23 Σεπτεμβρίου 2018
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

εισηγήσεις ημερίδας

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





26 Νοεμβρίου 2012

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΑΝΤΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ


Αν και ο όρος «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» παραπέμπει σε πλαίσιο ειδικών διατάξεων που δεν αφορούν συνήθης ή/και κεκτημένες, ως νόμιμες, μαζικές κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές των πολιτών (γι' αυτό άλλωστε επελέγη από διεθνείς οργανισμούς και εθνικές κυβερνήσεις), στην πραγματικότητα,  έχει αλλάξει δραματικά, τη σχέση πολιτείας και πολιτών, σε ότι αφορά το σύνολο των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων, επι το δυσμενέστερο για τους πολίτες.

Στην Ελλάδα, το αντιτρομοκρατικό πλαίσιο συγκροτείται κατά κύριο λόγο από τρεις νόμους (με τις τροποποιήσεις τους):

Α) το ν. 2918/2001 και ήδη αρθ.187 Π.Κ. γνωστό ως «τρομονόμο»

Β) το ν. 3251/2004 και ήδη άρθρ. 187Α Π.Κ. γνωστό ως «ευρωτρομονόμος - ευρωένταλμα» με την τροποποίηση από τον 3875/10.

Γ) το  ν. 3691/2008 που αποτελεί την κύρια τροποποίηση του ν.2331/2005 για τη «νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» που δέχεται συνεχείς τροποποιήσεις - επικαιροποιήσεις (3424/2005, 3875/10, 3932/10, 3994/11, 4045/12) που τον συμπληρώνουν και επεκτείνουν.

Οι παραπάνω νόμοι - πλαίσιο, αποτελούν εισαγωγή στην ελληνική νομοθεσία, διεθνών ή ευρωπαϊκών συμφωνιών. Ο 2928/2001  της διεθνούς συνθήκης του Παλέρμο, ο 3251/2004 του Τάμπερε και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (έχει ψηφιστεί τον Ιούλιο του 2001 μετά τα γεγονότα του Γκέτεμποργκ και μεσούσης της Γένοβα), όλοι δε οι σχετική με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, αποτελούν ήδη συμφωνημένες διατάξες στη Διεθνή Ομάδα Δράσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Financial Action Task Force - FATF).

Κάθε ένα από τα παραπάνω σύνολα διατάξεων, επέφερε στην ελληνική έννομη τάξη, ιδιαίτερες, αντισυνταγματικές, καινοτομίες που εκτός των νέων αδικημάτων που εισάγουν, επιδρούν και μεταμορφώνουν ερμηνευτικά,  το σύνολο σχεδόν των διατάξεων του ποινικού κώδικα :

κατά κύριο λόγο:

Α) 2829/2001: εισάγει τη δίωξη του φρονήματος (αναλυτικά Μπελαντής) και την έννοια του υπόπτου» στη θέση του κατηγορουμένου.  Βρίθει αορίστων, νομικά και πραγματικά, εννοιών, των οποίων ο προσδιορισμός επαφίεται στην ερμηνεία των διωκτικών και δικαστικών αρχών.  Παρ' ότι τόσο η επίσημη πολιτική ρητορική όσο και οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στην ύπαρξή του τον χαρακτηρίζουν «αντιτρομοκρατικό ή τρομονόμο», ο ίδιος ο νόμος επιμένει να χρησιμοποιεί τον όρο «εγκληματική οργάνωση»

Ήδη, εκτός της νομικά εκτρωματικής νομολογίας που γνωρίζουμε ότι έχει παραχθεί από την εν λόγω ερμηνεία, στην προδικαστική καθημερινότητα, η προανάκριση έχει παντελώς αντικατασταθεί από την προκαταρτική εξέταση και ο κατηγορούμενος από τον «ύποπτο» σε όλα τα αδικήματα,  τα αστυνομικά τμήματα αποστέλλουν κλήσεις για παροχή εξηγήσεων σε ύποπτους διευθυντές σχολείων που καλούνται να καταγγείλουν ονόματα μαθητών που διευθύνουν καταλήψεις,  ενώ εκατοντάδες είναι πλέον οι απλές τηλεφωνικές κλήσεις από Α.Τ. κλπ.  Ο ύποπτος είναι στη ζωή μας καθημερινά.

Β) ν.3251/2004 (187Α):  στο έδαφος της νομιμότητας της δίωξης του φρονήματος, επικεντρώνεται στην δίωξη του πολιτικού φρονήματος και την ποινική αντιμετώπιση της συνήθους μαζικής κοινωνικοπολιτικής δράσης των πολιτών.

·                     Ορίζεται ως τρομοκρατική, χωρίς την προϋπόθεση ένταξης σε εγκληματική, δομημένη, κλπ οργάνωση, η συνταγματικά κατοχυρωμένη πολιτική και συνδικαλιστική δράση, αφού  η τέλεση αδικημάτων, με τρόπο ή σε έκταση ή υπό συνθήκες που είναι δυνατό «να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτήν ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού τιμωρείται»:  Μεταξύ των αδικημάτων:  β') βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310),  (πρόσφατες διώξεις στους συλληφθέντες των απεργιών)   στ') διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 382 παρ. 2), (σχεδόν κάθε δίωξη συλληφθέντος σε διαδήλωση) ζ') εμπρησμό (άρθρο 264), ι') έκρηξη (άρθρο 270) (μολότωφ), ία') παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες (άρθρο 272), ιβ') κοινώς επικίνδυνη βλάβη (κάθε βλάβη ακόμη και σε δικό μου πράγμα, που θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη) (άρθρο 273), ιζ') διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών (άρθρο 290), (ΚΑΘΕ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ, ΚΑΘΕ ΑΠΕΡΓΙΑ ΟΤΑ, ΣΤΟ ΒΑΘΜΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΗ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΕΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙ)

·                     Με τον 3875/10 απαλείφθηκε η εξαίρεση που αφορούσε τη συνδικαλιστική δράση  η οποία πλέον δύναται να ενταχθεί στην τρομοκρατική δραστηριότητα.   

 

·                     Η ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση αποτελεί, άνευ άλλου τινός, αυτοτελές αδίκημα, με χαρακτηριστικότερη όλων το άρθρο 1 παρ. 4 όπου ορίζεται ότι εάν καμία παράνομη πράξη δεν τελεστεί από την «τρομοκρατική οργάνωση» αυτό αποτελεί ελαφρυντικό. Άρα, εάν δεν υπάρχει παράνομη πράξη, υπάρχει παράνομο φρόνημα που τιμωρείται με ελαφρυντικό.

 

·                     Η συλλογική ευθύνη των σωματείων για τη δράση των μελών τους, κάνει δειλά την εμφάνισή της, καθώς προβλέπεται κάθειρξη για το μέλος του δ.σ. που δεν καταγγέλει στις αρχές μέλος του σωματείου που κατέχει όπλο ή εκρηκτικό μηχανισμό (μολότωφ)

 

 

 

Γ) Με τον 2331/2005 αρχικά και κυρίως τον 3691/08 αργότερα, πραγματοποιείται η συγκρότηση δικτύου πανκοινωνικής παρακολούθησης, καταγραφής και ελέγχου,  του συνόλου των στοιχείων που συγκροτούν κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, με τις κάθε είδους χρηματοπιστωτικές, ασφαλιστικές κλπ εταιρίες να αποκτούν ανεξέλεγκτο θεσμικό ρόλο για το φακέλωμα των πολιτών,  πρόσφορο φυσικά για κάθε χρήση.   Διακηρυγμένος στόχος, η εξακρίβωση «ασυνήθων ή ύποπτων συναλλαγών» οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου. 

Η διαπίστωση του «ασυνήθους» χαρακτήρα της συναλλαγής επαφίεται στην ιδιωτική εταιρία η οποία οφείλει να συλλέγει το σύνολο των προσωπικών, κοινωνικών, επαγγελματικών στοιχείων που συγκροτούν το προφιλ του συναλλασσομένου και τη «συνήθη» συναλλακτική συμπεριφορά του.  Δεδομένου ότι νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα υπάρχει κατά το νόμο αυτόν και όταν π.χ. μεταβιβάζεται με γονική παροχή ακίνητο και δηλώνεται στη συμβολαιογραφική πράξη η αντικειμενική του αξία, γίνεται αντιληπτό το εύρος των στοιχείων που συλλέγονται για την κατάφαση του συνήθους ή ασυνήθους χαρακτήρα της συναλλαγής.

Με τους ίδιους τρόπους ερευνάται η χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων,  για την κατάφαση της δε, πρέπει να λάβουμε υπ' όψη:

1.      Ποιες οργανώσεις θεωρούνται τρομοκρατικές (Ευρωπαϊκές και διεθνείς λίστες με κάθε είδους πολιτικές οργανώσεις Τουρκικές, Παλαιστινιακές κλπ)

2.      Ποιες δύνανται να χαρακτηριστούν τρομοκρατικές με βάση τις ευρείες ερμηνείες των προηγούμενων «αντιτρομοκρατικών» διατάξεων»

3.      Το γεγονός ότι σ' αυτό το νόμο ορίζεται η ευθύνη φυσικών ή νομικών προσώπων, αλλά και οντοτήτων (?) που συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με τρομοκρατικές οργανώσεις..

Έτσι, ως τρομοκρατικές οργανώσεις ερμηνεύονται σωματεία που βρίσκονται σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις, ενώ η αόριστη έννοια «οντότητα» μπορεί να αποδοθεί σε πολιτικές οργανώσεις που δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα και έχουν οποιαδήποτε σχέση με τα σωματεία αυτά...

Τέλος, εδώ προβλέπονται και οι διοικητικές κυρώσεις των προστίμων και της διάλυσης σωματείου εξ αιτίας παράνομης δράσης μέλους του...

  

Το παραπάνω νομικό πλαίσιο αποτελεί ένα αντι-σύνταγμα που καθιστά «ευέλικτα» τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα όλων των πολιτών, προσαρμόσιμα στις διαθέσεις του εκάστοτε πολιτικού διαχειριστή και των, ας μην το ξεχνάμε, υφισταμένων του διωκτικών και δικαστικών αρχών. 

Εισάγει νέα φρονηματικά αδικήματα, αλλά και νέα ερμηνεία παλαιότερων διατάξεων,  διαχέει στον κορμό του ποινικού κώδικα και της έννομης τάξης   την έννοια του εχθρού, ο οποίος  είναι ταυτόχρονα εσωτερικός και εξωτερικός, προσδιοριζόμενος μόνο από την πιθανολογούμενη εχθρότητά του (κάποιες φορές μόνο από την χρησιμότητά του) προς τις πολιτικές κοινωνικές και οικονομικές δομές του κοινωνικοοικονομικου συστήματος, εγχώριου και διεθνούς. Η νομιμότητα έχει αποκτήσει γκρίζες ζώνες στις οποίες συνωστίζεται η πλειοψηφία των πολιτών και όχι μόνο οι συμμετέχοντες σε συλλογικές αγωνιστικές δραστηριότητες (πολύ περισσότερο βέβαια αυτοί).

Αντιστρόφως ανάλογα, οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δομές καθίστανται ανελαστικές ακόμη και στην κριτική και προστατεύονται έναντι των κατά τεκμήριο ύποπτων πολιτών. 

Η τερατώδης επέκταση της έννοιας της «ψυχικής συνδρομής στο αδίκημα» στη νομολογία των δικαστηρίων, με την οποία τιμωρείται η απλή παρουσία ή και η απουσία προσώπου που δεν συμμετείχε στη διάπραξη αδικήματος,  οι προφυλακίσεις διαδηλωτών προκειμένου αυτοί, επί λέξει από βούλευμα: «να εξουδετερωθούν» μέχρι να δικαστούν (δηλ. να καταδικαστούν), η κατάχρηση της επιβαρυντικής περίστασης του «ιδιαίτερα επικίνδυνου», αλλά και η ακύρωση  του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου για όσους έχουν λευκό μητρώο, αφού πλέον πρέπει να αποτιμάται (με ποιο κριτήριο;) και να εγκρίνεται από το δικαστήριο το σύνολο της ατομικής και κοινωνικής ζωής του κατηγορουμένου πριν από την εκδικαζόμενη πράξη, οι ασκήσεις ποινικών διώξεων για καταλήψεις ιδιωτικών χώρων χωρίς μήνυση του ιδιοκτήτη, συχνά και χωρίς τη συναίνεσή του ή οι εξελισσόμενες ποινικές διώξεις για τις μαθητικές καταλήψεις στα σχολεία,   ακόμη και το γεγονός ότι συνήθως, μια ληστεία τράπεζας τιμωρείται βαρύτερα από μια ανθρωποκτονία,  αποτελούν μερικά μόνο παραδείγματα της επίδρασης αυτής..

Το παραπάνω κεντρικό πλαίσιο έρχονται κατά καιρούς να συμπληρώσουν ή να επικαιροποιήσουν , νέες διατάξεις περιορισμού ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (περιορισμός διαδηλώσεων, κουκούλες, πρόσφατες ανακοινώσεις Δένδια κλπ) χωρίς να αλλάζουν το βασικό μοτίβο.

Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας το γεγονός της εμπλοκής του στρατού στην «αντιτρομοκρατική» δραστηριότητα, με τα χαρακτηριστικά που παραπάνω αναφέρθηκαν.

Έτσι, το δόγμα του ελληνικού στρατού έχει αλλάξει. Ο στρατός πλέον δεν φροντίζει  την άμυνα της χώρας,  αλλά την προστατεύει από «ασσύμετρες απειλές» και ιδίως την τρομοκρατία.

Είναι ήδη γνωστές οι στρατιωτικές ασκήσεις για την «καταστολή πλήθους» που έχουν γίνει στην Ελλάδα τόσο από τον ελληνικό στρατό όσο και από τον Ευρωστρατό, κατά τις οποίες, στρατιωτικές δυνάμεις καλούνταν να καταστείλουν «τρομοκρατικές» διαδηλώσεις πολιτών που διαμαρτύρονταν.

Στην πραγματικότητα, η αντιτρομοκρατική νομοθεσία θεσπίστηκε ακριβώς για να επιδράσει στη ρύθμιση των σχέσεων πολιτείας και πολιτών. Δημιούργησε ένα χώρο απουσίας δικαιωμάτων, ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτεία (και τις δομές). Από τη στιγμή που ο πολίτης έρχεται, εκούσια ή μη, σε αντιπαράθεση με αυτές, εντάσσεται στο χώρο αυτό και εκχωρεί αναγκαστικά το σύνολο των δικαιωμάτων του, στα «πάντοτε αρμόδια» όργανα της πολιτείας τα οποία θα τα ερμηνεύσουν, παραμορφώνοντας ή και ακυρώνοντάς τα, προκειμένου να προστατευτούν οι δομές και να εξουδετερωθεί η απειλή.

Οι δίκες κατά της τρομοκρατίας αποτέλεσαν τους δίδυμους πύργους της Ελλάδας, διότι πράγματι νομιμοποίησαν στη μέση κοινωνική συνείδηση τη δυνατότητα της πολιτείας να ενεργεί χωρίς κανόνες, κριτήρια, δικαιώματα κλπ προς το σκοπό της εξουδετέρωσης της απειλής.

Αυτός ο χώρος απουσίας δικαιωμάτων, εφαρμόζεται ήδη σήμερα ολοένα και με μεγαλυτερη οξύτητα, στους κάθε είδους συλληφθέντες αγωνιστές.

 

 

ΑΝΤΩΝΙΑ ΛΕΓΑΚΗ

 
   
   
   
   
26 Νοεμβρίου 2012

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η ανάλυση DNA ως αποδεικτικό μέσο με την ειδική μορφή πραγματογνωμοσύνης


Η τεχνολογική εξέλιξη στο πεδίο του ποινικού δικαίου έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές, τόσο στο στάδιο της προδικασίας όσο και κατά την διάρκεια της κύριας- αποδεικτικής διαδικασίας. 

Ειδικότερα, μετά την αποκωδικοποίηση του DNA, δόθηκε στη Δικαστική εξουσία ένα όπλο αυξημένης αποδεικτικής ισχύος λόγω ακριβώς της υποτιθέμενης «αντικειμενικότητας» και «καθολικής ορθότητας» του εργαλείου αυτού, που έγκειται στον επιστημονικό χαρακτήρα του. Σχετικά γρήγορα, ήρθε ως νομικό επιστέγασμα η ψήφιση του «αντιτρομοκρατικού» νόμου (Ν. 2928/2001), στον οποίο συμπεριλήφθηκε το άρθρο  5 (προσθήκη του άρθρου 200Α στον Κ.Π.Δ), για την διενέργεια ανάλυσης DNA, θεσπίζοντας το νομικό πλαίσιο ειδικού δικαίου για τις υποθέσεις «τρομοκρατίας», θεσμικό πλαίσιο που φυσικά αποτελεί ένα καθεστώς εξαίρεσης των γνωστών άρθρων του ΚΠΔ, 183 επ.

