16 Δεκεμβρίου 2019
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

έμμισθοι συνεργάτες και ασκούμενοι

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





14 Νοεμβρίου 2019

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για την δικηγορική άσκηση σήμερα (Της Δήμητρας Ρομποτή)


Το τοπίο στην αγορά εργασίας, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία μετά την ένταξη στα μνημονιακά προγράμματα και τις πολιτικές και οικονομικές «συνταγές» του ΔΝΤ και της ΕΕ, είναι κάτι παραπάνω από αποθαρρυντικό για έναν νέο εργαζόμενο, που, τελειώνοντας τις σπουδές του παραμένει εδώ και προσπαθεί να εργαστεί στο αντικείμενό του. Το γεγονός αυτό, για έναν/μία ασκούμενο/η, ή νέο/α δικηγόρο, δεν αποτελεί απλά και μόνο μια κοινωνιολογική παρατήρηση αλλά μια πικρή καθημερινότητα.

Την ίδια στιγμή που η εργασιακή καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτη για όλο και πιο πλατιά κομμάτια δικηγόρων, παρατηρούμε μέρα με τη μέρα τις τάσεις μετασχηματισμού του δικηγορικού επαγγέλματος: συγκέντρωση της δικηγορικής ύλης σε όλο και λιγότερα γραφεία «μεγαλοδικηγόρων», διαμόρφωση επί της ουσίας μεγάλων δικηγορικών εταιριών, και την ιδια στιγμή διαμόρφωση «στρατών» από έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους, οι οποίοι καλούνται να εργαστούν σε εξευτελιστικές συνθήκες εργασίας. Το γαϊτανάκι της πορείας ενός πτυχιούχου νομικής έχει ως εξής: άσκηση με ευέλικτο ωράριο και μισθό ούτε το βασικό, πανελλαδικές εξετάσεις με αυξημένη πια δυσκολία, δουλειά σε γραφείο πάλι χωρίς ωράριο (εκεί εφαρμόζεται η ρητορεία του «ελεύθερου επαγγελματία») και αμοιβή που πάλι κινείται περισσότερο ή λιγότερο κοντά στον κατώτατο και αν.

Ας τα πάρουμε λοιπόν με τη σειρά

Ξεκινώντας κάποιος από μας να εργάζεται στον κλάδο αρχικά ως ασκούμενος αμοίβεται με αποδοχές που θα μπορούσαν να προσομοιάζουν σε ένα πολύ γενναιόδωρο χαρτζιλίκι, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μοιάζουν με μισθό. Για να μιλήσουμε με αριθμούς όσοι και όσες είμαστε ασκούμενοι/ες στη συνηθέστερη των περιπτώσεων αμοιβόμαστε με 300-400 ευρώ ενώ μπορεί οι «τυχεροί» να παίρνουν κάτι παραπάνω, τις περισσότερες φορές χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα, αφού αναγκάζονται να δουλεύουν 10 και πλέον ώρες την ημέρα. Προφανώς υπάρχουν και οι «άτυχοι» που ίσως να μην πληρωθούν καν, πράγμα που αποτελεί μια αρκετά «ευφάνταστη» πρακτική του κλάδου μας κυρίως στην επαρχία (βλ. Θεσσαλονίκη). Παράλληλα, το ωράριο που μπορεί στα λόγια να είναι 6ωρο ή 8ωρο στην πράξη δεν υπάρχει και ακριβώς καθώς έχει συνεχώς και καθημερινά τάσεις επέκτασης.

Με τη ρητορεία ότι είμαστε ή θα γίνουμε «ελεύθεροι επαγγελματίες» και «πρέπει να συνηθίσουμε να εργαζόμαστε ως τέτοιοι» μένουμε στα γραφεία ώρες μετά τη λήξη του ορισμένου ωραρίου για να κάνουμε όλη τη «λάντζα» του δικηγόρου, δηλαδή όλα τα σημαντικά μεν μικροπράγματα δε που ένας δικηγόρος με δικό του γραφείο προφανώς δεν θα καταδεχτεί ποτέ να κάνει ο ίδιος.

Και όλα αυτά προκύπτουν από το ιδιότυπο καθεστώς της άσκησης, της έλλειψης δηλαδή κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ασκούμενου και της έλλειψης ύπαρξης ενός θεσμοθετημένου εργασιακού πλαισίου. Ο Κώδικας Δικηγόρων στις διατάξεις για τους ασκούμενους κανονικά προέβλεπε 600 ευρώ το μήνα κατώτατο μισθό, κάτι το οποίο ποτέ κανένας εργοδότης δεν το επικαλέιται και το τηρεί. Συνεπώς, πρακτικά δεν υπάρχει εν ολίγοις καμιά πρόβλεψη για τις συνθήκες εργασίας του ασκούμενου.

Ασκούμενοι κι ασφάλιση: Η μοναδική ίσως πρόβλεψη που λειτουργούσε όμως... και πάλι είναι σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ ασκούμενου και δικηγόρου. Η ασφάλιση στο ΕΤΑΑ-ΤΑΝ μπορεί να μην είναι υποχρεωτική για τον ασκούμενο όμως η ασφάλιση στον τομέα Υγείας του ΕΤΑΑ είναι υποχρεωτική και κοστίζει 500 ευρώ το χρόνο (περίπου 50 ευρώ το μήνα). Αυτά πάλι είναι στην ευχέρεια του εκάστοτε εργοδότη δικηγόρου αν θα τα πληρώνει για τον ασκούμενο ή αν θα τα βάζει ο ασκούμενος από τη τσέπη του δηλαδή από τα 300 ευρώ που παίρνει και με τα οποία πρέπει να καλύψει και τα έξοδα του μήνα του. Πολλές φορές είναι και λόγος να παίρνουμε λιγότερα από τον εργοδότη καθώς «θα σου πληρώνω τις εισφορές αλλά αυτό σημαίνει 50 ευρώ λιγότερα στο μηνιαίο μισθό» λες και είναι και παραχώρηση από πλευράς του!

Ασκούμενοι και εξετάσεις: και μετά από όλο αυτό το Γολγοθά της κακοπληρωμένης και υπερωριακής εργασίας πρέπει να ξαναδιαβάσουμε για να δώσουμε εξετάσεις για την άδεια ασκήσεως. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η ψήφιση του Νέου Κώδικα Δικηγόρων που έκανε τις εξετάσεις αυτές πανελλήνιες πρακτικά ανεβάζοντας κατακόρυφα τον πήχη δυσκολίας τους. Πλέον πρέπει να διαβάσουμε πάλι τα πάντα με την άσκηση να τρέχει και με το ζήτημα αδειών για την προετοιμασία να είναι ερώτημα για να πάρουμε την πολυπόθητη άδεια. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πληρωνόμαστε περισσότερα, ούτε ότι αυτόματα θα αναβαθμιστεί η ιδιότητά μας από «παιδί για όλες τις δουλειές» σε δικηγόρο.

