17 Νοεμβρίου 2017
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2011











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





27 Οκτωβρίου 2011

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης


κ. Πρόεδρε, κ.κ. σύμβουλοι,

 

H συζήτηση στο ΔΣ ως προς την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης κινείται σε εντελώς εσφαλμένη βάση.

Οι διαθέσεις του Υπουργείου (κατόπιν σχετικής εντολής ή όχι μικρή σημασία έχει) είναι σαφείς: αλλαγές σε όλο το φάσμα των δικονομιών εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος («φέρτε απόψεις τη Δευτέρα»), χωρίς καμία προπαρασκευή, χωρίς κανένα επί της ουσίας διάλογο. Εάν το Υπουργείο πιέζεται να καταθέσει αλλαγές στη διοικητική δικονομία όσον αφορά τις φορολογικές και άλλες διαφορές χρηματικού αντικειμένου ας στείλει τις κατευθύνσεις του ως προς αυτό και ας απαντήσουμε. Όχι να τις κρύψει πίσω από ένα ορυμαγδό αλλαγών που (για πολλοστή φορά) θα ανατρέψει τη δικονομία καταλύοντας δικαιώματα πολιτών, δυσχεραίνοντας το έργο των δικηγόρων και επιβραδύνοντας για μια ακόμα φορά την απονομή δικαιοσύνης.

Αυτή πρέπει να είναι η τοποθέτησή μας και όχι να ταλαιπωρούμε με λάθος τρόπο συναδέλφους εισηγητές, αλλά και τους εαυτούς μας, για να συμμορφωθούμε προς τις υποδείξεις του Υπουργείου, συμβάλλοντας σε ένα ακόμα φιάσκο. Η κατάσταση στο χώρο της απονομής δικαιοσύνης είναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα για να το αντιμετωπίσουμε με τον τρόπο που το αντιμετωπίζει το Υπουργείο.

Είναι σίγουρο ότι βραδεία απονομή σημαίνει παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και εξυπηρέτηση όσων έχουν τα οικονομικά μέσα να αντέξουν αυτή την καθυστέρηση (μεταξύ των οποίων και ο πιο κακόπιστος των διαδίκων: το ελληνικό Δημόσιο που μπλοκάρει τα πινάκια των διοικητικών δικαστηρίων με χιλιάδες άσκοπες εφέσεις και προσφυγές, και ουδέποτε συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις των δικαστηρίων: με αποτέλεσμα οι επιτροπές μη συμμόρφωσης να εξετάζουν αιτήσεις που έχουν κατατεθεί προ διετίας!).

Εμείς πρέπει να προετοιμαστούμε σοβαρά και τη δουλειά που ξεκίνησαν οι εισηγητές να την δουλέψουμε σε βάθος, καθώς και να διαβουλευθούμε δημόσια με τους συναδέλφους, αφού όμως καταλήξουμε στις βασικές αρχές και κατευθύνσεις που θέλουμε να ακολουθήσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Κατά τη γνώμη μου δε, πρέπει να συζητήσουμε τις προτάσεις μας και με τους δικαστικούς υπαλλήλους και τους δικαστές και κατά το δυνατόν να υποβάλλουμε κοινές προτάσεις αντί να παίζουμε το παιχνίδι του Υπουργείου που στρέφει τον ένα εναντίον του άλλου (παιχνίδι που παίζουν και ορισμένοι εντός ΔΣ)

Σε κάθε περίπτωση είναι νομίζω κοινός τόπος ότι επιτάχυνση της δικαιοσύνης δεν μπορεί να γίνει αν δεν μπεί βαθιά το χέρι στην τσέπη για την κάλυψη των κενών με προσλήψεις υπαλλήλων και δικαστών. Αντί γι'αυτό βλέπουμε να ψηφίζεται αύριο ένα πολυνομοσχέδιο το οποίο οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: απολύσεις (είτε με κατάργηση οργανικών θέσεων, είτε με το φερετζέ της εφεδρείας) και συντριπτικές μειώσεις μισθών. Σε αύξηση υπαλλήλων και δικαστών οδηγεί αυτό το νομοσχέδιο ή σε μείωση μέσω αθρόων παραιτήσεων; Αρα για ποια επιτάχυνση θα συζητήσουμε με το Υπουργείο; Εάν το Υπουργείο «μας δουλεύει» εμείς να έχουμε την αξιοπρέπεια να πούμε «φτάνει πια-όχι παιχνίδια στην πλάτη πολιτών και δικηγόρων». Το μόνο που μπορεί να συνεισφέρει το Υπουργείο σήμερα στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης είναι να σηκωθεί να φύγει όσο το δυνατόν πιο σύντομα, μαζί με την υπόλοιπη κυβέρνηση και τους τροϊκανούς εντολοδόχους του.

Ως προς τις αρχές που πρέπει να διέπουν την διαδικασία επιτάχυνσης: επιτάχυνση δεν συνιστά ούτε η ιδιωτικοποίηση όψεων της δικαιοσύνης (με εξωτερικές διαμεσολαβήσεις και ειδικές επιτροπές επίλυσης διοικητικών διαφορών ως πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας), ούτε η δημιουργία προσκομμάτων στην πρόσβαση του πολίτη σε αυτή (με αυξήσεις παραβόλων, ένσημα στις αναγνωριστικές αγωγές, επέκταση ανεκκλήτου, περιορισμό αναιρετικών λόγων και φιλτράρισμα υποθέσεων). Και οι δυο αυτές πρακτικές παραβιάζουν τα άρθρα 20 Σ και 6 ΕΣΔΑ. Εάν θέλουμε επιτάχυνση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω της δημόσιας απονομής δικαιοσύνης, με ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σε αυτή και χωρίς φαλκίδευση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως. Αντίθετα, εμείς θα πρέπει να προτείνουμε επαναφορά (όπου έχουν φαλκιδευθεί) και επέκταση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως

Οι προτάσεις που κατατίθενται για μια ακόμα φορά από τους μαθητευόμενους μάγους του Υπουργείου είναι παντελώς αόριστες και θα οδηγήσουν σε ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων:

            1. Η πρόταση για προσφυγή σε δικαστική διαμεσολάβηση δεν εξηγεί εάν θα γίνεται με την πρωτοβουλία των διαδίκων (οπότε γιατί δεν θα μπορούσαν και μόνοι τους να συζητήσουν), με πρωτοβουλία του δικαστή (με ποια κριτήρια) ή ως υποχρεωτικό στάδιο (οπότε θα οδηγήσει σε τακτική εκδίκαση το 2032)

            2. Η πρόταση για κατάργηση της προκατάθεσης προτάσεων και εξέταση μαρτύρων ενώπιον εισηγητού δικαστού σε άλλη μέρα από τη μέρα της εκδίκασης μας οδηγεί πίσω στη εποχή των γραφομηχανών και μάλιστα χωρίς την εγγύηση της προδικαστικής και χωρίς ο εισηγητής να έχει μελετήσει την υπόθεση.