·Παρατηρήσεις αναφορικά με το άρθρο 200 Α Κ.Π.Δ

             Ο νομοθέτης εισάγει με τρόπο ασαφή και αόριστο την δυνατότητα υποχρεωτικής λήψης γενετικού υλικού. Η φράση αυτή απασχόλησε τον νομικό κόσμο. Οι θεωρητικοί,[1] σε μεγάλο βαθμό, ερμήνευσαν την διάταξη αυτή τονίζοντας ότι αποκλείεται η άσκηση βίας και ότι η φράση αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στο ότι δεν απαιτείται η συναίνεση του κατηγορουμένου για την διεξαγωγή της ανάλυσης αυτής καθεαυτής. Η εισηγητική έκθεση επί του νόμου από την άλλη, σκοπίμως σιωπά, αφού απλά διαχωρίζει την υποχρεωτικότητα της λήψης, από την άσκηση εξαναγκασμού πάνω στο σώμα του κατηγορουμένου. Τέλος η νομολογία της ΕΔΔΑ, έκρινε ότι λόγω του ότι οι γενετικές πληροφορίες ενός ανθρώπου αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, η βίαιη αφαίρεση τους, συνιστά βασανιστήριο εις βάρος του κατηγορουμένου.

Όλα τα παραπάνω ήρθε να αναιρέσει η υπ' αριθμ. 15/2011 εισαγγελική γνωμοδότηση του Αντιεισαγγελέα του Α.Π. Αθανάσιου Κονταξή, που πλέον καθιέρωσε ότι στη σύγκρουση των ατομικών συνταγματικών δικαιωμάτων της αξιοπρέπειας και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων του κατηγορουμένου αφενός, και του εννόμου αγαθού της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και του δημοσίου συμφέροντος αφετέρου, υποχωρούν τα ατομικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Με άλλα λόγια αποσαφήνισε ότι η βίαιη λήψη είναι επιβεβλημένη.

            Επίσης, με την φράση «οι Διωκτικές Αρχές», διευρύνεται σημαντικά η αρμοδιότητα των οργάνων που μπορούν να διατάξουν την διενέργεια της συγκεκριμένης ανάλυσης, καθώς ενώ στο αρχικό κείμενο του νόμου ανήκε στην αρμοδιότητα του Δικαστικού Συμβουλίου[2], (πριν την τροποποίηση του 200 Α από τον Ν 3783/2009), πλέον ακόμη και οι προανακριτικοί υπάλληλοι έχουν την εξουσία να διατάξουν την διενέργεια ανάλυσης D.N.A. Στην ουσία, να κρίνουν εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, δηλαδή αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και αν σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας δεν υπάρχουν λιγότερα επαχθή μέσα από την συγκεκριμένη ανάλυση.

            Το δικαίωμα να διορισθούν τεχνικοί σύμβουλοι από τον κατηγορούμενο αποσιωπάται τεχνηέντως. Πρώτη αναφορά στην δυνατότητα αυτή γίνεται στην παρ.2, υπό την προϋπόθεση να έχει αποβεί η πρώτη εξέταση θετική, να έχει δηλαδή ταυτοποιηθεί ο δράστης. Φυσικά η επανάληψη της εξέτασης δεν είναι εξασφαλισμένη καθώς τα δείγματα που συλλέγονται στην πράξη είναι συνήθως ελάχιστης ποσότητας και δεν επαρκούν για την διενέργεια δεύτερης/ επαναληπτικής εξέτασης.

Τέλος, δημιουργείται αρχείο γενετικού υλικού. Με αυτόν τον τρόπο εισάγεται και διευρύνεται η έννοια του «υπόπτου». Πλέον, δίνεται η δυνατότητα να εφαρμοστούν μέτρα δικονομικού καταναγκασμού χωρίς να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί βασικές θεσμικές εγγυήσεις. Αρκεί να έχει γίνει λήψη γενετικού υλικού για μία συγκεκριμένη ποινική δικογραφία, για να αξιοποιηθεί το συγκεκριμένο δείγμα που δόθηκε για την «διαλεύκανση» άλλων απεριόριστων ποινικών δικογραφιών.

 

·Προβλήματα εφαρμογής:

  Προϋπόθεση όμως να εφαρμοστεί το συγκεκριμένο άρθρο, είναι να ληφθεί (πριν την υπ' αριθμ. 15/2011 γνωμοδότηση του αντιεισαγγελέα του Α.Π. εκουσίως, τώρα πλέον και με τη βία), γενετικό υλικό από τον κατηγορούμενο. Σε περίπτωση που δεν δοθεί λόγω άρνησης του κατηγορουμένου, η άρνηση του αφενός αξιολογείται ελεύθερα από το ποινικό δικαστήριο, δηλαδή η άρνηση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποδεικτικά εναντίον του, ως ένδειξη, και αφετέρου η διαδικασία προχωρά με τις βασικές διατάξεις του Κ.Π.Δ, άρθ. 183 επ. Στην πράξη όμως, παρατηρείται το φαινόμενο να παραγκωνίζονται ακόμη και οι διατάξεις των αρθ. 183 επ. Κ.Π.Δ, καθώς έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν διενεργείται η πραγματογνωμοσύνη σε  εργαστήρια που έχουν ιδρυθεί ειδικά από το νόμο, όπως σε εργαστήρια όπως της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ, όλες οι διατάξεις που αφορούν την συμμετοχή και τον έλεγχο της συγκεκριμένης διαδικασίας από τον κατηγορούμενο δεν εφαρμόζονται (αρθ. 184 επ. Κ.Π.Δ).

·Διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε εργαστήρια που έχουν ιδρυθεί ειδικά από τον νόμο- ερμηνεία του άρθρου 184 Κ.Π.Δ.

Α.1. Μη υποχρέωση γνωστοποίησης ονομάτων πραγματογνωμόνων όπως επιτάσσει το άρθρο 204 παρ.1 εδ.α' Κ.Π.Δ

            Η διάταξη του άρθρου 184 Κ.Π.Δ επιβάλλει κατά προτεραιότητα την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης «σε εργαστήριο που ιδρύθηκε ειδικά από το νόμο»[3]. Η θέση της νομολογίας, που υιοθετήθηκε σταδιακά από ένα μεγάλο κομμάτι της θεωρίας[4], και διαμορφώθηκε αμέσως μετά τη θέση σε ισχύ του Κ.Π.Δ. [5], ήταν και εξακολουθεί να είναι, παρόλο που δεν αναφέρεται ρητά σε καμία διάταξη του Κ.Π.Δ., ότι ο διενεργών την ανάκριση ή ο προανακριτικός υπάλληλος που διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δεν έχει υποχρέωση να ανακοινώνει τα ονόματα των πραγματογνωμόνων και να τάσσει προθεσμία για τυχόν διορισμό τεχνικών συμβούλων από τον κατηγορούμενο, όταν αναθέτει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε εργαστήρια που έχουν ιδρυθεί ειδικά από τον νόμο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μην συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα (αρθ. 171 Κ.Π.Δ) η μη γνωστοποίηση του ονόματος των πραγματογνωμόνων, αλλά να καταργείται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να διορίσει τεχνικούς συμβούλους[6] και να υποβάλλει αίτηση εξαίρεσης κατά των διορισθέντων πραγματογνωμόνων και να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα όπως προβλέπονται στα άρθρα 184. επ. Κ.Π.Δ.

            Η δικαιολογητική βάση της συγκεκριμένης ερμηνείας τόσο της νομολογίας όσο και της πλειοψηφίας της θεωρίας που έχει υιοθετήσει την άποψη αυτή, όπως αποτυπώνεται στην υπ'αριθμ.7/2008 Εισαγγελική Γνωμοδότηση του Αντεισαγγελέα του Α.Π., Φώτιου Μακρή, στηρίζεται αφενός στο ότι τα ειδικά εργαστήρια λειτουργούν στα πλαίσια μιας υπηρεσίας του κράτους ή Ν.Π.Δ.Δ και αφετέρου ότι η ανάθεση της πραγματογνωμοσύνης σε αυτά γίνεται από τον ανακρίνοντα ή απο τους προανακριτικούς υπαλλήλους ανωνύμως στην δημόσια υπηρεσία και όχι σε συγκεκριμένο υπάλληλο/πρόσωπο των εν λόγω υπηρεσιών.

            Βέβαια στην ίδια γνωμοδότηση, τονίζεται ότι ανεξαρτήτως της γνωστοποίησης των ονομάτων των πραγματογνωμόνων, «η μη ανακοίνωση ... δεν αποστερεί αυτούς (κατηγορουμένους) από το δικαίωμα τους να ζητήσουν εξαίρεση των πραγματογνωμόνων και να διορίσουν τεχνικούς συμβούλους». Ωστόσο το ζητούμενο εν προκειμένω, δεν είναι αν γενικά και αόριστα μπορεί ο κατηγορούμενος να διορίσει τεχνικούς συμβούλους, αλλά εάν η μη γνωστοποίηση των ονομάτων των διορισθέντων πραγματογνωμόνων δίνει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να ασκήσει τα δικαιώματα του όπως προβλέπονται στον ΚΠΔ, συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το αρθ. 171 ΚΠΔ, ή οχι. Εξάλλου για να αποτελέσει ένα δικαίωμα, θεσμική εγγύηση υπέρ του κατηγορουμένου πρέπει η  μη εφαρμογή του από μέρους του ανακρίνοντα/ ή των προανακριτικών υπαλλήλων, να επιφέρει δικονομικά αποτελέσματα. Εάν η μη εφαρμογή δεν συνεπάγεται καμία δικονομική ακυρότητα, τότε καθίσταται ανενεργό εξ' αρχής το δικαίωμα αυτό.

            Συνεπώς, με την συγκεκριμένη ερμηνεία, κάθε διάταξη που εξασφαλίζει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου μετατρέπεται από θεσμική εγγύηση και υποχρέωση του ανακρίνοντα ή προανακριτικού υπαλλήλου, σε ένα κυνήγι μαγισσών από μέρους του κατηγορουμένου, που καλείται από μόνος τους να μεριμνήσει για την εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Π.Δ, χωρίς να είναι υποχρεωτική η εφαρμογή τους από μέρους των οργάνων που έχουν διατάξει την συγκεκριμένη ενέργεια και άρα ακόμη και αν επιδείξουν αδράνεια οι τελευταίοι, η στάση τους αυτή δεν επιφέρει καμία δικονομική συνέπεια. Επομένως, μένει στην διακριτική ευχέρεια του παραγγέλοντος την πραγματογνωμοσύνη, εάν θα αφήσει τον κατηγορούμενο να συμμετάσχει στην διαδικασία αυτή και σε περίπτωση που απορριφθεί σχετικό αίτημα, καμία ακυρότητα δεν προκαλείται.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το υπ' αριθμ. 2466/2002 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπόθεση 17 Νοέμβρη), με το οποίο απορρίφθηκαν οι από 29.10.2002 αιτήσεις των κατηγορουμένων για απόλυτη ακυρότητα των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης λόγω της μη γνωστοποίησης των ονομάτων των πραγματογνωμόνων, με την δικαιολογητική βάση ότι διενεργήθηκαν οι πραγματογνωμοσύνες σε εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ. Επίσης στην ίδια υπόθεση, η αίτηση των συνηγόρων υπεράσπισης της Αγγελικής Σωτηροπούλου (υπόθεση 17 Νοέμβρη) στον Εφέτη Ανακριτή ζητώντας να δοθούν αντίγραφα των εγγράφων που είχαν σχέση με τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στο διαμέρισμα της οδού Δαμάρεως και ταυτοποιήθηκαν με την εντολέα τους, ούτως ώστε να ασκήσουν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, στην οποία ουδέποτε έλαβαν απάντηση[7]. Επίσης, οι συνήγοροι υπεράσπισης της Μαρίας Μπεραχά στην δίκη του Επαναστατικού Αγώνα υπέβαλλαν σχετικό αίτημα στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και απορρίφθηκε.

Έτσι κάθε διάταξη που εξασφαλίζει την παρουσία, τον έλεγχο και την συμμετοχή του κατηγορουμένου στην διαδικασία αυτή καθίσταται ανενεργή.

Α.2. Ο δημόσιος χαρακτήρας των εργαστηρίων ως δικαιολογητική βάση για την κατάργηση των θεσμικών εγγυήσεων των άρθρων 184. επ Κ.Π.Δ.

Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, ο δημόσιος/κρατικός χαρακτήρας των εργαστηρίων αυτών συνεπάγεται την αυξημένη αντικειμενικότητα και επιστημονική ποιότητα της πραγματογνωμοσύνης. Η ποιότητα της πραγματογνωμοσύνης θεωρείται κατά τεκμήριο ως δεδομένη και ως εκ τούτου δεν είναι υποχρεωτική η συμμετοχή του κατηγορουμένου στην διαδικασία αυτή. Έτσι, παρουσιάζεται το ευρύτερο κράτος ως έναν αταξικό και ιδεολογικά ουδέτερο θεσμό που λειτουργεί πέραν της κοινωνίας και έξω από αυτήν, έναν φορέα αμερόληπτο και άφθαρτο που λειτουργεί υπέρ του «δημοσίου συμφέροντος» και του «κοινού καλού» όλης της κοινωνίας.

Απόρροια της ερμηνείας αυτής, είναι ότι η μέθοδος ανάλυσης που χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα εργαστήρια είναι αντικειμενικά ορθή, οι προδιαγραφές είναι άριστες και τα τεχνολογικά μέσα είναι τα καλύτερα. Φυσικά, το γεγονός ότι η τεχνική της αποτύπωσης, δηλαδή της απεικόνισης και της απομόνωσης της ακολουθίας DNA, έχει αμφισβητηθεί με αντιρρήσεις σχετικά με τις μολύνσεις του δείγματος, εσφαλμένες διαδικασίες προπαρασκευής και λανθασμένα ερμηνείες των αποτελεσμάτων, από το 1984 που ο γενετιστής Alec Jeffreys  την εισήγαγε, δεν απασχολεί καθόλου τους ερμηνευτές του νόμου καθώς απέναντι στη λογική ότι η τεχνολογία εξελίσσεται και ότι δεν αποτελεί θέσφατο αντιτάσσουν τον οικουμενικό και αμερόληπτο χαρακτήρα των κρατικών εργαστηρίων.

Εξάλλου, πολλές φορές κατά την ακροαματική διαδικασία έχουν προκύψει από την εξέταση μαρτύρων (βιολόγων), αμφιβολίες σχετικά με τις συνθήκες μεταφοράς των δειγμάτων, τις αυξημένες πιθανότητες επιμόλυνσης (εμφανίζονται στις εκθέσεις γενετικό υλικό από τους αστυνομικούς υπαλλήλους), τις συνθήκες εξέτασης και αποθήκευσης των δειγμάτων που φυσικά και φανερώνουν τον επισφαλή χαρακτήρα της συγκεκριμένης διαδικασίας. Ιδιαίτερη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι της Ειρήνης Αθανασάκη, στην κατ' έφεση δίκη του ΕΛΑ, η οποία αθωώθηκε για την συμμετοχή της στην οργάνωση, καταρρίπτοντας πανηγυρικά την κατάθεση του επικεφαλούς των εργαστηρίων της Ασφάλειας Ι. Γιαννακούρη για τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στις προκηρύξεις της οργάνωσης αλλά και τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε από τα εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ.

Η προβληματική αυτή ερμηνεία, οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα, ότι αφού η μέθοδος ανάλυσης DNA είναι αντικειμενικά ορθή τότε και τα αποτελέσματα/πορίσματα στα οποία καταλήγει η έκθεση πραγματογνωμοσύνης  είναι επίσης. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να αποκτά άτυπα το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο μια αυξημένη αποδεικτική ισχύ έως και καθολική. Φυσικά κατά το γράμμα του νόμου, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, όπως γίνεται δεκτό και από την νομολογία του Α.Π δεν έχουν υποχρεωτική ισχύ για το Δικαστήριο. Ωστόσο, όταν ο δικαστής απομακρυνθεί από τα συμπεράσματα της ή αν εν τέλει δεν τα υιοθετήσει οφείλει να αιτιολογεί την αντίθετη άποψη του στηριζόμενος σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου τυχόν επιπόλαιος παραμερισμός της πραγματογνωμοσύνης θα καθιστούσε την απόφαση αναιρετέα λόγω υπέρβασης εξουσίας[8]. Με άλλα λόγια, για την απόρριψη των πορισμάτων της πραγματογνωμοσύνης από τον δικαστή, πρέπει να προσκομισθεί από την υπεράσπιση μία αρτιότερη επιστημονικά εξήγηση/ανάλυση. Ισχύει με άλλα λόγια ο κανόνας ότι τα πορίσματα των συγκεκριμένων εκθέσεων είναι ορθά μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Χωρίς την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στον Κ.Π.Δ. αρθ. 184.επ, ουσιαστικά καταργείται η δυνατότητα αποτελεσματικής αντίκρουσης των συγκεκριμένων πορισμάτων, πράγμα που τους καθιστά θέσφατο στην αποδεικτική διαδικασία.