Επίσης, ετίθετο το ζήτημα των αποφοίτων Νομικών Σχολών του εξωτερικού, οι οποίοι δεν περνούν από το καθεστώς άσκησης, αλλά από εξετάσεις μόνο για να πάρουν την άδεια ασκήσεως στην Ελλάδα. Προκειμένου να εναρμονιστεί η κατάσταση με τους αποφοίτους των Νομικών Σχολών στην Ελλάδα προτείνουμε κατάργηση της άσκησης για όλους, να μην αποτελεί προαπαιτούμενο για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας και ό,τι συνεπάγεται. Για τους συναδέλφους από άλλες Νομικές σχολές του εξωτερικού η διενέργεια εξετάσεων να είναι το μόνο προαπαιτούμενο για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας στην Ελλάδα.

Συνολικά Διεκδικούμε:

  • Υπεράσπιση των ασκούμενων συναδέλφων. Νομοθετική κατοχύρωση αξιοπρεπούς μισθού, ωραρίων, αδειών. Υποχρεωτική καταβολή εισφορών από τους εργοδότες. Στήριξη από το Σύλλογο των ασκούμενων τόσο στην αναζήτηση εργασίας (μητρώο θέσεων) όσο και κατά τη διάρκεια της άσκησης για την τήρηση των όρων από τους εργοδότες. Εγγραφή των εργαζόμενων ασκούμενων στους Δικηγορικούς Συλλόγους. Πειθαρχικός έλεγχος των εργοδοτών. Κατάργηση των εξετάσεων για την εισαγωγή στο επάγγελμα. Κατάργηση του θεσμού της άσκησης γενικά, ως θεσμού που διατηρεί ευέλικτο και πλήρως εκμεταλλευόμενο εργατικό δυναμικό για τα δικηγορικά γραφεία.
  • Υποχρεωτική ασφάλιση και καταβολή των 2/3 της ασφάλισης από τους εργοδότες επιπλέον του ποσού του καθαρού μισθού.
  • Καμία εισφορά για μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους με εισόδημα κάτω από 12.000 €.
  • Εγγραφή στο ΔΣΑ ως δικηγόροι και δικαίωμα ψηφου από την έναρξη άσκησης του επαγγέλματος.
 
   
   
   
   
6 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Τα δικαιώματά μας στο προσκήνιο


Ένα πέπλο ένοχης σιωπής καλύπτει την εργασιακή πραγματικότητα του κλάδου μας. Ο κυρίαρχος συνδικαλιστικός λόγος φαίνεται πως, είτε ανήμπορος, είτε απλώς απρόθυμος, επιμένει να κλείνει τα μάτια μπροστά σε μια πραγματικότητα που είναι πλέον αντιληπτή από τον καθένα:

Μια ολοένα διογκούμενη μερίδα του δικηγορικού κόσμου έχει οδηγηθεί και διαρκώς οδηγείται στη μισθωτοποίηση, η οποία μάλιστα, ελλείψει σχετικού πλαισίου και πολιτικής βούλησης από την πλειοψηφία του συνδικαλιστικού κόσμου, πραγματοποιείται με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Εργαζόμενος ως «έμμισθος συνεργάτης», ο δικηγόρος στερείται των στοιχειωδών κατοχυρώσεων του εργατικού δικαίου, ακόμη και της ίδιας αυτής της αναγνώρισής του ως εργαζομένου. Πρόκειται για μια «συνεργασία», οι όροι της οποίας καθορίζονται φυσικά από το ένα μόνο από τα μέρη και με γνώμονα τους δικούς του «προγραμματισμούς», και η οποία εν τέλει αποβλέπει στο δικό του κέρδος. Το αποτέλεσμα είναι λίγο έως πολύ γνωστό. Οι έμμισθοι συνεργάτες εργάζονται κάτω από ένα ανέλεγκτο καθεστώς, με μισθούς που στην καλύτερη περίπτωση αγγίζουν τα 600 ή 700 ευρώ, επί 11 μήνες το χρόνο, χωρίς επιδόματα και δώρα, με ανεξέλεγκτα ωράρια που κινούνται στα όρια των φυσικών αντοχών τους (το 12ωρο αποτελεί αρκετά συνήθη εκδοχή), συχνά καταλαμβάνοντας και μη εργάσιμες μέρες (σαββατοκύριακο) και φυσικά χωρίς αναγνώριση υπερωριακής απασχόλησης. Οι έμμισθοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν οι ίδιοι το σύνολο των ασφαλιστικών τους εισφορών, αφού η «συνεργασία» τους με τον εργοδότη δεν θεμελιώνει φυσικά καμιά σχετική υποχρέωση συμμετοχής του τελευταίου. Επιπλέον, είναι υποχρεωμένοι να υφίστανται τον καθημερινό δεσποτισμό στο χώρο της εργασίας τους, μια και, εκτός από τη σχέση εργοδότη/εργαζόμενου, το καθεστώς εργασίας τους επενδύεται και με τον μανδύα της αυθεντίας του γηραιότερου, που αναλαμβάνει -με το αζημίωτο- άτυπα χρέη διδασκάλου. Η κατάσταση φτάνει στην πιο χυδαία εκδοχή της, όταν οι νέες συνάδελφοι -καθόλου σπάνια!-  έρχονται αντιμέτωπες με τον σεξισμό του εργοδότη που συχνά πιστεύει πως τα διευθυντικά δικαιώματά του εκτείνονται μέχρι την στενή σφαίρα της αξιοπρέπειάς τους.

Οι τάσεις της δικηγορικής αγοράς εργασίας εξωθούν σε αυτό το καθεστώς την μεγάλη πλειοψηφία των νεοεισερχόμενων στο επάγγελμα, αλλά και διαρκώς περισσότερους μεγαλύτερους σε ηλικία συναδέλφους, των οποίων η δυνατότητα να ασκούν αυτόνομα το επάγγελμα συμπιέζεται κάτω από τον ανταγωνισμό των μεγαλοδικηγορικών γραφείων και εταιρειών. Μια τέτοια πραγματικότητα άλλωστε δεν εκπλήσσει, από τη στιγμή που το σύνολο της ζωής του δικηγορικού κόσμου έχει ήδη αρχίσει να αρθρώνεται γύρω από μια τέτοια σχέση, παρά την από ποικίλες κατευθύνσεις καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση, πως αυτό το καθεστώς δεν αποτελεί παρά προσωρινό στάδιο μιας πολλά υποσχόμενης μελλοντικής καριέρας. Ο «έμμισθος συνεργάτης» αποτελεί στην ουσία εκείνο το κομμάτι του κλάδου, που καλείται να επωμιστεί το μεγαλύτερο φόρτο εργασίας, και ιδίως τις πιο «πρακτικές» πτυχές του, ενώ ο εργοδότης απολαμβάνει τους καρπούς μιας αναγνωρισμένης νομικής «αυθεντίας». Στα πλαίσια μιας τέτοιας σχέσης, η κατανομή των ρόλων είναι σχεδόν προφανής - από την αναμονή σε ουρές έως την παρασκευή του καφέ της ημέρας για τον μεν, «επιτελική» και «καθαρή» δουλειά για τον δε. Ο «έμμισθος συνεργάτης», άλλωστε, αποτελεί μια αρκετά συμφέρουσα λύση από οικονομική άποψη, αφού ένας γραμματέας ή ένας τηλεφωνητής θα αξίωναν (φευ!) τα δικαιώματα ενός εργαζομένου.