            3. Η πρόταση για αναβολή μόνο στην ίδια σύνθεση, θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη ημερομηνία

            4. Η χορήγηση προσωρινών διαταγών υποχρεωτικά ex parte παραβιάζει το δικαίωμα ακρόασης (ιδίως ενόψει της καθυστέρησης στην εκδίκαση των ασφαλιστικών). Το πρόβλημα δεν είναι η κλήτευση του αντιδίκου (όποτε χρειάζεται) -θυμίζω άλλωστε ότι πριν λίγα μόλις χρόνια η κλήτευση γινόταν αυθημερόν- το πρόβλημα είναι ότι λόγω ανυπαρξίας δικαστών και καθυστέρησης στην εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως των ασφαλιστικών όλοι προσφεύγουν στην προσωρινή

            5. Η πρόταση για ίδρυση μονομελών εφετείων κακουργημάτων και ποινικών δικών εξπρές μόνο ως εκτρωματική μπορεί να χαρακτηριστεί. Η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι ακριβώς η αντίθετη: περιορισμός της αρμοδιότητας των μονομελών δικαστηρίων, ιδίως στις ποινικές δίκες, καθώς αποτελούν πηγή αυθαιρεσίας

            6. Η πρόταση για fast truck διοικητική δικαιοσύνη στις περιπτώσεις μεγάλων επενδύσεων μόνο ως προκλητική μπορεί να χαρακτηρισθεί σήμερα. Και άλλα ων ουκ έστι αριθμός, πολλά από τα οποία επισήμαναν και οι συνάδελφοι εισηγητές

            Πολλά θα μπορούσε κανείς να προτείνει στην κατεύθυνση της επιτάχυνσης από την εξέταση μαρτύρων ενώπιον εισηγητών μετά το πέρας της συζήτησης επί των ενστάσεων την ίδια μέρα, την ευρεία αποπονικοποίηση πλημμελημάτων και την μετατροπή πολλών κακουργημάτων σε πλημμελήματα, τον χρονικό περιορισμό ή και την κατάργηση της προσωρινής κράτησης (και αν κάποιος πει τι σχέση έχει αυτό με την επιτάχυνση, του απαντώ: την ίδια που έχει η επέκταση της προσωρινής κράτησης που προτείνει το Υπουργείο), την κατάργηση της αυτοφώρου διαδικασίας, τη διατήρηση της προκαταρκτικής, την κατάργηση των τρομονόμων και άλλων νομοθετημάτων (π.χ. ξέπλυμα βρώμικου χρήματος) που φαλκιδεύουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, την επί της ουσίας αντιμετώπιση μείζονων κοινωνικών προβλημάτων που οδηγούν στην φόρτωση των πινακίων (π.χ. καθιέρωση διαδικασίας νομιμοποίησης των μεταναστών που θα αποσυμφορήσει τις αντιρρήσεις), τη δημιουργία τοπικών διοικητικών επιτροπών (με συμμετοχή και εκπροσώπων κοινωνικών φορέων) για την εκδίκαση ενδικοφανών προσφυγών και σε άλλες διοικητικές διαφορές ουσίας με δυνατότητα προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια μόνο από τον διοικούμενο και όχι από το Δημόσιο ή τους φορείς του Δημοσίου (ας μην ξεχνάμε ότι η ενδοστρεφής δίκη μόνο κατ'εξαίρεση μπορεί να γίνει δεκτή, ενώ στην πράξη πάνω από 50% των κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών έφταναν στα διοικητικά δικαστήρια με προσφυγή του ασφαλιστικού ταμείου), την επαναφορά της εισήγησης στα ακυρωτικά δικαστήρια, την υποβολή εισηγήσεων και από όσους υπηρετούν στη βαθμίδα του Εισηγητή, τη συμμετοχή των παρέδρων στις συνθέσεις του ΣτΕ  κλπ, κλπ. ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΣΤΟ ΠΟΔΙ

 

κ. Πρόεδρε, κ.κ. σύμβουλοι,

 

Ως ένας σύλλογος που στα καθήκοντα του είναι να υπερασπίζεται τα δικαιώματα όχι μόνο των δικηγόρων, αλλά και των πολιτών, θα έπρεπε σήμερα να συζητάμε πώς θα συμβάλλουμε στην προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων που διακυβεύονται από την πολιτική της κυβέρνησης και της τρόϊκας και πώς θα οργανώσουμε τους αγώνες των ίδιων των δικηγόρων απέναντι σε αυτό το έκτακτο καθεστώς που οδηγεί τη χώρα και το λαό στη χρεωκοπία. Αντί να συζητάμε για το αν θα καταγγείλουμε τους δικαστές που απέχουν από τα καθήκοντά τους και τους υπαλλήλους που αντιστέκονται, θα έπρεπε να συζητάμε πώς θα βρεθούμε στο πλευρό τους:

  • με το να κρατήσουμε ανοικτό το σύλλογο ως κέντρο αγωνιστικών κινητοποιήσεων και υπεράσπισης των δικαιωμάτων των διαδηλωτών (ήδη με εντολή της αστυνομίας -!- δυο σταθμοί του μετρό παραμένουν κλειστοί-με ποια νομική βάση άραγε;),
  • με κινητοποίηση των συναδέλφων σε γενική συνέλευση και αποχή μέχρι να καταλυθεί αυτή η πολιτική που καταστρέφει δικηγόρους και πολίτες (και με περιφρούρηση της αποχής: με άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε όσους την παραβιάζουν εξώφθαλμα ιδίως για τη συζήτηση της κήρυξης απεργιών ως παράνομων και καταχρηστικών)
  •  με έκδοση ψηφίσματος για την αντισυνταγματική πολιτική επιστράτευση των απεργών της ΠΟΕ-ΟΤΑ. Επισημαίνω εν προκειμένω ότι ναι μεν το άρθρο 22§4 Σ επιτρέπει την επίταξη υπηρεσιών για την αντιμετώπιση έκτακτων κοινωνικών αναγκών για την προστασία της δημόσιας υγείας, ο περιορισμός  όμως αυτός δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 23§2 ως περιορισμός του δικαιώματος απεργίας. Και επειδή ιεραρχία μεταξύ των συνταγματικών διατάξεων δεν υπάρχει, εσείς και εγώ μπορούμε να επιταχθούμε για να μαζέψουμε σκουπίδια, οι απεργοί όμως της ΠΟΕ-ΟΤΑ όχι. Και στο κάτω-κάτω καλύτερα να κληθούμε να μαζέψουμε σκουπίδια παρά να μας περισυλλέξει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας επειδή δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες και τα καθήκοντα των καιρών

 

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς,

Δημήτρης Σαραφιανός

Για την Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων

 
   
   
   
   
20 Ιουνίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για το σ/ν αναμόρφωσης του ΚΠολΔ


Π Ρ Ο Σ Τον κ. Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ του Δ.Σ.Α

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ

Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας.

Για το σχέδιο νόμου αναμόρφωσης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Δόθηκε στην δημοσιότητα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το σχέδιο νόμου για την τροποποίηση διατάξεων του Κ. Πολ. Δ. και μεταξύ άλλων ζητήθηκε από το Δ.Σ του Δ.Σ.Α να εκφέρει επ' αυτού τις απόψεις του. Από την ανάγνωση και εκτίμηση των διατάξεων που αντικαθίστανται προκύπτουν σημαντικές τροποποιήσεις προς την κατεύθυνση του περιορισμού της έννομης προστασίας των πολιτών και συγκεκριμένα:

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1. Οι κύριες κατευθύνσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι η αποσυμφόρηση και ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δηλαδή των μεγάλης οικονομικής αξίας ένδικων διαφορών. Για τον σκοπό αυτό αυξάνονται τα όρια της καθ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου από 12.000 Ευρώ σε 18.000 Ευρώ και του Μονομελούς Πρωτοδικείου από 80.000 Ευρώ σε 120.000 Ευρώ.

Με δεδομένη την έλλειψη οποιασδήποτε μεταβολής στις υπάρχουσες υποδομές των Ειρηνοδικείων και των Μονομελών Πρωτοδικείων είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η διαφοροποίηση αυτών των αρμοδιοτήτων θα αυξήσει δραματικά τους χρόνους προσδιορισμού των δικασίμων και θα καταστήσει ακόμα περισσότερο απρόσιτη και δαπανηρή τη δικαιοσύνη των μικρών και μεσαίων διαφορών στον Έλληνα πολίτη.