Ουσιαστικά, συνδέεται η άσκηση στοιχειωδών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που προβλέπονται ρητά στον νόμο, από τον χαρακτήρα του φορέα που πραγματοποιεί τις συγκεκριμένες προανακριτικές/ανακριτικές ενέργειες. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου είναι ανεξάρτητα τόσο της διαδικασίας που ακολουθείται όσο και του φορέα που τα πραγματοποιεί και πρέπει να ασκούνται ανεξάρτητα του πόσο αδιάβλητη και αντικειμενική μπορεί να είναι μια προανακριτική- ακριτική ενέργεια. Δεν είναι ο χαρακτήρας κανενός εργαστηρίου ή θεσμού αυτό που καθιστά μια διαδικασία αδιάβλητη και αντικειμενική, αντιθέτως είναι μόνο η συμμετοχή του κατηγορουμένου στην διαδικασία αυτή που μπορεί να το επιτύχει αυτό. Ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από την διαδικασία αυτή οδηγεί στην δραστική συρρίκνωση του δικαιώματος του για ουσιαστική συμμετοχή του στην διεξαγωγή των αποδείξεων, στην ουσιαστική πρόσβαση του κατηγορουμένου στα αποδεικτικά μέσα και στην δυνατότητα του να αντικρούσει τα μέσα αυτά αποτελεσματικά, όπως επιτάσσει το αρθ. 6 της ΕΣΔΑ [9].

Τέλος, όπως ο πραγματογνώμονας είναι βοηθός του Δικαστή, έτσι και ο τεχνικός σύμβουλος είναι τεχνικός συνήγορος του κατηγορουμένου. Γιαυτό εξάλλου και δεσμεύονται οι τεχνικοί σύμβουλοι από το επαγγελματικό απόρρητο (αρθ.212 παρ.1 εδ. β' Κ.Π.Δ) και δεν υποχρεούται να παραδώσουν στην δικαστική αρχή τα έγγραφα και κάθε άλλο αντικείμενο που βρίσκεται στην κατοχή τους, λόγω του λειτουργήματος τους, δηλώνοντας εγγράφως ότι πρόκειται για μυστικό που σχετίζεται το επάγγελμα τους (αρθ. 261 Κ.Π.Δ.). Η ανεπάρκεια των απαιτούμενων ειδικών γνώσεων που δεν χαρακτηρίζει μόνο τον Δικαστή αλλά χαρακτηρίζει και την υπεράσπιση των διαδίκων, συνεπάγεται κατά κανόνα αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησης και ελέγχου των πορισμάτων της πραγματογνωμοσύνης. Συνεπώς, η απουσία τεχνικών συμβούλων από την διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης συνεπάγεται έλλειψη «νομικής» και όχι μόνο τεχνικής εκπροσώπησης του κατηγορουμένου. Στην ουσία αφοπλίζει την υπεράσπιση από τις απαιτούμενες γνώσεις που θα έπρεπε να έχει για να συμμετέχει επί ίσοις όροις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, στον έλεγχο των πορισμάτων του και εν τέλει στην αντίκρουση των πορισμάτων του. Ουσιαστικά καταργείται το δικαίωμα υπεράσπισης που πηγάζει από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με το αρθ. 6 παρ. 3 περ. β΄κ γ' της ΕΣΔΑ.

 

Α.3. Η ανωνυμία του υπαλλήλου που διενεργεί την πραγματογνωμοσύνη

Η ανάθεση της πραγματογνωμοσύνης στην δημόσια υπηρεσία και όχι σε συγκεκριμένο πρόσωπο της υπηρεσίας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεμελιώσει νομικά την μη υποχρέωση γνωστοποίησης των ονομάτων των πραγματογνωμόνων. Η Δ.Ε.Ε, στην οποία πραγματοποιούνται όλες οι αναλύσεις για υποθέσεις «τρομοκρατίας», απαρτίζεται από εξειδικευμένους Αξιωματικούς Γενικών Καθηκόντων με τις αντίστοιχες κατά αντικείμενο ειδικότητες πραγματογνωμόνων, καθώς και από Αξιωματικούς - Βαθμοφόρους Ειδικών Καθηκόντων, κατόχους πτυχίων Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι..  Η διάκριση που έχει καθιερώσει η νομολογία, που εξαιρεί τους αξιωματικούς βιολόγους από την εφαρμογή των δικονομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς τεκμηριωμένη, καθώς η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των πραγματογνωμόνων που απαρτίζουν τον κατάλογο, κατά αρθ. 184 Κ.Π.Δ. και των ανωτέρω, είναι ότι οι πρώτοι είναι αξιωματικοί/ δημόσιοι υπάλληλοι.

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι κάθε δημόσιος υπάλληλος, μόνο λόγο της ιδιότητας του αυτής δεν μπορεί να υποπέσει σε πλημμέλειες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είτε από αμέλεια είτε από δόλο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ένα μεγάλο μέρος των διατάξεων τόσο της ποινικής δικονομίας αλλά και του ουσιαστικού ποινικού δικαίου.  Ειδικότερα, στο  11ο  κεφάλαιο του ποινικού κώδικα προβλέπονται ειδικώς τα αδικήματα σχετικά με την υπηρεσία (αρθ. 235- 263α Π.Κ), πράγμα που αποδεικνύει την αυξημένη ποινική ευθύνη των δημόσιων υπαλλήλων, λόγω ακριβώς της θέσης τους.

Επίσης, η αμεροληψία του ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με την ποινική δικονομία εξασφαλίζεται από τους θεσμούς του αποκλεισμού (αρθ.14 Κ.Π.Δ), της εξαίρεσης (αρθ.15 Κ.Π.Δ.) και της αποχής (αρθ. 23 Κ.Π.Δ). Η  δυνατότητα δηλαδή από μέρους του κατηγορουμένου να υποβάλει αίτηση εξαίρεσης κατά των οργάνων απονομής της δικαιοσύνης (Δικαστές και Εισαγγελείς)  εξασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να δικαστεί από έναν αμερόληπτο δικαστή (αρθ.6 παρ1 ΕΣΔΑ). Σε ευθεία λοιπόν αντίθεση έρχεται το επιχείρημα της «ανωνυμίας» του υπαλλήλου, καθώς το συγκεκριμένο μέτρο δεν διασφαλίζει την αμεροληψία της διαδικασίας αλλά οδηγεί ευθέως στην αυθαιρεσία.



[1] Αντιρρήσεις Συμεωνίδου- Καστανίδου ό.π., σελ 697 , ότι ο εξαναγκασμός προσβάλλει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και συνεπώς αντίκειται στο Σύνταγμα και Ιωάννης Μανωλεδάκης «Ασφάλεια και Ελευθερία» σελ. 158 «η άσκηση βίας πάνω στο ανθρώπινο σώμα για την λήψη γενετικού υλικού του συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και είναι αντισυνταγματική ως άσκηση εξουσίας.»

[2] Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων με την υπ΄ αριθμ. 15/2001 γνωμοδότηση της υποστήριξε αποφασιστικά την αναγκαιότητα να είναι στην κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου «Η διαπίστωση των προϋποθέσεων αυτών και η έγκριση της διεξαγωγής της λήψης.....πρέπει να τελεί υπό δικαστικές εγγυήσεις και λόγω της ιδιαίτερης σοβαρότητας να ανατεθεί στο Συμβούλιο Εφετών».

[3] Εργαστήρια των ΑΕΙ, των Νοσοκομείων του ΕΣΥ, του Νεκροσκοπείου Πειραιώς, του Γενικού Χημείου του Κράτους, της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ.

[4] Χρήστος Μπάκας «Η δικονομική λειτουργία της πραγματογνωμοσύνης στην ποινική δίκη» (εκδόσεις Σάκκουλα 1990), ο οποίος διατυπώνει έντονες επιφυλάξεις αναφορικά με την νομική θεμελίωση της θέσης που προωθεί η νομολογία.

[5] Α.Π. 140/1953, Ποιν. Χρον. Γ' σελ 317

[6] Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο - Αργύρης Καρράς, σελ. 470 (παρ.506) «η άποψη αυτή παραγνωρίζει τον δικαιολογητικό λόγο καθιέρωσης του θεσμού των τεχνικών συμβούλων για την εξασφάλιση του οποίου προβλέπεται η γνωστοποίηση του διορισμού..»

[7] Πρακτικά δίκης 17Ν -17.3.2003-10η συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων- τοποθέτηση της συνηγόρου υπεράσπισης Ι.Κούρτοβικ

 

[8] Υπ' αριθμ. 1454/2010 απόφαση Α.Π

[9] Βλ. παρατηρήσεις στην υπ' αριθμ. 140/1953 απόφαση ΑΠ, Ποιν.Χρον Γ' σελ 317 και Ερμηνεία Κ.Π.Δ. σελ 267 στο άρθρο 192

 
   
   
   
   
26 Νοεμβρίου 2012

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Οι ευρωπαϊκές και υπερατλαντικές πηγές της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας: Τρεις μύθοι για την εποχή μας


 

1. Ο μύθος της 11/9

  

 H ρίζα των ελληνικών τρομονόμων μπορεί ευθέως να αναζητηθεί στις αποφάσεις-πλαίσιο της ΕΕ, αλλά και στις αντίστοιχες ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν στην άλλη όχθη του ατλαντικού.

 Η συντονισμένη αυτή νομοθετική πολιτική σε ΗΠΑ και ΕΕ φαίνεται να σχετίζεται με την επίθεση στους δίδυμους πύργους την 11-9. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική. Ο Patriot Act υιοθετήθηκε από τα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ μετά την 11-9, πλην όμως επαναλαμβάνει αυτούσιες διατάξεις που περιλαμβάνονταν στο αντίστοιχο σχέδιο νόμου Κλίντον του 1995[1]. Αντίστοιχα, η Α-Π 2002/475 της ΕΕ που ενσωματώθηκε με το άρθρο 187Α ΠΚ, παρ'ότι ψηφίσθηκε μετά την 11-9 έχει και αυτή την προϊστορία της: Την 5η Σεπτεμβρίου 2001 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε σύσταση (2001/2016 (INI)), με την οποία κάλεσε το Συμβούλιο να εκδώσει την σχετική απόφαση πλαίσιο (Α-Π) στηριζόμενη σε μια έκθεση του ευρωβoυλευτή Watson που συντάχθηκε μετά τις κινητοποιήσεις της Γένοβα και του Γκέτεμποργκ. Η επιγενόμενη επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ μπορεί να επισκίασε τη σχετική συζήτηση (μέχρι του βαθμού να αποκρύπτεται εντελώς στην πρόταση της Επιτροπής η σύσταση της 5ης Σεπτεμβρίου), πλην όμως και από την σχετική συζήτηση που διεξήχθη στο Ευρωπαϊκο Κοινοβούλιο κατά την ψήφιση της σύστασης της 5-9-01, αλλά και από την αιτιολογική έκθεση της πρότασης της Επιτροπής, καθίσταται σαφές ότι το σχέδιο Α-Π αποσκοπούσε στο να καταπολεμήσει τις «νεες μορφές τρομοκρατίας» [2]. Δεν θα πρέπει συνεπώς να προξενεί έκπληξη ότι οι διατάξεις των άρθρων 187 και 187 Α ΠΚ δύνανται να καλύψουν μορφές κινηματικής δράσης, αφού  ως τρομοκρατία ορίζεται και η διάπραξη αδικημάτων που στόχο έχουν να εξαναγκάσουν παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό (πχ ΠΟΕ, ΔΝΤ κλπ) να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξει ή να απόσχει από αυτή. Ούτε βεβαίως θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι σε όλα τα μεταγενέστερα κείμενα που σχεδιάζουν την αντιτρομοκρατική πολιτική της Ε.Ε. στο στόχαστρο μπαίνει η «βίαιη ριζοσπαστικοποίηση»[3].

 

2. Ο μύθος της προστασίας της δημοκρατίας

  

Η πολιτική αυτή της ΕΕ σε συντονισμό με την αντίστοιχη πολιτική των ΗΠΑ (που έχει οδηγήσει και σε σωρεία διμερών συμβάσεων που αφορούν είτε την έκδοση προσώπων, είτε τη μεταφορά πληροφοριών, δεδομένων και αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ) αποσκοπούσε στην επιβολή ενός καθεστώτος άρσης δημοκρατικών ελευθεριών στο όνομα της προστασίας της δημοκρατίας[4]. Στην πραγματικότητα διαμόρφωσε ένα πλαίσιο κατατρομοκράτησης της κοινωνίας, αφού η τυχόν εμπλοκή ενός προσώπου σε κατηγορίες τέλεσης του αδικήματος της «τρομοκρατίας» σήμαινε την αδυναμία του προσώπου αυτού να επικαλεστεί τις δικονομικές εγγυήσεις και δικαιώματα που προβλέπονται για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Διαμορφώθηκε έτσι ένας παράλληλος ποινικός κώδικας και μια παραδικονομία -ένα καθεστώς εξαίρεσης δηλαδή- στην οποία ενέπιπτε όποιος έμπαινε στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών ως τρομοκράτης, αφού κριτήριο για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων δεν ήταν πλέον η πράξη, αλλά το υποτιθέμενο κίνητρο  του δράστη (και βέβαια σιγά-σιγά αυτή η παραδικονομία άρχισε να διαβρώνει το σύνολο των δικονομικών εγγυήσεων για τους κατηγορουμένους με την επέκταση των σχετικών ρυθμίσεων για ολοένα και ευρύτερες κατηγορίες «υπόπτων»).

Αν ο προσδιορισμός του αδικήματος της τρομοκρατίας ως αυτού που εξαναγκάζει βίαια μια κυβέρνηση ή ένα δημόσιο οργανισμό θέτει στο στόχαστρο και κινηματικές διεκδικήσεις, ο παράλληλος προσδιορισμός του αδικήματος της τρομοκρατίας ως αυτού που πλήττει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας  δημιουργεί δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα: δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο κατάλογος των πράξεων που χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικές αποτελούν αδικήματα και αυτό γίνεται αποδεκτό από το σύνολο των ποινικών νομοθεσιών των κρατών-μελών της ΕΕ. Είναι επίσης βέβαιο ότι τα αδικήματα αυτά πλήττουν διαφορετικά έννομα αγαθά (τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα, τη δημόσια υγεία, την ιδιωτική περιουσία ή τη δημόσια τάξη). Η ένταξή τους σε μια ενότητα ως εγκλημάτων κατά των θεμελιωδών δομών μιας χώρας, που δικαιολογεί και την αυστηρότερη ποινική τους αντιμετώπιση, πραγματοποιείται μέσω του σκοπού για τον οποίο γίνεται η πράξη. Ετσι κατά την Α-Π η προσβολή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας ενός προσώπου στην περίπτωση του τρομοκρατικού αδικήματος δεν αποσκοπεί στο αποτέλεσμα αυτό (παρά μόνο ως παράπλευρο αποτέλεσμα): στόχος είναι η ίδια η δημοκρατία και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Το ερώτημα που τίθεται  συνεπώς είναι με ποιο τρόπο θα διαγνωσθεί αυτός ο ευρύτερος σκοπός  της πράξεως, που δικαιολογεί  την ειδική ποινική αντιμετώπιση της τρομοκρατικής πράξης. Εαν ο σκοπός πρέπει να προκύπει από την ίδια την πράξη και από τις συνθήκες τέλεσής της, τότε αυτός ο προσδιορισμός του τρομοκρατικού αδικήματος θα οδηγήσει εν τέλει στην μη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Ας προσεχθεί ότι η τρομοκρατία δεν θεωρείται ότι προσβάλλει ένα συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα ή μια μορφή συντεταγμένης πολιτειακής εξουσίας (άλλωστε η μορφή του πολιτεύματος στα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν συμπίπτει), αλλά τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το πολίτευμα ανεξαρτήτως μορφής.  Είναι όμως παντελώς αδύνατο μια  δολοφονία ή μια απαγωγή ή ένας εκβιασμός να πλήξει τη δημοκρατία μιας χώρας ή τα θεμελιώδη δικαιώματα per se. Τα έννομα αυτά αγαθά δεν είναι τόσο εύθραυστα έτσι ώστε να μπορούν να προσβληθούν από μεμονωμένες πράξεις. Αντίστοιχα η ίδρυση μιας οργάνωσης η οποία υψώνει τους δικούς της μηχανισμούς ενάντια στην κρατική εξουσία μπορεί να θωρηθεί ότι διαταράσσει την κοινωνική ευταξία ή (σε οριακές περιπτώσεις) και την ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής της κρατικής βούλησης[5] δεν μπορεί όμως ούτε να πλήξει σοβαρά, ούτε πολλώ δε μάλλον να καταστρέψει την δημοκρατία. Στην πραγματικότητα δεν δύναται να πλήξει σοβαρά ούτε την συγκεκριμένη μορφή πολιτικής εξουσίας.

