδικήσει και τα αντίστοιχα δικαιώματα. Ενώ και η επαγγελματική ανασφάλεια τον κάνει και όταν ακόμη το νοιώθει να το αποσιωπά. Το κάθε γραφείο κρύβει το μυστικό του. Ετσι αναγκαστικά θα πρέπει κανείς να σχηματίσει εικόνα με βάση τις προσωπικές τους γνώσεις, το αισθητήριο, τα μηνύματα της πιάτσας και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Είναι γεγονός ότι το τοπίο φαίνεται να αλλάζει από τη δεκαετία του 1980. Αλλάζει κύρια ο τρόπος δικηγορίας. Η " εφ όλης της ύλης" δικηγορία και μαζί της η ατομική δικηγορία (τουλάχιστον στην Αθήνα με τον πολλαπλάσιο συντελεστή της καθημερινής ταλαιπωρίας) φθίνει. Ο μεμονωμένος δικηγόρος πλέον ούτε κατέχει το σύνολο του γνωστικού αντικειμένου της δικηγορίας, ούτε μπορεί να ανταποκριθεί στις καθημερινές εξωτερικές ανάγκες. Η εργασία του συνεργάτη γίνεται αναγκαία. Οι σχέσεις συστέγασης - αλληλοεξυπηρέτησης και άτυπης εταιρίας κερδίζουν έδαφος σε ένα μεγάλο αριθμό νέων ιδίως δικηγόρων που ξεκινούν τη δικηγορία.

Ο εμπειρισμός στη δικηγορία σταδιακά δίνει τη θέση του στην εξειδίκευση και τον καταμερισμό και αυτό αποδυναμώνει κάπως την δασκαλίστικη θέση του δικηγόρου - εργοδότη απέναντι στον συνεργάτη. Εμφανίζονται και άλλου είδους μορφές εξωτερικής συνεργασίας χωρίς τα στοιχεία της συστέγασης και της τακτικότητας, κατ αποκοπή, όπως συμβαίνει γενικά και σε άλλες επαγγελματικές σχέσεις (π.χ. σύνταξη δικογράφων).

Από την άλλη πλευρά πληθαίνουν τα εξειδικευμένα δικηγορικά γραφεία - επιχειρήσεις με κάθετο καταμερισμό εργασίας, στον οποίο οι συνεργάτες δικηγόροι είναι σχεδόν αποκλειστικά υπάλληλοι, είτε ασκώντας καθήκοντα δικηγόρου, είτε καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου (εσωτερικά και εξωτερικά), με δεδομένη την έλλειψη στην Ελλάδα εξειδικευμένων υπαλλήλων νομικών γραφείων.

Τελικά ένας σημαντικός αριθμός δικηγόρων και ασκουμένων απασχολείται υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας (η κατασκευή της δήθεν σχέσης έμμισθης εντολής ως νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών σχέσεων είναι επίσης ένα ιδεολόγημα του συνδικαλισμού της υποκρισίας για να συγκαλύπτει και να θολώνει την πραγματικότητα και θεωρώ περιττή τη νομική ανάλυση της διάκρισης ανάμεσα στο ένα και το άλλο μιάς και το κείμενο απευθύνεται σε νομικούς) χωρίς οι εργασιακές του σχέσεις να προστατεύονται και να ρυθμίζονται από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα πλην του παράγοντα της αγοράς. Επιπλέον, η ρευστότητα και αναντιστοιχία στις σχέσεις δικηγόρων και εντολέων, τις αμειβόμενες εργασίες, το είδος της δικηγορικής ύλης, το ύψος των αμοιβών και την οριοθέτηση των παρεχομένων στους εντολείς υπηρεσιών είναι ένας πρόσθετος παράγοντας που μετακυλίεται στις σχέσεις δικηγόρων και συνεργατών.

Ο παράγοντας της αγοράς συχνά επιβάλλει εξ ολοκλήρου (η σχεδόν εξ ολοκλήρου) απλήρωτη εργασία για τους ασκούμενους και χαμηλούς χαμηλότερους των 600 ΕΥΡΩ μισθούς για δικηγόρους και άλλοτε (όχι πάντα τακτικά) μερίδιο αμοιβής στην υπόθεση που χειρίζονται.