Ο έμμισθος δικηγόρος έχει γνωρίσει αυτή την πραγματικότητα ήδη ως ασκούμενος, σε μια 18μηνη «θητεία», που έχει κληθεί να υπηρετήσει, παρέχοντας ολοήμερη φτηνή εργασία (300 ευρώ είναι μια τάξη μεγέθους) υπό την ιδιότητα του «μαθητευόμενου». Στην περίπτωση των ασκουμένων, το καθεστώς μαύρης εργασίας βρίσκεται στον Κολοφώνα της δόξας του: εκεί μά-λιστα, ο νέος απόφοιτος Νομικής εργάζεται επιπλέον εντελώς ανασφάλιστος, ενώ θεσμός έχει προφανώς προϋποθέσει ότι ο ασκούμενος διαθέτει κάποιες κρυφές πηγές εισοδήματος: διότι με 300 ευρώ μηνιαίο μισθό και πλήρη απασχόληση, κανείς προφανώς δεν είναι δυνατόν να καλύψει ούτε τις στοιχειώδεις βιοτικές του ανάγκες. Ο θεσμός της άσκησης είναι στην ουσία του απαράδεκτος, εθίζει τον νεοεισερχόμενο στο επάγγελμα σε όρους εργασίας δυσμενέστερους από κάθε άλλο χώρο εργασίας (άλλωστε και ως έμμισθος αργότερα δεν θα υπερβεί το μισθό του ανειδίκευτου εργάτη) και εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη των μεγάλων δικηγορικών γραφείων για φτηνή και χωρίς δικαιώματα εργασία, αλλά και την ύπαρξη ενός μεταβατικού σταδίου, που θα επικυρώνει την αποσύνδεση του πτυχίου των νομικών σχολών από τα επαγγελματικά δικαιώματα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ύπαρξη μιας περιόδου «άσκησης» που θα καταλήγει σε εξετάσεις για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος, εξυπηρετεί και τις κρυφές βλέψεις των πιο συντεχνιακών φωνών του κλάδου για μείωση των ροών των αποφοίτων και σταδιακό κλείσιμο του επαγγέλματος.

Η αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση

Η εργασιακή πραγματικότητα αναδύθηκε με τον πιο διαυγή τρόπο κατά την τελευταία περίοδο, με αφορμή την επίθεση που εξαπολύθηκε από πλευράς κυβέρνησης στα ασφαλιστικά δικαιώματα και τις πρώτες κινητοποιήσεις του κλάδου μας.

Οι έμμισθοι και ασκούμενοι δικηγόροι αποτελούν την πλέον πληττόμενη μερίδα του κλάδου, αφού το απαράδεκτο καθεστώς υποβάθμισης, πέρα από τους γενικούς όρους εργασίας, αντανακλά και στα  ασφαλιστικά τους δικαιώματα. Αν και εργάζονται ως έμμισθοι, καλούνται να καταβάλουν αυτοί τις (παχυλές) ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς άμεση ή έμμεση συμμετοχή του δικηγόρου εργοδότη. Επιπλέον, οι εισφορές δεν κλιμακώνονται βάσει της εισφοροδοτικής ικανότητας, ούτε του καθεστώτος εργασίας, αλλά με κριτήριο τον χρόνο άσκησης του επαγγέλματος, γεγονός που συσκοτίζει την πραγματική οικονομική κλιμάκωση στο εσωτερικό του κλάδου και οδηγεί στο απαράδεκτο αποτέλεσμα, άνισα εισοδήματα να οφείλουν ίσες εισφορές, ενώ η διάκριση σε δικηγόρο/εργοδότη και δικηγόρο/εργαζόμενο φυσικά απουσιάζει από το σύστημα υπολογισμού των εισφορών. Τέλος, η μεγάλη μερίδα των έμμισθων δικηγόρων έχει ασφαλιστεί μετά την 1-1-1993, δηλαδή μετά την εφαρμογή του «νόμου Σιούφα» (ν. 2084/92), ο οποίος επιφυλάσσει σύνταξη... 450 ευρώ (!) περίπου. Στα πλαίσια της συνολικής υποβάθμισης των ασφαλιστικών δικαιωμάτων του δικηγορικού κλάδου, για τους έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους επιφυλάσσεται η δυσμενέστερη θέση: οι μισθοί των 600-700 ευρώ, που ήδη επιβαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών, θα κληθούν να αποδώσουν ακόμη περισσότερα, για ακόμη μικρότερες συντάξεις!

Παρά τις διακηρυγμένες από τον Δικηγορικό Σύλλογο αποχές, και τις προγραμματισμένες συνελεύσεις, οι έμμισθοι και ασκούμενοι δικηγόροι βίωσαν την πιο απροκάλυπτη μορφή εργοδοτικού αυταρχισμού. Η πλειοψηφία των μεγάλων γραφείων, σε μια προσπάθεια επίδειξης εργοδοτικής ισχύος, παραβίασε τις αποφάσεις του Συλλόγου και εξανάγκασε τους εργαζόμενους συναδέλφους να δουλέψουν τις ημέρες της αποχής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την ελλιπή εκπροσώπηση του πιο σκληρά εργαζόμενου κομματιού του κλάδου μας στις αποφάσεις του Συλλόγου, και αποτελεί απαράδεκτη πρακτική αυθαιρεσίας. Είναι μια πρακτική που πρέπει να καταδικαστεί - και οι παρατάξεις του Συλλόγου να πάρουν θέση, ειδάλλως να λογοδοτήσουν.

Κάτω από διαρκείς πιέσεις, το ΔΣ του ΔΣΑ αναγνώρισε πρώτη φορά, με στρεβλό έστω τρόπο, την ύπαρξη του προβλήματος και μια κατεύθυνση προς την επίλυσή του.