Η ως άνω διάταξη περί αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της τρομοκρατίας μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνο εαν ο σκοπός δεν θεωρηθεί ως αντικειμενικα αντιληπτός βάσει των συνθηκών τέλεσης του αδικήματος, αλλά ως  υποκειμενικός σκοπός του δράστη της πράξεως[6]: υπό την έννοια ότι ο δράστης θα ήθελε η πράξη του να  έχει ως αποτέλεσμα την σοβαρή προσβολή ή την καταστροφή των συγκεκριμένων έννομων αγαθών. Ετσι, μέσω αυτών των ρυθμίσεων αλλάζει ο προσανατολισμός του ποινικού συστήματος και τείνει να καταλάβει όχι πια την πράξη, αλλά το ενδιάθετο φρόνημα του δράστη και μάλιστα όπως αυτό προσδιορίζεται όχι από τον ίδιο, αλλά από τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι άλλοι το φρόνημά του !

Βέβαια και σε μια τέτοια περίπτωση υπαρχει δυσκολία προσδιορισμού της τρομοκρατικής οργάνωσης και του τρομοκρατικού αδικήματος, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις οι δράστες των αδικημάτων θεωρούν και προβάλουν ως σκοπό τους την καθιέρωση της «πραγματικής δημοκρατίας» ή ενός καθεστώτος όπου μπορεί πραγματικά να ανθήσει η ελευθερία και τα δικαιώματα του καθενος. Περαιτέρω η αοριστία που πάντα ενείχετο στις απόπειρες ορισμού του τρομοκρατικού αδικήματος παραμένει: η Α-Π δεν προσδιορίζει ούτε ποιες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές θεωρούνται θεμελιώδεις, ούτε πότε θεωρείται δικαιολογημένος ο εξαναγκασμός των δημοσίων αρχών. Γι'αυτό άλλωστε το λόγο θεωρήθηκε αναγκαία η θεσμοθέτηση τουλαχιστον μια λίστας τρομοκρατικών οργανώσεων για να καταστεί σαφέστερο το πεδίο εφαρμογής της Α-Π. Η λίστα είναι το πραγματικό όριο της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας: ο εχθρός δεν μπορεί να θεμελιωθεί έλλογα, απλά δείχνεται με το δάκτυλο...

Ουσιώδες όμως πρόβλημα δημιουργεί και η αναγόρευση των θεμελιωδών oικονομικών και κοινωνικών δομών μιας χώρας σε ιδιαιτέρως προστατευόμενο αγαθό. Η ρύθμιση αυτή -πέραν της αοριστίας της- ανάγει σε αυτοτελές έννομο αγαθό κοινωνικές συνθήκες και δομές, που αφενός μεν μεταλλάσσονται (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα όρια μεταξύ οικονομίας της αγοράς και κρατικού παρεμβατισμού), αφετέρου δε βρίσκονται πέρα από τα όρια της ασφάλειας του Κράτους, αλλά και των συμφερόντων ενός εκάστου ατόμου[7]. Συνεπώς κατά πρώτον η αναγόρευση των θεωρουμένων σε μια δεδομένη στιγμή ως θεμελιωδών κοινωνικών και οικονομικών δομών σε προστατευτέο δια του ποινικού νόμου αγαθό αποτελεί δείγμα κλειστής κοινωνίας με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά[8]. Κατά δεύτερον οι δομές αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αγαθά με φορέα ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων, αλλά με φορέα όλους τους ανθρώπους. Αυτά όμως τα «οικουμενικά αγαθά» αποτελούν αφηρημένες ιδεολογικές κατασκευές («η ελεύθερη αγορά», «ο ελεύθερος και υγιής ανταγωνισμός») και οδηγούν το ποινικό δίκαιο σε ολοκληρωτική εκτροπή[9]. Εν προκειμένω η υλικότητα του εννόμου αγαθού και η συνακόλουθη δυνατότητα προβολής του με εγκληματικές πράξεις απουσιάζουν. Γι'αυτό και είναι εξαιρετικά δύσκολο να φαντασθούμε πράξεις μιας οργάνωσης ή ακόμα και ενός ατόμου που να προσβάλλουν την ελεύθερη αγορά per se. Στην πραγματικότητα οι θεμελιώδεις κοινωνικές και οικονομικές δομές, όπως π.χ. η ελευθερία της αγοράς μπορούν να αποσταθεροποιηθούν ή πολλώ δε μάλλον να καταστραφούν μόνο δια των πράξεων της κρατικής εξουσίας και όχι δια των πράξεων μιας ομάδας, πολλώ δε μάλλον ακόμα και ενός ατόμου.

Εν τέλει, στην προσπάθεια της Α-Π να εξασφαλίσει ότι τα αδικήματα που χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πολιτικά εγκλήματα και να τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης από την νομοθεσία του κάθε κράτους-μέλους[10] μεταθέτει πλήρως στην πολιτική βούληση την απόφαση για τα όρια μεταξύ πολιτικού εγκλήματος και τρομοκρατίας, εξαφανίζοντας συνεπώς τη σημασία του ίδιου του θεσμού του πολιτικού εγκλήματος. Η λογική πίσω από αυτή την εξέλιξη αναγνωρίζεται στην ίδια την αιτιολογική έκθεση της Α-Π: η δημοκρατία νοείται μόνο μέσω του διαλόγου εντός των θεσμών. Οποιος δεν περιορίζει τη δράστη του σε αυτά τα πλαίσια τίθεται αυτομάτως εκτός δημοκρατικού πολιτεύματος. Πολιτικό έγκλημα δεν δύναται να υπάρξει, κάθε πολιτική πράξη βίας στα πλαίσια κράτους όπου διενεργούνται εκλογές είναι τρομοκρατική πράξη.  Όμως η αντίληψη αυτή έρχεται να υπονομεύσει  όχι μόνο το φιλελεύθερο χαρακτήρα του ποινικού συστήματος, αλλά την ίδια τη δομή του πολιτεύματος. Οι συνταγματικές προβλέψεις της απαγόρευσης έκδοσης αλλοδαπού για την υπερ της ελευθερίας δραση του, της συμμετοχής λαϊκών δικαστών στις δίκες που αφορούν πολιτικά εγκλήματα και κυρίως η ιδια η καθιέρωση του δικαιώματος αντίστασης θεμελιώνουν ένα πλαίσιο αναγνώρισης της βίας ως στοιχείου άσκησης της πολιτικής και πολύ περισσότερο αναγνώρισης της σε τελευταία ανάλυση ως μέσου επίτευξης της ελευθερίας και της δημοκρατίας[11]. Οι συντάκτες  των φιλελεύθερων συνταγμάτων, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη και την ιστορική εμπειρία των ανελεύθερων καθεστώτων που παρουσιάζονται υπό τον μανδύα του δημοκρατικού καθεστώτος, φαίνεται πως είχαν πολύ μεγαλύτερη επίγνωση της βιας που ασκείται και μέσω του ίδιου του κράτους αλλά και μέσω μιας σειράς κοινωνικών καταναγκασμών, ώστε να θεωρούν οτι η δημοκρατία δεν αποτελεί ένα τόπο έξω και πέρα από τη βία, αλλά θεμελιωμένο σε αυτή[12] (εν αντιθέσει με εκείνους του επιγόνους τους που αναγορεύουν τον διάλογο σε μια ηθική υπερ-αξία που υπερπροσδιορίζει και την έννοια της δημοκρατίας)[13]. Εάν θεωρήσουμε ότι ο διάλογος καθεαυτόν αποτελεί το μοναδικό (νόμιμο στην δημοκρατία) μέσο της πολιτικής σύγκρουσης και απωθήσουμε την πολιτική βία άνευ άλλου τινός ως το Άλλο, το Ξένο της δημοκρατίας, στην πραγματικότητα δεν οδηγούμαστε παρά στην ανεξέλεγκτη χρήση της κρατικής βίας και την αυτοκατάργηση της δημοκρατίας

 

3. Ο μύθος του χώρου ελευθερίας

  

Η εμπλοκή της ΕΕ στην αντιτρομοκρατική υστερία αναίρεσε κάθε επιχείρημα περί του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας. Αντί γι'αυτόν οικοδομείται με γοργούς ρυθμούς ένας ενιαίος χώρος επιτήρησης και καταστολής που εξαπλώνεται μάλιστα και στις δυο όχθες του ατλαντικού: από το σύστημα πληροφοριών Σενγκεν (SIS) I & II (βάσεις δεδομένων με δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες -ιδιαίτερη αναφορά για όσους καταχωρούνται ως «βίαιοι»), το EURODAC (βάση δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων για τους αιτούντες άσυλο), το σύστημα πληροφοριών API (για μητρώα επιβατών), τη βάση δεδομένων DNA "Prum", το σύστημα πληροφοριών ποινικού μητρώου, ECRIS, το σύστημα πληροφοριών χρηματοοικονομικών συναλλαγών FIU.net, τα συστήματα ανταλλαγής πληροφριών για την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων ARO και SIENA, τις συμφωνίες ανταλλαγής πληροφοριών με τις ΗΠΑ PNR και TFTP  μέχρι  το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τη συμφωνία για την έκδοση μεταξύ ΗΠΑ-ΕΕ,  την οδηγία 2002/58/ΕΚ  για τη διατήρηση δεδομένων επικοινωνίας[14], τη EUROPOL, τη EUROJUST, τη FRONTEX, τη EUROGENDFOR, τη σύσταση κοινών ανακριτικών ομάδων (που τις είδαμε de facto να λειτουργούν στην περίπτωση της απαγωγής των Πακιστανών) και προσεχώς τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα.

Το μέλλον προβλέπεται ακόμα πιο ζοφερό. Πέρα από τις διατάξεις που αφορούν την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (οδηγία 2005/60/ΕΚ- κανονισμός 1781/2006), που ήδη έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο (ν.3691/2008, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.3932/2011), με την ΑΠ 2008/919/ΔΕΥ[15] τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταστήσουν ποινικά αδικήματα α) την δημόσια πρόσκληση για την τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος, νοούμενης ως διάδοση μηνύματος με πρόθεση την υποκίνηση τέλεσης ενός από τα εγκλήματα του σχετικού καταλόγου του άρθρου 1 της ΑΠ 2002/475/ΔΕΥ, όταν μια τέτοια συμπεριφορά -είτε υποστηρίζει άμεσα είτε όχι τα τρομοκρατικά εγκλήματα- προκαλεί κίνδυνο τέλεσης ενός ή περισσοτέρων τέτοιων εγκλημάτων, β) την στρατολόγηση τρομοκρατών, νοούμενης ως υποκίνηση άλλου προσώπου σε τέλεση ενός από τα εγκλήματα του σχετικού καταλόγου και γ) την εκπαίδευση τρομοκρατών, νοούμενης ως την παροχή οδηγιών σχετικά με την κατασκευή ή τη χρήση εκρηκτικών, πυροβόλων όπλων, λοιπών όπλων ή επιβλαβών ή επικίνδυνων ουσιών ή άλλων ειδικών μεθόδων ή τεχνικών, ενόψει της διάπραξης ενός από τα εγκλήματα του σχετικού καταλόγου έχοντας επίγνωση ότι η διαβιβασθείσα τεχνογνωσία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό. Πέραν της σαφούς αοριστίας στην περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης των νεων αδικημάτων, που έρχεται να επισωρευθεί στην αοριστία του αδικήματος της τρομοκρατίας, καθίσταται προφανές ότι η ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας σε «προπαρασκευαστικές ενέργειες» του θεωρούμενου ως τρομοκρατικού αδικήματος απειλεί να καταλάβει ακόμα και λεκτικές διαμαρτυρίες ενάντια στις ακολουθούμενες πολιτικές.

Πέραν αυτού, στους στόχους της αντιτρομοκρατικής πολιτικής της ΕΕ (βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής COM (2010) 673  για τη στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας της ΕΕ στην πράξη) μπαίνει ακόμα και η εκτεταμένη δήμευση περιουσιακών στοιχείων όσων τυχόν κατηγορούνται για τρομοκρατία (ακόμα και χωρίς να έχει προηγηθεί καταδίκη από δικαστήριο), ήτοι ακόμα και περιουσιακών στοιχείων που δεν συνδέονται άμεσα ή που δεν αποδεικνύεται η σύνδεση τους με κάποια εγκληματική ενέργεια!

Η σχετική νομοθεσία παράγει φυσικά και τις αναγκαίες ιδεολογικές μετατοπίσεις, οι οποίες βέβαια είναι αρκούντως αποκαλυπτικές: σε ερωτηματολόγιο που απέστειλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα κράτη μέλη, προκειμένου να διαπιστώσει προβλήματα που αντιμετωπίζουν από την εφαρμογή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας (SEC(2009)225), περιέχεται και η εξής ερώτηση «αντιμετωπίζετε προβλήματα με περιπτώσεις τρομοκρατών, των οποίων οι πράξεις θεωρήθηκαν ότι δεν συνιστούν αδικήματα ή απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης στοιχείων;» !! Είναι ενδεικτικό ότι μόλις τρεις χώρες (Λουξεμβούργο, Γερμανία και Ρουμανία) απάντησαν ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει πρόβλημα, καθώς δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας (η Ελλάδα απάντησε απλά «όχι»)

Ας μας επιτραπεί η εκτίμηση ότι όσο πιο βίαιη θα γίνεται η μετανεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας, τόσο πιο βίαιη και κατασταλτική θα γίνεται και η αντιμετώπιση κάθε διαμαρτυρίας. Αν στο οικονομικό επίπεδο η ΕΕ σε συνεργασία με άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΠΟΕ,ΔΝΤ,Παγκόσμια Τράπεζα) έχει οικοδομήσει όλους εκείνους τους μηχανισμούς που θα επιβάλλουν την επιστροφή στον εργασιακό μεσαίωνα (ΕΚΤ, ESM, σκληρά νομίσματα, αξιολογήσεις αγορών κλπ), οικοδομεί ταυτόχρονα και το αναγκαίο πλαίσιο καταστολής που οδηγεί κατ'ευθείαν και στον κανονικό μεσαίωνα. Η αντιτρομοκρατική νομοθεσία είναι το εργαλείο μέσα από το οποίο αναδύεται η Ιερά Εξέταση της εποχής μας.

 

 


[1] Με αφορμή την βόμβα στην Οκλαχόμα. Βλ. αναλυτικά, D.Kopel-J.Olson, Preventing a reign of terror: Civil liberties implications of terrorism legislation, Okla.City U.L.Rev. 1996 σ. 247 επ.