Είναι λοιπόν αναγκαία η παρέμβαση του συνδικαλιστικού οργάνου των δικηγόρων και των ασκουμένων για να ενισχυθεί ο συσχετισμός των κατηγοριών αυτών απέναντι στην αναμφισβήτητη θέση ισχύος των εργοδοτών τους στην αγορά.

Ιδίως μάλιστα στη σημερινή συγκυρία, όπου η αναμενόμενη αύξηση των δικηγορικών εταιριών, λόγω της κεφαλαιουχικής ασυδοσίας που τους παρέχει το Π.Δ. 81/2005, θα δημιουργήσει αντίστοιχο στρατό «δικηγόρων - συνεργατών», αποκλειστικής απασχόλησης με συμβατικά αποκλεισμένο το δικαίωμα άσκησης ιδίας δικηγορίας και με καταστρατηγημένο το δικαίωμα απόληψης των ελαχίστων ορίων αποδοχών τους.

4. Η  Κ Α Τ Ε Υ Θ Υ Ν Σ Η

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η δικηγορική υπαλληλοποίηση είναι μία πραγματικότητα και όχι στόχος μας. Η διευκρίνηση γίνεται γιατί υπάρχει (μεταξύ των άλλων) μία κριτική που ασκείται σε όσους βλέπουμε τα πράγματα από τη σκοπιά αυτή ότι έχουμε την πρόθεση της υπαλληλοποίησης ή ότι την υπηρετούμε κατ αποτέλεσμα. Η κριτική αυτή, ένα από τα διάφορα άλλοθι όσων είναι αντίθετοι στην κατοχύρωση του έμμισθου συνεργάτη,  δεν είναι μόνο αβάσιμη, αλλά είναι και προφανώς ψευδής.

Είναι σαν να χρεώνει κανείς σε έναν αριστερό ότι επιδιώκει τη διαιώνιση των αστικών σχέσεων εργασίας επειδή αγωνίζεται για καλύτερο μεροκάματο των εργατών.

Αντίθετα εκείνοι που τάσσονται ενάντια στην κατοχύρωση του έμμισθου συνεργάτη είναι εκείνοι που δημιουργούν προϋποθέσεις υπαλληλοποίησης και μάλιστα άνευ όρων, αφήνοντας ανυπεράσπιστους τους συνεργάτες.

α) Στόχος λοιπόν και όραμα δεν είναι η υπαλληλοποίηση, αλλά η κατεύθυνση της ισότιμης συλλογικής συνεργατικής λειτουργίας που σταδιακά καθίσταται αναγκαία ως τρόπος άσκησης της δικηγορίας.

Ενας διορατικός δικηγορικός συνδικαλισμός θα έπρεπε να αναζητά τρόπους παροχής κινήτρων για τη δημιουργία τέτοιων γραφείων. Με οριζόντιους και όχι κάθετους καταμερισμούς και με αλληλοεξυπηρέτηση, με τη δυνατότητα μείωσης του κόστους υποδομής και τη δυνατότητα μετακύλισης των βοηθητικών και διεκπεραιωτικών εσωτερικών και εξωτερικών εργασιών σε απλούς υπαλλήλους.

Είναι φυσικό όσοι δεν αντιλαμβάνονται την προοπτική αυτή της εξέλιξης της δικηγορίας να θεωρούν την σχέση της συνεργασίας παροδική, μέχρι ο νέος να σταθεί στα πόδια του και να ανοίξει το δικό του γραφείο, όπου θα συνεχίσει αυτοδύναμα, αργότερα θα προσλάβει έναν συνεργάτη, που και αυτός όταν θα μεγαλώσει θα κάνει το ίδιο κλπ.

Αρκετοί παλιοί ιδίως συνάδελφοι, που έζησαν τη δικηγορία έτσι εξελισσόμενη όλα αυτά τα χρόνια και θεωρούν ότι έτσι θα συνεχίζεται και στο μέλλον, θεωρούν φαινόμενο παροδικό τη συνεργασία και εύλογα βρίσκουν αδιανόητη κάθε συζήτηση για την κατοχύρωση.