Με την από 4/7/06 απόφαση του ΔΣ συνδέθηκε για πρώτη φορά το καθεστώς έμμισθης συνεργασίας με την αμοιβή που προσδιορίζεται στον ν. 1093/80. Μια τέτοια σύνδεση παρέχει συγκεκριμένα δικαιώματα στον συνεργάτη δικηγόρο: Τα χρόνια δικηγορίας παίζουν πλέον ρόλο για τον προσδιορισμό της αμοιβής: οι δικηγόροι παρά Πρωτοδίκαις δικαιούνται ως βάση το 75% του μισθού του 15ου μισθολογικού κλιμακίου (σήμερα 850 ευρώ),  οι δικηγόροι παρ' Εφέταις το 75% του μισθού του 8ου μισθολογικού κλιμακίου (σήμερα 1.050 ευρώ). Ο δικηγόρος συνεργάτης δικαιούται επιδομάτων ανάλογα με την προσωπική του κατάσταση: α) επιδόματα συζύγου - τέκνων, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα χειρισμού Η/Υ. Οι έμμισθοι δικηγόροι δικαιούνται δώρα Χριστουγέννων- Πάσχα και επίδομα αδείας. Αντίστοιχα πλέον και οι συνεργάτες δικηγόροι βάσει της αποφάσεως του ΔΣ πρέπει να λαμβάνουν τα δώρα και επιδόματα που τους αναλογούν. Και στους συνεργάτες δικηγόρους μερικής ή πλήρους απασχόλησης πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας κατά τους όρους του άρθρου 94 Κώδικα Δικηγόρων. Τέλος, το κατώτατο όριο αμοιβής για τους ασκούμενους δικηγόρους που απασχολούνται σε δικηγορικά γραφεία αυξήθηκε από 440 σε 600 ευρώ.

Διεκδικούμε όρους αξιοπρέπειας με μια νικηφόρα κατεύθυνση!

Το ζήτημα της εφαρμογής των πρώτων αυτών κατακτήσεων και της διεύρυνσής τους δεν είναι τεχνικό. Είναι κυρίαρχα πολιτικό, και είναι πρωτίστως ένα ζητούμενο που τίθεται για τους έμμισθους και ασκούμενους δικηγόρους, ένα διακύβευμα  των συλλογικών διεκδικήσεων για μια διαφορετική δικηγορία. Είναι το αντικείμενο της πάλης για συνθήκες συνεργατικές, για ένα επάγγελμα που δεν θα είναι ανθρωποφαγικό και για τη θεμελίωση πραγματικών όρων αξιοπρέπειας στη εργασία.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΤΑ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ

ΡΗΤΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΜΜΙΣΘΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ, ΩΡΑΡΙΟΥ, ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΤΩΝ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ - ΜΟΝΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟ ΠΤΥΧΙΟ

 
   
   
   
   
9 Σεπτεμβρίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Προκήρυξη για τους έμμισθους συνεργάτες


ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

O ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ - ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε σε αφίσα του ΔΣΑ (για πρώτη φορά) η απόφαση του Δ.Σ. του ΔΣΑ που αφορά το καθεστώς και τις αμοιβές των ασκουμένων και των εμμίσθων συνεργατών δικηγόρων που δουλεύουν σε άλλα δικηγορικά γραφεία (ως γνωστόν στο παρελθόν οι αποφάσεις του ΔΣ για το θέμα παρέμεναν αδημοσίευτες για να μην τρομάξουν οι εργοδότες!).

Με την απόφαση αυτή επαναλαμβάνεται κατ'αρχήν η (και νομολογιακά αναγνωρισμένη) αναλογική εφαρμογή του ν. 1093/80 για τις αμοιβές των εμμίσθων του δημοσίου στους δικηγόρους συνεργάτες που εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε δικηγορικά γραφεία.

Τομή όμως αποτελεί ο προσδιορισμός της αμοιβής του συνεργάτη δικηγόρου που δεν εργάζεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως ποσοστό (75%) επί της αμοιβής που προσδιορίζεται για τους έμμισθους συνεργάτες.

Πλέον η αμοιβή του συνεργάτη (ακόμα και μερικής απασχόλησης) δεν εξαρτάται από τις εκάστοτε αναπροσαρμογές των κατώτατων αμοιβών που ορίζει ο Σύλλογος ανά τριετία περίπου (ή όποτε αποφασίσει η πλειοψηφία του ΔΣ να επιτελέσει έργο φιλανθρωπίας...), αλλά αναπροσαρμόζονται αυτόματα ανάλογα με τις αυξήσεις που παίρνουν οι δικηγόροι του δημοσίου. Η σύνδεση μάλιστα με την αμοιβή που προσδιορίζεται στον ν. 1093/80 παρέχει συγκεκριμένα άμεσα δικαιώματα στον συνεργάτη δικηγόρο:

• τα χρόνια δικηγορίας παίζουν πλέον (έστω και έμμεσα) χρόνο για τον προσδιορισμό της αμοιβής: οι δικηγόροι παρά πρωτοδίκαις δικαιούνται ως βάση το 75% του μισθού του 15ου μισθολογικού κλιμακίου (ήτοι σήμερα 850 ευρώ),  οι δικηγόροι παρ' εφέταις το 75% του μισθού του 8ου μισθολογικού κλιμακίου (ήτοι σήμερα 1050 ευρώ)

ο κάθε δικηγόρος συνεργάτης δικαιούται επιδομάτων ανάλογα με την προσωπική του κατάσταση: α) επιδόματα συζύγου - τέκνων, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα χειρισμού Η/Υ. Ετσι π.χ. ο δικηγόρος συνεργάτης παρά πρωτοδίκαις που εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, είναι έγγαμος, κατέχει μάστερ και χειρίζεται Η/Υ δικαιούται ποσό 958 ευρώ και όχι 850 ευρώ. Ο κάθε ένας (εργοδότης δικηγόρος ή συνεργάτης δικηγόρος μερικής απασχόλησης) μπορεί να υπολογίσει πολύ εύκολα την αμοιβή που δικαιούται μέσα από την ιστοσελίδα του ΔΣΑ βάζοντας τα προσωπικά τους στοιχεία στον πίνακα «αμοιβές εμμίσθων» και πολλαπλασιάζοντας το ποσό αμοιβής επί 75%.

• και σημαντικότερο: οι έμμισθοι δικηγόροι δικαιούνται δώρα χριστουγέννων-πάσχα και επίδομα αδείας. Αντίστοιχα πλέον και οι συνεργάτες δικηγόροι βάσει της αποφάσεως του ΔΣ πρέπει να λαμβάνουν τα δώρα και επιδόματα που τους αναλογούν. Με αυτό τον τρόπο το καθεστώς που αντιμετωπίζουν όλοι οι δικηγόροι συνεργάτες να αμοίβονται επί 12 και μάλιστα συνήθως επί 11 (με την αιτιολογία ότι το γραφείο παραμένει κλειστό τον Αύγουστο) αναγνωρίζεται ως μη σύννομο.