[2] Βλ. την εισήγηση του εισηγητή της σύστασης του κοινοβουλίου Watson, ο οποίος ρητώς αναφέρεται στις νεες μοφρές «τρομοκρατίας», όπως την παρενόχληση της πετρελαϊκής εκμετάλλευσης από περιβαλλοντικές οργανώσεις, αλλά και  του Ιταλού βουλευτή Santini για τις «τρομοκρατικές πράξεις» που διενεργήθηκαν στην Γένοβα από τους διαδηλωτές. Στην αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής άλλωστε ρητώς αναφέρεται ότι η λίστα των προβλεπομένων αδικημάτων καταλαμβάνει και την βία του δρόμου

[3] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2010) 386 για τα βασικά επιτεύγματα και τις μελλοντικές προκλήσεις της αντιτρομοκρατικής πολιτικής της ΕΕ «πολλές τρομοκρατικές και εξτρεμιστικές οργανώσεις ενισχύονται από δραστήριες ενώσεις νέων οι οποίες αποτελούν δυνητικούς φορείς ριζοσπαστικοποίησης και στρατολόγησης. Τούτο επιβεβαιώνει το γεγονός ότι οι εξτρεμιστικές ιδεολογίες εξακολουθούν να ασκούν κάποια γοητεία σε επιδεκτικά προσωπα» Γι' αυτό η Επιτροπή ανέθεσε την εκπόνηση δυο μελετών που θα επικεντρώσουν στη χρήση μη νομοθετικών μέτρων για την πρόληψη της διάδοσης ριζοσπαστικού και βίαιου περιεχομένου στο διαδίκτυο και την ανίχνευση του περιεχομένου αυτού

[4] Η τρομοκρατία κατά την Α-Π αποτελεί «σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία», για «την ελεύθερη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων» (ιδιαίτερα τα δικαιώματα στη ζωη, τη σωματική ακεραιότητα, το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια, την ελευθερία της γνώμης και της ελεύθερης εκφρασης και πληροφόρησης), καθώς και για την «οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη». Στα ανωτέρω πλαίσια «η τρομοκρατία ποτέ δεν δικαιολογείται». Περαιτέρω, η Σύσταση του Κοινοβουλίου της 5-9-01 επισημαίνει ότι «δεδομένης της δημοκρατικής και συνταγματικής δομής της διαδικασίας λήψης αποφάσεων των κρατών μελών, καμία ιδεολογία και κανένα άλλο κίνητρο δεν δικαιολογεί τις τρομοκρατικές ενέργειες και, ακόμα και αν το κίνητρο που προβάλλεται γι'αυτές είναι εμφανώς πολιτικό δεν μπορούν παρά να θεωρούνται ως εγκληματικές πράξεις ή ακόμα και ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». «Οι ιδεολογίες είναι νόμιμες εφόσον εκφράζονται μέσα από το διάλογο και το σεβασμό των δημοκρατικών αξιών», καθώς «στις δημοκρατικές μας κοινωνίες οποιαδήποτε σύγκρουση πολιτικής, κοινωνικής και οικολογικής φύσης μπορεί και πρέπει να επιλύεται μέσα από τους θεσμούς που προβλέπει ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου και γι'αυτό τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση τρομοκρατικής βίας. Εκτός των ανωτέρω αναφερόμενων Α-Π της Ε.Ε. οι σχετικοί ισχυρισμοί επαναλαμβάνονται και στην αιτιολογική έκθεση των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας της 15-7-2002, σύμφωνα με την οποία η τρομοκρατία (...) απειλεί τη δημοκρατία, αποσκοπεί στην υπονόμευση της πλουραλιστικής κοινωνίας των πολιτών (...), ουδέποτε μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη (...) ούτε με την επίκληση ως κινήτρου της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γιατί τότε θα συνέτρεχε κατάχρηση δικαιώματος. Βλ. επίσης την απόφαση 56/164/17-12-99 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ σύμφωνα με την οποία οι τρομοκρατικές πράξεις αποσκοπούν αφενός στην καταστροφή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και της δημοκρατίας, καθώς και  στην υπονόμευση της πλουραλιστικής κοινωνίας, αφετέρου δε έχουν αρνητικές συνέπειες στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των Κρατών.

[5] Για την διάκριση των εννόμων αγαθών της δημόσιας τάξης και της πολιτειακής εξουσίας, καθώς και τη σχέση τους με την τρομοκρατία βλ.. Ι.Μανωλεδάκη, Επιβουλές της δημόσιας τάξης, σ. 3 επ., 14, 20, 26, του ιδίου, Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας σ.16, 30,  Α.Κωστάρα, Εννοια, τυποποίηση και προβληματική των κυρώσεων του οργανωμένου εγκλήματος, σε Πρακτικά του Ζ' Πανελλήνιου  Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου, οπ.π. (υποσημείωση 13), σ.84. Για τους προβληματισμούς που παράγει μια  πιο διευρυμένη έννοια της δημόσιας τάξης βλ. Γ.Δρόσου, «Δημόσια τάξη» και «δημόσια ασφάλεια», έννοιες του εθνικού Συντάγματος στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε Επιθεώρηση Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, 1991 τ.35, σ. 194 επ. 

[6] Βλ. αντίστοιχους προβληματισμούς για τον ν. 2928/01 σε Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ο  ν.2928/2001 «για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων, Ποινική Δικαιοσύνη , 2001 σ.695.

[7] Ως προς το προστατευόμενο αγαθό, η ρύθμιση προσομοιάζει άμεσα με την διάταξη του άρθρου 1 ν. 4229/29 (του γνωστού ιδιώνυμου), περί προστασίας του κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος.  

[8] Βλ. και Ι. Μανωλεδάκη, Το έννομο αγαθό, Θεσσαλονίκη 1998, σημ. 43

[9] Ι. Μανωλεδάκη, Το έννομο αγαθό, οπ.π., σημ.200, Δ.Σπυράκου, Η κριτική λειτουργία της έννοιας του έννομου αγαθού, σ. 86

[10] Αντίστοιχες επισημάνσεις περιείχε και η Συμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης που ρητώς ανέφερε ότι οι (μη περαιτέρω εξειδικευόμενες ως) τρομοκρατικές πράξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν πολιτικές πράξεις, ούτε ότι συνδέονται με πολιτικά εγκλήματα, ούτε ότι εμπνέονται από πολιτικά κίνητρα.

[11] Το επιχείρημα αυτό δεν ανατρέπεται, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η απαγόρευση έκδοσης αλλοδαπού εκ της υπέρ της ελευθερίας δράσης του αφορά μόνο τους αλλοδαπούς που αγωνίζονται κατά δικτατορικών καθεστώτων (περί αυτού βλ. Π.Ι. Παραρά, Το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό ένατλμα σύλληψης, Το Βήμα 13-1-2001). Η ρήτρα αυτή (που αφορά την υπέρ της ελευθερίας δράση και άρα καταλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τη δράση εναντίον κάθε ανελεύθερου καθεστώτος, ήτοι ακόμα και αυτά εντός των οποίων η δημοκρατική πλειοψηφία καταπιέζει με βίαια μέσα την μειοψηφία -βλ. π.χ. τα προβλήματα των εθνικών μειονοτήτων, αλλά και την μετεμφυλιακή Ελλάδα) σε κάθε περίπτωση  αναγνωρίζει τη βίαιη δράση ως ένα από τα θεμέλια της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Πολύ δε περισσότερο αυτό ισχύει με την καθιέρωση του δικαιώματος («δια παντός μέσου») αντίστασης και όχι απλώς ενός δικαιώματος -μη βίαιης- ανυπακοής.  Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι το δικαίωμα αυτό ακόμα και αν θεωρηθεί ότι αφορά τους πολίτες «που έχουν την αξίωση να πεισθούν με ορθολογικά επιχειρήματα ως προς τις επιλογές του δημοσίου χώρου» (έτσι Β.Βουτσάκης, Η αρχή του κράτους δικαίου και οι νέες διατάξεις περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ΝοΒ 2002 σ.27) επιτάσσει στους πολίτες αυτούς να βγούν έξω από το πεδίο του διαλόγου στο χώρο της βίαιης πράξης. Αλλωστε η Πολιτεία που οικοδομείται κατά τις συνταγματικές αρχές είναι αυτή που αναγνωρίζει το δικαίωμα (και δη το καθήκον) αντιστάσεως. Η διάταξη αυτή δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το σύνολο των πολιτειακών θεσμών για να ερμηνευθεί εκ των υστέρων.  Το θεσμικό γεγονός ότι πολιτικά εγκλήματα μπορεί να διεξαχθούν και εντός της δημοκρατίας αναγνωρίζεται άλλωστε άμεσα και από την διάταξη του άρθρου 97 του Συντάγματος που προβλέπει την εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων από μεικτά ορκωτά δικαστήρια εντός της θεσπισμένης δια του Συντάγματος δημοκρατίας.

[12] Για την εγγενή σχέση Συντάγματος και βίας (αλλά  και για τη σημασία που αποκτά υπό αυτό το φως η ερμηνεία του Συντάγματος) βλ. χαρακτηριστικά Robert Cover, The bonds of constitutional interpretation: of the world, the deed and the role, in  Georgia Law Review 1986 σ. 817 επ., του ιδίου, Violence and the World in M.Minow-M.Ryan-A.Surat, Narrative, Violence, and the Law - The essays of R.Cover, 1992 σ. 204 υποσ.2 Αντίστοιχα, στο συνταγματικό κείμενο αποτυπώνεται ένας θεσμικός φόβος για τις δυνατότητες που παρέχει στους κρατικούς μηχανισμούς το μονοπώλιο της οργανωμένης βίας και αυτό εκφράζεται μέσα και από τις ρυθμίσεις περί πολιτικού εγκλήματος.

[13] Για μια κριτική των αντιλήψεων που επιχειρούν μέσα από την καθολική ψηφοφορία να τεκμηριώσουν  ως θεμέλιο του δικαίου ένα νέο (χειραφετητικό) μύθο (τη χειραφέτηση των πολιτών μέσω του εκδημοκρατισμού της κυρίαρχης εξουσίας) βλ. A.Barron, Colonization of the self in the Modern State in A.Carty (ed.), Post Modern Law, Enlightenment and the Death of Man, 1990, σ. 120 επ.

[14] Οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής έχουν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές τόσο από το γερμανικό BVerfG 256/2008, όσο και από το ρουμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο (1258/8-10-2009).

[15] Η εν λόγω ΑΠ στηρίζεται  στην από 16-5-2005 σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας

 
   
   
   
   
26 Νοεμβρίου 2012

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ ΣΕ ΔΙΚΕΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Εισήγηση στην ημερίδα της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας με θέμα «10 χρόνια εφαρμογής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας - Προβλήματα του υπερασπιστικού λόγου»

 

10 Νοέμβρη 2012

Φίλες  και φίλοι,

Σε ένα από τα σπουδαιότερα συγγράμματά του, αυτό με τον τίτλο «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», ο Κάρολος Μαρξ διατύπωνε το 1852, ασκώντας κριτική στην αστική νομοθεσία, ότι «......Γιατί το κάθε άρθρο του συντάγματος περιέχει την ίδια του την αντίθεση, τη δική του άνω και κάτω βουλή, δηλαδή στη γενική φράση την ελευθερία και στη σημείωση του περιθώριου την κατάργηση της ελευθερίας.....».

Νομίζω ότι δεν υπάρχει φράση του Μαρξ, αναφερόμενη τουλάχιστον στο αστικό δίκαιο, που να μην έχει επαληθευτεί τόσες φορές στα χρόνια που πέρασαν. Και καμία διάταξη νόμου δεν ερμηνεύεται αυτοδίκαια. Σημασία έχει ποιος ασκεί την εξουσία και είναι σε θέση να διατυπώσει αυθεντικά την ερμηνευτική της κατεύθυνση και πόση είναι η πίεση που ασκούν αυτοί που βρίσκονται από τα κάτω για να μπορέσουν να πιέσουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

 

 

 

1. Η ΣΚΟΠΙΜΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ

 

Στο άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., όπου ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] υπό δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος".

 

Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος :

 «Κανένας δε στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος.

Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια με οποιοδήποτε όνομα δεν επιτρέπεται να συσταθούν».

Κρίσιμο ερώτημα αποτελεί για την εφαρμογή της διάταξης αυτής ποιος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ένα συγκεκριμένο δικαστήριο προσκτά την ιδιότητα του φυσικού ή άκοντος δικαστή ενός ορισμένου διαδίκου ή κατηγορουμένου, ο χρόνος δηλαδή πέραν του οποίου απαγορεύεται, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, η νομοθετική μεταβολή της σύνθεσης και σύστασης του δικαστηρίου το οποίο θα εκδικάσει τον διάδικο αυτό.

Το Σύνταγμα αφήνει σκοπίμως αναπάντητο το ερώτημα αυτό. Η συνταγματική αυτή παράλειψη ανοίγει το δρόμο στον κοινό νομοθέτη, βαφτίζοντας ως δικονομικές τις διατάξεις εκείνες με τις οποίες ορίζεται ή μεταβάλλεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα ενός οποιουδήποτε δικαστηρίου και να θεσπίζει νόμους οι οποίοι να υπαγάγουν συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων σε δικαστήρια διαφορετικά από εκείνα που υπάγονταν κατά το χρόνο της τέλεσής τους.

Η παράλειψη αυτή δεν είναι από αμέλεια, αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κρατά για τον εαυτό του συχνά το ρόλο της πηγής του δικονομικού δικαίου, αφού με σωρεία άρθρων του Συντάγματος θεσπίζονται δικονομικές διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν την καθ' ύλην αρμοδιότητα συγκεκριμένων δικαστηρίων, τη σύνθεσή τους ή ακόμη και τις διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας τους : Αρθρο 93 για την κατηγοριοποίηση των δικαστηρίων και τις θεμελιώδεις διατάξεις της δημοσιότητας, αιτιολογίας και διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας, άρθρα 94-95 για τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία του Συμβουλίου Επικρατείας, άρθρο 96 για τα ποινικά δικαστήρια και δικαστήρια ανηλίκων, άρθρο 97 - θα έρθουμε παρακάτω σ' αυτό - για το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, άρθρο 98 για το Ελεγκτικό Συνέδριο, άρθρο 99 για το Δικαστήριο Κακοδικίας, το οποίο ταυτόχρονα εκτελεί και χρέη μισθοδικείου άρθρου 88, άρθρο 100 για το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο των εκλογικών διαφορών, άρθρο 86 για το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του νόμου περί ευθύνης Υπουργών).

Κριτήριο, κατά τη γνώμη μου, για τον προσδιορισμό του χρόνου εκείνου κατά τον οποίο ένα συγκεκριμένο δικαστήριο προσκτά την ιδιότητα του φυσικού δικαστή ενός ορισμένου διαδίκου ή κατηγορουμένου είναι ο χρόνος εκείνος κατά τον οποίο η ιδιότητα του δικαστή δεν μπορεί να μεταβληθεί ή να οριστεί με σκόπιμη προς τούτο πράξη της νομοθετικής ή εκτελεστικής εξουσίας.

Η δυνατότητα αυτή παρέχεται σε όλους τους μεταγενέστερους από την τέλεση της πράξης χρόνους, αφού πλέον η πράξη είναι γνωστή και, άρα, ο φορέας της νομοθετικής εξουσίας είναι σε θέση να νομοθετήσει ad hoc για να συμπεριλάβει στη ρυθμιστέα ύλη της δικονομικής μεταβολής που θα επιχειρήσει και τη συγκεκριμένη πράξη.

Όμως δικαστήρια ad hoc δεν επιτρέπονται, αφού η διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 8 του Συντάγματος, ευτυχώς, κουβαλώντας τα βιώματα των εμφυλιακών, μετεμφυλιακών και δικτατορικών χρόνων  το απαγορεύει ρητά.

Κατά συνέπεια, είναι αναμφίβολο ότι η ιδιότητα του φυσικού ή άκοντος δικαστή αποκτάται κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και ότι τυχόν μεταβολή του μετά από αυτή συνιστά αφενός παράβαση της συνταγματικής αρχής του φυσικού δικαστή σε βάρος του κατηγορουμένου ή διαδίκου και αφετέρου ανεπίτρεπτη επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στο έργο της δικαστικής, αφού μεταβάλλει την αρμοδιότητα του δικαστή, στον οποίο έχει περιέλθει η ιδιότητα αυτή. Στην άποψη αυτή οδηγεί και η γραμματική ερμηνεία της διάταξης, αφού διατυπώνεται σε χρόνο παρακείμενο («του έχει ορίσει») και όχι ενεστώτα ή μέλλοντα.

 

2. Η ΚΑΤΑ ΚΡΑΤΟΣ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΒΟΥΛΗΣ

 

Παραπέρα, το Σύνταγμα στο άρθρο 97 ορίζει ότι :

«Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως ο νόμος ορίζει».

Κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την ισχύ του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των εφετείων, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτά, εφόσον δεν υπαχθούν με νόμο στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων.

Με νόμο μπορούν να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων και άλλα κακουργήματα».

Όπως βλέπουμε, και στο άρθρο αυτό οι κάτω βουλές είναι πολύ πλουσιοπάροχα διατυπωμένες με την εξουσιοδότηση στον κοινό νομοθέτη αφενός να συγκροτεί τον τρόπο σύνθεσης των μικτών ορκωτών δικαστηρίων (και στο παρελθόν έχουν μεταλλαχθεί αρκετές φορές οι πλειοψηφίες ανάμεσα στους δικαστές και ενόρκους) και αφετέρου να εξαιρεί από τη δικαιοδοσία τους κακουργήματα.