Αδυνατούν όμως να αντιληφθούν ότι η συνεργασία δεν είναι παροδική πλέον για όλους. Ενας ολοένα αυξανόμενος αριθμός δικηγόρων θα αρχίζει και θα τελειώνει την καριέρα του ως " συνεργάτης" . Και όχι συνεργάτης μόνο εργοδοτών αναξιοπαθούντων μικρομεσαίων ταλαίπωρων μαχόμενων, αλλά και συλλογικών γραφείων και μεγαλοδικηγόρων κλπ.

β) Ούτε για την άσκηση ο στόχος μας είναι να διατηρηθεί το σημερινό άθλιο καθεστώς. Θέσεις μας, εκφρασμένες δημόσια πριν μία δεκαετία για την άσκηση είναι:

Κατάργηση της άσκησης.

Αναζήτηση άλλων μορφών επαγγελματικής κατάρτισης στην κατεύθυνση της απεμπλοκής του ασκούμενου από την οικονομική και επαγγελματική του εξάρτηση από τον δικηγόρο που ασκείται και της αναγνώρισης εργασιακών δικαιωμάτων στους αποφοίτους Νομικής.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μέχρι τότε οι ασκούμενοι και οι συνεργάτες δικηγόροι πρέπει να αφεθούν στην τύχη τους (άλλως στην αγορά). Αμεσα μέτρα λοιπόν :

- Νομοθετική καθιέρωση ελαχίστου υποχρεωτικού ορίου αμοιβής για τους πράγματι εργαζόμενους ασκούμενους σε ποσό που να ανταποκρίνεται στα σημερινά επίπεδα αναγκών και παραπέρα ετήσια αναπροσαρμογή του. Θέσπιση ανάλογης ασφαλιστικής κάλυψης.

- Δημοσιοποίηση του παραπάνω μέτρου, με υπόμνηση των πειθαρχικών συνεπειών για όσους δεν σέβονται την εργασία των ασκουμένων συναδέλφων τους, και λήψη κάθε άλλου μέτρου για την τήρηση των παραπάνω ρυθμίσεων. Λειτουργία του γραφείου συνεργασιών στον ΔΣΑ με σκοπό την εξεύρεση εργασίας σε ασκούμενους, την κατάρτιση εγγράφων συμβάσεων, την καταγραφή των σχέσεων έμμισθης συνεργασίας και την εποπτεία της τήρησης της δεοντολογίας και των υποχρεώσεων των μερών.

- Θέσπιση δυνατότητας αυτόνομης παράστασης όπου δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου (π.χ. εργατικά) καθώς και στα Ειρηνοδικεία, Πταισματοδικεία.

- Θέσπιση δυνατότητας παράστασης στα πρωτοβάθμια Δικαστήρια με εξουσιοδότηση του δικηγόρου που ασκούνται.

Και πάντως, οι ασκούμενοι χρειάζονται λύσεις και όχι σεμινάρια.

2) Ποιο είναι το εύλογο ύψος του ποσού της μηνιαίας αμοιβής εμμίσθων συνεργατών και δικηγόρων και σε ποιές υπηρεσίες αντιστοιχεί

 Και πώς αποτιμάται η "εις είδος" παροχή του δικηγόρου - εργοδότη προς τον δικηγόρο - συνεργάτη (γραφείο, υποδομή, βοήθεια προς άσκηση ιδίας δικηγορίας

ΚΡΙΤΗΡΙΟ 1

Σήμερα (από 1.9.2005) το κατώτερο ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανέρχεται σε 26,41 ΕΥΡΩ (26,41 Χ 25 = 660 ΕΥΡΩ σε μηνιαία βάση),  ενώ ο κατώτερος μηνιαίος μισθός υπαλλήλου σε 591,18 ΕΥΡΩ με βάση την ισχύουσα από 24.5.2004 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε (Π.Κ. 16/28.5.2004). Τα ποσά αυτά είναι μικτά.