Αντίθετα, λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα για τις διαδικασίες του Πολυμελούς, όπως επέκταση της συμβιβαστικής απόπειρας (άρθρου 208) και για τον Πρόεδρο του Πολυμελούς στο ακροατήριο, καθώς επίσης και ιδιαίτερη ταχύρυθμη πρόβλεψη για την εκδίκαση υποθέσεων  διαφορών αποζημιώσεων από προσβολές που έχουν γίνει από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (άρθρο 681 Δ).

2. Επίσης, καθιερώνονται θεσμοί προδικαστικού ελέγχου των αγωγών αμφίβολης αποτελεσματικότητας και αμφίβολης συνταγματικότητας.

3. Καταργούνται τα ασφαλιστικά μέτρα (και όχι μόνο) για τους εργαζομένους και περιορίζονται για όλους.

4. Η εχθρότητα του νομοθέτη απέναντι στον δικηγόρο εκφράζεται για άλλη μια φορά με την απαξίωση του θεσμικού και κοινωνικού του ρόλου, αφού απαιτείται πληρεξούσιο ιδιωτικό η συμβολαιογραφικό κατά περίπτωση, σε κάθε παράσταση δικηγόρου σε πολιτικά δικαστήρια.

5. Στο όνομα της επιτάχυνσης περιορίζονται προθεσμίες, περιορίζονται αναβολές, θεσπίζονται πειράματα, διευρύνονται υποχρεώσεις απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης κλπ.

Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που δεν παίρνει μέτρα για να λειτουργήσει τη συνταγματική επιταγή της έννομης προστασίας και να βελτιώσει τις υποδομές της, αλλά για να αποθαρρύνει όσους πίστεψαν σε αυτήν.

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

1) Τροποποιείται το άρθρο 14 και αυξάνονται τα όρια της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου σε 18.000 Ευρώ από 12.000 Ευρώ, και των μισθωτικών διαφορών σε 600 Ευρώ από 450 Ευρώ και του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε 120.000 Ευρώ από 80.000 Ευρώ.

2) Με σχετική τροποποίηση του άρθρου 96 απαιτείται πληρεξουσιότητα με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από κάθε δημόσια, δημοτική η άλλη αρμόδια αρχή, και όχι από δικηγόρο, για κάθε παράσταση δικηγόρου.

3) Με ανάλογες τροποποιήσεις των άρθρων 119 και 122 προβλέπεται ηλεκτρονική κατάθεση και ηλεκτρονική επίδοση δικογράφων. Και τα δύο βέβαια εξαρτώνται από την μεταγενέστερη θέσπιση εκτελεστικού προεδρικού διατάγματος. Κατά συνέπεια είναι προφανές ότι τίθεται για λόγους εφέ, δημιουργούν όμως τρομερή ανασφάλεια, ιδίως σε ό,τι αφορά την εγκυρότητα των επιδόσεων, αφού θέτουν ουσιαστικά εκ ποδών όλο το σύστημα επιδόσεων με τους δικαστικούς επιμελητές που  ισχύει μέχρι σήμερα.

4) Διευρύνεται το αποτυχημένο και ανενεργό έτσι και αλλιώς άρθρο 208 με τη δυνατότητα ανάθεσης σε μεσολάβηση τρίτου προσώπου κοινής επιλογής των διαδίκων της επίλυσης της ένδικης διαφοράς. Ορίζονται όργανα διευρυμένης διαμεσολάβησης του άρθρου 208, άλλα πλην δικηγόρων, με αποτέλεσμα την  προφανή αφαίρεση δικηγορικής ύλης. Ενώ προστίθεται άρθρο 208 Α με το οποίο καθιερώνεται υποχρέωση κάθε προέδρου δικαστηρίου να προσπαθεί να συμβιβάσει τους διαδίκους αμέσως μετά την εκφώνηση και πριν τη συζήτηση κάθε υπόθεσης. Είναι προφανές ότι μόνο χρονοτριβή και παρέλκυση μπορεί να δημιουργήσει η διάταξη αυτή.

5) Διευρύνεται η διαδικασία απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης διαφορών του άρθρου 214 Α για όλες τις υποθέσεις αφού, όπως αναφέρεται δεν είναι υποχρεωτική μόνο για παρεμπίπτουσες αγωγές, προσεπικλήσεις, παρεμβάσεις και υποθέσεις πρακτικής διαδικασίας Μονομελούς Πρωτοδικείου.  

6) Επιτέλους προβλέπεται (θετικό για την ασφάλεια των συναλλαγών) επί ποινή απαραδέκτου η εγγραφή την αγωγών διάρρηξης στα υποθηκοφυλακεία (τροποποίηση άρθρου 220).  

7) Τροποποιείται το άρθρο 227 και προβλέπεται ένα ιδιότυπο στάδιο προδικαστικού ελέγχου κατά την κατάθεση της αγωγής, όπου η αγωγή η οποία κατατίθεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, διαβιβάζεται αμέσως μετά την κατάθεση της σε δικαστή η σε εισηγητή δικαστή προκειμένου να εξετάσει αν έχει τυπικές παραλείψεις η ατέλειες η αοριστίες και να διατάξει την διόρθωση η συμπλήρωση της.

Εάν διαπιστώσει την ύπαρξη αυτών, καλεί τον πληρεξούσιο του ενάγοντος  να προβεί σε εύλογο χρόνο στις σχετικές συμπληρώσεις και διορθώσεις και το συμπληρωμένο η διορθωμένο αντίγραφο δίδεται επικυρωμένο προς επίδοση.

Η διάταξη αυτή :

Α) αφενός είναι ατελής δεδομένου ότι δεν προβλέπει προθεσμίες και κυρώσεις στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος διαφωνεί με τις υποδείξεις του εισηγητή δικαστή

Β) Δεν προβλέπει οποιαδήποτε λύση στις περιπτώσεις που η κατάθεση της αγωγής είναι επείγουσα για άμεση λήψη αντιγράφων και επίδοση π.χ περιπτώσεις μεταγραφής.

Γ) Καθιστά τον δικαστή συμμέτοχο στην σύνταξη της αγωγής, πράγμα το οποίο ουσιαστικά αλλοιώνει και μεταβάλει τον θεσμικό του ρόλο.

Δ) Εκτός αυτού, δεν προβλέπει οποιαδήποτε προθεσμία εντός της οποίας υποχρεούται ο εισηγητής δικαστής να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειες , συνεπώς δημιουργεί παρέλκυση.

8) Μειώνονται οι γενικές προθεσμίες κλήτευσης του άρθρου 228 από 60 μέρες γενικά σε 30 μέρες για το Ειρηνοδικείο και το Μονομελές Πρωτοδικείο.

9) Παύει να αποτελεί λόγο απόρριψης καταψηφιστικής αγωγής η μη καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται σιωπηρός περιορισμός του αιτήματος σε αναγνωριστικό.

10) Παραμένουν αμετάβλητες οι προθεσμίες προκατάθεσης των προτάσεων, προσθήκης αντίκρουσης, ο τρόπος υπολογισμού τους, δεκαπέντε ημέρες πριν από την δικάσιμο, η δωδεκάτη ώρα κ.λ.π., ρυθμίσεις παρωχημένες οι οποίες δημιουργούν γραφειοκρατικοποίηση, πονοκέφαλο με τις προθεσμίες, ενώ συχνά είναι άνευ νοήματος, π.χ δεκαπέντε ημέρες πριν από την δικάσιμο, απέχουν συχνά ελάχιστα από την 20ήμερη προθεσμία  κατάθεσης προτάσεων.

11) Επίσης, αντί να καθιερωθεί προθεσμία τεσσάρων ημερών από την ημέρα λήψης των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών στις δίκες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παραμένει η υπάρχουσα προθεσμία ως έχει, με μέγιστο δηλαδή όριο τις 8 ημέρες, με αποτέλεσμα στην πράξη να μειώνεται η προθεσμία αξιολόγησης, δεδομένου ότι ουδέποτε τα πρακτικά δίδονται στην ευχέρεια  των δικηγόρων των διαδίκων 4 εργάσιμες ημέρες μετά τη δίκη.