• και στους συνεργάτες δικηγόρους μερικής ή πλήρους απασχόλησης πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας κατά τους όρους του άρθρου 94 Κώδικα Δικηγόρων

Τέλος το κατώτατο όριο αμοιβής για τους ασκούμενους δικηγόρους που απασχολούνται σε δικηγορικά γραφεία αυξήθηκε από 440 σε 600 ευρώ.

Παραμένει πάντα βέβαια το ερώτημα πώς θα εφαρμοσθεί αυτή η απόφαση. Κατ'αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχουν και νομικοί τρόποι για να διεκδικηθεί η εφαρμογή της απόφασης. Οσοι δικηγόροι συνεργάτες προσέφυγαν στα δικαστήρια και απέδειξαν ότι εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε δικηγορικό γραφείο δικαιώθηκαν και έλαβαν αναδρομικά τις αμοιβές τους βάσει του ν. 1093/80. Περαιτέρω, βάσει του κώδικα περί δικηγόρων, η παραβίαση των αποφάσεων του Δ.Σ. του ΔΣΑ αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα. Μπορεί συνεπώς ο συνεργάτης δικηγόρος να καταγγείλει την αντίθετη προς την ως άνω απόφαση συμπεριφορά του εργοδότη του στα οικεία πειθαρχικά συμβούλια.

Ο κίνδυνος καταστρατήγησης βέβαια δεν εκλείπει και η τελική εφαρμογή μιάς ρύθμισης επαφίεται πάντα στη συμπεριφορά των συμβαλλομένων. Αν π.χ. η σ.σ.ε προβλέπει ένα ημερομίσθιο και ο εργάτης πηγαίνει και εργάζεται με χαμηλότερο χωρίς να καταγγέλλει τον εργοδότη του, δεν φταίει η σ.σ.ε, αλλά ο ίδιος που σταθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα συμφέροντά του.

Γι'αυτό το μεγάλο πάντα διακύβευμα αποτελεί η συλλογική διεκδίκηση των δικαιωμάτων. Με δεδομένο ότι η Ενωση Ασκουμένων και Νεων Δικηγόρων αποτελεί πλέον μόνο μηχανισμό παραγοντισμού και διοργάνωσης πάρτυ θα πρέπει οι ασκούμενοι και οι δικηγόροι να αποκτήσουν τη δική τους φωνή μέσα από την συγκρότηση ενός συλλογικού διεκδικητικού φορέα.

Αλλωστε και η σημαντική αυτή απόφαση εκδόθηκε μετά από αγώνες χρόνων και σημαντική πίεση. Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας από την ίδρυσή της το 1990 θέτει ως στόχο της την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ασκουμένων και των εμμίσθων συνεργατών (στην Εναλλακτική Παρέμβαση άλλωστε συμμετέχουν πάντοτε με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες μεγάλος αριθμός συνεργατών δικηγόρων). Η ΕΠΔΑ συνέβαλε αποφασιστικά μέσα από τη δράση της στην (τότε διεκδικητική) Ενωση Ασκουμένων και Νεων Δικηγόρων προς αυτή την κατεύθυνση, ανάγκασε όλες τις παρατάξεις να πάρουν θέση για το ζήτημα (έστω διακηρυκτικά και προεκλογικά) και πίεζε πάντα το ΔΣ προς αυτή την κατεύθυνση, παρότι το ζήτημα αντιμετωπιζόταν συνήθως υπό καθεστώς ιεράς εξέτασης (και σε αυτή τη συνεδρίαση άλλωστε πολλά μέλη του ΔΣ αντέδρασαν στην εισήγηση της ΕΠΔΑ)! Μέλη της ΕΠΔΑ συμμετέχουν και στηρίζουν την Πρωτοβουλία για την ίδρυση σωματείου εμμίσθων συνεργατών.

Και η ατομική ενεργοποίηση κάθε ασκούμενου και συνεργάτη δικηγόρου είναι αναγκαία για να επιτευχθούν ακόμα περισσότερα:

• ναι μεν αυξήθηκε το ποσό που πρέπει να λαμβάνουν οι ασκούμενοι, πλην όμως το καθεστώς δουλείας και ακύρωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων που αποτελεί η άσκηση πρέπει να καταργηθεί

• ο διαχωρισμός πλήρους-μερικής απασχόλησης δεν είναι σαφής. Είναι γνωστό ότι οι έμμισθοι συνεργάτες εργάζονται οι περισσότεροι πάνω από δέκα ώρες ημερησίως (και μετά αν έχουν χρόνο ασχολούνται και με δικές τους υποθέσεις). Θα πρέπει να διεκδικηθεί συγκεκριμένος προσδιορισμός ωραρίου (35ωρο) που θα αποδεικνύει την πλήρη απασχόληση.

• ως γνωστόν ο εργοδότης του δικηγόρου με παγία αντιμισθία υποχρεούται να καταβάλει τα 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών του. Το ίδιο καθεστώς θα πρέπει να απολαμβάνει και ο έμμισθος συνεργάτης

• θα πρέπει τέλος να καθιερωθεί νομοθετικά ότι για την απόδειξη της μερικής απασχολήσεως του συνεργάτη πρέπει να κατατίθεται σχετική σύμβαση στο ΔΣΑ, άλλως να θεωρείται η απασχόληση πλήρης

Είναι αναγκαία τέλος η απάντηση σε δυο συχνά επαναλαμβανόμενα ερωτήματα.

1. Μήπως με αυτά τα μέτρα υπαλληλοποιείται ο δικηγόρος; Η υπαλληλοποίηση είναι μια πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι αν ο υπάλληλος δικηγόρος θα παραμένει έρμαιο των διαθέσεων του κάθε εργοδότη του. Αντίσταση στην υπαλληλοποίηση μπορεί να αποτελέσει μόνο η ενίσχυση των μορφών συνεργατικής δικηγορίας, η οποία όμως και αυτή εξαρτάται από την βούληση των δικηγόρων.

2. Τι θα κάνει ο δικηγόρος που θα υποχρεωθεί να πληρώνει με τα παραπάνω ποσά τους συνεργάτες του;

(το φοβερό ερώτημα της αντίθετης άποψης, ρητορικό, για να καταλήξει στην απάντηση: θα τους διώξει και δεν θα βρίσκουν δουλειά)

Να τι θα κάνει :

α) Ή πράγματι θα τους πληρώνει. Οπότε θα γίνει περισσότερο παραγωγικός και θα πάψει να παρέχει κάποιες εξυπηρετήσεις στους πελάτες του δωρεάν χάρις στην δωρεάν διεκπεραίωσή τους από τους απλήρωτους συνεργάτες. Θα βγάζει λιγότερα χρήματα, αλλά αυτό είναι περισσότερο δίκαιο από το να εργάζεται ο συνεργάτης απλήρωτος.

β) Ή θα τους διώξει και θα τρέχει μόνος του, οπότε και θα δουλεύει τα λεφτά που βγάζει. Και στην περίπτωση αυτή ή θα δουλεύει όλη την ημέρα ή πολύ γρήγορα θα ψάχνει για άλλον συνεργάτη, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι και τόσο τραγικό να τον πληρώνει.