Ενώ ακόμη και η Γ.Σ.Ε.Ε. διεκδικεί ελάχιστο μισθό 1.200 ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΤΗΡΙΟ 2

Για τους εργαζομένους στα δικηγορικά γραφεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης κατισχύει η υπ. αριθμ. 34/2005 διαιτητική απόφαση Ο.Μ.Ε.Δ. σύμφωνα με την οποία ο κατώτερος μηνιαίος μισθός από 1.9.2005 ανέρχεται σε 600,35 ΕΥΡΩ πλέον επιδομάτων, μεταξύ των οποίων του επιστημονικού επιδόματος 18% (108,06 ΕΥΡΩ τουλάχιστον) που δικαιούται κάθε πτυχιούχος Α.Ε.Ι.

ΚΡΙΤΗΡΙΟ 3

Ακόμη πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο χαμηλότερος μηνιαίος μισθός δικηγόρου έμμισθου στο Δημόσιο (π.χ. παρά Πρωτοδίκαις, χωρίς οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία) ανέρχεται από 1/1/2005 σε 1.094 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα για τον Παρ Εφέταις 1.343 και για τον παρ Αρείω Πάγω 1.593 ΕΥΡΩ (με τον συνυπολογισμό του κινήτρου απόδοσης 150 ΕΥΡΩ). Οι υψηλότεροι ξεκινούν αντίστοιχα από τα 1.212, 1461 και 1711 ΕΥΡΩ. Και σε ετήσια βάση πολλαπλασιάζονται επί 14.

ΚΡΙΤΗΡΙΟ 4

Επίσης, η ελάχιστη μηνιαία ασφαλιστική επιβάρυνση ενός δικηγόρου για τις εισφορές στα Τ.Ν. Κ.Ε.Α.Δ. και Τ.Π.Δ.Α. ξεκινά, με τις διάφορες κλιμακώσεις, από 200 ΕΥΡΩ.

Τα ποσά αυτά στηρίζονται στην ανακοίνωση του Τ.Ν. και Τ.Π.Δ.Α. για τις εισφορές έτους 2004 αφού οι νέες εισφορές δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί.

ΚΡΙΤΗΡΙΟ 5

Η κατάσταση στην αγορά εργασίας και οι «υποκειμενικές συνθήκες».

Εδώ δεν απαιτείται επεξήγηση.

Ακολουθώντας την από το 1992 κατά συνδικαλιστική παράδοση αναγωγή της αξίας παροχής των διαφόρων κατ είδος παρεχομένων από τον εργοδότη δικηγόρο, όπως η παροχή του γραφείου και της υποδομής του (βιβλιοθήκης, χώρων, τεχνικής υποδομής) για ιδία άσκηση δικηγορίας στο 30% των αποδοχών αυτών, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι μηνιαίες ελάχιστες αποδοχές του έμμισθου συνεργάτη δικηγόρου που του χορηγούνται σε χρήμα, εφόσον αυτοί δεν παρέχουν αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στον δικηγόρο που στεγάζουν τη δική τους επαγγελματική δραστηριότητα και εφόσον τους χορηγούνται και οι παραπάνω μη χρηματικές παροχές, δεν πρέπει να υπολείπονται του 70% των αποδοχών που θα έπαιρναν ως έμμισθοι στον δημόσιο τομέα, ανάλογα με τα προσόντα και τα κριτήρια που εκεί αναγνωρίζονται, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των 1.000 ΕΥΡΩ μηνιαία που είναι το κατά τα παραπάνω ελάχιστο

Το ποσό αυτό πρέπει να αντιστοιχεί σε όχι περισσότερες από επτά (7) ώρες παροχής εργασίας την ημέρα ή τριάντα πέντε (35) την εβδομάδα.

Για όσους έχουν συμφωνήσει να παρέχουν υπηρεσίες για λιγότερες ημέρες ή ώρες ανά εβδομάδα, η αμοιβή τους να είναι ανάλογα μειωμένη, εφόσον όμως έχει προϋπάρξει γραπτή συμφωνία βέβαιης χρονολογίας (με υποχρεωτική κατάθεσή της στον Δ.Σ.Α.) σχετικά με τη μειωμένη απασχόληση, όπως απαιτείται το ίδιο και στην εργατική νομοθεσία.

Ακόμη, το ελάχιστο αυτό όριο θα πρέπει να αυξάνεται όταν συντρέχουν οι όροι της επόμενης ενότητας, όταν δηλαδή οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι εκείνες που αναφέρονται σε αυτήν, οπότε και το ελάχιστο μηνιαίο ποσό αναπροσαρμόζεται στα αντίστοιχα όρια.