12) Με τροποποίηση του άρθρου 237 προβλέπεται ρητά η προσκόμιση πληρεξουσίου, τουλάχιστον στις δίκες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκτός αν η πληρεξουσιότητα δοθεί προφορικά κατά τη συζήτηση.

13) Προβλέπεται υποχρεωτική επίδοση των ανταγωγών και όταν αυτές ασκούνται δια των προτάσεων με σχετική τροποποίηση του άρθρου 268.

14)  Αφαιρείται από το άρθρο 270 για άγνωστο λόγο η φράση

«Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και των εκατέρωθεν ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων  και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών» 

15) Επαναφέρεται η παλιά ρύθμιση του άρθρου 271 σύμφωνα με την οποία τεκμαίρεται η σιωπηρή ομολογία της πραγματικής βάσης της αγωγής, όταν ο εναγόμενος δεν εμφανίζεται στην δίκη.

16) Αναβαθμίζονται ως αποδεικτικά μέσα οι ένορκες βεβαιώσεις, αναφερόμενες ρητά στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. Ορίζονται εξατομικευμένες διατυπώσεις για την διενέργεια τους, όπως αυτοτελής ένορκη βεβαίωση για κάθε μάρτυρα, πλήρης αναφορά των στοιχείων του, αναφορά της πηγής της γνώσης του καταθέτοντος για κάθε γεγονός που καταθέτει κ.λ.π.

Να σημειωθεί ότι η επιστράτευση των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων οφείλεται στην διαχρονική άρνηση των πολιτικών δικαστηρίων να εξετάζουν πέραν του ενός μάρτυρα στο ακροατήριο με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία διαδίκων και κυρίων των δικηγόρων οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν κείμενα ενόρκων βεβαιώσεων τα οποία οι μάρτυρες απλώς βεβαιώνουν και ορκίζονται και που είναι γνωστό ότι ελάχιστοι δικαστές τα διαβάζουν, διότι γνωρίζουν ότι δεν καταθέτει ο μάρτυρας, αλλά ο δικηγόρος.

Αντί να καταργηθεί αυτό το αποδεικτικό μέσο το οποίο κατ' ουσία αποτελεί πρόδρομο της υπεύθυνης δήλωσης του ν. 105/1969 και θεσπίστηκε να διαδραματίζει άλλο ρόλο, δηλαδή τη βεβαίωση γεγονότων ληξιαρχικού χαρακτήρα κυρίως σε δυσπρόσιτες περιοχές και σε εποχές που δεν ήταν δυνατή η άμεση λήψη πιστοποιητικών, εφαρμόζεται, αναβαθμίζεται και επεκτείνεται σε βάρος της αμεσότητας της διαδικασίας την οποία προσφέρει η αυτοπρόσωπη εξέταση των μαρτύρων και η δια ζώσης δυνατότητα εξέτασης τους από δικαστές και δικηγόρους όλων των πλευρών.

17) Απαγορεύεται η εμμάρτυρη απόδειξη όχι μόνο για συμβάσεις αλλά και για απλές υλικές πράξεις (π.χ. καταβολές, συναλλαγές κ.λ.π) αξίας ανώτερης των 12.000 Ευρώ (άρθρο 393 ΚΠολΔ). 

18) Αυξάνεται το όριο των μικροδιαφορών στις 2.000 Ευρώ.

19) Μειώνεται η προθεσμία έφεσης και της αναίρεσης σε 2 αντί για 3 χρόνια από την δημοσίευση της απόφασης.

20) Καταργείται η δυνατότητα άσκησης αντέφεσης και πρόσθετων λόγων δια των προτάσεων και με δεδομένου ότι με τροποποίηση του άρθρου 591 προβλέπεται υποχρεωτική επίδοση ανταγωγών, αντεφέσεων, προσθέτων λόγων, ανακοπών, τριτανακοπών, και ενδίκων μέσων να επίδοσε στον αντίδικο 8 ημέρες τουλάχιστον πριν την συζήτηση.

21)  Θεσπίζεται διαδικασία ιδιαίτερης ταχύτητας για τις αγωγές προσβολής από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, πράγμα το οποίο σε αντίθεση με την υπόλοιπη βραδεία δικαστική διαδικασία προνομιοποιεί αδικαιολόγητα και ενθαρρύνει την άσκηση εξωφρενικών αγωγών, οι οποίες μεταξύ άλλων, έχουν ως αποτέλεσμα την αρνητική εξέλιξη των επιδικαζομένων ποσών στις χρηματικές ικανοποιήσεις, λόγω του ότι γίνονται ευρύτερα γνωστές και παρέχουν εμφανές μέτρο αντιπαράθεσης

22) Γενικεύεται η υποχρέωση κλήτευσης του αντιδίκου προκειμένου για να εξεταστεί αίτημα προσωρινής διαταγής. Αυτή τη στιγμή ισχύει (κατά δυσμενή διάκριση) μόνο για τις περιπτώσεις εργατικών διαφορών.

23) Καταργούνται ουσιαστικά τα ασφαλιστικά μέτρα για τους συμβασιούχους, γενικά τους  εργαζομένους, αφού με τη νέα ρύθμιση της παρ. 4 άρθρου 692 προβλέπεται ότι

«τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του όποιου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση ούτε στη συνέχιση ή διατήρηση  σύμβαση ή έννομης σχέσης».

Ενώ διευρύνεται η δυνατότητα αναίρεσης για αποφάσεις οι οποίες έχουν παραβεί τον ανωτέρω περιορισμό οι οποίες αναιρέσεις εκδικάζονται από τριμελές πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο συνεδριάζει ως συμβούλιο.

Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι με παράλληλη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης (βλ. δημοσιεύματα τελευταίου μήνα) ετοιμάζεται και η κατ έφεση κρίση με συνοπτικές διαδικασίες των δικαστικών κρίσεων για τις απεργίες (κλασσικό παράδειγμα επιλεκτικής επιτάχυνσης υποθέσεων όταν η κυβέρνηση θέλει, οι δικαστές «επιτελούν την αποστολή τους»  και η εργοδοσία εξυπηρετείται).

    24) Κατ' ουσίαν καταργούνται και τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, αφού το άρθρο 732 τροποποιείται και τίθεται και αυτό υπό την δαμόκλειο σπάθη της παραγράφου 4 του άρθρου 692.

    25) Μεταβιβάζονται στα ήδη υπερφορτωμένα με την αύξηση της καθ' ύλην αρμοδιότητάς τους ειρηνοδικεία, ορισμένες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων,  κήρυξη αφάνειας, άρνηση υποθηκοφυλάκων, εντολές διαχειριστικών ενεργειών, κήρυξη τίτλου ανίσχυρου (άρθρο 782, 783, 791, 795, 826, 828, 841, 843 επ. Κ. Πολ. Δ.).

    26) Θεσπίζεται προκλητική αύξηση αμοιβών στις διαιτησίες, η οποία αποκαλύπτει αφενός τους φιλοδικαστικούς προσανατολισμούς του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και αφετέρου την υποκριτική αντιμετώπιση ακόμη και της κατά το νομοθέτη ανάγκης αποσυμφόρησης της διαδικασίας εκδίκασης των μεγάλων υποθέσεων, αφού, αντί να μειώνει τις αμοιβές για διαιτησία ενθαρρύνοντας την προσφυγή στην ιδιωτική δικαιοσύνη, και μάλιστα υπέρμετρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για διαιτησία αξίας 150.000 Ευρώ, το σημερινό ύψος συνολικής  αμοιβής διαιτητών ανέρχεται σε 3.484 Ευρώ και μεταβάλλεται σε 22.500 (άρθρο 882 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ), ενώ παραμένει η διάταξη σύμφωνα με την οποία οι δικαστές απαλλάσσονται από την καταβολή του 20% της αμοιβής τους υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.