 

Α) Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

 

Όσον αφορά τα πολιτικά εγκλήματα, η έννοια αυτών έχει κυριολεκτικά εξαφανιστεί από τη νομολογία τα μεταπολιτευτικά χρόνια. Ακούγεται και από νομικούς ότι «στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν πολιτικά εγκλήματα».

Η θεωρία, όπως είναι γνωστό, έχει διατυπώσει τρεις απόψεις όσον αφορά την έννοια του πολιτικού εγκλήματος, την αντικειμενική, την υποκειμενική και τη μικτή.

Σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, η οποία είναι και η απολύτως κρατούσα στη νομολογία, για το χαρακτηρισμό μιας αξιόποινης πράξης ως πολιτικού εγκλήματος δεν αρκεί το κίνητρο και ο στόχος του δράστη, αλλά θα πρέπει η εγκληματική συμπεριφορά να είχε τη δυνατότητα να προσβάλει την κατεστημένη εξουσία και να επηρεάσει τη συνταγματική τάξη της. Χαρακτηριστικό σημείο διατύπωσης της κρίσης αυτής αποτελεί η απόφαση 1413/2010 του Αρείου Πάγου, που έκρινε σε αναιρετικό βαθμό δικαιοδοσίας την ποινική υπόθεση της 17Ν και η οποία, αποφαινόμενη απορριπτικά επί του λόγου αναίρεσης που σχετιζόταν με την ακυρότητα της διαδικασίας λόγω αναρμοδιότητας του δικαστηρίου εξαιτίας της φύσης των εκδικασθεισών πράξεων ως πολιτικών εγκλημάτων, έκρινε ότι :

«ερμηνευτικώς συνάγεται ότι ως πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον της συνταγματικής τάξεως της χώρας και επιδιώκει την ανατροπή ή, έστω, την αλλοίωσή της. Η επιδίωξη αυτή, όμως δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς ως στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται πέραν αυτού να αναδύεται αντικειμενικώς από την πραγματική συμβολή, την οποία η εκάστοτε εγκληματική συμπεριφορά είχε ή θα μπορούσε να έχει στην προσβολή της κατεστημένης εξουσίας. Και περαιτέρω, ως συναφές προς πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο το οποίο, με την προσβολή που επιφέρει σε κάποιο άλλο έννομο αγαθό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την προπαρασκευή των μέσων για την τέλεση πολιτικού εγκλήματος με την ως άνω έννοια. Για την κατάφαση της συνάφειας αυτής, το πολιτικό έγκλημα πρέπει να έχει συντελεσθεί. Υπό την έννοια αυτή, ως πολιτικό έγκλημα νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής (ΠΚ 134 επ.)

Αντιθέτως, η συγκρότηση δομημένης ομάδας με διαρκή δράση ή η συμμετοχή σ' αυτήν με σκοπό τη διάπραξη διαφόρων εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, μη δυνάμενων να επηρεάσουν τη συνταγματική τάξη της χώρας και στρεφομένων κατά προσώπων ή πραγμάτων διαφορετικών από αυτά τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 134 επ. ΠΚ, δεν συνιστά πολιτικό έγκλημα, ασχέτως προς τον τρόπο με τον οποίο οι φερόμενοι ως δράστες προσδιορίζουν ιδεολογικά τις ενέργειες αυτές.»

Όπως αντιλαμβάνεσθε, πολιτικό έγκλημα σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία είναι μόνο το επιτυχημένο πραξικόπημα. Μόνο που εάν επιτύχει δεν θα υπάρχει εξουσία για να το δικάσει και να το τιμωρήσει. Λεπτομέρειες, δεν βαριέστε !

Αντίθετα, σύμφωνα με την υποκειμενική θεωρία, το κίνητρο του δράστη είναι εκείνο το οποίο προσδιορίζει το χαρακτήρα μιας αξιόποινης πράξης ως πολιτικού εγκλήματος, που όμως δεν κατέστη δυνατό ποτέ να γίνει αποδεκτή από τα δικαστήρια, ενώ η μικτή θεωρία περιέχει και το αντικειμενικό και το υποκειμενικό στοιχείο.

Η αντίφαση για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τις έννοιες κατ' επιλογή η καθεστηκυία τάξη επιτείνεται από το γεγονός ότι με τη θεσπισθείσα με το Ν. 3251/2004 διάταξη του άρθρου 187Α Π.Κ. το υπερχειλές υποκειμενικό στοιχείο, είναι αρκετό για να αναβαθμίζεται μία αξιόποινη πράξη ως τρομοκρατική και ιδίως για το χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως τρομοκρατικής και για το χαρακτηρισμό του μέλους της ως τρομοκράτη, πλην όμως το κριτήριο του σκοπού εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από τη νομολογία ανεπαρκές, προκειμένου ένα έγκλημα τέτοιας υφής να χαρακτηρίζεται ως πολιτικό και να έχει την ανάλογη αντιμετώπιση (όχι μόνο του άρθρου 97, αλλά και της αμνηστείας του άρθρου 47 Σ), όπως γνωρίζουμε από τις πολιτικές δίκες πρόσφατα στη χώρα μας.

Με άλλα λόγια, όταν ο σκοπός του δράστη λαμβάνεται υπόψη για να τον ενοχοποιήσει ή να επαυξήσει το όριο των απειλούμενων ποινών του, τότε καθίσταται ισχυρός νομικά, ενώ όταν πρόκειται να ληφθεί υπόψη για να τον ωφελήσει, τότε θεωρείται ανεπαρκής.

Ακόμη και ως ελαφρυντική περίσταση, αυτή των μη ταπεινών αιτίων (Π.Κ. 84 παρ. 2 εδ. β), η νομολογία αρνείται σταθερά να χαρακτηρίσει το πολιτικό κίνητρο αξιόποινης πράξης.

Υπάρχει πρόβλημα, συνεπώς, ταυτότητας του νομικού λόγου και πρόβλημα αρχών στη χρήση και την κατηγοριοποίηση των εννοιών. Αλλά, βεβαίως, μάταια ψάχνει κανείς στις εξουσίες, είτε όταν νομοθετούν είτε όταν δικάζουν, αρχές. Γιατί οι εξουσίες δεν έχουν αρχές, έχουν μόνο συμφέροντα.

  

Β) Η ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΚΑΝΟΝΑΣ

 

Όσον αφορά τα κακουργήματα, σωρεία διατάξεων του κοινού νομοθέτη, σε χρήση της νομοθετικής εξουσιοδότησης που προαναφέρθηκε, έχουν εξαιρέσει από την αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων τη συντριπτική πλειοψηφία των κακουργηματικών πράξεων και την έχουν υπαγάγει στην αρμοδιότητα των εφετείων, κάποτε πενταμελών, άλλοτε τριμελών, σήμερα ακόμη και μονομελών.

Παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να επισημάνω ότι η θέσπιση μονομελών εφετείων κακουργημάτων, υπό την ανοχή των οικονομικών περιορισμών των μνημονιακών πολιτικών των τελευταίων ετών, καθιερώνει τη θεοποίηση της δικαστικής αυθαιρεσίας, διότι τα μονομελή δικαστήρια αποτελούν ελέω θεού κριτές και κακώς ο νομικός κόσμος έχει επιτρέψει την ανοχή τους ακόμη και σε αστικές διαφορές, ανεξαρτήτως ορίου οικονομικής διαφοράς ποσού, πολύ δε περισσότερο σήμερα που ο νομοθέτης τα καθιστά αρμόδια για να δικάζουν ακόμη και κακουργήματα.

Όλως ενδεικτικά λοιπόν, νόμοι όπως ο Ν. 1608/1950 περί καταχραστών Δημοσίου, 663/1977 για ληστείες, διακεκριμένες κλοπές κτλ., ο Ν. 2168/1993 για διακεκριμένη οπλοκατοχή, ο Ν. 1731/1987 και αργότερα ως κωδικοποιημένος 3459/2006 για ναρκωτικά, νόμοι για φορολογικά αδικήματα, ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας όσον αφορά τα κακουργήματα που τελούνται από στρατιωτικούς και βεβαίως οι τρομονόμοι 2928/2001, 3251/2004 και 3875/2010 έχουν υπαγάγει τα προβλεπόμενα από αυτούς κακουργήματα στην αρμοδιότητα των εφετείων κακουργημάτων.

Αυτή η αφαίρεση της ύλης από τον κοινό νομοθέτη από την αρμοδιότητα των ΜΟΔ είναι τόσο μεγάλη, ώστε έχει περιορίσει τη λειτουργία των μικτών ορκωτών δικαστηρίων σε ένα ποσοστό λιγότερο του 10% των κακουργημάτων που εκδικάζονται συνολικά από τα δικαστήρια. Και ακόμη και νομικοί που δεν ανήκουν στο χώρο μας διαπιστώνουν την κατάχρηση της εξουσιοδότησης που παρέχει το Σύνταγμα στον κοινό νομοθέτη. Θα σας διαβάσω το απόσπασμα από τα σχόλια ενός από αυτούς :

«Η αφαίρεση ύλης από τον κοινό νομοθέτη από την αρμοδιότητα των ΜΟΕ. Με επανειλημμένες παρεμβάσεις του ο κοινός νομοθέτης αφαίρεσε από το ΜΟΕ σημαντικό αριθμό υποθέσεων και τελικά τούτο παρέμεινε να δικάζει μόνο τα κακουργήματα κατά της ζωής, της γενετήσιας ελευθερίας και τα πολιτικά πλημμελήματα, καθώς και την πρόκληση ναυαγίου (ΑΠ 718/2003, Π.Χ. ΝΔ 145).» (Σημείωση δική μου : τα πολιτικά πλημμελήματα είναι ακόμη μία κατηγορία αδικημάτων που έχει εξαφανίσει η νομολογία των δικαστηρίων.) «Παρόλα αυτά η συνταγματική εξουσιοδότηση, συστελλόμενη τελολογικά, έχει την έννοια ότι δεν εξυμνείται μέχρι του σημείου ώστε ο κοινός νομοθέτης, με διαρκείς παρεμβάσεις του, να προβεί σε συρρίκνωση της αρμοδιότητας των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και την εν τοις πράγμασι κατάργησή τους

Τα παραπάνω κροκοδείλια δάκρυα ανήκουν στον Μιχαήλ Μαργαρίτη, πρώην Πρόεδρο της δίκης της 17Ν, στο βιβλίο του «Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», έκδοση 2008, σχόλια για το άρθρο 9, σελ. 223. Θα ήταν ενδιαφέρον η παραπάνω παραδοχή να περιείχετο όχι μόνο στο βιβλίο του αυτό, αλλά και σε κάποιες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες κρινόταν αναρμόδιο κάποιο εφετείο κακουργημάτων, στη σύνθεση του οποίου συμμετείχε ο συγγραφέας, με το παραπάνω σκεπτικό. Αλλά δεν θα βρει κανείς τέτοιες αποφάσεις, όσο και αν τις αναζητήσει. Αντίθετα, θα βρει λίγο παρακάτω, στα σχόλια του ίδιου συγγραφέα, τη θέση ότι «...δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η παρέμβαση του νομοθέτη με το Ν. 2928/2001, με το άρθρο 4 του οποίου υπήχθησαν τα κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ, διότι τούτο αφορά πολύ περιορισμένο αριθμό αδικημάτων που έχουν ως εννοιακό πυρηνικό στέλεχος το οργανωμένο έγκλημα και, συνεπώς, ουδόλως η ψήφιση και εφαρμογή του εν λόγω νόμου στην ουσία καταργεί τα μικτά ορκωτά δικαστήρια.» Με την επιχειρηματολογία του αυτή, ο Μ. Μαργαρίτης νομιμοποιεί την παρέμβαση του νομοθέτη και μάλιστα με τον αναδρομικό καθορισμό διαφορετικής από αυτήν που επιβάλλει ο συνταγματικός κανόνας αρμοδιότητας των τακτικών ποινικών εφετείων, αφού με το νόμο αυτό υπήχθησαν στην αρμοδιότητά τους πράξεις οι οποίες είχαν τελεστεί έως και δεκαετίες νωρίτερα από τη θέσπισή του.

Έτσι λοιπόν παρατηρούμε ότι η αρχή του φυσικού δικαστή, που καθιερώνεται από το άρθρο 8 του Συντάγματος και εξειδικεύεται στις συγκεκριμένες περιπτώσεις από το άρθρο 97, ουσιαστικά έχει καταργηθεί στην πράξη. Η κάτω βουλή κατάργησε εντελώς την άνω.

 

3.  ΤΑ ΕΚΤΑΚΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

 

Όμως στην περίπτωση της δίκης της 17Ν, ο νομοθέτης δεν αρκέστηκε μόνο στον αναδρομικό καθορισμό αρμοδιότητας του τριμελούς εφετείου κακουργημάτων των αδικημάτων των οργανώσεων ένοπλης βίας, ούτε στον αντισυνταγματικό αποχαρακτηρισμό τους ως πολιτικών εγκλημάτων. Θέλησε να επέμβει ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η σύνθεση των εφετείων αυτών, κατά παρέκκλιση από τις συνήθεις διατάξεις για την κλήρωση που καθιερώνονται από το Ν. 1756/1988 και η σύνθεση να κληρώνεται από ειδική κληρωτίδα, στην οποία συμμετέχει ένα μόνο μέρος της σύνθεσης των δικαστών του οικείου εφετείου, που καθορίζεται από την Ολομέλεια. Έτσι, με το Ν. 3090/24-12-2002, ο οποίος δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ λίγες μέρες πριν την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος για την υπόθεση 17Ν, ο νομοθέτης θέσπισε συγκεκριμένες διατάξεις για τον τρόπο συγκρότησης των δικαστηρίων αυτών.

Πριν αναφερθώ σε αυτή, θα ήθελα να αναφερθώ σε μία εξίσου σημαντική διάταξη που θέσπισε ο νόμος αυτός και η οποία διάταξη εξακολουθεί να βρίσκεται, δυστυχώς, σε ισχύ. Πρόκειται για τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3090/2002, σύμφωνα με την οποία «1. Η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον. 2. Η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή μαγνητοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που οδηγούνται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών απαγορεύεται. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των παραγράφων 1 εδ. α' και 2 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) έως διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. 4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 345 του Ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 207 Α) καταργείται».

Η διάταξη αυτή αποτέλεσε μία διάταξη ανεπίτρεπτου και αντισυνταγματικού περιορισμού της δημοσιότητας που καθιερώνεται με το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος και θεσπίστηκε σε μία στιγμή κατά την οποία, ύστερα από μία εξάμηνη καθημερινή πλύση εγκεφάλου επί 24ώρου βάσεως από τα τηλεοπτικά κανάλια και τα λοιπά μέσα ενημέρωσης, με συμμετοχή δημοσιογράφων - παπαγαλακιών της ασφάλειας, δικηγόρων αντιστοίχου επιπέδου κ.ά., οι κατηγορούμενοι για την υπόθεση της 17Ν και οι κάθε είδους συμπαραστάτες τους, ακόμη και συγγενείς τους, δυσφημούνταν και συκοφαντούνταν συστηματικά. Την ώρα πλέον που ήρθε η στιγμή για να ακουστεί συντεταγμένα και, εν πάση περιπτώσει, νόμιμα η φωνή της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, ήρθε η διάταξη αυτή για να απαγορεύσει την κάμερα μέσα στα δικαστήρια, με σκοπό να βυθίσει στο πέπλο σιωπής τη δίκη αυτή και τον πολιτικό και νομικό λόγο της υπεράσπισης και των κατηγορουμένων.

Παραπέρα, με το άρθρο 11 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι «1. Η παράγραφος 3 του τμήματος Β υπό τον τίτλο «Κλήρωση των συνθέσεων» του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», όπως η περίπτωση β' αυτής, που αναφέρεται στο Εφετείο, έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 3038/2002 (ΦΕΚ 180 Α), αντικαθίσταται ως εξής: «Στο Εφετείο: α) Των αρχαιότερων προέδρων εφετών μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των πενταμελών εφετείων. β) Των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων κακουργημάτων ή και τριμελών εφετείων πλημμελημάτων. γ) Όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών εφετείων, των πενταμελών εφετείων και των τριμελών εφετείων».