Για τους ασκούμενους τα κριτήρια είναι διαφορετικά, όμως και εκείνοι δεν είναι δυνατό να υπολείπονται, όταν πράγματι εργάζονται και δεν ασκούνται τυπικά και μόνο για να περάσει ο χρόνος, των κατώτερων μηνιαίων αποδοχών της ΕΓΣΣΕ, όταν μάλιστα εμπίπτουν τα ίδια ασυμβίβαστα (άρθρα 61 επ. Κώδικα περί δικηγόρων) με τους δικηγόρους, κατ ουσίαν δηλαδή τους απαγορεύεται να έχουν οποιαδήποτε άλλη εργασία. Προτείνω το ποσό των 750 ΕΥΡΩ μηνιαία.

Τέλος, το είδος των υπηρεσιών που υποχρεούνται να παρέχουν οι συνεργάτες δικηγόροι θα πρέπει να υπακούει στους περιορισμούς του κώδικα δεοντολογίας (άρθρα 33, 34) και ιδίως δεν είναι δυνατό να εκτείνεται και σε εξωδικηγορικά καθήκοντα.

Αλλά βέβαια, ο γράφων τουλάχιστον δεν έχει την αυταπάτη ότι ο δικηγόρος εργοδότης θα πληρώνει τον ασκούμενο ή τον συνεργάτη για να τους καθιστά "νομικούς μελετητές", ενώ ο ίδιος θα τρέχει.

2α) Η ιδιομορφία των δικηγορικών εταιριών και των συνεργατών - «εταίρων τους»

Με το Π.Δ. 81/2005 τροποποιήθηκε άρδην το νομικό καθεστώς των δικηγορικών εταιριών (βλ. σχετικά την από αίτηση - εισήγησή μου στο Δ.Σ. του Δ.Σ.Α, το οποίο δεν την συζήτησε).

Μεταξύ άλλων επιτράπηκε η θέσπιση κεφαλαιουχικών κριτηρίων στον προσδιορισμό των μερίδων επί των κερδών (άρθρα 10, 25), ενώ άνοιξε ένα σημαντικό παράθυρο για «συνεταιροποίηση» συνεργατών, με δυνατότητα καταστρατήγησης της ελάχιστης μηνιαίας αντιμισθίας τους, αφού την εξαρτά από τον όρο να μην υπερβαίνει αυτή το υποδεκαπλάσιο των εταιρικών κερδών του αντίστοιχου έτους (άρθρο 26 παρ. 2).

Επίσης, με το άρθρο 28 ορίζεται τριετής η ελάχιστη υποχρεωτική διάρκεια της εταιρίας, ενώ με το άρθρο 11 απαγορεύεται η άσκηση ατομικής δικηγορίας από εταίρους δικηγόρους (ταξική ειρωνεία: Δεν απαγορεύεται η παροχή νομικών υπηρεσιών επί παγία αντιμισθία σε ν.π. από εταίρο δικηγόρο).

Ετσι λοιπόν, εκτός από την αυτονόητη κατοχύρωση των δικηγόρων και ασκουμένων - συνεργατών δικηγορικών εταιριών σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, θα πρέπει να γίνει ρητή αναφορά και στην υποχρέωση πλήρους ανταμοιβής των φερομένων ως εταίρων δικηγόρων και μάλιστα χωρίς καμμία έκπτωση της αξίας των εις είδος παροχών, αφού τους απαγορεύεται η άσκηση ιδίας δικηγορίας, χωρίς φυσικά τον συσχετισμό της αμοιβής τους με τα κέρδη της εταιρίας.

Πολύ δε μάλλον, εφόσον, λαμβάνοντας υπόψη και τη μείωση του απαιτουμένου για τη σύσταση εταιρίας αριθμού εταίρων από πέντε σε δύο (άρθρο 1) αναμένεται και ήδη παρατηρείται αυξητική κινητικότητα στη σύσταση δικηγορικών εταιριών μετά τη θέσπιση του Π.Δ. 81/2005.