Τα έσοδα του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. συνεπώς αυξάνονται, ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει ότι σύμφωνα με το πρόσφατο νόμο για τη διοικητική δικαιοσύνη, οι αρμοδιότητες του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. αυξήθηκαν πέραν των ορίων των εξόδων για τα δικαστικά κτίρια για άσκηση «κοινωνικής πολιτικής»  με ξένα κόλλυβα. 

27) Αυξάνονται υπέρμετρα τα ανώτατα όρια των ισχυουσών χρηματικών ποινών στις διατάξεις της έμμεσης εκτέλεσης (945 - 947) από έως 5.900 Ευρώ σε έως 100.000 και έως 150.000 Ευρώ. Είναι προφανές ότι κάποια αύξηση είναι αναγκαία, πλην όμως η συγκεκριμένη υπερβαίνει τα εύλογα όρια και γεννάει διαθέσεις δικομανίας, τις οποίες ο νομοθέτης υποτίθεται ότι προσπαθεί να καταστείλει. 

        28) Περιορίζονται τα προνόμια των απαιτήσεων των εργαζομένων και δικηγόρων στην κατάταξη (άρθρα 975 - 977), αφού οι  πριν την κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ. κατανομή προαφαιρούμενες απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας περιορίζονται σε εκείνες οι οποίες ανέκυψαν τους τελευταίους έξι μήνες πριν από τον πλειστηριασμό η την πτώχευση, αντί της διετίας πριν τις ανωτέρω διαδικαστικές πράξεις (και μάλιστα πριν τον πρώτο πλειστηριασμό και όχι πριν τον τελικό), που ισχύει σήμερα με το άρθρο 31 του νόμου 1545/1985. Ενώ οι τόκοι δεν συμπεριλαμβάνονται ρητά στις απαιτήσεις και το θέμα παραμένει σκόπιμα σε μόνιμη νομολογιακή εκκρεμότητα.

Πρόκειται για ένα ακόμα βήμα συρρίκνωσης των απαιτήσεων των εργαζομένων, σε συνδυασμό με τις τροποποιήσεις για τα ασφαλιστικά μέτρα και τις προσωρινές διαταγές, καθώς επίσης και με τις πρόσφατα επιχειρηθείσες παρόμοιου χαρακτήρα αλλαγές στον νέο Πτωχευτικό Κώδικα. 

     29) Καθιερώνεται το ακατάσχετο για απαιτήσεις του οφειλέτη από χρηματικές απαιτήσεις σε καταθέσεις κατά πιστωτικών ιδρυμάτων μέχρι μόνο του γελοίου ποσού των 1.500 Ευρώ, το οποίο είναι προφανώς δυσανάλογο με την όλη φιλοσοφία των ακατασχέτων του Κ.Πολ.Δ.

Συνολικά, θεωρώ ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος πρέπει να παρέμβει στο σχέδιο Κ.Πολ.Δ. έχοντας κατά νου τις εξής κατευθύνσεις :

1) Η νομοθετική παρέμβαση πρέπει να υλοποιεί και όχι να συρρικνώνει τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα της έννομης προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος.

Η κυβερνητική πολιτική (όχι μόνο της παρούσας κυβέρνησης) αντιμετωπίζει τη δικαιοσύνη σαν ένα μαγαζί που πρέπει να αδειάσει από το στοκ τις πολλές υποθέσεις, τις οποίες θεωρεί προϊόν δικομανίας των Ελλήνων, και όχι προϊόν ανταγωνισμού οικονομικών συμφερόντων και διαφορών, οι οποίες αναφύονται στο έδαφος του κρατούντος κοινωνικού συστήματος, το οποίο η κυβέρνηση υπηρετεί.

Συνεπώς (ενδεικτικά): Ενίσχυση αντί για αποδυνάμωση αμεσότητας διαδικασίας. Απλοποίηση διαδικασιών και μείωση των εξόδων εκτέλεσης, όπως για παράδειγμα η κατάργηση της διαρκούς επανάληψης των δεκάδων επιδόσεων οι οποίες διογκώνουν τα έξοδα προγραμμάτων πλειστηριασμού και των επαναληπτικών περιλήψεων. Καμμία εξωδικαστική απασχόληση σε δικαστές. Όχι στα περιφερειακά Πρωτοδικεία. Γραμματέας, πρακτικά, μαγνητοφώνηση παντού.

2) Ιδιαίτερα, θα πρέπει ο  Δικηγορικός Σύλλογος να επιδιώκει τη δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη των αδύναμων οικονομικά στρωμάτων του πληθυσμού με μείωση του κόστους και του χρόνου απονομής της. 

Συνεπώς (ενδεικτικά): Καμμία αύξηση ορίων αρμοδιοτήτων, καμμία προνομιοποίηση των μεγάλων οικονομικών διαφορών. Καμμία συρρίκνωση «προνομίων» εργαζομένων. Πλήρης κατάργηση δικαστικού ενσήμου και τελών απογράφου για εργατικές διαφορές και αμοιβές.

3) Την ενδυνάμωση της άμεσης, προληπτικής, προσωρινής αποκαταστατικής δικαστικής προστασίας και των ασφαλιστικών μέτρων. Συνεπώς: Πλήρης κατάργηση του άρθρου 692 παρ. 4, γενίκευση δυνατότητας χορήγησης προσωρινών διαταγών χωρίς κλήτευση καθ ών, αλλά με άμεσο προσδιορισμό δικασίμου.

4) Την απλοποίηση των ποικίλλων ειδικών διαδικασιών. Συνεπώς (ενδεικτικά): Διεκδικούμε ενοποίηση των ειδικών διαδικασιών. Τρείς ταχύτητες είναι αρκετές στην Πολ.Δ. (τακτική, ειδικές - εκούσια, ασφαλιστικά μέτρα).

5) Την απογραφειοκρατικοποίηση των διαδικασιών: Κατάργηση εγγραφής στο πινάκιο, προσθήκη αντίκρουση σε επαρκή προθεσμία μετά την κατάθεση των προτάσεων και πάντοτε μέχρι πέρατος ωραρίου, παράσταση με δήλωση κατ επιλογή όπου δεν υπάρχει εξέταση μάρτυρα.

6) Την περιφρούρηση του κοινωνικού και θεσμικού ρόλου του δικηγόρου, ο οποίος επίσης πλήττεται και λοιδορείται από το νομοσχέδιο αυτό. Συνεπώς: Κατάργηση των προτεινομένων υποχρεώσεων πληρεξουσιότητας, συμμετοχή δικηγόρων σε διαιτησίες, διορισμοί δικηγόρων ως δικαστικών αντιπροσώπων σε εκλογές σωματείων (βλ. και σχετική εισήγησή μου).

Υ.Γ. Ξέρετε πόσο είναι αισιόδοξος ο νομοθέτης για την επιτάχυνση των δικών που επιχειρεί;

Η απάντηση παρέχεται στην αιτιολογική έκθεση του ν/σ για το σύμφωνο συμβίωσης (θα ακολουθήσει και επ αυτού εισήγηση):

Μεταβάλλεται, τροποποιουμένου του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ, από τέσσερα χρόνια σε δύο ο χρόνος επέλευσης του «αντικειμενικού κλονισμού» της έγγαμης συμβίωσης (τόσο σέβεται σήμερα η αστική νομοθεσία τον θεσμό του γάμου).