γ) Ή θα τους διώξει και θα προσλάβει στη θέση τους υπάλληλο γραφείου, στον οποίο θα πληρώνει τα προβλεπόμενα ποσά (πλέον εργοδοτικής εισφοράς ΙΚΑ), δηλαδή τουλάχιστον 600 ΕΥΡΩ τον μήνα πλέον επιδόματος Η/Υ για τους χειριστές, επιδόματος κούριερ για εξωτερικές εργασίες, επιδόματος πτυχίου, ξένης γλώσσας, οικογενειακού, αποδοχών υπεργασίας, υπερωρίας, άδεια, επίδομα κλπ) αντί πολύ κατώτερων και φυσικά όχι εξειδικευμένων παροχών.

Προς το παρόν, η υπάρχουσα κατάσταση και η άσκηση, με τη σημερινή μορφή της, δεν χρησιμεύει παρά μόνο σε όσους δικηγόρους αναζητούν φτηνό υπαλληλικό δυναμικό και στον ταξικό αποπληθωρισμό της δικηγορίας, καθώς αποθαρρύνει και αποτρέπει την ένταξη στη δικηγορία όσων δεν μπορούν να λύσουν το βιοποριστικό τους πρόβλημα παράλληλα με την άσκηση και βέβαια και ως συνεργάτες.

Είναι στο χέρια μας λοιπόν να διεκδικήσουμε τον τρόπο ένταξής μας στο επάγγελμα. Ατομικά και χωρίς διαπραγματευτική ισχύ ή μέσω της συλλογικής εργασίας και διεκδίκησης.

 
   
   
   
   
4 Ιουλίου 2006

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Απόφαση του ΔΣ του ΔΣΑ της 4/7/2006 για τους έμμισθους συνεργάτες - ασκούμενους


Από ανακοίνωση του ΔΣΑ (της 6/7/2006):

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 4/7/2006 

Ο έμμισθος συνεργάτης δικηγόρος που παρέχει τις υπηρεσίες του σε άλλο δικηγόρο οφείλει να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον ν. 1093/1980 για τους έμμισθους δικηγόρους του Δημοσίου.

Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν η παροχή των υπηρεσιών δεν πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση η αμοιβή του συνεργάτη δικηγόρου δεν δύναται να είναι κατώτερη από το 75% της αμοιβής που προβλέπεται στο ν. 1093/1980, και η οποία ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 850 ευρώ για το δικηγόρο παρά Πρωτοδίκαις (χωρίς οικογενειακά βάρη και τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών) και 1.050 ευρώ για το δικηγόρο παρ' Εφέταις.

Για τους ασκούμενους δικηγόρους που εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία, το ποσό της αμοιβής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 600 ευρώ.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 
   
   
   
   
1 Δεκεμβρίου 2005

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Εκλογές ΕΑΝΔΑ 2005... και η κυνική πραγματικότητα της δικηγορίας


Εκλογές Ε.Α.Ν.Δ.Α. 2005...

Αληθινά ευτυχής περίσταση! Χαμογελαστά πρόσωπα, πολύχρωμες εκδόσεις και προπάντων, εκείνη η μεθυστική αύρα της προσωπικής και επαγγελματικής επιτυχίας των υποψηφίων, στην οποία όλοι ανεξαιρέτως καλούμαστε να γίνουμε κοινωνοί απλώς επενδύοντας, φαντασιακά ή και έμπρακτα, στην εκλογή τους. Μια παρέλαση νέων επαγγελματιών στην οποία αναπαράγεται με μοναδικό τρόπο εκείνο το μοντέλο συνδικαλισμού που αποθεώνεται και στις εκλογές του Δ.Σ.Α. Τι απομένει για όλους εμάς; Ο ρόλος ενός παθητικού παρατηρητή ενός «κοσμικού γεγονότος», ο οποίος με κριτήρια αντίστοιχα με εκείνα σχολιαστή μεσημβρινής ζώνης (ποιος είναι ο «πιο επιτυχημένος επαγγελματίας», ο πιο «καταρτισμένος επιστήμονας» κλπ) επιλέγει και ταυτίζεται ψυχικά με τον υποψήφιο που «πέτυχε στη ζωή του» και κατάφερε ό,τι η δικηγορία στέρησε από αυτόν. Ή, από την άλλη, η προοπτική μιας μοναχικής προσπάθειας να «επενδύσει στον σωστό άνθρωπο», να ενταχθεί «στα κατάλληλα δίκτυα» με την ελπίδα ότι θα ανήκει στο κύκλο των προνομιούχων λίγων που θα αποκατασταθούν για να ανατροφοδοτηθούν και να συντηρηθούν οι ψευδαισθήσεις των πολλών...

...και η κυνική πραγματικότητα της δικηγορίας.

Όλο αυτό το δημoσιοσχεσίτικο πανηγύρι, αν το απομόνωνε κανείς από οποιαδήποτε κοινωνική και εργασιακή αναφορά, μόνο γέλια ή συγκατάβαση θα προκαλούσε. Πλαισιωμένο όμως από το φόντο της πραγματικότητας που βιώνει η συντριπτική πλειοψηφία των νέων (και όχι μόνο) δικηγορών είναι προκλητικό και μας εξοργίζει. Τα στοιχεία είναι συντριπτικά και όλοι έχουν πλέον αναγκαστεί λίγο πολύ να τα αποδεχθούν: η παραδοσιακή αντίληψη που επιμένει να θεωρεί όλους τους δικηγόρους ως ισότιμους μεταξύ τους ελεύθερους επαγγελματίες είναι φανερό -σήμερα περισσότερο από ποτέ- ότι αδυνατεί έστω να περιγράψει στοιχειωδώς τη δικηγορική κοινότητα.

Η νέα πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από την επέκταση όψεων εξαρτημένης εργασίας κατά την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, εξάρτηση η οποία συνήθως παίρνει την μορφή μιας -απόλυτης ή σχετικής- υπαλληλοποίησης. Σε αυτό το διαρκώς διευρυνόμενο τμήμα μισθωτοποιημένων κατ' ουσίαν δικηγόρων υπερεκπροσωπεύονται οι νέοι δικηγόροι, παρόλο που σιγά σιγά η έμμισθη δικηγορία αποδεικνύεται μια όχι-και-τόσο-προσωρινή κατάσταση, κάτι μονιμότερο και βαθύτερο από απλό «μεταβατικό στάδιο για τα πρώτα χρόνια της δικηγορίας». Πράγματι, η θεαματική ανισοκατανομή της δικηγορικής ύλης και η οικονομική κρίση που επιδρά αρνητικά τόσο στη δυνατότητα συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων να προσφύγουν στη δικαιοσύνη όσο και στη δυνατότητα ενός νέου δικηγόρου να επωμιστεί το βάρος των εξόδων ενός δικηγορικού γραφείου (έστω και σε συστέγαση) έχουν διαμορφώσει ένα πιεστικό σκηνικό για τους άπορους -νέους κυρίως- δικηγόρους, που, ελλείψει άλλης προοπτικής, προσδένονται με ένα μονιμότερο τρόπο στο καθεστώς της «έμμισθης συνεργασίας» με δικηγορικά γραφεία.