3) Με ποιον τρόπο πρέπει να αμείβονται νομικές υπηρεσίες δικηγόρων προς δικηγόρους μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται κατ ανάγκην η συστέγαση και η σχέση έμμισθης (ή τακτικής) συνεργασίας.

Εδώ εντάσσεται κατά κύριο λόγο η κατ' αποκοπή (φασόν) συνεργασία), συνήθως σύνταξη δικογράφων ή εξ ολοκλήρου χειρισμός υποθέσεων ή παραστάσεις στα δικαστήρια.

Η αυξανόμενη έκταση της μορφής αυτής συνεργασιών για τους λόγους που αναφέρθηκαν οδηγεί στην ανάγκη κατοχύρωσης και αυτών των υπηρεσιών.

Τα ελάχιστα όρια αμοιβών δεν μπορούν να υπολείπονται εκείνων που προβλέπει ο κώδικας περί δικηγόρων (άρθρα 100 επ). Τα όρια αυτά είναι συνήθως ποσοστιαία επί του οικονομικού αντικειμένου της υπόθεσης (π.χ. αμοιβή για τη σύνταξη αγωγής 2%). Αφού όμως μειωθούν κατά την εύλογη αναλογία των λειτουργικών εξόδων (πάγιων και μη) της υπόθεσης, αφού δεν επιβαρύνεται με αυτά ο συντάκτης του δικογράφου, αλλά αυτός που του ανέθεσε τη σχετική εργασία. Η αναλογία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% και θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν η κατά τα παραπάνω νόμιμη αμοιβή υπερβαίνει κάποιο εύλογο όριο.

Ούτε είναι δυνατό να υπολείπονται του ποσού που λαμβάνεται υπ. όψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος του δικηγόρου (π.χ. αν πρόκειται για παραστάσεις σε δικαστήρια).

Οταν δικηγόρος συνεργάτης παρέχει υπηρεσίες όπως οι παραπάνω και με βάση αυτές δικαιούται υψηλότερο ποσό μηνιαίας αμοιβής από το προβλεπόμενο στην προηγούμενη ενότητα, τότε η μηνιαία αντιμισθία του κατά τον συγκεκριμένο μήνα προσαρμόζεται στο ποσό αυτό.

4) Ποιες άλλες ρυθμίσεις χρειάζεται να θεσπιστούν στις σχέσεις δικηγόρων και συνεργατών.

α) Η νομοθετική καθιέρωση του κατά τα παραπάνω ελαχίστου υποχρεωτικού ορίου αμοιβής και η δυνατότητα ετήσιας αναπροσαρμογής με αποφάσεις του Δ.Σ.Α.

β) Η συμπλήρωση των άρθρων 33, 34 παρ. γ του κώδικα δεοντολογίας με την συμπερίληψη στις υποχρεώσεις του δικηγόρου προς συνεργάτες της καταβολής όχι μόνο της συμφωνημένης αμοιβής, όπως έχει η σημερινή διατύπωση, αλλά:

Της εκάστοτε καθοριζόμενης από το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. ή της συμφωνημένης στην περίπτωση που αυτή είναι μεγαλύτερη.

Παρόμοια συμπλήρωση επιβάλλεται και στο κεφάλαιο του κ.δ.δ. περί των υποχρεώσεων του δικηγόρου προς ασκουμένους.

Και βεβαίως προώθηση του κώδικα δεοντολογίας προς δημοσίευση στο ΦΕΚ, ώστε να αποκτήσει κάποτε ισχύ νόμου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι το «πειθαρχικό οπλοστάσιο» του Δ.Σ.Α. μπορεί να προστατέψει ικανοποιητικά όποιους καταγγείλουν συναδέλφους εργοδότες για πλημμελή αμοιβή τους αφού, πέραν των άρθρων 33, 34 κ.δ.δ.,  και αυτή καθαυτή η μη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Δ.Σ. συνιστά πειθαρχικό αδίκημα (άρθρα 60, 64 του ν.δ. 3026/1954).

γ) Προστασία του έμμισθου συνεργάτη και στα άλλα πεδία της "έννομης σχέσης" του (ασφαλιστική κάλυψη κατά τα 2/3, ελάχιστη διάρκεια σύμβασης, προμήνυση και αποζημίωση κατά την απόλυση, προστασία από βλαπτική μεταβολή των όρων της σχέσης).