Ο λόγος : «Ο τελικός χρόνος λύσης του γάμου υπερβαίνει την εξαετία. Τούτο οφείλεται στη μεγάλη αύξηση του φόρτου (σ. : Μία φορά την εβδομάδα μόνο συνεδριάζει το τμήμα διαζυγίων στην Αθήνα και τους φταίει ο φόρτος) των υποθέσεων στα δικαστήρια.... (τόσο πιστεύει ο νομοθέτης στην επιτάχυνση που προφασίζεται).

Παρακαλείται ο κ. Διευθυντής του Δ.Σ.Α. να μεριμνήσει των για την πρωτοκόλληση της παρούσας και τη διανομή της στα μέλη του Δ.Σ.

Αθήνα, 19/6/2008

 
   
   
   
   
3 Ιουνίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για τους γάμους ομοφύλων


Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

Του Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της «Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας».

..............................

Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας με αφορμή τους γάμους ομοφύλων και την πρόσφατη παρέμβαση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου επισημαίνει ότι :

1) Ο γάμος των ομοφύλων δεν αντίκειται σε καμμία απαγορευτική διάταξη νόμου. Αντίθετα η απαγόρευση του γάμου μεταξύ ομοφύλων αντίκειται σε σωρεία κοινοτικών και εθνικών διατάξεων που απαγορεύουν κάθε διάκριση με βάση το φύλο η τον γενετήσιο προσανατολισμό.

2) Το δικαίωμα στην ελεύθερη η την έγγαμη συμβίωση ανήκει σε όλους τους πολίτες και η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να το διασφαλίσει. Ο ρατσισμός και ο σεξισμός δεν έχουν θέση ούτε στην κοινωνική ούτε στην ιδιωτική ζωή κανενός.

3) Η παρέμβαση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος δίκην παιδονόμου επιχειρεί να εμποδίσει την τέλεση γάμων ομοφύλων απειλώντας κυρώσεις κατά δημάρχων, δεν καταδεικνύει μόνο επίθεση κατά του δικαιώματος στην προσωπικότητα, αλλά συνιστά προφανή υπέρβαση και εκτροπή από τα όρια του θεσμικού του ρόλου.

Καλούμε το νομικό κόσμο της χώρας να υπερασπίσει το δικαίωμα στην ελεύθερη συμβίωση και τον γάμο, ανεξάρτητα από διακρίσεις φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού και να στηρίξουν εκείνους που από αρμόδια θέση το στηρίζουν.

Αθήνα, 3.6.2008

 
   
   
   
   
12 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Από την κοινοβουλευτική δημοκρατία στον κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό


Η προσπάθεια της ελληνικής πολιτείας και των οργάνων της να καταστρατηγήσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες των πολιτών μέχρις οριστικής καταργήσεως όταν κρινόταν απαραίτητο, ήταν εμφανέστατη την τριετία που πέρασε.  Συνεργάσθηκαν δε σε αυτή την κατεύθυνση και οι τρεις «ανεξάρτητες» εξουσίες του ελληνικού πολιτεύματος: νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία, έχουν επιδοθεί σε αλληλοδιαπλεκόμενη άμιλλα για την ταχύτερη απογύμνωση της ελληνικής «εννόμου τάξεως», από κάθε δημοκρατικό περιεχόμενο.  Από την επιχειρούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος και την δικαστική καταστολή των κοινωνικών αγώνων, έως την αμείλικτη βία των δυνάμεων της τάξης, και από τις κάμερες παρακολούθησης των διαδηλωτών έως τις κάμερες παρακολούθησης εργαζομένων στους χώρους εργασίας, όπου εμφανίστηκε έως και αστυνομικού τύπου φακέλωμα εργαζομένων από εργοδότριες εταιρίες, με συλλογή αποτυπωμάτων τους, δείγματος DNA κλπ.

Θα ήταν άστοχο να παραθέσουμε έναν ατελείωτο κατάλογο παραβιάσεων και παρανομιών, θα ήταν όμως ενδιαφέρον να σκιαγραφήσουμε την κίνηση της εγχώριας κοινοβουλευτικής αστικής «δημοκρατίας», σε συνδυασμό μάλιστα με το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Από την παρακολούθηση της κίνησης των εθνικών κυβερνήσεων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε νομοθετικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο προκύπτει σαφώς η ταυτόχρονη, αλληλοδιαπλεκόμενη κίνηση εσωτερικού και διεθνούς δικαίου και πρακτικής των πολιτικών διοικητικών κέντρων, προς την  κατεύθυνση της διαμόρφωσης του κερδοφόρου για το κεφάλαιο, κοινωνικοπολιτικού και οικονομικού χάρτη της φάσης του συστήματος που διανύουμε. 

Την ήττα των κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ότι αφορά την προώθηση του Ευρωσυντάγματος, ακολούθησαν νέες πρωτοβουλίες τους σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Κεντρικός στόχος τόσο του υπερεθνικού οργανισμού όσο και των εθνικών κρατών, η επαναχάραξη των κοινωνικών συνόρων με τη ριζική αναθεώρηση του κοινωνικού συμβολαίου με στόχο την αναδιάρθρωση του συνόλου των θεσμών, αρχών και διατάξεων (δικαίου, κράτους κλπ)  και την επαναθεμελίωσή τους, επάνω στον κεντρικό πυρήνα της εκμετάλλευσης και της απόδοσης κερδών για το κεφάλαιο.  Θεμελιώδης αρχή των «σύγχρονων» κρατών και της Ε.Ε., ανακηρύσσεται η αγορά και η κερδοφορία των επιχειρήσεων μέσω του ακραίου ανταγωνισμού. Στόχος που αυτή τη φορά «θα πρέπει» να υπηρετείται από  κάθε ιδιωτική, δημόσια ή κρατική δραστηριότητα, οποιουδήποτε είδους. Έτσι κάθε εργασιακό δικαίωμα, κάθε κεκτημένη ελευθερία είτε έχει αποτυπωθεί στο Σύνταγμα είτε όχι, θα πρέπει προληπτικά να κατασταλούν ακόμη και πριν τη νομοθετική τους εξαφάνιση, μέσω της αστυνομικής ράβδου ή και της δικαστικής νομολογίας, στο βαθμό που αποτελούν εμπόδια στο άλμα προς την μεγαλύτερη ακόμη κερδοφορία των επιχειρήσεων, την οποία προωθούν οι κυβερνητικές πολιτικές.

Η ελληνική κυβέρνηση εισήγαγε πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό τη διαμόρφωση ενός νέου συντακτικού χάρτη, ο οποίος θα καταγράφει στις θεμελιώδεις αρχές του την απόλυτη πρωτοκαθεδρία της αγοράς και την εμπορευματοποίηση όλων των τομέων της κοινωνικής δραστηριότητας (παιδεία, υγεία, πρόνοια, περιβάλλον), τη θωράκιση απέναντι στον εσωτερικό εχθρό, την μεγαλύτερη δυνατή κερδοφορία του κεφαλαίου και την εξαγωγή της στο διεθνές περιβάλλον, μέσω του ειδικού ρόλου της χώρας στην περιοχή, και όλα αυτά μεταβαίνοντας σε ένα νέο μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης που πολύ απέχει από την μέχρι σήμερα γνωστή αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία.   Τα παραπάνω δε, σε απόλυτα διαλεκτική σχέση με τη στρατηγική επιλογή της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης και τον εντός αυτής ανταγωνισμό.  Η κατ' όνομα αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, έχοντας ήδη καταθέσει στο κοινοβούλιο την σύμφωνη γνώμη της, υποχώρησε «δι' ασήμαντον» διαδικαστική αφορμή, πιεζόμενη από τις σεισμικές δονήσεις του κινήματος της παιδείας.  