2. Μετά την παράγραφο 7 του τμήματος Β υπό τον τίτλο «Κλήρωση των συνθέσεων» του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», όπως η περίπτωση β' αυτής, που αναφέρεται στο Εφετείο, έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 3038/2002 (ΦΕΚ 180 Α), προστίθεται παράγραφος 7Α που έχει ως εξής : «7Α. Σε υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί αρμοδίως για να εκδικαστούν στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων και λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να διαρκέσουν επί μακρό χρόνο, η ολομέλεια του δικαστηρίου των εφετών, που συνέρχεται μετά από πρόσκληση του διευθύνοντος το δικαστήριο δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από την κλήρωση της συνθέσεως, ορίζει από μεν τους προέδρους εφετών αριθμό δεκαπλάσιο, από δε τους εφέτες αριθμό δεκαπενταπλάσιο του απαιτούμενου για τη συγκρότηση του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων θα κληρωθούν ο πρόεδρος του δικαστηρίου από τους προέδρους εφετών και τα σύνεδρα μέλη του δικαστηρίου από τους εφέτες, οι οποίοι με τους αναπληρωτές τους, έναν πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες, που κληρώνονται από τον ίδιο αριθμό δικαστών και συμπαρεδρεύουν (άρθρο 9 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), θα συγκροτήσουν το δικαστήριο του τριμελούς εφετείου κακουργημάτων. Η απόφαση της ολομέλειας ισχύει από τη δημοσίευσή της. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν και για τη συγκρότηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην περίπτωση που οι υποθέσεις αυτές αχθούν ενώπιόν του. Ο εισαγγελέας της έδρας και ο αναπληρωτής του, ο οποίος συμπαρίσταται, κληρώνονται από δέκα εισαγγελείς εφετών που έχουν οριστεί από την ολομέλεια της οικείας εισαγγελίας με την ίδια διαδικασία, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια. Η κλήρωση για τη συγκρότηση του δικαστηρίου γίνεται την πρώτη ημέρα συνεδρίασης του προηγούμενου της δικασίμου μήνα από το Α Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων σε δημόσια συνεδρίαση. Οι κληρωθέντες συμμετέχουν σε κάθε τυχόν επόμενη μετ` αναβολή δικάσιμο, εκτός εάν παύσουν για οποιονδήποτε λόγο να ανήκουν στη δύναμη του δικαστηρίου, οπότε τη θέση τους καταλαμβάνει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Στην περίπτωση αυτή, στη θέση του αναπληρωματικού, εφόσον εξακολουθεί να συντρέχει ο λόγος αναπλήρωσης, ορίζεται με την ίδια διαδικασία από την ολομέλεια νέο μέλος.»»
 
Την αιτιολόγηση της θέσπισης της διάταξης αυτής, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3090/2002 (ΚΝοΒ σελ. 2633 επ.), «Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται από το λόγο ότι για ορισμένους από τους δικαστές και εισαγγελείς είναι ιδιαίτερα δυσχερές, για προσωπικούς ή λόγους υγείας ή και της ήδη μεγάλης υπηρεσιακής τους επιβάρυνσης και εκκρεμότητας, να διεκπεραιώνουν υποθέσεις που απαιτούν πολύμηνη επί της έδρας παρουσίας, διαρκή απασχόληση, ένταση και υπέρβαση των ορίων αντοχής. Με την επιλογή όμως αυτή εξυπηρετείται και η εύρυθμη λειτουργία του δικαστηρίου και της εισαγγελίας, καθόσον η αναμενόμενη μακράς χρονικής διάρκειας διαδικασία απαιτεί την ανάλογη και έγκαιρη υπηρεσιακή προετοιμασία, ώστε οι δικαστές και εισαγγελείς που θα οριστούν να συμμετάσχουν στην κλήρωση, απαλλαγμένοι από τα άλλα καθήκοντά τους, να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στη μελέτη των προς εκδίκαση δικογραφιών. Η κρίση δε της ολομέλειας του δικαστηρίου και της Εισαγγελίας Εφετών οπωσδήποτε διασφαλίζει την αξιούμενη αμεροληψία και αντικειμενικότητα, δεδομένου ότι από τα μέλη της θα ορίζονται οι δικαστές και εισαγγελείς που θα μετέχουν στη διαδικασία της κλήρωσης, από την οποία θα αναδειχθούν τελικά εκείνοι που θα συγκροτήσουν το συγκεκριμένο δικαστήριο. Σημειώνεται ότι προβλέπεται να τηρείται η ίδια διαδικασία και για τις σχετικές ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου υποθέσεις».
 
Όπως κανείς παρατηρεί, στη συγκεκριμένη διάταξη :
 
1) Υπάρχει πλήρης αοριστία όσον αφορά τη διατύπωση της έννοιας της σοβαρότητας και του αντικειμένου της δίκης, αφού δεν προσδιορίζεται ούτε το κριτήριο της σοβαρότητας, ούτε το είδος του αντικειμένου.
 
2) Δεν απαιτείται αιτιολόγηση για την απόφαση της ολομέλειας εφετών να συμπεριλάβει ή να αποκλείσει ορισμένους δικαστές από την κληρωτίδα.
 
3)  Δεν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη ή έστω η γνώμη των δικαστών που αποκλείονται από την κληρωτίδα.
 
Ετσι, παρότι θεωρητικά κατ ερμηνεία αναφέρεται σε ευρύτερη κατηγορία υποθέσεων που συγκεντρώνουν τα ίδια χαρακτηριστικά,  η διάταξη αυτή ποτέ δεν ενεργοποιήθηκε, πράγμα που προδίδει την ειδική σκοπιμότητά της, που δεν είναι παρά ο έλεγχος των συνθέσεων που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις με τον αποκλεισμό (που μπορεί να είναι και παρά την θέληση του αποκλειομένου) δικαστών από την κλήρωση και εν τέλει η καταστρατήγηση της  συνταγματικής αρχής του φυσικού δικαστή και του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
 
Δυστυχώς, ο Άρειος Πάγος στην ίδια ως άνω απόφαση (Α.Π. 1413/2010) για την υπόθεση της 17Ν και στην 6η σκέψη της νομιμοποίησε και το νόμο αυτό. Ο Άρειος Πάγος, αν και παραδέχεται ευθέως ότι δεν αναφέρονται τα κριτήρια της προεπιλογής ή του αντιστοίχου αποκλεισμού συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών για τη διενέργεια της κλήρωσης, καλύπτει τις αοριστίες της διάταξης αυτής με άλλες αοριστίες, όπως «Ως αντικείμενο, υπονοείται ερμηνευτικώς το είδος και η βαρύτητα των εγκληματικών πράξεων που πρόκειται να εκδικασθούν, σύμφωνα με την περιγραφή τους στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και τις αποχρώσες ενδείξεις, που καθορίζονται στην απ` ευθείας κλήση ή στο παραπεμπτικό βούλευμα. Ως σοβαρότητα, υπονοείται ερμηνευτικώς η ένταση της προσβολής του προστατευόμενου έννομου αγαθού, ο κοινωνικός αντίκτυπος από αυτήν και οι αναμενόμενες διαδικαστικές δυσχέρειες της εκδίκασης στο ακροατήριο. Υπό τα δεδομένα αυτά, αποσαφηνίζεται ερμηνευτικώς ότι η προεπιλογή των δικαστικών λειτουργών, των οποίων τα ονόματα θα τεθούν στην κληρωτίδα, πρέπει να γίνει μεταξύ εκείνων, οι οποίοι αφ` ενός δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα υπηρεσιακής επιβάρυνσης (βλ. την εξαίρεση που προβλέπεται στην παρ.4 του άρθρου 17 τμήμα Β` του ΚΟΔΚαΔΛ) ή αδυναμίας και αφ` ετέρου έχουν την πέραν της συνήθους σωματική αντοχή, την οποία απαιτεί μια μακροχρόνια και κατά τεκμήριο δυσχερής επ` ακροατηρίου διαδικασία (πρβλ. την ήδη ισχύουσα μορφή της παρ.7 του άρθρου 17 τμήμα Β` του ΚΟΔΚαΔΛ, όπου η ασθένεια ή η ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη του κληρωθέντος μέλους αποτελεί λόγο αντικατάστασης αυτού). Η αντικειμενικότητα της προεπιλογής εξασφαλίζεται από τις εγγυήσεις που παρέχει η λειτουργία της ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου. Η έλλειψη επιβολής ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση της ολομέλειας είναι δικαιολογημένη στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αποβλέπει στην προστασία προσωπικών δεδομένων των αποκλειόμενων δικαστικών λειτουργών, όπως τα ζητήματα υγείας, τα οποία ενδέχεται να μη θέλουν να αποκαλύψουν ευρέως οι ενδιαφερόμενοι ή υπηρεσιακής αδυναμίας (π.χ. υπερβολική καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της δικαστικής εκκρεμότητας), περί της οποίας έχουν απλή γνώση οι συγκροτούντες την ολομέλεια, χωρίς, όμως, να υφίσταται επίσημη, υπηρεσιακή διάγνωση, ώστε να γίνει δημόσιος λόγος για ανεπάρκεια.»
 
Ακόμη, ο Άρειος Πάγος προσθέτει : «Τέλος, είναι πρόδηλο ότι η πρόσφατη ρύθμιση της παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β` του ΚΟΔΚαΔΛ, παρά το γεγονός ότι εισήχθη σε χρόνο που αναμενόταν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας η εκδίκαση της κατηγορίας κατά των αναιρεσειόντων, δεν αφορά μόνο στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά σε ευρύτερη κατηγορία υποθέσεων που συγκεντρώνουν τα ίδια χαρακτηριστικά.»
 
Όμως η ευρύτερη κατηγορία υποθέσεων δεν συμπεριέλαβε ποτέ στις τάξεις της άλλες υποθέσεις εκτός από την εκδίκαση αξιοποίνων πράξεων που φέρονται ότι τελέστηκαν από οργανώσεις ένοπλης βίας και μάλιστα όχι όλες από αυτές, καθώς υπήρξε και μία περίπτωση κατηγορουμένου ως μέλος της 17Ν, η οποία εκδικάστηκε κατά μόνας από το τριμελές εφετείο κακουργημάτων, χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της ειδικής κλήρωσης (η υπόθεση του Κ.Α., γνωστού ως «Πόντιου» στην υπόθεση αυτή) και η οποία κατέληξε αθωωτικά. Οι μόνες υποθέσεις που δικάστηκαν με χρήση της νομοθετικής αυτής διάταξης και με επιλεκτική σύνθεση ήταν οι υποθέσεις 17Ν και ΕΛΑ σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και οι εκδικαζόμενες ακόμα υποθέσεις «Επαναστατικού Αγώνα» και «Συνομωσίας Πυρήνων της Φωτιάς».
 
Παρά τη νομολογιακή ολοκλήρωση, όμως, και την εν τέλει κατάφαση του ελέγχου της συνταγματικότητας της διάταξης αυτής, φαίνεται ότι περισσότερο εξέθεσε αυτούς που τη νομοθέτησαν και δημιούργησε και στους δικαστές και στην κοινή γνώμη παρά έλυσε προβλήματα. Έτσι, ξαφνικά, είδαμε πέρυσι με το Ν. 4055/2012 και ιδιαίτερα με το άρθρο 109 αυτού, μία λιτή διατύπωση, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 11 του Ν. 3090/2002 καταργείται. Μάταια αναζητήσαμε στην αιτιολογική έκθεση του νόμου οποιαδήποτε αιτιολόγηση του λόγου κατάργησης. Η διάταξη αυτή αντισυνταγματικά ήρθε (μιλάω για ουσιαστική αντισυνταγματικότητα κατά τα παραπάνω) και αντισυνταγματικά έφυγε (μιλάω για τυπική αντισυνταγματικότητα, αφού το άρθρο 74 παρ. 1 του Συντάγματος επιβάλει τη σύνταξη αιτιολογικής έκθεσης για κάθε νομοθέτημα).
 
Και ένα σχόλιο ακόμα : Η θέσπιση της διάταξης για την ειδική κλήρωση θεωρήθηκε αυτονόητο ότι ισχύει αναδρομικά ως δικονομική διάταξη. Η κατάργησή της, παρότι αναμφίβολα και αυτή για την ταυτότητα του νομικού λόγου δικονομική διάταξη, θα έπρεπε επίσης να ισχύει αναδρομικά, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η ένσταση που εύστοχα υποβλήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης στην τελευταία δίκη για την υπόθεση της «Συνομωσίας Πυρήνων της Φωτιάς», όταν μεσούσης της δίκης δημοσιεύθηκε ο ν. 4055/2.4.2012, έπρεπε με το ίδιο σκεπτικό να έχει γίνει δεκτή.
 
Απορρίφθηκε όμως.
 
Εν πάσει περιπτώσει, η διάταξη του άρθρου 11 ν. 3090/2002 αποσύρθηκε «με ελαφρά πηδηματάκια» μόλις ο νομοθέτης έκρινε ότι ολοκληρώθηκε η ευτελής της αποστολή.
 
Δυστυχώς τόσο η παράκαμψη του φυσικού δικαστή, όσο και οι τρομονόμοι παραμένουν και διευρύνονται. Χρέος μας να τους καταργήσουμε.
 
Σας ευχαριστώ.
 
Υ.Γ. 1 Η εισήγησή μου αυτή αφιερώνεται τιμητικά ως ελάχιστο δείγμα σεβασμού της προσφοράς τους, εκτός από τον πρόσφατα χαμένο δικό μας Σαράντη Θεοδοσίου και τον μοναδικό διανοούμενο που ύψωσε ανάστημα απέναντι στον τρομονόμο Γιάννη Μανωλεδάκη, στους συνήγορους υπεράσπισης της υπόθεσης 17Ν που δεν βρίσκονται πια στη ζωή  Γιώργο Γκουντούνα, Δημήτρη Τεντολούρη, Γιάννη Σταμούλη, Κώστα Χρυσικόπουλο. Συνεχίζουμε στον ίδιο δρόμο !
 
Υ.Γ. 2  Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας υπήρξε πρωτοπόρα στην μάχη κατά της κρατικής καταστολής και της τρομοϋστερίας. Κατήγγειλε τους τρονομόμους από τη θέσπισή τους. Εδωσε μάχες μέσα και έξω από το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. Διοργάνωσε και μετείχε σε εκδηλώσεις, συνεντεύξεις, κινητοποιήσεις. Οργάνωσε την πρώτη εκδήλωση καταγγελίας των συνθηκών νοσηλείας, κράτησης και ανάκρισης του Σάββα Ξηρού, μόλις τον Ιούλιο 2002. Ανέδειξε πολιτικά και συνδικαλιστικά τον υπερασπιστικό λόγο και συνέβαλε καθοριστικά στην αποτροπή της περιθωριοποίησης, ποινικοποίησης και πειθαρχοποίησής του. Συνεχίζει να τιμά την αποστολή της με τη διοργάνωση αυτής της ημερίδας σε μία συγκυρία, που επειδή ακριβώς η περιστολή των δικαιωμάτων αποτελεί αναπόσπαστο και αυξανόμενο στοιχείο της κρατούσας πολιτικής, οι αγώνες του παρελθόντος, επειδή και αυτοί αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο των σημερινών κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων, δεν πρέπει να αφήνονται στη λήθη.
 
 
Αθήνα, 10-11-2012
 

Στις διατάξεις αυτές προσδιορίζεται παντελώς αόριστα η φύση των υποθέσεων, επί των οποίων αυτές πρέπει να τύχουν εφαρμογής, χωρίς να αναφέρονται ευθέως τα κριτήρια της προεπιλογής ή του αντίστοιχου αποκλεισμού συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών προς διενέργεια της κληρώσεως.

 

Ο δε αποκλεισμός δικαστών από την κλήρωση προβλέπει χωρίς καμμία ιδιαίτερη προϋπόθεση, π.χ. έστω την προηγούμενη αίτηση ή την σύμφωνη γνώμη του αποκλειόμενου δικαστή. Συνεπώς η διάταξη αυτή παρέχει ευθέως τη δυνατότητα αναιτιολόγητου αποκλεισμού δικαστών, των οποίων η δικαιοδοτική λειτουργία απαρέσκει στην πλειοψηφία της Ολομέλειας Εφετών.