δ) Δημοσιοποίηση (δημοσίευση στο ΝοΒ, στα δικαστήρια, με ανακοίνωση κατά τη διανομή του μερίσματος) των παραπάνω μέτρων, με υπόμνηση των πειθαρχικών συνεπειών για όσους δεν σέβονται την εργασία των συνεργατών συναδέλφων τους, και λήψη κάθε άλλου μέτρου για την τήρηση των παραπάνω ρυθμίσεων.

ε) Πρόσκληση όλων των δικηγόρων που απασχολούνται ως συνεργάτες ή που απασχολούν συνεργάτες να δηλώσουν τη σχέση τους σε εύλογο χρονικό διάστημα στο γραφείο συνεργασιών του ΔΣΑ.

στ) Λειτουργία του γραφείου συνεργασιών στον ΔΣΑ με σκοπό την εξεύρεση εργασίας, την έγγραφη κατάρτιση εγγράφων συμβάσεων (απλά προς υποβοήθηση και σε καμμία περίπτωση με την έννοια του συστατικού τύπου), την καταγραφή των σχέσεων έμμισθης συνεργασίας, την εποπτεία της τήρησης της δεοντολογίας και των υποχρεώσεων των μερών.και τη διαιτησία σε περιπτώσεις διαφορών. Κατάργηση των μικρών αγγελιών με την ευθύνη του ΔΣΑ.

ζ) Εκπτωση των ποσών που καταβάλλονται ως αμοιβές σε συνεργάτες από το φορολογητέτο εισόδημα, ώστε το φορολογικό να λειτουργήσει ως μοχλός για την ανάδειξη των σχέσεων της έμμισθης συνεργασίας.

η) Καταβολή της αμοιβής των δικηγόρων συνεργατών κάθε μήνα στο ταμείο του ΔΣΑ, από όπου θα εισπράττεται από τους συνεργάτες (παλιά πρόταση των "Δικηγόρων σε Κίνηση" την οποία υιοθετώ - ελπίζω - με την άδειά τους).

θ) Ελεύθερη αποδεικτική δυνατότητα της σχέσης συνεργασίας, όπως στις εργατικές διαφορές, χωρίς συστατικό (πρόταση - παγίδα του συνδικαλιστικού ιερατείου της προηγούμενης δεκαετίας) ή αποδεικτικό τύπο.

5) Πώς διασφαλίζεται η εφαρμογή της οποιαδήποτε απόφαση του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και σε ποιο βαθμό μπορεί να προληφθεί η καταστρατήγησή της.

Ο κίνδυνος καταστρατήγησης δεν εκλείπει και η τελική εφαρμογή μιάς ρύθμισης επαφίεται πάντα στη συμπεριφορά των συμβαλλομένων. Αν π.χ. η σ.σ.ε προβλέπει ένα ημερομίσθιο και ο εργάτης πηγαίνει και εργάζεται με χαμηλότερο χωρίς να καταγγέλλει τον εργοδότη του, δεν φταίει η σ.σ.ε, αλλά ο ίδιος που σταθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα συμφέροντά του.

Στόχος άλλωστε του κειμένου δεν είναι να υποδείξει τρόπους καταστρατήγησης, αλλά τρόπους περιορισμού της.

Η ευθύνη του συνδικαλιστικού οργάνου συνίσταται αφενός στην θεσμική κατοχύρωση των δικαιωμάτων που θέλει να προστατεύσει και αφετέρου στην προστασία του φορέα τους, όταν αυτά καταπατούνται.

Η θέσπιση των παραπάνω προτάσεων πάντως, καθώς και όσων άλλως ενδεχομένως προστεθούν από τον διάλογο, και ιδίως η δημοσιοποίηση και εμπέδωση συνείδησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, περιορίζει αισθητά τον κίνδυνο αυτόν.

Κυρίως όμως ο κίνδυνος αυτός είναι αντικειμενικά περιορισμένος γιατί η ίδια η πραγματικότητα γεννά την ανάγκη των συνεργασιών και πιστεύω ότι η συνδικαλιστική επεξεργασία και μορφοποίηση της ανάγκης αυτής είναι δυνατό να αποτελέσει καταλύτη μίας εξέλιξης ισόρροπης και όχι υπερεκμεταλλευτικής.