Στην ίδια κατεύθυνση, δύο χρόνια μετά την απόρριψη του Ευρωσυντάγματος, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καταλήγουν στην προώθηση μιας νέας «ευρω - συνθήκης», στα πρότυπα του ευρωσυντάγματος, στην οποία «στρογγύλεψαν» τις αιχμές και με επουσιώδεις τροποποιήσεις, προσπαθούν να αποφύγουν τον σκόπελο των δημοψηφισμάτων και των κοινωνικών συγκρούσεων, μέσω της ψήφισής της από τα εθνικά κοινοβούλια.

Κατά τη διάρκεια των προσωρινών τουλάχιστον ναυαγίων των νομοθετικών σχεδίων, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις εργαζομένων και φοιτητών, αντιμετωπίστηκαν με «παραδοσιακές» μεθόδους. Αστυνομική βία με γκλοπ και σιδηγογροθιές, «ζαρντινιέρες» που επιτίθενται σε διαδηλωτές, μαζικές συλλήψεις με κατασκευασμένα κατηγορητήρια, προφυλακίσεις που ανέβασαν τις πωλήσεις πράσινων παπουτσιών...

Η Δικαιοσύνη, μόνιμη αρωγός της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής, εκδίδει σε ρυθμούς πολυγράφου, αποφάσεις, διατάξεις και γνωμοδοτήσεις που κηρύσσουν παράνομη κάθε απεργία, νομιμοποιούν μαζικές απολύσεις συμβασιούχων και μη, προφυλακίζουν διαδηλωτές,  ποινικοποιούν το φρόνημα των πολιτών, καταδικάζουν φοιτητές διότι τόλμησαν να αμφισβητήσουν το ότι «ζούμε στο καλύτερο κοινωνικοπολιτικό σύστημα της ανθρώπινης ιστορίας» (όπως επί λέξει είπε στην αγόρευσή του εισαγγελέας που ζήτησε και πέτυχε την καταδίκη διαδηλωτών φοιτητών)!!! Η Τρίτη «ανεξάρτητη» εξουσία,  πράγματι εγγυητική του πολιτεύματος (όχι απαραίτητα δημοκρατικού), αναλαμβάνει να εφαρμόσει με τρόπο πανηγυρικό - και διαπαιδαγωγητικό για το κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας- την ποινική καταστολή των κοινωνικών αγώνων και να δηλώσει ότι πλέον το σύστημα είναι ανελαστικό σε οποιαδήποτε αμφισβήτησή του. Άλλωστε,  Τα τελευταία χρόνια, με αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις, ο δικαστικός μηχανισμός απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από το κοινό περί δικαίου αίσθημα και τον λαϊκό έλεγχο και κινείται στον άξονα μιας, διατυπωμένης πλέον, σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των θεσμών (βλέπε δομών του συστήματος) και  των «ύποπτων» δικαιωμάτων των πολιτών. 

Πολύ περισσότερο όμως σήμερα, ο δικαστικός μηχανισμός αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο για την προώθηση συνολικά των επιλογών του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Δεν είναι τυχαία η δραστηριότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος σαν σύγχρονος «υπερήρωας» του συστήματος, εκδίδει, κατά παράβαση κάθε συνταγματικής επιταγής, γνωμοδότηση που επιτρέπει στην αστυνομία την παρακολούθηση των διαδηλώσεων, παράλληλα δε, προσβάλει αναιρετικά, δικαστικές αποφάσεις που έχουν δικαιώσει συμβασιούχους! 

Ενώ η ανυποληψία του πολιτικού προσωπικού, οδηγεί στην αναβαθμισμένη «χρήση» της «ανεξάρτητης Δικαιοσύνης» σε ρόλο εγγυητή  της ομαλής και νόμιμης λειτουργίας του συστήματος.

Τόσο η νομοθετική παραγωγή, όσο και η καθημερινή πολιτική πρακτική κυβερνώντων και μηχανισμών, δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Κινούμαστε με ταχύτητα προς έναν διοικητικό ολοκληρωτισμό ο οποίος δεν επιτρέπει αμφισβητήσεις, μεταρρυθμίσεις, συννενοήσεις. Η ανελαστικότητα του συστήματος είναι τέτοια που μόνο με ένα διαρκές αποφασιστικό κίνημα των εργαζομένων μπορεί να ανατραπεί. Ένα κίνημα που θα υπερασπίζεται κάθε ελευθερία, όπου και αν είναι καταγεγραμμένη, ακόμη και αν δεν είναι καταγεγραμμένη, με στόχο την ικανοποίηση του μοναδικού πλήρους δημοκρατικού δικαιώματος, την κοινωνική απελευθέρωση.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ

ΕΝΕΡΓΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΣΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ, ΣΤΟ ΚΟΥΚΟΥΛΩΜΑ ΤΩΝ ΣΚΑΝΔΑΛΩΝ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑ

ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΜΟΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Ή ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ (LEGAL AID) ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΔΣΑ

 
   
   
   
   
12 Φεβρουαρίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Μόνη Αντιπολίτευση ο διαρκής αγωνιστικός εκβιασμός του κινήματος


Λίγους μήνες μετά τις εκλογές και οι δύο «μονομάχοι», η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δείχνουν εξουθενωμένοι. Η ΝΔ του Καραμανλή ήρθε στην κυβέρνηση έχοντας ως πολιτικό σύνθημα την ηθική, τη διαφάνεια, την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής της, η δημοσιότητα κατακλύζεται από την αποφορά των σκανδάλων. Ανάλογη βέβαια, ήταν η κατάσταση και επί ΠΑΣΟΚ. Αναλυτές και δημοσιογράφοι μιλούν για πολιτική αδυναμία του δικομματισμού, ενώ η Ντ. Μπακογιάννη διέγνωσε πολιτική κρίση. Η αιτία γι' αυτή τη δίδυμη αδυναμία δεν βρίσκεται στα όργια του υπουργείου Πολιτισμού, τόσο στην περίοδο του αντ' Αυτού Ζαχόπουλου, όσο και νωρίτερα του Βενιζέλου.

Οι αιτίες δεν μπορούν να αναζητηθούν σε πρόσωπα. Βρίσκονται στο γεγονός ότι ο πλούτος που έχει κλαπεί από τους εργαζόμενους που τον παράγουν, αποκτά τεράστιες διαστάσεις και η λογική του καπιταλισμού - καζίνο φτάνει σε ακραία όρια.   Το πολιτικό εποικοδόμημα κλονίζεται από βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες, και αυτό επιδρά και στους δύο πυλώνες του δικομματισμού. Το κράτος διαπλέκεται άμεσα με συγκεκριμένα μονοπωλιακά συγκροτήματα μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, των Συμπράξεων Δημοσίου & Ιδιωτικού Τομέα,  της εκχώρησης τομέων κοινωνικής πολιτικής στο κεφάλαιο.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, όλο και περισσότερο αναπτύσσονται άμεσες σχέσεις συναλλαγής και εξάρτησης μεταξύ πολιτικών και επιχειρηματιών. Η σχέση δύναμης μεταξύ του πολιτικού προσωπικού και των καπιταλιστών αλλάζει σε βάρος των πρώτων. Τα αστικά κόμματα, χωρίς όραμα ελκυστικό για την κοινωνία,  επιχειρούν απλώς να προωθήσουν την αντιλαϊκή επίθεση και βουλιάζουν   στη διαφθορά.