Όσο για τους όρους αυτής της συνεργασίας, αυτοί είναι λίγο ως πολύ γνωστοί: μισθοί κάτω από αυτόν του ανειδίκευτου εργάτη, ανύπαρκτο ωράριο, υπαγωγή σε ένα ιδιότυπο «διευθυντικό δικαίωμα» του δικηγόρου εργοδότη και ασφυκτικός περιορισμός των περιθωρίων ιδίας πρωτοβουλίας, υποβιβασμός σε προσωπικό που προορίζεται για τη διεκπεραίωση δευτερευουσών ή «παρανομικών» υπηρεσιών (καταθέσεις δικογράφων, αναβολές, εργασίες σε δημόσιες υπηρεσίες, καθήκοντα τηλεφωνητή κλπ). Το ελευθεροεπαγγελματικό status των εμμίσθων συνεργατών αναβιώνει βέβαια όταν έρχεται η ώρα της καταβολής από το μισθό τους των υπέρογκων ασφαλιστικών εισφορών τους.

Εύκολα μπορεί κανείς πλέον να διαπιστώσει ότι το καθεστώς της εξαρτημένης απασχόλησης γίνεται πλέον δομικό στοιχείο στο δικηγορικό επάγγελμα, όσο επεκτείνεται η συγκέντρωση της δικηγορικής ύλης στα χέρια λίγων, μεγαλώνει το κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη και προωθείται, από πλευράς Ε.Ε. και ελληνικής κυβέρνησης, η «απελευθέρωση» της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών και το άνοιγμα της αγοράς στις μεγάλες δικηγορικές εταιρίες. Ιδίως στη σημερινή συγκυρία, όπου η διαφαινόμενη επέλαση του μοντέλου της δικηγορικής εταιρίας -μετά και τη «μεγάλη κατάκτηση» που συνιστά το π.δ. 81/2005- προβλέπεται ότι θα δημιουργήσει μια μάζα δικηγόρων - συνεργατών αποκλειστικής απασχόλησης με συμβατικά αποκλεισμένο το δικαίωμα άσκησης ιδίας δικηγορίας, πλήρως δεσμευμένους στην εσωτερική κάθετη ιεραρχία της εταιρίας.

Είναι επίσης σαφές ότι όλα τα παραπάνω ισχύουν -και σε επαυξημένο μάλιστα βαθμό- για τους ασκούμενους δικηγόρους, οι οποίοι, παραμένοντας για ενάμιση χρόνο δέσμιοι ενός αναχρονιστικού καθεστώτος που τους αποκλείει θεσμικά από την άσκηση του επαγγέλματος και τους επιφυλάσσει το θλιβερό ρόλο ενός επικουρικού δυναμικού που εκτελεί ως επί το πλείστον μη νομικές εργασίες έναντι εξευτελιστικού ανταλλάγματος, «προετοιμάζονται» ιδεολογικά, εθίζονται, διαπαιδαγωγούνται κατά τρόπο ώστε να θεωρούν «λογική» και «κανονική» την καθημερινότητα της έμμισθης δικηγορίας.

Αυτήν την πραγματικότητα, τέλος, βιώνουν πολύ πιο έντονα οι γυναίκες δικηγόροι, οι οποίες πέρα από όλα τα παραπάνω, έχουν να αναμετρηθούν και με το σεξισμό που καθημερινά αντιμετωπίζουν στην άσκηση του επαγγέλματος αλλά και με έναν παραδοσιακό καταμερισμό καθηκόντων στα πλαίσια της οικογένειας που τις υποχρεώνει να επωμίζονται αποκλειστικά τα βάρη του σπιτιού με αποτέλεσμα την επαγγελματική τους περιθωριοποίηση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα ποσοστά της υπαλληλοποίησης είναι πολύ υψηλότερα για τις γυναίκες δικηγόρους.

2 χρόνια πέρασαν από τις εκλογές του 2003...

Και έτσι απλά, μετά από 2 χρόνια σιωπής και απουσίας της πεφωτισμένης αφρόκρεμας των νέων (και ανερχόμενων) δικηγόρων, καλούμαστε να συναποφασίσουμε για το ποιοι μωροφιλόδοξοι θα γαντζωθούν για την νέα θητεία στις καρέκλες του προεδρείου της Ένωσης και θα θέσουν τους όρους για την δικαίωση ενός ανιδιοτελούς και δίκαιου αγώνα που μας αφορά όλους: να γίνουν ΟΙ ΙΔΙΟΙ κάποια στιγμή σύμβουλοι του Δ.Σ.Α.! Και όλα αυτά ενώ η Ε.Α.Ν.Δ.Α. τα τελευταία χρόνια δεν έχει αρθρώσει λέξη έστω για να περιγράψει την πραγματικότητα που βιώνουν οι νέοι δικηγόροι και ασκούμενοι. Όταν ακόμα προσπαθεί να μας πείσει ότι αποτελεί ορόσημο στη δράση της για την βελτίωση της θέσης μας ο Διανεμητικός Λογαριασμός, ενώ η όλη υπόθεση έχει μετατραπεί σε πρωτοφανές φιάσκο (170 € μοιράζονται αυτές τις ημέρες σε κάθε εκστασιασμένο από το ιλιγγιώδες ποσό δικαιούχο). Όταν δεν έχει πάρει μια πρωτοβουλία για την εφαρμογή στην πράξη των κατά τα άλλα αποφάσεων - ευχολογίων του Δ.Σ.Α. για τα κατώτατα όρια αμοιβών ασκουμένων και συνεργατών δικηγόρων (που προβλέπουν 450 και 700 € αντίστοιχα) και την σχετική ενεργοποίηση των ελεγκτικών και πειθαρχικών μηχανισμών του. Όταν θεωρεί την ίδια «αναρμόδια» να πάρει θέση για τη συρρίκνωση των ατομικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών και την οικοδόμηση μιας «σιδερόφρακτης» δημοκρατίας (βλ. ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συμφωνία έκδοσης Η.Π.Α.-Ε.Ε., αντιτρομοκρατική νομοθεσία, διάχυση των μέσων επιτήρησης και καταγραφής της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας), αποθεώνοντας το πρότυπο του τεχνοκράτη δικηγόρου, ψυχρού χειριστή δικονομικών εργαλείων και νομικών εννοιών. Τι μένει να αναφέρει κανείς; Τους απίστευτους βυζαντινισμούς που προηγήθηκαν και σφράγισαν την ανάδειξη του τελευταίου προεδρείου! Και εις ανώτερα...