Τι θα κάνει αλήθεια ο δικηγόρος που θα υποχρεωθεί να πληρώνει με τα παραπάνω ποσά τους συνεργάτες του;

(το φοβερό ερώτημα της αντίθετης άποψης, ρητορικό, για να καταλήξει στην απάντηση: θα τους διώξει και δεν θα βρίσκουν δουλειά)

Να τι θα κάνει:

α) Ή πράγματι θα τους πληρώνει. Οπότε θα γίνει περισσότερο παραγωγικός και θα πάψει να παρέχει κάποιες εξυπηρετήσεις στους πελάτες του δωρεάν χάρις στην δωρεάν διεκπεραίωσή τους από τους απλήρωτους συνεργάτες. Θα βγάζει λιγότερα χρήματα, αλλά αυτό είναι περισσότερο δίκαιο από το να εργάζεται ο συνεργάτης απλήρωτος.

β) Ή θα τους διώξει και θα τρέχει μόνος του, οπότε και θα δουλεύει τα λεφτά που βγάζει. Και στην περίπτωση αυτή ή θα δουλεύει όλη την ημέρα ή πολύ γρήγορα θα ψάχνει για άλλον συνεργάτη, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι και τόσο τραγικό να τον πληρώνει.

γ) Ή θα τους διώξει και θα προσλάβει στη θέση τους υπάλληλο γραφείου, στον οποίο θα πληρώνει τα προβλεπόμενα ποσά (πλέον εργοδοτικής εισφοράς ΙΚΑ), δηλαδή τουλάχιστον 600 ΕΥΡΩ τον μήνα πλέον επιδόματος Η/Υ για τους χειριστές, επιδόματος κούριερ για εξωτερικές εργασίες, επιδόματος πτυχίου, ξένης γλώσσας, οικογενειακού, αποδοχών υπεργασίας, υπερωρίας, άδεια, επίδομα κλπ) αντί πολύ κατώτερων και φυσικά όχι εξειδικευμένων παροχών.

Προς το παρόν, η υπάρχουσα κατάσταση και η άσκηση, με τη σημερινή μορφή της, δεν χρησιμεύει παρά μόνο σε όσους δικηγόρους αναζητούν φτηνό υπαλληλικό δυναμικό και στον ταξικό αποπληθωρισμό της δικηγορίας, καθώς αποθαρρύνει και αποτρέπει την ένταξη στη δικηγορία όσων δεν μπορούν να λύσουν το βιοποριστικό τους πρόβλημα παράλληλα με την άσκηση και βέβαια και ως συνεργάτες.

Εμείς πάντως δεν ανήκουμε σε εκείνους που χαϊδεύουν αυτιά ψηφοφόρων με το μύθο του δικηγορικού πληθωρισμού και το στόχο της δήθεν πάταξής του (ας μην το αναλύσουμε και αυτό εδώ).

Το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. καλείται και πάλι να δείξει την πραγματική συνδικαλιστική του βούληση.

Σεπτέμβριος 2005

Σχετικά με το θέμα (όλα στη διάθεση όσων τα θελήσουν) :

1. Πρακτικά του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. της 25/2/1992

2. Πρακτικά του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. της 17/4/1997

3. Πρακτικά του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. της 19/5/1997

4. Πρακτικά του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. της 21/6/1999

5. Πρακτικά του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. της 16/10/2000

6. Πρακτικά του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. της 24/9/2002

7. Πίνακας μισθοδοσίας εμμίσθων δικηγόρων 1/1/2005 (συντάκτης : Λογιστήριο Δ.Σ.Α.).

8. Κώστα Παπαδάκη (τότε προέδρου Ε.Α.Ν.Δ.Α.): Εισήγηση στο 12ο δικηγορικό συνέδριο του 1992 για την άσκηση.

9. Πίνακας μισθών και ημερομισθίων Ε.Γ.Σ.Ε.Ε. 2005

10. Διαιτητική απόφαση Ο.Μ.Ε.Δ. 34/2005