Στο βαλτώδες έδαφος των σκανδάλων και των κοινωνικοπολιτικών τριγμών, η «ανεξάρτητη» Δικαιοσύνη αποκτά ρόλο κλειδί για τους εμπλεκόμενους. Από τη μια πλευρά, συγκαλύπτει σκανδαλώδεις παρανομίες ή σφραγίζει δικαιοδοτικά τη νίκη του εκάστοτε επικυρίαρχου στον ενδοεπιχειρηματικό ή ενδοαστικό πολιτικό ανταγωνισμό. Από την άλλη, εξασφαλίζει παγίως την προώθηση των αντιλαϊκών μέτρων καταστέλλοντας τις αντιδράσεις των εργαζομένων, κηρύσσοντας τις απεργίες παράνομες, νόμιμες τις  εκατοντάδες απολύσεις συμβασιούχων ή μη,  αλλάζοντας άρδην τη νομολογία όταν το απαιτεί η πολιτική συγκυρία.  Πεδίον δόξης λαμπρόν δε, έχουν αποτελέσει για τη «Δικαιοσύνη» τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι ελευθερίες, μια που επάξια ανταγωνίζεται την αστυνομία σε παραβιάσεις συνταγματικών διατάξεων και δικονομικών κανόνων που ενσωματώνουν ατομικά και συλλογικά δικαιώματα των, εκ των προτέρων πια, υπόπτων πολιτών.

Η κυβέρνηση Καραμανλή, στην προσπάθειά της να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας και να παρατείνει τη διακυβέρνησή της, γίνεται πιο επικίνδυνη. Επιδιώκει να προωθήσει ταχύτατα την αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση και τα υπόλοιπα αντιλαϊκά μέτρα (ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα, ελαστικοποίηση της εργασίας, επιχειρηματική παιδεία κ.α.) υποσχόμενη ακόμη μεγαλύτερη αύξηση κερδών για τους επιχειρηματικούς ομίλους που τη στηρίζουν.

Αρωγός στην πολιτική της κυβέρνησης, η υποτιθέμενη αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, έχοντας τις ίδιες πολιτικές θέσεις και στοχεύσεις, αδυνατεί να εκφράσει, έστω και στοιχειωδώς, τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Γι' αυτό και μετά και την επανεκλογή του αρχηγού, είναι σε χειρότερη κατάσταση ακόμα και πριν από την εκλογική ήττα του.

Η αγορά και ο άκρατος ανταγωνισμός,  η εμπορευματοποίηση δηλ. κάθε κοινωνικής ανάγκης αλλά και δυνατότητας,  αποτελούν τις βασικές ιδεολογικές σταθερές των δύο κομμάτων εξουσίας, τα οποία, όπως άριστα δηλώνει ο κοινός τους εκπρόσωπος Κ. Μητσοτάκης, «θα έπρεπε να συνεργαστούν αφού ακολουθούν και τα δύο ευρωπαϊκή πολιτική». Όπου βέβαια, ευρωπαϊκή θεωρείται η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  της αποθέωσης του ακραίου ανταγωνισμού και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, σε βάρος κάθε κοινωνικής ανάγκης και δικαιώματος της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Αυτές όμως οι ιδεολογικές σταθερές αντιμετωπίζουν ολοένα και μεγαλύτερη αμφισβήτηση από την κοινωνία.

Το μετεκλογικό σκηνικό σφραγίζεται από την τάση όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων και των αντιφάσεων του πολιτικού συστήματος. Από τη μια, το κεφάλαιο πιέζει για την αποφασιστική προώθηση, εφαρμογή και ολοκλήρωση των αντιδραστικών ‘'μεταρρυθμίσεων'',  από την άλλη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, μετρούν ήδη σημαντική χειροτέρευση του βιοτικού τους επιπέδου και δεν φαίνεται ότι θα δεχθούν αδιαμαρτύρητα την παραπέρα συρρίκνωση των δικαιωμάτων τους.

Η ανερχόμενη τάση των κοινωνικών αγώνων, όπως εκφράστηκε και στον απεργιακό σεισμό της 12η Δεκέμβρη και η αυξανόμενη πολιτική διαφοροποίηση φέρνουν στο πολιτικό προσκήνιο την αντιφατική τάση ευρύτερων μαζών για σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική.  Μια τάση που εκφράζεται με την παλινδρομική κίνηση των αγώνων, με τις πλημμύρες και τις αμπώτηδες του κινήματος που αναστατώνουν το πολιτικό σκηνικό τα τελευταία χρόνια, όσο και αν δεν αγκαλιάζουν ακόμα μεγάλα τμήματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Στο διαμορφούμενο πολιτικό σκηνικό υπάρχουν νέες αναβαθμισμένες δυνατότητες για νικηφόρους αγώνες, γεγονός που ήδη τροφοδοτεί μια νέα δυναμική.  Πρόκειται για ένα νέο στοιχείο, ικανό να στιγματίσει ή ακόμη και να καθορίσει τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς.  

Το γεγονός αυτό υποχρεώνει σε μικρότερες ή μεγαλύτερες αναπροσαρμογές, εντός του αστικού πολιτικού συστήματος, για να ενσωματωθεί η από τα αριστερά κριτική των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, το βασικό ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο πολιτικό σκηνικό θα αναπλαστεί ή θα ανατραπεί και αν η Αριστερά θα παίξει σταθεροποιητικό ή ανατρεπτικό ρόλο. Άρα για ποιά Αριστερά μιλάμε;

Αριστερά της διαχείρισης, της κυβερνητικής συμμετοχής, της εναλλακτικής λύσης εντός του συστήματος, ενός νέου ΄89, ή Αριστερά της ανατροπής, των νικηφόρων αγώνων, της μαχητικής λαϊκής αντιπολίτευσης, της πλήρους ανεξαρτησίας και αντιπαλότητας σε ΝΔ ΠΑΣΟΚ και Ευρωπαϊκή Ένωση,  και της επαναστατικής διεξόδου;

Απέναντι στις νέες αυτές προκλήσεις και δυνατότητες η εντός του κοινοβουλίου Αριστερά παραμένει ανεπαρκής.

Ο Συνασπισμός παρεμβαίνει με σκοπό να «ληφθεί υπ' όψη» στις επερχόμενες πολιτικές διεργασίες. Δεν θέτει θέμα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής, αλλά των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Οι  ουτοπικές λογικές του εκδημοκρατισμού της Ε.Ε, και ενός «δημοκρατικού σοσιαλισμού» χωρίς σοσιαλισμό δεν κρύβονται. Εξ ού και η συμπερίληψη του ΠΑΣΟΚ στη «δημοκρατική αντιπολίτευση», μαζί με το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ.  Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ δεν θέτει σαν πολιτικό στόχο της πάλης του κινήματος την ανατροπή της πολιτικής της κυβέρνησης και της Ε.Ε. στα βασικά της μέτωπα και συνολικά. Διασπά την αναγκαία ταξική ενότητα στη βάση των εργαζομένων και  αρνείται τη νικηφόρα προοπτική των κοινωνικών αγώνων, προβάλλοντας ως μοναδική λύση, την εκλογική του ενίσχυση. 

Σημαντική αδυναμία για την ανατροπή του κοινωνικοπολιτικού σκηνικού, αποτελεί η έλλειψη ενός συγκροτημένου ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος στο κεντρικό πολιτικό πεδίο. Παρά ταύτα, η παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς στους κοινωνικούς και επαγγελματικούς χώρους, σε φοιτητικούς και επαγγελματικούς συλλόγους και σωματεία, όλο το προηγούμενο διάστημα, σφράγισε τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις που προηγήθηκαν.  Αναδεικνύεται έτσι σήμερα  η δυνατότητα ανάπτυξης νικηφόρων αγώνων και η δημιουργία ενός κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος λαϊκής αντιπολίτευσης. Ένα ρεύμα ικανό να αποκρούσει μέτρα, να πετύχει υλικές κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων και να διαμορφώσει συνθήκες για μια συνολική αντεπίθεση. Έναν διαρκή πολιτικό και αγωνιστικό εκβιασμό του κινήματος των εργαζομένων και της ανεξάρτητης εργατικής πολιτικής,  με σκοπό την ήττα της κυρίαρχης πολιτικής και την ανατροπή των συσχετισμών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, από τη σκοπιά της πλήρους κοινωνικής απελευθέρωσης.