 

Το επιχείρημα ότι δήθεν η έλλειψη επιβολής ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση της ολομέλειας είναι δικαιολογημένη διότι αποβλέπει στην προστασία προσωπικών δεδομένων των αποκλειόμενων δικαστικών λειτουργών, όπως τα ζητήματα υγείας, τα οποία ενδέχεται να μη θέλουν να αποκαλύψουν ευρέως οι ενδιαφερόμενοι ή υπηρεσιακής αδυναμίας (π.χ. υπερβολική καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της δικαστικής εκκρεμότητας), περί της οποίας έχουν απλή γνώση οι συγκροτούντες την ολομέλεια, χωρίς, όμως, να υφίσταται επίσημη, υπηρεσιακή διάγνωση, ώστε να γίνει δημόσιος λόγος για ανεπάρκεια, δεν ευσταθεί. Και τούτο διότι αφενός και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί αναγκαία η αποκάλυψη των ανωτέρω, σταθμιζόμενη με την αρχή του φυσικού δικαστή και την ανάγκη διαφάνειας και ελέγχου της αιτιολογίας των αποφάσεων της ολομέλειας εφετών για τον τρόπο ορισμού των δικαστών για την εκπλήρωση της επιταγής της Ε.Σ.Δ.Α. όφειλε να υποχωρεί ως ήσσονος σημασίας προστατευόμενο έννομο αγαθό. Αφετέρου διότι θα ήταν δυνατό να προβλέπεται η διατύπωση των λόγων προεπιλογής και αποκλεισμού χωρίς να γίνεται αναλυτική μνεία στους λόγους αυτούς. Εξάλλου δεν νοείται η ύπαρξη υπηρεσιακής ανεπάρκειας ως λόγος ανικανότητας δικαιοδοτικής λειτουργίας για ορισμένη μόνο κατηγορία υποθέσεων.

 

Πέραν της αδιαφανούς διαδικασίας που καθιερώνεται και ως προς το είδος των υποθέσεων και ως προς τα κριτήρια επιλογής και αποκλεισμού των δικαστών, στη διάρκεια της δεκαετούς περίπου διάρκειας ισχύος του ν. 3090/2002, η κατά τα ανωτέρω ειδική κλήρωση έχει πραγματοποιηθεί μόνο στις πολιτικές δίκες για τις υποθέσεις 17Ν και ΕΛΑ σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και στη συνέχεια στις πολιοτικές επίσης δίκες για τις υποθέσεις «Επαναστατικού Αγώνα» και «Συνομωσίας Πυρήνων της Φωτιάς» και σε καμμία άλλη, παρότι υπήρξαν πολλές υποθέσεις των οποίων η διάρκεια προβλεπόταν και υπήρξε μακρά και το αντικείμενο σοβαρό (π.χ. υπόθεση ναυαγίου Σάμινα, σεισμών Ρικομέξ, Ζωνιανών, απαγωγής Παναγόπουλου, καθηγητές Πάντειου  κ.λ.π).

Κώστας Παπαδάκης 

 
   
   
   
   
19 Νοεμβρίου 2012

εκτύπωση του άρθρου pdf
   O «ΕΙΔΙΚΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ» ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΟΥΣΑ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ


Η «αντιτρομοκρατική νομοθεσία» στη χώρα μας, όπως ιστορικά καταγράφηκε από το 1977 έως σήμερα, μέσω τεσσάρων νομοθετημάτων, προδίδει τη σπουδή του νομοθέτη να εισάγει διακριτές διαδικασίες για τις υποθέσεις της ένοπλης πολιτικής αντιβίας.

Ετσι, με διάφορα προσχήματα, κάθε νομοθέτημα, τροποποιεί, ειδικά για τις υποθέσεις αυτές, τους κανόνες του κοινού δικονομικού δικαίου, εξανδραποδίζοντας τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο, προκειμένου να προδικάσει την τελική ετυμηγορία για ενοχή.

Στο όνομα της αγωνίας της πολιτείας για την πάταξη του «τρομοκρατικού φαινομένου» ο Ν. 774/1978, ο γνωστός ως τρομονόμος Καραμανλή του πρεσβύτερου, έσπευσε να καταργήσει αρχικά την αρμοδιότητα των δικαστικών συμβουλίων για την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος  και όρισε την εισαγωγή των υποθέσεων αυτών σε δίκη με απευθείας κλήση του εισαγγελέα, ενώ στη συνέχεια όρισε ότι λόγω της μεγάλης σπουδαιότητάς τους η ανάκριση για πράξεις «τρομοκρατίας» πρέπει να περατωθεί μέσα σε ένα μόλις  μήνα και η εκδίκαση της υπόθεσης να προσδιορισθεί εντός 15νθημέρου από το πέρας της ανάκρισης.

Ο ν. 1916/1990, γνωστός ως τρομονόμος Μητσοτάκη, εισήγαγε το θεσμό του εισαγγελέα επόπτη της αστυνομικής έρευνας και προανάκρισης σε θέματα τρομοκρατίας, διεύρυνε με ειδική διάταξη τα χρονικά όρια του αυτοφώρου ειδικά για τα αδικήματα αυτά σε τέσσερις πλήρεις ημέρες, αναγνώρισε στην αστυνομία το δικαίωμα να απαγορεύει στον κατηγορούμενο, κατά την απόλυτη κρίση της, όλα τα προανακριτικά του δικαιώματα, δηλαδή να λαμβάνει γνώση της δικογραφίας που έχει σχηματισθεί σε βάρος του πριν να απολογηθεί προανακριτικά, να λαμβάνει προθεσμία και αντίγραφα καθώς επίσης και να του γνωστοποιούνται, προ της απολογίας του τα δικαιώματά του. Η θλιβερή αυτή διαδικασία που εισήχθη, με τον κατηγορούμενο έρμαιο στις ορέξεις των αστυνομικών υπαλλήλων, χωρίς να του ανακοινώνεται ο λόγος της σε βάρος του κατηγορίας και η απόκρυψη ακόμα και της αιτίας της κράτησής του, ολοκληρώθηκε με την πρόβλεψη, ότι ακόμα και αν δεν γνωρίζει γιατί κατηγορείται, ούτε τι στοιχεία υπάρχουν σε βάρος του, ακόμα και αν κρατείται για 4 ημέρες χωρίς να οδηγηθεί στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, έχει εντούτοις δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, ο οποίος καλείτο να υπερασπιστεί δικαιώματα του εντολέα του, χωρίς ούτε ο ίδιος να έχει πρόσβαση στη δικογραφία.

Κατά τα λοιπά και ενώ ο χρόνος της επιτρεπόμενης αστυνομικής προανάκρισης διευρύνεται στο διπλάσιο, με ταυτόχρονο στέρηση όλων των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, η κύρια ανάκριση συντομεύει σε ευθεία δυσαναλογία με το επικαλούμενο «ειδικό βάρος» των υποθέσεων αυτών και πρέπει να ολοκληρώνεται σε τρεις μήνες. Φυσικά και εδώ εξοβελίζονται τα δικαστικά συμβούλια και ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο δικαστήριο όχι με βούλευμα, αλλά με απευθείας κλήση του εισαγγελέα.

Τηρώντας περισσότερο τα προσχήματα ο προταθείς από την κυβέρνηση Σημίτη και ψηφισθείς από την ΝΔ ν. 2928/2001 τρομονόμος έβαλε κατά μέρος τις ακραίες επιλογές των προηγούμενων, επιχειρώντας μία «μέση λύση». Προέβλεψε την παραπομπή του κατηγορούμενου σε δίκη με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, μη υποκείμενου όμως σε ένδικα μέσα, δεν εισήγαγε κατά τα λοιπά παρεκκλίσεις στην διαδικασία της αστυνομικής προανάκρισης, αφήνοντας στην αστυνομική αυθαιρεσία να πράξει αυτό που ο νομοθέτης δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να θεσμοθετήσει. Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και ο ν.  3251/2004.

Παρατηρώντας τα νομοθετικά κείμενα  μπορεί κάποιος να κάνει τη διαπίστωση ότι το ισχύον πλαίσιο είναι αυτό το οποίο επιχειρεί λιγότερες παρεκκλίσεις στον τομέα της προδικασίας, χωρίς ορατή κάμψη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, και σίγουρα χωρίς τις εξόφθαλμες νομοθετικές υστερίες των προηγούμενων.

Στην πράξη όμως, όπως εξελίχθηκε η προδικασία των λεγόμενων «υποθέσεων τρομοκρατίας» στην Ελλάδα, εφαρμόζεται - συχνά και με παρεκκλίσεις προς το αυστηρότερο- η διαδικασία που προέβλεπαν οι δύο προηγούμενοι τρομονόμοι.

Αρχίζοντας από τις συλλήψεις και τα δικαιώματα των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης, η πρακτική που εφαρμόζεται είναι η εξής:

Α) Αρχικά οι κατηγορούμενοι βαφτίζονται από την αστυνομική αρχή ως «προσαχθέντες». Ο χαρακτηρισμός αυτός, δηλαδή η  de facto κράτησή τους, χωρίς την απαγγελία κατηγορίας και χωρίς την  σύνταξη έκθεσης σύλληψης χρησιμοποιείται από την αστυνομική αρχή προκειμένου να απαγορεύεται στον κρατούμενο η πρόσβαση σε δικηγόρο και στη δικογραφία. Συνήθης πρακτική, για την οποία η Ελλάδα καταδικάσθηκε πρόσφατα από το ΕΔΔΑ,  είναι να κρατείται, χωρίς να έχει τυπικά συλληφθεί ο κατηγορούμενος και η αστυνομική αρχή να πλαστογραφεί εκ των υστέρων εκθέσεις σύλληψης και προανακριτικής απολογίας, στις οποίες μάλιστα εμφανίζει τους κατηγορούμενους να τους έχουν γνωστοποιηθεί τα δικαιώματά τους και να τα έχουν αρνηθεί.

Ολοι οι κατά καιρούς συλληφθέντες εμφανίζονται να έχουν συλληφθεί εντός της ΓΑΔΑ συνήθως μία - δύο ημέρες μετά την πραγματική τους σύλληψη, να μην επιθυμούν πρόσβαση σε δικηγόρο, ούτε και προθεσμία για την απολογία τους, ούτε και πρόσβαση στη δικογραφία. Φυσικά όλες αυτές οι εκθέσεις υπογράφονται μόνο από τους αστυνομικούς υπαλλήλους, με μνεία ότι ο κατηγορούμενος δήθεν  «αρνήθηκε να υπογράψει». Οι κατηγορούμενοι καταγγέλουν ότι δεν τους ζητείται να υπογράψουν τίποτα, ούτε φυσικά τους γνωστοποιούν δικαιώματα. Υπήρξε στο παρελθόν περίπτωση κατηγορούμενου που ενώ στις εκθέσεις εμφανιζόταν να μην επιθυμεί να παραστεί με συνήγορο, να γράφει στο δελτίο εγκληματικότητας, το οποίο συντάσσεται προκειμένου οι αρχές να έχουν δείγμα του γραφικού του χαρακτήρα τη φράση  «θέλω να επικοινωνήσω με δικηγόρο».

Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένα τεχνητό νομικό κενό, με κρατούμενους έρμαια στα χέρια της αστυνομίας και τις καταγγελίες για σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια να αποτελούν πλέον ρουτίνα.

Τελικά, με μεγάλη καθυστέρηση, η οποία στην περίπτωση του Σ. Ξηρού άγγιξε τις σαράντα ημέρες, και χωρίς στις περισσότερες περιπτώσεις να γνωρίζουν οι ίδιοι το λόγο της σύλληψής τους, οδηγούνται στον εισαγγελέα.  

Στο διάστημα της παράνομης κατακράτησής τους, πέραν των όσων υφίστανται, η αστυνομία εξαπολύει μία επικοινωνιακή καμπάνια σε βάρος τους δημοσιοποιώντας κατά βούληση αληθινά ή και φανταστικά στοιχεία της δικογραφίας στους αστυνομικούς συντάκτες, οι οποίοι πλέον αναλαμβάνουν να πείσουν την κοινωνία όχι μόνο για την ενοχή τους, αλλά και για μύρια όσα απίθανα πράγματα σχετικά με το χαρακτήρα και την επικινδυνότητά τους, προκαταλαμβάνοντας έτσι την απόφαση των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών για την προσωρινή τους κράτηση.

Στη συνέχεια, χωρίς να υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη, όλες οι υποθέσεις που αφορούν σε ένοπλη αντιβία κρίνονται από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως μείζονος σπουδαιότητας και περίπλοκες νομικά, και ανατίθενται σε Ειδικό Εφέτη Ανακριτή. Και ενώ τυπικά η διαδικασία παρέχει εχέγγυα νομιμότητας στην ουσία ο κατηγορούμενος λαμβάνει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας κατά βούληση της αστυνομικής αρχής, σε συμπαιγνία πλέον με τις δικαστικές αρχές. Μαρτυρικές καταθέσεις της προδικασίας, εργαστηριακές εκθέσεις και άλλα τυχόν ευρήματα της αστυνομικής αρχής ενσωματώνονται στη δικογραφία σε χρόνο που η αστυνομία κρίνει πρόσφορο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή ακόμα και της διαδικασίας στο ακροατήριο, ακόμα και σε δεύτερο βαθμό, συχνά για να παγιδευτεί η υπερασπιστική γραμμή των κατηγορουμένων.

Η αστυνομική προανάκριση συνεχίζει να διεξάγεται παράλληλα με την κύρια ανάκριση, με την αστυνομία να διεξάγει κατά την απόλυτη κρίση της πραγματογνωμοσύνες και έρευνες, χωρίς καν να έχει προηγηθεί η έκδοση μιας τυπικής ανακριτικής παραγγελίας. Έτσι απεμπολούνται  τα δικαιώματα του κατηγορούμενου να παρίσταται στις πράξεις αυτές και να διορίζει τεχνικούς συμβούλους, με αποτέλεσμα συχνά στο δικαστήριο να φτάνει ακόμα και χαλκευμένο από την αστυνομία αποδεικτικό υλικό.

Υπό το πρόσχημα της διευκόλυνσης της διαδικασίας οι συνήγοροι των κατηγορουμένων δεν έχουν πρόσβαση στο πρωτότυπο αποδεικτικό υλικό, αλλά σε αντίγραφα αυτού, που τηρούνται στη γραμματεία του Εφετείου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί η πιστότητά του.   

Αφού η προβλεπόμενη τυπικά ανακριτική διαδικασία έχει χειραγωγηθεί από την αστυνομία, ο κατηγορούμενος παραπέμπεται σε δίκη με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο δεν υπόκειται εκ του νόμου σε κανένα ένδικο μέσο, στερούμενος τη δυνατότητα για επαναξιολόγηση έστω και των νομικών προϋποθέσεων με τις οποίες αποφασίσθηκε η παραπομπή του.

Τέλος, ένα ειδικό δικαστήριο, με ενεργοποίηση μιας φωτογραφικής διάταξης νόμου, που ψηφίσθηκε λίγο πριν την έναρξη της δίκης της 17Ν, οι κατηγορούμενοι αυτής της κατηγορίας, όχι μόνο δεν δικάζονται από Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά από ένα δικαστήριο ειδικά επιλεγμένων εφετών, που κρίνονται ικανοί να δικάσουν τέτοιου τύπου υποθέσεις.

Να σημειωθεί ότι η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου που θα δικάσει από έναν προεπιλεγμένο αριθμό δικαστών, τυπικά δεν αφορά μόνο τις υποθέσεις της λεγόμενης τρομοκρατίας, αλλά όλες αυτές που αναμένεται να διαρκέσουν επί μακρόν και άπτονται περίπλοκων υποθέσεων. Στην πράξη δεν εφαρμόστηκε σε καμία άλλη υπόθεση, όσο πολύπλοκη και πολυπρόσωπη και αν ήταν, και υπήρξαν στα δικαστικά χρονικά πολλές τέτοιες (λ.χ υπόθεση Ζωνιανών, συνδικάτου εγκλήματος κλπ), αλλά  μόνο όπου υπήρχε κατηγορία για τρομοκρατία.

Τέλος, η δίκη διεξάγεται πάντα μέσα στις φυλακές, ακόμα και όταν οι κατηγορούμενοι είναι ελεύθεροι, όπου, με το πρόσχημα των μέτρων ασφαλείας καταγράφονται τα στοιχεία του ακροατηρίου. Και φυσικά, τα λαλίστατα στο προηγούμενο στάδιο ΜΜΕ, απέχουν από κάθε αναφορά σε αυτές τις υποθέσεις.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι  η προδικασία στις υποθέσεις που άπτονται αντιτρομοκρατικών νομοθεσιών, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από τις πλέον φιλελεύθερες, υπό την έννοια ότι δεν εισάγει διακρίσεις στις υποθέσεις αυτές. Όμως, η παγιωμένη πλέον, ευθεία καταστρατήγηση του νόμου έχει διαμορφώσει ένα καθεστώς ασφυκτικότερο από το προβλεπόμενο ακόμα και στο νόμο του Μητσοτάκη.

 

 Βούλα Γιαννακοπούλου