Αναζητώντας μια εναλλακτική προοπτική!

Και ενώ, αφενός, η Ε.Α.Ν.Δ.Α. αναπαράγει στο εσωτερικό της μια θλιβερή συμπύκνωση των επιμέρους προσωπικών φιλοδοξιών και ενός απολίτικου «δικηγορικού» τεχνοκρατισμού, αφετέρου, οι κυρίαρχες συνδικαλιστικές δυνάμεις στο Σύλλογο περί άλλα τυρβάζουν -εκφράζοντας τα συμφέροντα εκείνων των κομματιών της δικηγορίας που επωφελούνται από την τωρινή κατάσταση-, εμείς επιμένουμε να μιλάμε πολιτικά και να θέτουμε ως άξονα της συζήτησης το κεντρικό αίτημα που άπτεται των συμφερόντων της συντριπτικής πλειοψηφίας των νέων δικηγόρων: την εργασιακή κατοχύρωση των εμμίσθων συνεργατών ως αναγκαία ελάχιστη εγγύηση για μια πιο ανθρώπινη καθημερινότητα. Κόντρα σε όσους προσπαθούν να αποφύγουν το ζήτημα, αναπαράγοντας συνειδητά μια ψευδαίσθηση περί «προσωρινότητας της έμμισθης σχέσης» ως αναγκαίου «πρώτου σταδίου» για κάθε νεοεισερχόμενο στο επάγγελμα, μετά το οποίο αργά ή γρήγορα ακολουθεί η αναβάθμιση του προσωπικού και επαγγελματικού του «status». Σε πείσμα όσων «καλοθελητών» αναμασούν δεξιά και αριστερά ότι κατοχύρωση των ελαχίστων σημαίνει και απώλεια της ελευθεροεπαγγελματικής ιδιότητας, καταλήγοντας να συντηρούν, αν όχι κατ' ουσίαν να ευλογούν, το άθλιο καθεστώς των 400 € το μήνα.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ:

• Νομοθετική αναγνώριση του καθεστώτος της έμμισθης δικηγορίας στον Κώδικα περί Δικηγόρων. Υπαγωγή στο καθεστώς έμμισθης σχέσης σε κάθε περίπτωση που στη σχέση εργασίας είναι δεσπόζων ο εξαρτημένος χαρακτήρας. Κατοχύρωση όρων εργασίας του εμμίσθου και των δικαιωμάτων του έναντι του δικηγόρου- εργοδότη. Ενεργοποίηση των ελεγκτικών και πειθαρχικών μηχανισμών που προβλέπει ο Κώδικας.

• Κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη δικηγόρο.

• Κατοχύρωση κατώτατων ορίων αμοιβών, ωραρίου, επιδομάτων κλπ  σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το ν. 1093/80 για τους δικηγόρους που απασχολούνται σε Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., σε ετήσια αναπροσαρμογή με απόφαση του Δ.Σ.Α. και ανεξάρτητα από τον αποκλειστικό ή μη χαρακτήρα τη απασχόλησης στον δικηγόρο - εργοδότη.

• Σε κάθε περίπτωση άμεση εφαρμογή της απόφασης του Δ.Σ.Α. της 24/9/2002 περί των κατωτάτων ορίων αμοιβής των ασκουμένων και συνεργατών δικηγόρων και δικηγόρων με αποκλειστική απασχόληση.

• Κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού της άσκησης και των εξετάσεων για την άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Όλα τα εργασιακά δικαιώματα στο πτυχίο.

Ως συμμετέχοντες στην Πρωτοβουλία για τη συγκρότηση Σωματείου ασκουμένων και εμμίσθων δικηγόρων σας καλούμε να συνδιαμορφώσουμε στις φετινές εκλογές της Ένωσης ένα ρεύμα αμφισβήτησης. Ένα ρεύμα που στόχο θα έχει την ρήξη με τον εξισωτικό - συντεχνιακό λόγο που παραμένει κυρίαρχος σε ένα χώρο ακόμα προσηλωμένο στις μυθολογίες του ομοιοεπαγγελματισμού και την ανάδειξη των πραγματικών διαιρέσεων και ανταγωνιστικών συμφερόντων μέσα στη δικηγορική «κοινότητα», πάντα από τη σκοπιά των υποβαθμιζόμενων κομματιών της τελευταίας. Στόχος μας συνεχίζει να αποτελεί η συνολική ανασυγκρότηση των συνδικαλιστικών πρακτικών και σχέσεων στη βάση των πραγματικών διαιρέσεων και ιεραρχιών στο εσωτερικό της δικηγορίας, μέσα από τη προοπτική συγκρότησης ενός Σωματείου ασκουμένων και εμμίσθων δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζουμε την προσπάθεια συγκρότησης μιας συλλογικής κίνησης στους νέους δικηγόρους, γιατί πιστεύουμε ότι η ατομική διαπραγμάτευση και η απομόνωση στο μικρόκοσμο του γραφείου δεν μπορεί να δώσει λύσεις. Αντίθετα, η επικοινωνία και η αλληλεγγύη μεταξύ μας μας φέρνουν σε καλύτερες θέσεις. Για το λόγο αυτό σας καλούμε να συμμετάσχετε και εσείς σε αυτό το εγχείρημα, για να συνδιαμορφώσουμε όλοι μαζί ένα πλαίσιο συλλογικής διεκδίκησης για μια πιο ανθρώπινη καθημερινότητα. Έτσι κι αλλιώς, μετά τις εκλογές, αφού διαλυθεί ο κουρνιαχτός και όλο αυτό το πλήθος υποψηφίων με τις κουστωδίες τους επιστρέψει για άλλα δυο χρόνια στη γνωστή χειμερία νάρκη του -μέχρι τις επόμενες εκλογές πάντα- εμείς θα παραμείνουμε εδώ και θα έχουμε την ευκαιρία να τα ξαναπούμε.

Στις εκλογές για την ανάδειξη του Δ.Σ. της Ε.Α.Ν.Δ.Α. στις 15/12 στηρίζουμε τους Ευσταθίου Μαρία, Ζώρα Λύσανδρο και Παπαγιάννη Βαγγέλη.

Αντωνίου Πένυ

Βουρεκάς Μιχάλης

Ευσταθίου Μαρία

Ζώρας Λύσανδρος

Κανελλοπούλου Αφροδίτη

Κουμπούρας Γιώργος

Κωστόπουλος Νάσος

Λιόκουρας Μιχάλης

Παλαιολόγου Παλαιολόγος

Παπαγιάννης Βαγγέλης

Σαράκη Άρτεμις

Συμεωνίδης Θόδωρος

Τσούτσουβας Γεώργιος

Χωριανοπούλου Ειρήνη